Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιον Ευθυβούλου Παρασκευαΐδην, Αρ. Αίτησης: 16/08, 16/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A332 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών και Διαχειρίσεων Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 16/08 Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιον Ευθυβούλου Παρασκευαΐδην Αποβιώσαντα ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17/04/2015 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16/09/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Κ. Μιχαηλίδης Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Γ. Μούντης με κα Αλέξη ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την αίτηση ημερομηνίας 14/2/13, η οποία είναι η κυρίως αίτηση, οι Καθ' ων η Αίτηση σε αυτήν την αίτηση, ζητούν την έκδοση διατάγματος με την οποία να παύεται ο κος Κυριάκος Μιχαηλίδης από Διαχειριστής της περιουσίας του Αποβιώσαντα Γεώργιου Παρασκευαΐδη και να διορίζεται ο κος Λουκής Παπαφιλίππου ως νέος Διαχειριστής ή ως δεύτερος Διαχειριστής μαζί με τον κο Κυριάκο Μιχαηλίδη. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας Λεώνης Παρασκευαΐδη-Μαυρονικόλα, ημερομηνίας 14/2/
- Ο Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 14/2/13 και Αιτητής στην παρούσα αίτηση, καταχώρησε ένσταση ημερομηνίας 22/3/
- Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του αναφερθέντος προσώπου. Αφού, προφανώς, έγιναν διάφορα διαβήματα, οι Αιτητές στην αίτηση ημερομηνίας 14/2/13 καταχώρησαν αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην οποία έφερε ένσταση ο νυν Αιτητής και αφού έγινε η ακρόασή της, το Δικαστήριο, στις 30/3/15, εξέδωσε απόφαση με την οποία επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία καταχωρήθηκε στις 7/4/15 με επισυναπτόμενα σε αυτήν τεκμήρια. Ακολούθησε η υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 17/4/15, με την οποία ο Αιτητής-Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 14/2/13 επιζητεί άδεια του Δικαστηρίου όπως καταχωρήσει και νέα συμπληρωματική ένορκη δήλωση όπως η προτεινόμενη, η οποία επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θ.1, 2 και 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση, ως αναφέρεται και προηγουμένως, εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του κου Κυριάκου Μιχαηλίδη, τα οποία μπορεί να συνοψιστούν στα ακόλουθα. Το Δικαστήριο επέτρεψε στην κυρία Μαυρονικόλα, με την απόφασή του ημερομηνίας 30/3/15, να καταχωρήσει δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία προβαίνει σε νέους ανυπόστατους ισχυρισμούς, την οποία και καταχώρησε στις 7/4/15, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω. Από τη στιγμή, συνεχίζει, που το Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μαυρονικόλα θα πρέπει το Δικαστήριο να επιτρέψει και σε αυτόν να απαντήσει, για να έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων το Δικαστήριο, διαφορετικά θα παραμείνουν οι ισχυρισμοί της κυρίας Μαυρονικόλα αναπάντητοι. Δεν είναι δυνατό, προχωρεί και αναφέρει, να εμφανίζονται νέοι ισχυρισμοί, οι οποίοι, αν επαρουσιάζοντο στην αρχική ένορκη δήλωση της κας Μαυρονικόλα, θα τύγχαναν της πρέπουσας απάντησής του, να παραμείνουν αναπάντητοι επειδή αυτοί καταγράφονται σε μεταγενέστερη ένορκη δήλωση. Τούτο θα είχε σαν αποτέλεσμα να στερηθεί του νόμιμου δικαιώματος του να ακουσθεί και δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαια δίκη. Γι' αυτούς τους λόγους αιτείται όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, όπως η προτεινόμενη με το Παράρτημα Α, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Από την άλλη, οι Καθ' ων η Αίτηση, σε αυτήν την αίτηση, καταχώρησαν ένσταση η οποία βασίζεται στην ίδια Διαταγή και επιπλέον στη Δ.39 και τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβάλλοντας 17 λόγους ένστασης που πολύ περιληπτικά μπορεί να διατυπωθούν στα πιο κάτω. - Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός, δηλαδή καλός λόγος, και η Νομολογία. - Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιλαμβάνει αμφισβητούμενα γεγονότα και συμπεράσματα πάνω στα οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να βασιστεί. - Η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην παρέλκυση της διαδικασίας και δεν θα είναι προς εξυπηρέτηση του δικαίου. - Η ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν καθορίζει τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να δοθεί η άδεια για την καταχώρηση της συμπληρωματικής μαρτυρίας ούτε και τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς τους οποίους ο Αιτητής θέλει να απαντήσει. - Πολλοί από τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελούν γενικότητες και αβάσιμα στοιχεία. - Η αίτηση είναι καταχρηστική. - Όσα επιθυμεί ο Αιτητής να ισχυριστεί με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα της κυρίως αίτησης ή και εν πάση περιπτώσει είναι αμφισβητούμενα. - Τα πλείστα από αυτά βρίσκονταν στη γνώση του όταν καταχώρησε την αρχική ένστασή του. - Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση ή και είναι παράτυπη. - Τέλος ο Αιτητής επιθυμεί να προβάλει νέους ισχυρισμούς που δεν σχετίζονται με την κυρίως αίτηση. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτήν, ουσιαστικά είναι επέκταση των λόγων ένστασης με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες για κάθε ένα από τους λόγους ένστασης, με την οποία επισυνάπτεται και αριθμός τεκμηρίων. Ο κος Μιχαηλίδης, στην αγόρευσή του, ουσιαστικά επανέλαβε αυτά που φαίνονται και στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αλλά και σε άλλα που δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν, για να καταδείξει την αναγκαιότητα όπως επιτραπεί από το Δικαστήριο η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, επικαλούμενος σχετική νομολογία. Από την άλλη, στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, στην υπό κρίση αίτηση, προβάλλονται και γίνονται εισηγήσεις στη βάση και με αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένες αναφορές από την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δίδοντας όμως έμφαση κυρίως στο γεγονός ότι ούτε στο σώμα της αίτησης, ούτε στην ένορκη δήλωση αναφέρονται οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μαυρονικόλα που καταχωρήθηκε στις 7/4/15 που πρέπει να τύχουν και της δικής του άποψης, που αν δεν τύχουν απάντησης, είναι ωσάν να γίνονται αποδεκτοί, αφού δεν αμφισβητούνται, ούτε και αναφέρεται συγκεκριμένος καλός λόγος για τον οποίο θα πρέπει να δοθεί το αιτούμενο διάταγμα, καταγράφοντας μάλιστα τον βασικό ισχυρισμό του Αιτητή ότι, αφού δόθηκε άδεια στην άλλη πλευρά και καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να δοθεί και σε αυτόν για να μην παραμείνουν, ως γενικά αναφέρεται, χωρίς απάντηση αυτά που περιλαμβάνονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μαυρονικόλα, απορρίπτοντας βεβαίως το λόγο ένστασης ότι η αίτηση δεν εδράζεται στην ορθή νομική βάση. Συνεχίζοντας με τους υπόλοιπους λόγους ανέφερε ότι θα πρέπει να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να σχετίζεται (α) με το αντικείμενο της κυρίως αίτησης, κατά βάση και (β) ότι όντως καθίσταται αναγκαία η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, διαφορετικά θα ευρίσκετο σε μειονεκτική θέση και δεν θα είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την κυρίως αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση στηρίζεται, ορθά, στη Δ.48 θ.4
(2), η οποία προνοεί: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση, που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία στην αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Η φιλοσοφία της παλαιάς διαταγής, όσον αφορά το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος που έχει ένας διάδικος, όπου υπάρχει διάσταση ή αμφισβήτηση γεγονότος, όπως τούτο εξηγείται στην Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και την Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, δεν έχει αλλάξει με τη νέα διαταγή. Στην τελευταία υπόθεση, η οποία καταπιάνεται με την παλαιά διαταγή, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας ενώ υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Vuitton, έκρινε ότι έπρεπε να επιτραπεί. Τονίστηκε πως αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ Αιτητή και Καθ' ου η Αίτηση, ο κάθε ένας από αυτούς θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που έχει το βάρος να τα αποδείξει. Έτσι, με τη νέα διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων, με δυνατότητα αντεξέτασης, θεωρείται ότι εμπίπτει στην έννοια «καλός λόγος», η έννοια του οποίου είναι ευρεία για να καθίσταται δυνατή η εισδοχή σε αυτόν της κάθε κατάλληλης περίπτωσης, όταν θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και να δίδεται άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης, να σημειώσω ότι δεν είναι τυχαίο και πάλι που στη Δ.48 θ.4
(2)αναφέρεται σε αίτηση (και εννοείται γραπτή αίτηση) ή προφορικό αίτημα. Ο λόγος, κατά την άποψή μου, είναι για να δίνεται η δυνατότητα στη μεν δεύτερη περίπτωση όπου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το προφορικό αίτημα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά, ή όπου δεν φαίνονται στο φάκελο τα γεγονότα με άμεση κατάθεση ήδη έτοιμων ενόρκων δηλώσεων, να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφασίσει τάχιστα, αποφεύγοντας τη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Στη δε πρώτη περίπτωση, επειδή ακριβώς τα γεγονότα δεν εμφαίνονται από το φάκελο, και ίσως και του μεγέθους της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιζητείται η καταχώρισή της, καθίσταται αναγκαία η καταχώριση της γραπτής αίτησης και συνακόλουθα επίσης γραπτής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Δεν θα ήταν ορθό, πιστεύω, να τεθεί υψηλά ο πήχης σε έναν Αιτητή που επιθυμεί την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν αναλογισθεί κάποιος τη σύγχρονη και φιλελεύθερη τάση επίτρεψης τροποποίησης δικογράφου, όπως εξάγεται από τη νομολογία. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 199 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Από την άλλη, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του τα ακόλουθα που αναφέρθησαν στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 823: «Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί.» Επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd. v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 ΑΑΔ 1230, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Προχωρεί μάλιστα το πρωτόδικο δικαστήριο και σημειώνει ότι οι απαντητικοί αυτοί ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν έτυχαν κατ΄ ουσία οποιασδήποτε απάντησης από τους εφεσείοντες. Και το συμπέρασμα του πρωτοδίκου δικαστηρίου είναι ότι με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι εφεσείοντες αναφορικά με καταβολή κάποιων ποσών στην εφεσίβλητη δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν για παράθεση, με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια, τέτοιων γεγονότων από τα οποία να δικαιολογείται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στα όσα, με σαφήνεια και πολλή λεπτομέρεια, αναφέρονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης, τίποτε το συγκεκριμένο δεν έχουν αντιτάξει οι εφεσείοντες. Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αναφορικά όμως και με την ουσία των αντικρουομένων ισχυρισμών θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες, με τους ισχυρισμούς τους για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών έναντι του επίδικου χρέους τους, μερικά από τα οποία (ποσά) η εφεσίβλητη τράπεζα έλαβε αλλά τα πίστωσε σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των εφεσειόντων, είχαν δώσει επαρκή στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί, από το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι τους παρείχαν το δικαίωμα υπεράσπισης, χωρίς όρους. Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.» Στην Αίτηση Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514 αναφέρονται τα εξής: «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Αρχίζοντας από τον κυριότερο, ίσως, λόγο ένστασης, ότι ο λόγος για τον οποίο ζητείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Αιτητή είναι γιατί το Δικαστήριο έδωσε άδεια στην κα Μαυρονικόλα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και από τον Αιτητή, για να απαντήσει, για να έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων το Δικαστήριο, διαφορετικά οι ισχυρισμοί της κας Μαυρονικόλα θα παραμείνουν αναπάντητοι, βρίσκω ότι, πράγματι, δεν αποτελεί καλό λόγο, αφού δεν είναι αυτό το ζητούμενο, αλλά κατά πόσο χρήζει, όντως, και η άλλη πλευρά να δώσει τη δική της θέση, επί όποιων ισχυρισμών, που αν δεν υπάρχει η θέση της θα παραμείνουν αδιαμφισβήτητοι, αν και είχε το βάρος απόδειξης, ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, όπου δεν διαφαίνεται τέτοιο ενδεχόμενο, δεν δίδεται. Όσον αφορά τον άλλο λόγο, που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του κου Μιχαηλίδη, ότι δεν είναι δυνατό να εμφανίζονται νέοι ισχυρισμοί και να μην τυγχάνουν απάντησης, από το λεκτικό και μόνο τούτο, δηλαδή να τυγχάνουν απάντησης, διαφαίνεται ότι δεν βρίσκεται μέσα στα πλαίσια του καλού λόγου, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Δεν είναι αρκετό και ικανοποιητικό να αναφέρει κάποιος Αιτητής ότι θέλει να απαντήσει στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν, επειδή είναι νέοι ισχυρισμοί. Επίσης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα πρέπει στην ένορκη δήλωση να παρατίθενται με ακρίβεια οι όποιοι νέοι ισχυρισμοί βρίσκονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μαυρονικόλα, οι οποίοι βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με το αντικείμενο της κύριας αίτησης, οι οποίοι, αν δεν δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να θέσει τη δική του θέση, θα βρεθεί σε δυσμενή και μειονεκτική θέση και συνάμα το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιόν του όλα τα γεγονότα σε πλήρη έκταση για να μπορεί να αποφασίσει για το αντικείμενο της κυρίως δίκης. Τελειώνοντας, να αναφέρω ότι ο Αιτητής είχε το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη καλού λόγου, για να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που το Δικαστήριο να πειστεί ότι το αίτημα υποβάλλεται για καλό λόγο. Να αναφερθεί επιπλέον ότι, ο σκοπός της Δ.48 θ.4
(2)δεν είναι να δίνεται απάντηση από την μια πλευρά στην άλλη, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα είχε τελειωμό. Εκείνο που έχει ουσιαστική σημασία είναι να παρατίθενται οι θέσεις των δύο πλευρών, διαφορετικά θα καθίστατο η ενδιάμεση διαδικασία κύρια δίκη, κάτι το οποίο ακριβώς επιδιώκεται να αποφευχθεί με τη νέα Δ.48 θ.4
(2). Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση αποτυγχάνει με €800 έξοδα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, τα οποία βεβαίως θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο