← Κύπρος

JOINT STOCK COMPANY RODOVID BANK ν. LEDOYEN HOLDINGS LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 1052/2015, 19/11/2015

JOINT STOCK COMPANY RODOVID BANK ν. LEDOYEN HOLDINGS LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 1052/2015, 19/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A484 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1052/2015 Μεταξύ: JOINT STOCK COMPANY RODOVID BANK Εναγόντων και

  1. LEDOYEN HOLDINGS LTD
  2. HALYNA MYKHAILIVNA SHEPELEVA
  3. AMITIEL LTD
  4. SFERTON CONSULTING & SERVICES LTD
  5. ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΤΣΕΚΚΟΣ
  6. AEROTECH MANAGEMENT LTD
  7. ANDREA PROSPERO
  8. OLEKSANDR OLEKSANDROVICH SHEPELEV
  9. ICD INVESTMENTS SA
  10. SERHII KASSIANOV
  11. PICTET & CO BANKERS
  12. BOMBARDIER INC
  13. PRO-MARK SAVERS CLUB LTD
  14. ASIADA TRADE LTD
  15. TRIUMPH ART PROMOTION LTD
  16. MIKHAILO SHEPELEV
  17. YEMELYAN ZAKHAROV
  18. SERHII SHCHERBYNA
  19. MEGANOM DEVELOPMENT INC
  20. OLENA KUZNETSOVA Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.5.2015 υπό Εναγομένων 7, 9 και 10 για παραμερισμό και/ή αναστολή του κλητηρίου λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 7, 9 και 10 2/Αιτητές: κ. Α. Φράγκος Για την Ενάγουσα/Καθ'ης η Αίτηση: κ. Σ. Πίττας και κ. Α. Ερωτοκρίτου ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 9.3.2015 διεκδικεί από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις ύψους 47εκ. Δολαρίων Αμερικής (US$47εκ.) για κατ' ισχυρισμόν συνωμοσία των Εναγομένων. Τους αποδίδεται ότι υφάρπασαν το πιο πάνω ποσό από την Ενάγουσα Τράπεζα με δόλια και απατηλά μέσα και/ή κατά παράβαση των εμπιστευτικών καθηκόντων τους. Η εκδοχή της Ενάγουσας, όπως προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση του Sergiy Dyadechko, ιδρυτή της Ενάγουσας Τράπεζας ("Τράπεζα Rodovid") έχει, σε συντομία, ως ακολούθως: Υπήρξε μεγαλομέτοχος της τράπεζας "Rodovid" μέχρι τον Ιούνιο του 2009 όταν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Ουκρανίας ανακεφαλαιοποιήθηκε και έκτοτε η Ουκρανική κυβέρνηση κατέστη o μεγαλομέτοχος της τράπεζας. Μετά από την ανακεφαλαιοποίηση, η Ουκρανική κυβέρνηση διόρισε ως προσωρινό διαχειριστή της τράπεζας τον Εναγόμενο 18, ο οποίος υπήρξε υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών της Ουκρανίας. Ο Εναγόμενος 8, υπό την ιδιότητα του βουλευτή και επιτηρητή της τράπεζας, κατόρθωσε να εξασκήσει επιρροή στον Εναγόμενο 18 και μέσω της επιρροής αυτής να αποκτήσει τον έλεγχο όλων των τμημάτων της τράπεζας. Οι Εναγόμενοι 8 και 18 συνωμότησαν και κατήρτισαν δόλιο σχέδιο στο οποίο ενέπλεξαν φιλικά και συγγενικά τους πρόσωπα με σκοπό να αποσπάσουν περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας, στην οποία είχαν κατατεθεί σημαντικά ποσά από την Ουκρανική κυβέρνηση, στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησης της. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 8 κατόρθωσε, με τη συνέργεια του Εναγόμενου 18 όπως πιο πάνω αναφέρεται, να αποσπάσει χρηματικά ποσά ύψους 47εκ. δολαρίων τα οποία διοχέτευσε σε αλλοδαπές εταιρείες που ελέγχονται πλήρως από συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα. Ειδικότερα, με βάση τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα, ο Εναγόμενος 8 σε συνεννόηση και συνεργασία με τη σύζυγο του (Εναγόμενη 2) τον υιό του (Εναγόμενο 16) και τον Εναγόμενο 18 χρησιμοποίησαν την Εναγόμενη εταιρεία 1 καθώς και τις αλλοδαπές εταιρείες 3, 6, 13, 14 και 19 ως οχήματα για τη διάπραξη των αδικοπραξιών τους εναντίον της Ενάγουσας και ως μέσα για την νομιμοποίηση των κλεμμένων χρημάτων. Οι υπό αναφοράν εταιρείες, σημειώνεται, λειτούργησαν ως εικονικές και δημιουργήθηκαν από τους Εναγόμενους 2, 8 και 16 και τους συνεργάτες τους με αποκλειστικό σκοπό να καταστούν οχήματα λήψης και κατοχής των κλεμμένων κεφαλαίων της Ενάγουσας Τράπεζας. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 10 χρησιμοποίησε την Εναγόμενη 9 για τη διάπραξη αδικοπραξιών εναντίον της τράπεζας και για τη νομιμοποίηση περιουσιακών στοιχείων που κλάπηκαν από την τράπεζα. Ο Εναγόμενος 10 είναι ιδιοκτήτης της Εναγόμενης 9 Εταιρείας και τυγχάνει πατέρας της συζύγου του υιού του Εναγόμενου 8 (Εναγόμενου 16). Με βάση έρευνες που διεξήχθηκαν από την εσωτερική ομάδα της Ενάγουσας Τράπεζας, οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα, επιβεβαιώθηκε ότι κλάπηκε ποσό 47εκ. δολαρίων από τον Εναγόμενο 8 και τους πιο πάνω συγγενείς και συνεργούς του. Το ποσό αυτό διοχετεύθηκε και κατέληξε σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 1, 6, 9, 15 και 19 που ετηρούντο στην Εναγόμενη 11 Ελβετική Τράπεζα. Πιο συγκεκριμένα: α) Ποσό US$16.250.000 διοχετεύθηκε στην Εναγόμενη 6 η οποία ελέγχεται από την Εναγόμενη 2 (όπως και η Εναγόμενη 1) και κατέληξε στην Εναγόμενη 12 Καναδική εταιρεία για την κατασκευή αεροπλάνου, για σκοπούς αναψυχής της οικογένειας Shepelev. β) Ποσό ύψους US$1.605.080 διοχετεύθηκε σε εταιρείες που ελέγχονται από την Εναγόμενη 2 για ενοικίαση κτιρίου, της Εναγόμενης 2 με βάση πλαστά έγγραφα ενοικίασης. γ) Επιπλέον ποσό US$2.168.248 διοχετεύθηκε σε εταιρείες της οικογένειας Shepelev και συνεργατών τους για δήθεν επιδιορθώσεις του κτιρίου με βάση πλαστά έγγραφα. δ) Με εικονική συμφωνία νομικών υπηρεσιών διοχετεύθηκε σε δικηγορικό οίκο ποσό ύψους US$25.559.322 τα οποία κατέληξαν, εν τέλει, στην οικογένεια Shepelev. ε) Με βάση πλασματική υποθήκη αντικατέστησαν νόμιμη και έγκυρη υποθήκη ζημιώνοντας την τράπεζα με ποσό ύψους US$2.783.816 (απάτη SOIUZ-3). Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της Ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα αναφέρεται, επίσης, ότι με βάση μία πλασματική συμφωνία δανείου μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 9, η οποία ελέγχεται από τον πεθερό του Εναγόμενου 8 (Εναγόμενο 10), χορηγήθηκε δάνειο ύψους US$29εκ. μέσω του οποίου διοχετεύθηκαν στην Εναγόμενη 9 διάφορα ποσά συνολικού ύψους US$21.200.
  21. Με βάση τους ισχυρισμούς Dyadechko, εκ μέρους της Εναγόμενης 9 υπέγραψε την «πλασματική» συμφωνία δανείου ο Εναγόμενος 7, ο οποίος είναι Ελβετός δικηγόρος και φορέας παροχής υπηρεσιών της Εναγόμενης
  22. Το ίδιο πρόσωπο, υποστηρίζει, παρέχει υπηρεσίες σε εταιρείες της οικογένειας Shepelev και ενεργούσε ως διευθυντής της Εναγόμενης
  23. Όπως υποστηρίζει, το υπό αναφοράν «πλασματικό» δάνειο, αποσκοπούσε στη νομιμοποίηση των κλοπιμαίων από την Ενάγουσα Τράπεζα. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε δύο δολοφονικές απόπειρες εναντίον του που διενήργησε ο Εναγόμενος 8 με συνεργάτες και φίλους του, προκειμένου να τον εξοντώσει για να μην αποκαλύψει λεπτομέρειες και στοιχεία για τις απάτες και τις κλοπές που διέπραξε εναντίον της Ενάγουσας Τράπεζας. Όπως αναφέρει, η πρώτη απόπειρα κατά της ζωής του διενεργήθηκε το Μάρτιο του 2012, κατά την οποία τραυματίστηκε σοβαρά αυτόπτης μάρτυρας και ελαφριά ο ίδιος και ο οδηγός του. Η δεύτερη απόπειρα οργανώθηκε από τον Εναγόμενο 8 σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 17, τον υιό του (Εναγόμενο 16) και τον πεθερό του (Εναγόμενο 10). Στο σχέδιο αυτό συνήργησαν και εκπρόσωποι τοπικών αρχών μιας Ρωσικής πόλης η οι οποίες εξέδωσαν πλαστά έγγραφα προκειμένου να εκδοθεί ο ίδιος στη Ρωσία για να διενεργηθεί εκεί η δολοφονία του. Για την υπόθεση αυτή φέρεται να παραδέχθηκε ο Εναγόμενος 17 ότι εισέπραξε, μέσω της Εναγόμενης 9 (ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 10), ποσό ύψους US$1.261.000 ως αντιπαροχή για την οργάνωση της δολοφονίας του Dyadechko. Για τις πιο πάνω απόπειρες κατά της ζωής του, έγιναν καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον των Εναγόμενων 2, 8, 10, 16, 17 και άλλων συνεργατών του Εναγόμενου 8 και εκδόθηκαν διεθνή εντάλματα σύλληψης εναντίον τους. Η Εναγόμενη 2 συνελήφθη και εκδόθηκε στην Ουκρανία για να δικαστεί και αναμένεται η δίκη της μαζί με άλλα πρόσωπα που τελούν υπό σύλληψη. Αναφέρεται επίσης πως συνελήφθη και εκδόθηκε και ο Εναγόμενος 8 αλλά κατόρθωσε να αποδράσει. Επανασυνελήφθη πρόσφατα από τις Ρωσικές αρχές και αναμένεται η έκδοση του στην Ουκρανία για να δικαστεί για όλες τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, η Ενάγουσα αποτάθηκε μονομερώς και εξασφάλισε, στις 16.3.2015, αριθμό προσωρινών διαταγμάτων. Ανάμεσα σε άλλα, παγοποιήθηκαν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 9 και άλλων Εναγόμενων, μέχρι ποσού US$50εκ. και διορίστηκε ενδιάμεσος παραλήπτης των Εναγομένων 1 και 6 Εταιρειών, που ανήκουν δικαιωματικά στην Εναγόμενη
  24. Παγοποιήθηκαν, επίσης, περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 10 και τεσσάρων εταιρειών του που περιέχονται στο Παράρτημα «Α» του διατάγματος, μέχρι του ποσού των US$14εκ. Στη συνέχεια η Ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα που της παραχωρούσε άδεια να επιδώσει την ειδοποίηση της αγωγής, του προσωρινού διατάγματος και των συναφών με αυτά εγγράφων στους αλλοδαπούς Εναγόμενους, εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τον Εναγόμενo 10, που είναι Ουκρανός υπήκοος και διαμένει στην Ουκρανία, ζήτησε και πέτυχε στις 22.4.2015 διάταγμα για την υποκατάστατη επίδοση των πιο πάνω δικαστικών εγγράφων, μέσω της διπλωματικής οδού, με βάση τη σχετική συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας. Με το ίδιο διάταγμα επιτράπηκε επίδοση στην Εναγόμενη 9, Ελβετική εταιρεία και στον Εναγόμενο 7 Ελβετό υπήκοο, επίσης διά της διπλωματικής οδού, με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης. Μετά από την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου, του προσωρινού διατάγματος και των συναφών εγγράφων, οι Εναγόμενοι 7, 9 και 10 καταχώρισαν την παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκουν την αναστολή και/ή παραμερισμό του κλητηρίου και του προσωρινού διατάγματος, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή ακαταλληλότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.2, 5, 5Α, 6, 16 θ.9 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 10, στην οποία παραθέτει τη δική του εκδοχή, αρνούμενος κάθε εμπλοκή του ιδίου και των Εναγομένων 7 και 9 στην υπόθεση. Επί της ουσίας, αποδέχεται τη σύναψη του δανείου της Εναγόμενης 9 από την Εναγόμενη 1 για το ποσό των US$29 εκ. Υποστηρίζει όμως πως το δάνειο δεν ήταν εικονικό, όπως ισχυρίστηκε ο Dyadechko στην ένορκη του δήλωση. Παραθέτοντας λεπτομέρειες της διαδρομής των χρημάτων, υποστήριξε πως ολόκληρο το ποσό των US$21.200,000 που εμβάστηκε στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 9, χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες των εταιριών του, ήτοι για το σκοπό που εξασφαλίστηκε το δάνειο. Όσον αφορά τη μεταφορά του ποσού US$1,2εκ. στην Εναγόμενη 15, υποστήριξε πως επρόκειτο για δάνειο που χορηγήθηκε στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας που είχε με τον ιδιοκτήτη της Εναγόμενης 15 κ. Ζαχάρωφ (Εναγόμενο 17). Υποστηρίζει τέλος, πως η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο Forum για εκδίκαση της υπόθεσης αφού όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση έλαβαν χώρα στην Ουκρανία και Ελβετία. Τα πλέον κατάλληλα Δικαστήρια, υποστήριξε, είναι τα Δικαστήρια της Ελβετίας και Ουκρανίας αφού όλα τα έγγραφα και η σχετική μαρτυρία που αφορά την υπόθεση σχετίζονται με τις χώρες αυτές. Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας ότι τα Κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση. Στη συνοδευτική ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Πίττα, αφού παρατίθεται το ιστορικό της διαδικασάις επισημαίνεται το γεγονός πως οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα για ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.4.2015, με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας των δικαστικών εγγράφων στους Αιτητές. Το γεγονός αυτό, υποστηρίζει, τους εμποδίζει να προωθήσουν την παρούσα αίτηση. Παραθέτοντας, περαιτέρω, σύνοψη των γεγονότων της υπόθεσης υποστηρίζει πως υπάρχει εμπλοκή των Εναγομένων 7,9 και 10 και ότι η Ενάγουσα έχει παρουσιάσει επαρκή στοιχεία και μαρτυρία με βάση την οποία στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθώς και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές σε νομολογία. Ο συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε πως η Ενάγουσα απέτυχε να καταδείξει εμπλοκή των Εναγομένων 7, 9 και 10 ή οποιουδήποτε εξ αυτών στην υπόθεση. Από τη μαρτυρία που προσκόμισε ο Εναγόμενος 10, υποστήριξε, έχουν καταρριφθεί οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας για την εμπλοκή των Αιτητών στις επίδικες διαφορές. Όσον αφορά την εισήγηση πως θα έπρεπε να ζητηθεί παραμερισμός του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, υποστήριξε πως τέτοια θέση δεν βρίσκει έρεισμα στους θεσμούς ή τη νομολογία. Ο συνήγορος υποστήριξε, περαιτέρω, πως τα δεδομένα της υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας και παραπομπής της υπόθεσης για εκδίκαση από τα Ουκρανικά ή τα Ελβετικά Δικαστήρια που είναι, κατά την εισήγηση του, κατάλληλα να εκδικάσουν τις επίδικες διαφορές. Υπόδειξε επί του προκειμένου, πως τα αστικά αδικήματα που καταλογίζονται στους Εναγόμενους έχουν διαταραχθεί στην Ουκρανία. Παραπέμποντας σε νομολογία, υποστήριξε πως όλα τα δεδομένα συνηγορούν με την εισήγηση των Αιτητών ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα για να εκδικάσουν την υπόθεση. Όλες οι προϋποθέσεις εισηγήθηκε, που έχει καθιερώσει η νομολογία (μάρτυρες, γλώσσα, έξοδα, ευχέρεια κ.λ.π.) συνηγορούν με το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας. Οι συνήγοροι της Ενάγουσας υποστήριξαν πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση με βάση τα άρθρα 4 και 8 του ΕΚ1215/2012 και τη Δ.6 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση την εισήγηση, Οι Εναγόμενοι 1, 4 και 5 είναι Κύπριοι, έχοντας την έδρα και την κατοικία τους, αντίστοιχα, στην Κύπρο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί δικαιοδοσία με βάση την αρχή που καθιέρωσε η υπόθεση Owusu v. Jackson a.o. (Case C-281/02)

(2005)QB 801). Η Ενάγουσα, υπόδειξαν, έχουν ενάξει την Εναγόμενη 1, η οποία έχει την έδρα της στη Λευκωσία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 του ΕΚ1215/2012 και συνένωσαν ως αναγκαίους διαδίκους, με βάση το άρθρο 8 του Κανονισμού, όλους τους αλλοδαπούς Εναγομένους. Η Εναγόμενη 1, επεσήμαναν, ενέχεται στις αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν από τους αλλοδαπούς Εναγόμενους, εις βάρος της Ενάγουσας, αφού έχουν διοχετευθεί σ' αυτήν και κατέχονται παράνομα τα περιουσιακά στοιχεία που αποσπάστηκαν από την Ενάγουσα. To πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι Αιτητές έπρεπε να είχαν προσβάλει το διάταγμα δυνάμει του οποίου επιτράπηκε στην Ενάγουσα να επιδώσει την Ειδοποίηση του Κλητηρίου και το προσωρινό διάταγμα εκτός δικαιοδοσίας. Οι συνήγοροι των Αιτητών εισηγήθηκαν πως η αίτηση είναι θνησιγενής, εφόσον δεν επιδιώχθηκε ο παραμερισμός του διατάγματος που επέτρεψε την επίδοση στο εξωτερικό. Ο συνήγορος των Αιτητών αντέτεινε πως η αίτηση στηρίζεται στη Δ.16 θ. 9 η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον Εναγόμενο , προτού καταχωρίσει εμφάνιση, να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του κλητηρίου ή του διατάγματος που εξουσιοδότησε την επίδοση. Οι Αιτητές, επεσήμανε, δεν επιδιώκουν τον παραμερισμό της επίδοσης αλλά του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος, για ουσιαστικούς λόγους που σχετίζονται με την αρμοδιότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της υπόθεσης. Η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας δεν είναι βάσιμη. Εκείνο που αποφασίστηκε στην υπόθεση S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipement Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762, την οποία επικαλέστηκε για να στηρίξει την εισήγηση, είναι πως δεν είναι επιτρεπτό το αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου, χωρίς να επιδιώκεται και η ακύρωση του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. επίσης Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836 και Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesty's Revenue & Customs, ECLI:CY:AD:2015:A188, Πολιτική Έφεση Αρ. 109/2009 ημερ. 18.3.2015). Δεν εμποδίζεται ένας Εναγόμενος να προωθήσει αίτημα για αναστολή ή ακύρωση του κλητηρίου λόγω ακαταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την υπόθεση, χωρίς να επιδιώκει τον παραμερισμό της επίδοσης, όπως έπραξαν οι Αιτητές στην παρούσα υπόθεση. Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται είναι εάν η θεωρία της βολικότητας (Forum non conveniens) δεν εφαρμόζεται στη Ευρωπαϊκή Ένωση (και κατά συνέπεια στην Κύπρο) λόγω της αρχής που καθιέρωσε η απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Owusu (Owusu v. Jackson and others (Case C-281/02)
(2005)QB 801). Παρόμοιο ζήτημα απασχόλησε το Δικαστήριο μου σε αίτηση του Εναγόμενου 2 για αναστολή της αγωγής λόγω ακαταλληλότητας του Δικαστηρίου να επεληφθεί της υπόθεσης. Στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου που δόθηκε ενωρίτερα σήμερα, επισημαίνονται τα ακόλουθα: "Όσον αφορά την εισήγηση για ακαταλληλότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την υπόθεση, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν υιοθετήσει την αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Owusu v. Jackson and others (Case C-281/02)
(2005)QB 801 του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στην αναφερθείσα υπόθεση τονίστηκε η επιτακτικότητα της πρόνοιας του άρθρου 2 του Κανονισμού 44/2001 και υποδείχθηκε ότι οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του Forum non Conveniens. (Bλ. Hampton Advisory Group S.A., v. Bost Ad κ.α.
(2012)1 A.A.Δ. 549). Σημειώνεται ότι το άρθρο 4 του νέου Κανονισμού 1215/2012, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή από την 1.1.2015, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 2 του Καταργηθέντος Κανονισμού 44/
  1. Εφόσον κρίθηκε ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία έναντι των ημεδαπών Εναγομένων, με βάση το άρθρο 4 του ΕΚ 1215/2012 και ότι η αλλοδαπή Εναγόμενη 2 είναι αναγκαία διάδικος, δικαιολογείται η εκδίκαση της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο, ενόψει και της αναφερθείσας αρχής που καθιερώθηκε από την υπόθεση Owusu με βάση την οποία δεν επιτρέπεται η εξέταση ζητήματος βολικότητας (conveniens)." Υιοθετείται το πιο πάνω απόσπασμα και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Υποδεικνύεται πως με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, η Εναγόμενη 1 διοχέτευσε συνολικό ποσό US$21.200.000 στην Εναγόμενη 9, μέσω πλασματικής, κατ' ισχυρισμόν, συμφωνίας δανείου. Όπως διατείνεται η Ενάγουσα, το ποσό που εμβάστηκε στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 9, αποτελεί μέρος από τα κλαπέντα κεφάλαια της Ενάγουσας Τράπεζας. Οι Εναγόμενοι 7 και 9 παρουσιάζονται, με βάση τη μαρτυρία, μέρη της συνωμοσίας. Ο Ενάγων 7, Ελβετός δικηγόρος, ενεργούσε ως αξιωματούχος των εταιρειών του Εναγόμενου 10, καθώς και εταιρειών της οικογένειες Shepelev, στις οποίες παρείχε υπηρεσίες. Παρουσιάζεται ως το πρόσωπο που υπέγραψε την «πλασματική» συμφωνία δανείου και ως γνώστης του «συνωμοτικού σχεδίου» για διοχέτευση των κλοπιμαίων σε διάφορες εταιρείες, με σκοπό τη νομιμόποιηση των κλοπιμαίων κεφαλαίων από την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος 10, ιδιοκτήτης της Εναγόμενης 9, παρουσιάζεται να είχε ενεργό συμμετοχή και εμπλοκή στην υπόθεση αφού: α) Ως συνεργάτης («και συμπέθερος») του φερόμενου πρωτεργάτη (Εναγόμενου 8) απεδέχθη τη διοχέτευση κλοπιμαίων κεφαλαίων προς την Εναγόμενη 9, στην οποία είναι ο δικαιούχος, μέσω της φερόμενης πλασματικής συμφωνίας δανείου. β) Παρουσιάζεται να διέθεσε σημαντικά ποσά (US$1,2εκ.) στην Εναγόμενη 15, ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 17, τα οποία αποτελούσαν, κατ' ισχυρισμόν, αντιπαροχή για την οργάνωση της δολοφονίας του Dyadechko από τον Εναγόμενο
  2. γ) Ο τελευταίος (Ζαχάρωφ) φέρεται να παραδέχθηκε ότι εισέπραξε το πιο πάνω ποσό για να οργανώσει τη δολοφονία. δ) Ο Εναγόμενος 10 δέχεται ότι η εταιρεία του εισέπραξε από την Εναγόμενη 1 το συνολικό ποσό των US$21.200.
  3. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι το ποσό καταβλήθηκε δυνάμει γνήσιας και όχι πλασματικής συμφωνίας δανείου, όπως υποστηρίζει η Ενάγουσα. ε) Δέχεται επίσης ότι η εταιρεία του (Εναγόμενη 9) έμβασε ποσό US$1,2εκ. στην Εναγόμενη 15, εταιρεία του Εναγόμενου 17, υποστηρίζοντας, όμως, ότι το υπό αναφοράν ποσό καταβλήθηκε στα πλαίσια της επαγγελματικής συνεργασίας του με το Εναγόμενο
  4. Ο Εναγόμενος 10 υποστήριξε πως ούτε ο ίδιος ούτε ο Εναγόμενος 7, έχουν οποιεσδήποτε εμπλοκή με την υπόθεση. Αναφέρθηκε στις φιλικές σχέσεις που είχε με τον Εναγόμενο 8 και την συγγενική (εξ αγχιστείας) σχέση τους, λόγω του δεσμού της θυγατέρας του με τον υιό του Εναγόμενου 8, η οποία έπαυσε να υφίσταται. Παραθέτοντας τη δική του εκδοχή, υποστήριξε πως η εμπλοκή του ήταν καθόλα νόμιμη και δεν υπήρξε μέρος οποιασδήποτε συνωμοσίας, απορρίπτοντας όσα του αποδίδονται από την Ενάγουσα. Υποδεικνύεται πως στα πλαίσια της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή να εκφέρει πρόωρη άποψη επί της ουσίας της αγωγής. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, τόσο εναντίον της Εναγόμενης 1, ημεδαπής εταιρείας, όσο και εναντίον των Εναγομένων 7, 9 και 10 (Αιτητών). Όπως έχει υποδειχθεί στην προηγηθείσα ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, (επί της αίτησης της Εναγόμενης 2 ημερ. 20.8.2015 με παρόμοιο, ανάμεσα σε άλλα αίτημα), το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία τόσο έναντι των ημεδαπών Εναγομένων (1,4 και 5) όσο και έναντι της Εναγόμενης 2, με βάση τα άρθρα 4 και 8 του ΕΚ1215/
  5. Υιοθετώντας ανάλογο σκεπτικό, καταλήγω ότι ορθά συνενώθηκαν και οι Εναγόμενοι 7, 9 και 10, ως αναγκαίοι διάδικοι. Υπό τα περιστατικά που αναφέρθηκαν, κρίνεται ότι η εμπλοκή των Εναγομένων 7, 9 και 10 με τις αδικοπραξίες που έχουν διαπραχθεί εις βάρος της Ενάγουσας, είναι συνυφασμένη με το ρόλο και την όλη εμπλοκή που διαδραμάτισε η Εναγόμενη 1, ημεδαπή εταιρεία. Επισημαίνεται πως, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που παρατέθηκαν, η Εναγόμενη 1 υπήρξε παραλήπτης των κλοπιμαίων, μέρος των οποίων διοχετεύθηκε στην Εναγόμενη 9, ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 10, με την ενεργό ανάμειξη του ιδίου καθώς και του Εναγόμενου
  6. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος των Αιτητών/Εναγομένων 7, 9 και 10, τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.