← Κύπρος

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ ν. Ιωάννη Μαύρου, Αρ. Γενικής Αίτησης: 773/14, 7/10/2015

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ ν. Ιωάννη Μαύρου, Αρ. Γενικής Αίτησης: 773/14, 7/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A371 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 773/14 Μεταξύ:- Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ (Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ - Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου) Αιτήτριας Και Ιωάννη Μαύρου Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23/06/15 ΓΙΑ ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ ΕΝΟΡΚΩΣ ΔΗΛΟΥΝΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 07/10/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Άγις Πετρίδης Για Καθ' ου η Αίτηση: κος Μ. Χαραλάμπους για Χρ. Δημητριάδη ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την κυρίως αίτηση ζητείται άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 03/04/09 εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση ως δικαστικής απόφασης και εκτέλεσής της κατά τον τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, ως τροποποιήθηκε, στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 21 και στη Δ.47, Δ.48 θ.1-4, Δ.48 θ.8

(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 27/02/15 με την οποία προβάλλονται 14 λόγοι ένσταση και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται το ακόλουθο διάταγμα: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσει την παρουσία στο Δικαστήριο του κ. Πέτρου Τσοπανή, ενόρκως δηλούντα στην Ένορκο Δήλωση, ημ. 18/9/2014, η οποία υποστηρίζει την Αίτηση των Αιτητών, ημ. 18/9/2014, για να αντεξεταστεί σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς του, κατά την ακρόασιν της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον υπόθεσης και/ή σε οιανδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, στην οποία ήθελε αναβληθεί ή επαναοριστεί η υπόθεση». Η άλλη πλευρά αν και δόθηκε χρόνος καταχώρησης της ένστασης πριν από τη σημερινή ημερομηνία που ορίστηκε για ακρόαση, τελικά δεν καταχώρησε ένσταση αλλά συμφώνησε όπως εκδοθεί το σχετικό διάταγμα. Το Δικαστήριο κάλεσε το δικηγόρο του Αιτητή, στην παρούσα αίτηση, όπως αγορεύσει επί του θέματος, αφού το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα, άσχετα από τη μη ένσταση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος από την άλλη πλευρά. Ο δικηγόρος του Αιτητή, στην υπό κρίση αίτηση, εισηγήθηκε ότι υπάρχει καλός λόγος που θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα, ότι δεν υπήρξε ένσταση από την Καθ' ης η Αίτηση, στην υπό κρίση αίτηση, ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα πληγεί ανεπανόρθωτα το δικαίωμά του να παρουσιάσει την υπόθεσή του όπως νομίζει καλύτερα και ότι το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης, ενώπιόν του. Δικαιολογώντας τούτο ανάφερε ότι από μια απλή αντιπαραβολή των όσων αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και από την άλλη την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αποκαλύπτεται η έκταση των αμφισβητούμενων ισχυρισμών όπως, μεταξύ άλλων, η ονομασία της Αιτήτριας, η αμφισβήτηση της επίδοσης κλπ. Η Δ.48 θ.4
(2)προνοεί: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η Δ.39 θ.1 προβλέπει: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκη δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του δηλούντος για αντεξέταση.». Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό και τη χρήση της λέξης, «μπορεί», το θέμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και σύμφωνα με τα περιστατικά της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση του ίδιου του Καθ' ου η Αίτηση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 280, Annual Practice 1958 σελ. 865 και Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1660). Τα θέματα για τα οποία μπορεί να αντεξεταστεί ένας ενόρκως δηλούντας θα πρέπει να είναι καθορισμένα, περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις ανάγκες της διαδικασίας. Επομένως, η παραχώρηση άδειας ή έκδοση διατάγματος, για αντεξέταση ή μη, θα πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με την αναγκαιότητα και τη φύση της διαδικασίας, δηλαδή εδώ της αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Σε καμία περίπτωση η αντεξέταση δεν θα πρέπει να εκτείνεται για οποιοδήποτε ζήτημα υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση, όπως προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, ή με σκοπό την εξουδετέρωση ή αποδυνάμωση της γενικότερης αξιοπιστίας ενός ενόρκως δηλούντος ή την ενίσχυση της αξιοπιστίας άλλου. Σχετική είναι η απόφαση, αν και πρωτόδικη, του πρώην Δικαστή κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην αγωγή 7123/08, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, είναι η Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου. Η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης πρέπει να επιτρέπεται σε θέματα μόνο που είναι αναγκαία για την επίλυση του ουσιαστικού ζητήματος της εκάστοτε αίτησης. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται σε επουσιώδη θέματα ή που δεν σχετίζονται με την κυρίως αίτηση, διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατραπεί η ενδιάμεση διαδικασία σε κύρια δίκη. Για να επιτύχει ένας Αιτητής που ζητεί την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης, θα πρέπει να διαφανεί ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης είναι αναγκαίο και χρειάζεται να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλούντας με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρόδηλο ότι με την τροποποίηση που επήλθε το 1999 της Δ.48 θ.4
(2)είναι η διευκόλυνση και η κατά το δυνατό γρηγορότερη διεξαγωγή ακρόασης των ενδιάμεσων αιτήσεων και αποφυγής, όπως συνέβαινε πιο πριν, ατέρμονων και χρονοβόρων διαδικασιών, με αποτέλεσμα να σπαταλάτε χρόνος και χρήμα. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να ασκεί τη διακριτική ευχέρειά του και εκεί μόνο όπου φαίνεται ότι είναι αναγκαίο τούτο, με σκοπό να αποφασιστούν τα επίδικα ζητήματα στην κυρίως αίτηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως διατυπώνεται το αιτούμενο διάταγμα, καταδεικνύεται η εξαιρετική γενικότητα που το περιβάλλει, αφού δεν καθορίζει και δεν περιορίζει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε συγκεκριμένα θέματα αλλά εκτείνεται σε όλη την έκτασή της. Η προσπάθεια που καταβλήθηκε εκ μέρους του δικηγόρου του Αιτητή, στην παρούσα αίτηση, να περιορίσει τούτο, το αιτούμενο δηλαδή διάταγμα, στις παραγράφους 2, 3, 4 και 5, δεν διασώζει το γενικό πλαίσιο που ζητείται η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αφού αυτές οι παράγραφοι είναι, θα έλεγα, και ολόκληρη η ουσία ολόκληρης της ένορκης δήλωσης. Η επίκληση ότι υπάρχει καλός λόγος, χωρίς να εξηγείται ποιος είναι αυτός, και ότι θα πληγεί ανεπανόρθωτα το δικαίωμά του για παρουσίαση της υπόθεσης, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε το συγκεκριμένο, αλλά απλά να παραπέμπεται το Δικαστήριο στη διαφωνία ή και στη διαφορά περί των γεγονότων ή θεμάτων που φαίνονται από τις ένορκες δηλώσεις της αίτησης και της ένστασης, ακριβώς δείχνει και την πορεία που το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει και να αποκλείσει τούτο, αφού είναι αναμενόμενο να υπάρξει αμφισβήτηση, με την ένσταση, ισχυρισμών ή θέσεων της άλλης πλευράς, που άλλωστε δεν αποτελεί το λόγο για έκδοση διατάγματος για αντεξέταση. Είναι η αναγκαιότητα που προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που θα πρέπει να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο στην έκδοση ή μη ενός διατάγματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πέραν της γενικότητας, όπως έχω αναφέρει προηγουμένως, του διατάγματος που ζητείται για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ο άλλος λόγος που έχει αναφερθεί, εκ μέρους του δικηγόρου του Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση, δηλαδή ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα θέματα, δεν μπορεί να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει της μη καταχώρησης ένστασης και τη στάση που τήρησε η Καθ΄ ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση, καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.