Kotsonis Enterprises Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 749/07, 23/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A412 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 749/07 Επί τοις αφορώσι τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμοι Κεφ. 224 και τροποποιητικοί Νόμοι αρ. 3/60 μέχρι 123(Ι)/2001 Μεταξύ: Kotsonis Enterprises Ltd Αιτήτριας Και Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/09/2015 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/10/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Παπαμιλτιάδου Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Κοζάκου ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την Έφεση/Αίτηση ζητείται από την Αιτήτρια διαταγή του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή της σημείωσης που ενεγράφη στον τίτλο της ακίνητης ιδιοκτησίας της Αιτήτριας με αριθμό εγγραφής 7/430, τεμάχιο 467, Φ.Σχ. 30/22WI στην ενορία Αγίας Παρασκευής στο Δήμο Λακατάμειας, ότι το ακίνητο της Αιτήτριας υπόκειται στους όρους των αδειών διαίρεσης με αριθμούς 6/25.04.1991 και 79/17.03.1990 αριθμό φακέλου Δ.179/87 του Δήμου Λακατάμειας και την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση αρνείται να διαγράψει. Επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω σημείωση παράνομα ενεγράφη στον τίτλο της Αιτήτριας με αριθμό εγγραφής 7/430 Τεμάχιο 4769/Σχ/ 30/22WI, ενορία Αγία Παρασκευή Λακατάμειας, η οποία καταχωρήθηκε στις 24/10/07. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 11/03/08, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Στέλιου Παπαδόπουλου, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ίδιας ημερομηνίας. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στις 09/01/15 η οποία αντιμετώπισε την ένσταση της άλλης πλευράς και εκδόθηκε απόφαση στις 26/06/15 με την οποία απορρίπτετο η αίτηση καθότι δεν στηρίζετο στην ορθή νομική βάση. Ακολούθησε η παρούσα αίτηση ημερομηνίας 10/09/15 με την οποία ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία εδράζεται στους Κανονισμούς 1, 2 και 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 ως τροποποιήθηκαν (Τροποποιητικός (Αρ. 2) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2006, ημερομηνίας 22/11/06), στη Δ.39 και Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 11
(1), 65(Κ) και 27
(1)του Κεφ. 224, στις συμφυείς εξουσίες, στη νομολογία και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Άντρης Γαβριήλ, Κτηματολογική Λειτουργός Πρώτης Τάξης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, η οποία παρατίθεται: «Η πιο κάτω υποφαινόμενη Άντρη Γαβριήλ, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι Κτηματολογικός Λειτουργός 1ης τάξης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Προηγουμένως κατείχα τη θέση της υπεύθυνης του Κλάδου Διαχείρισης Κρατικής Γης από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι και τον Ιούλιο του
- Γνωρίζω τα γεγονότα της υπόθεσης πολύ καλά λόγω προσωπικού χειρισμού καθώς και από μελέτη των εγγράφων - μέρος των φακέλων που κατέχω. Σε σχέση με τα νομικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση τυγχάνω νομικής συμβουλής από τη Δικηγόρο της Δημοκρατίας η οποία χειρίζεται την υπόθεση. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η Αίτηση - Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.
- Δηλώνω πως έχω διαβάσει το περιεχόμενο της Ένστασης μας καθώς και της Ένορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει, του κ. Παπαδόπουλου, και συμφωνώ πλήρως με αυτό, πλην όμως θεωρώ σημαντικό να προσθέσω επ' αυτού.
- Έχω επίσης διαβάσει την Αίτηση της εταιρείας Kotsonis Enterprises Ltd καθώς και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει και διαφωνώ με το περιεχόμενο της.
- Με την Αίτηση μας ζητούμε να δοθεί η άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση, στην οποία προβαίνω εγώ, για να συμπληρώσω στο περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του κ. Στέλιου Παπαδόπουλου.
- Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση επιζητείται για να θέσω - μέσω προσθήκης - ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και στηρίζουν τη θέση του Κτηματολογίου, στα πλαίσια των εξουσιών του Διευθυντή η ακόμα και άλλου εξουσιοδοτημένου από αυτόν λειτουργού, να σημειώσει επί του επίδικου τίτλου ότι «το ακίνητο αυτό υπόκειται στους όρους των αδειών διαίρεσης με 6/25.04.1991 και 79/17.03.1990 Αρ. Φακ. Δ179/87 του Δήμου Λακατάμειας (Αρ. Φακ. ΑΧ741/2000) (1/ΕΣ/1248/2000)».
- Η υπόθεση μου εδώθη για χειρισμό εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου, πάντως μεταγενέστερα της καταχώρησης της Ένστασης εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση - Κτηματολογίου, ενώ ο κ. Παπαδόπουλος, ο οποίος είχε ασχοληθεί προηγουμένως με την υπόθεση, αφυπηρέτησε κατά το 2010, ώστε, λόγω και της ποσότητας των σχετικών εγγράφων που περιλαμβάνονται σε πάμπολλους - διαφορετικών θεμάτων έκαστος - φακέλων, χρειάστηκε χρόνος για την ολοκλήρωση των ενεργειών για να συμπληρωθεί η όλη εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, με λεπτομέρειες.
- Για σκοπούς της παρούσας Ένορκης Δήλωσης μου, η οποία συνοδεύει την Αίτηση μας για Άδεια, επισυνάπτω την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση μου, ως Τεκμήριο Α, η οποία σκοπείται - εάν δοθεί η αιτούμενη Άδεια - να καταχωριστεί. Υιοθετώ πλήρως το περιεχόμενο της, από τη μελέτη του οποίου, προκύπτει και η ανάγκη προσθήκης του στα γεγονότα της κυρίως Αίτησης. Δεικνύει, μελετώντας το, την ανάγκη να προστεθεί, εφόσον από τα καταγραμμένα γεγονότα επ' αυτού, βοηθείται το σεβαστό Δικαστήριο να αντιληφθεί το σκοπό που ετέθη η επίδικη σημείωση καθώς και η ανάγκη διατήρησης της επί του τίτλου. Συνεπώς, εξυπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, χωρίς όμως να επηρεάζει την άλλη πλευρά, η οποία θα δύναται - εάν και εφόσον το επιθυμεί - επίσης να απαντήσει. Περαιτέρω, θεωρώ πως, ενόσω η ακροαματική διαδικασία δεν ξεκίνησε, υπάρχει ακόμα περιθώριο να «διορθωθούν» τυχόν παραλείψεις, οι οποίες στην περίπτωση μας αφορούν στην ανάγκη συμπλήρωσης των κρίσιμων γεγονότων, εύλογα και δικαία.
- Με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα θεωρώ λογικό και δίκαιο, όσο και αναγκαίο να δοθεί η αιτούμενη Άδεια.». Με αυτήν επισυνάπτεται η επιδιωκόμενη και επιζητούμενη, με την αίτηση, καταχώρηση, συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αποτελούμενη από 13 σελίδες. Με αυτήν δε επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της άλλης πλευράς, η οποία βασίζεται στον Κανονισμό 10
(3)των Κανονισμών του 1956, στη Δ.39 και στη Δ.48 θ.4
(2). Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του Κανονισμού 10
(3)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956 όπως τροποποιήθηκε το 2006 ούτε και οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.4
(2)εφόσον δεν αποκαλύπτεται «καλός λόγος». (β) Η αίτηση είναι πραγματικά αβάσιμη, ανυπόστατη και παράτυπη και δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας. (γ) Η αίτηση υπεβλήθη με μεγάλη καθυστέρηση και μετά πάροδον οκτώ σχεδόν χρόνων χωρίς να εξηγούνται οι λόγοι της καθυστέρησης. (δ) Ο καθ' ου η Αίτηση επιχειρεί να εισαγάγει νέαν ανεπίτρεπτη μαρτυρία. (ε) Ο Καθ' ου η Αίτηση επιχειρεί να προβάλει νέα στοιχεία εντελώς διάφορα από αυτά που προβάλλονται στην αρχική ένορκη δήλωση. (ζ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει την επιτυχία της αίτησης. (η) Όσα επιχειρεί να εισάξει με την νέαν αίτηση του ο Καθ' ου η Αίτηση δεν σχετίζονται με τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην αρχική ένορκη δήλωση. (θ) Ο Καθ' ου η Αίτηση με την δέουσα επιμέλεια μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τους ισχυρισμούς που σήμερα επικαλείται, με την αρχικήν του Ένορκη Δήλωση εφόσον δεν προέκυψε οποιονδήποτε νέο στοιχείο.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κουφκή, η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Ανδρέας Κουφκής, εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι στην υπηρεσία της Εφεσείουσας - Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα αίτηση και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος υπ' αυτής να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.
- Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά διότι εξ αρχής έχω χειριστεί την υπόθεση τόσο σε επαφές με τον Καθ' ου η Αίτηση όσο και με τα αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα. Επίσης έχω ορκιστεί προς υποστήριξη της κύριας αίτησης εκ μέρους της Αιτήτριας Εταιρείας.
- Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση της κας Άντρης Γαβριήλ που συνοδεύει την αίτηση, όπως και την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση και αρνούμαι πλήρως το περιεχόμενο της.
- Η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς να επεξηγούνται οι λόγοι της καθυστέρησης.
- Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται να αλλάξει ολόκληρη η δομή της προηγούμενης ένστασης, με νέους διαφορετικούς ισχυρισμούς.
- Περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση επιχειρεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία εγνώριζε και με την δέουσα επιμέλεια μπορούσε να τα συμπεριλάβει στην αρχική του Ένορκη Δήλωση. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν επεξηγεί τους λόγους που δεν τα συμπεριέλαβε στην αρχική ένορκη δήλωση.
- Ο καθ' ου η αίτηση προσπαθεί να αντικαταστήσει στο σύνολο της την αρχική του ένσταση χωρίς να επεξηγεί τους λόγους.
- Στην Ένορκη της Δήλωση, προς υποστήριξη της αίτησης για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης η κα Αντρη Γαβριήλ, αναφέρει ότι ο κ. Παπαδόπουλος που χειριζόταν την υπόθεση αφυπηρέτησε το 2010, γι' αυτό και χρειάστηκε χρόνο για να συμπληρωθεί η όλη εικόνα των γεγονότων. Όπως συμβουλεύομαι και πιστεύω η γενική αναφορά της κας Γαβριήλ για πολλά έγγραφα, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την πολυετή καθυστέρηση που επέδειξε ο Καθ' ου η Αίτηση για να ζητήσει άδεια για συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση.
- Επίσης σε καμίαν περίπτωση δεν επεξηγεί η κα Άντρη Γαβριήλ, τους λόγους που ο κ. Παπαδόπουλος δεν συμπεριέλαβε στην ένσταση του τα γεγονότα που η ίδια επιχειρεί σήμερα να συμπεριλάβει.
- Περαιτέρω όπως συμβουλεύομαι και πιστεύω η κα Άντρη Γαβριήλ δεν δείχνει καλό λόγο για να της δοθεί η αιτούμενη άδεια.
- Διά πάντα τα ανωτέρω αιτούμαι την απόρριψη της αίτησης.» Η δικηγόρος του Αιτητή, με την αγόρευσή της, αφού αναφέρεται στο νομικό βάθρο της αίτησης, υιοθετεί όλα όσα αναφέρονται στην αίτηση και ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν. Προς υποστήριξη δε της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος παράθεσε σχετική νομολογία, ενώ έκανε ειδική αναφορά τόσο στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία επιθυμεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα όσο και σε διάφορα τεκμήρια και ειδικότερα στα Τεκμήρια 4, 5 και 6, τα οποία, ως αναφέρεται, είναι μεταγενέστερα της ένορκης δήλωσής του Παπαδόπουλου που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Από την άλλη, η συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση αφού αναφέρθηκε στους λόγους ένστασης, στη συνέχεια έκανε αναφορά σε νομολογία για να καταδείξει ότι σε αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται για διευκρίνιση κάποιων συγκεκριμένων αναφορών αλλά για ουσιαστική αναδόμηση της ένστασης, η επέκταση της οποίας ουσιαστικά σημαίνει αντικατάστασή της. Έδωσε έμφαση, επίσης, στην καθυστέρηση που επιδείχθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση για καταχώρηση της παρούσας αίτησης, όπως και στο ότι δεν καταδείχθηκε καλός λόγος ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η αίτηση στηρίζεται ορθά στο Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006, ημερομηνίας 22 Νοεμβρίου του 2006, με τον οποίο το άρθρο 10
(3)των Κανονισμών προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.». Απλή ανάγνωση της Δ.48 θ4
(2)οδηγεί άμεσα ότι η σχετική τροποποίηση του Κανονισμού 10
(3)έγινε ακριβώς για να συνάδει με αυτήν και όπως ήταν και η θέση της κας Παπαμιλτιάδου οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρονται και σχετίζονται με τη Δ.48 θ.4
(2)εφαρμόζονται και στην περίπτωση του Κανονισμού 10
(3). Έτσι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο η Δ.48 θ.4
(2)τροποποιήθηκε στη μορφή που έχει σήμερα. Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση, που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία στην αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Η φιλοσοφία της παλαιάς διαταγής, όσον αφορά το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος που έχει ένας διάδικος, όπου υπάρχει διάσταση ή αμφισβήτηση γεγονότος, όπως τούτο εξηγείται στη Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και την Fashion Box. S.P.A. v. Rerro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, δεν έχει αλλάξει με τη νέα διαταγή. Στην τελευταία υπόθεση, η οποία καταπιάνεται με την παλαιά διαταγή, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας ενώ υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Vuitton, έκρινε ότι έπρεπε να επιτραπεί. Τονίστηκε πως αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ Αιτητή και Καθ' ου η Αίτηση, ο κάθε ένας από αυτούς θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που έχει το βάρος να τα αποδείξει. Έτσι, με τη νέα διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων, με δυνατότητα αντεξέτασης, θεωρείται ότι εμπίπτει στην έννοια «καλός λόγος», η έννοια του οποίου είναι ευρεία για να καθίσταται δυνατή η εισδοχή σε αυτόν της κάθε κατάλληλης περίπτωσης, όταν θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και να δίδεται άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης, να σημειώσω ότι δεν είναι τυχαίο και πάλι που στη Δ.48 θ.4
(2)αναφέρεται σε αίτηση (και εννοείται γραπτή αίτηση) ή προφορικό αίτημα. Ο λόγος, κατά την άποψή μου, είναι για να δίνεται η δυνατότητα στη μεν δεύτερη περίπτωση όπου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το προφορικό αίτημα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά, ή όπου δεν φαίνονται στο φάκελο τα γεγονότα με άμεση κατάθεση ήδη έτοιμων ενόρκων δηλώσεων, να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφασίσει τάχιστα, αποφεύγοντας τη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Στη δε πρώτη περίπτωση, επειδή ακριβώς τα γεγονότα δεν εμφαίνονται από το φάκελο, και ίσως και του μεγέθους της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιζητείται η καταχώρισή της, καθίσταται αναγκαία η καταχώριση της γραπτής αίτησης και συνακόλουθα επίσης γραπτής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Δεν θα ήταν ορθό, πιστεύω, να τεθεί υψηλά ο πήχης σε έναν Αιτητή που επιθυμεί την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν αναλογισθεί κάποιος τη σύγχρονη και φιλελεύθερη τάση επίτρεψης τροποποίησης δικογράφου, όπως εξάγεται από τη νομολογία. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd v. Lonida (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 199 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Από την άλλη, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του τα ακόλουθα που αναφέρθησαν στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ειπώθηκαν τα εξής: «Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί.» Επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd. v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 ΑΑΔ 1230, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Προχωρεί μάλιστα το πρωτόδικο δικαστήριο και σημειώνει ότι οι απαντητικοί αυτοί ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν έτυχαν κατ΄ ουσία οποιασδήποτε απάντησης από τους εφεσείοντες. Και το συμπέρασμα του πρωτοδίκου δικαστηρίου είναι ότι με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι εφεσείοντες αναφορικά με καταβολή κάποιων ποσών στην εφεσίβλητη δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν για παράθεση, με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια, τέτοιων γεγονότων από τα οποία να δικαιολογείται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στα όσα, με σαφήνεια και πολλή λεπτομέρεια, αναφέρονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης, τίποτε το συγκεκριμένο δεν έχουν αντιτάξει οι εφεσείοντες. Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αναφορικά όμως και με την ουσία των αντικρουομένων ισχυρισμών θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες, με τους ισχυρισμούς τους για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών έναντι του επίδικου χρέους τους, μερικά από τα οποία (ποσά) η εφεσίβλητη τράπεζα έλαβε αλλά τα πίστωσε σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των εφεσειόντων, είχαν δώσει επαρκή στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί, από το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι τους παρείχαν το δικαίωμα υπεράσπισης, χωρίς όρους. Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.» Στην Αίτηση Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514 αναφέρονται τα εξής: «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Αρχίζοντας από το λόγο ένστασης ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και δη μετά την πάροδο 8 περίπου χρόνων, χωρίς να εξηγούνται οι λόγοι της καθυστέρησης, θα πρέπει να αναφέρω ότι όντως υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της ένστασης, αφού η ένσταση στην κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε στις 11/03/08 και ούτε φαίνεται να αιτιολογείται και να δικαιολογείται γιατί υπήρξε αυτή η καθυστέρηση. Η αναφορά ότι κατά το 2010 που έφυγε ο Παπαδόπουλος, ο οποίος είναι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση και ότι υπήρχε όγκος εγγράφων που δεν εξηγείται ποιος ήταν αυτός ο όγκος εγγράφων και με τι σχετίζετο, και ένεκα τούτου τώρα έγινε κατορθωτό να έρθει σε γνώση του, δεν μπορεί να βρει κανένα έρεισμα αφού τουλάχιστον από το 2010 που έφυγε ο Παπαδόπουλος, θα μπορούσε το πρόσωπο που ανέλαβε είτε την υπόθεση εκ μέρους της Γενικής Εισαγγελίας, είτε που ανέλαβε το φάκελο του Κτηματολογίου να προχωρήσει στην υποβολή αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο λόγος δε που προβάλλεται ότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλη την έκταση της διαφοράς και θα μπορεί να αποδοθεί απονομή της δικαιοσύνης ορθότερα ίσως να έχει βάση. Όμως, αυτό που επιδιώκεται δεν είναι η διευκρίνιση κάποιων στοιχείων σε σχέση με όσα στην αίτηση αναφέρονται και παραλήφθηκαν να αναφερθούν στην ένσταση ένεκα συγκεκριμένου λόγου, αλλά η εξ αρχής αναδόμησή της και ουσιαστικά η αντικατάστασή της μέσα από την προβλεπόμενη από τον κανονισμό 10
(3)διαδικασία καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατά την κρίση μου, μετά από την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, δηλαδή περί τα 8 χρόνια, η υποβολή της αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι έξω από κάθε λογική θετική αντιμετώπιση του ζητήματος. Ούτε και το γεγονός ότι ανέλαβε άλλο πρόσωπο από το Κτηματολόγιο το φάκελο αυτής της υπόθεσης μπορεί να αιτιολογήσει και να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού υπήρχαν όλα τα στοιχεία από τότε και θα μπορούσαν να αναφερθούν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση ή τουλάχιστον σε σύντομο χρόνο από τη στιγμή που έφυγε ο Παπαδόπουλος. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι, σε αυτό το στάδιο που γίνεται η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, θα επηρεάζονταν και τα ίδια τα δικαιώματα της Αιτήτριας. Επομένως, για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει, η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €800 έξοδα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο