Αναφορικά με το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ ν. Αναφορικά με τους: ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΤΙΣΚΟΥ, Αρ. Αίτησης: 32/15, 26/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A504 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 32/15 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρο 52
(2)(β) όπως τροποποιήθηκε, και τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 21 Αναφορικά με το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ Αιτήτρια και Αναφορικά με τους: ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΤΙΣΚΟΥ Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2015 Για Αιτητές: κα Α. Γεωργίου για Ανδρέας Ι. Καρύδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 3.2.2015 οι Αιτητές υπέβαλαν Αίτηση με την οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου όπως η Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 17.7.2012 εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 52
(1)(β), 52
(2)(β), 52
(3), 52
(4)και 52
(5), στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, στην Δ.47 και Δ.48, θθ1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κας Έλενας Ππαλή από την Λευκωσία, η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών. Αναφέρει ότι στις 17.07.2012 εκδόθηκε, διαιτητική απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για το ποσό των €23,131.15 πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων μια φορά το χρόνο και συγκεκριμένα την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 17.07.2012 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον €100,00 έξοδα. (Τεκμήριο Α). Η Απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στην Καθ' ης η Αίτηση στις 04.09.2012 προσωπικά σύμφωνα με δήλωση γνωστοποίησης (Τεκμήριο Β). Σύμφωνα με την ομνύνουσα η Απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της και το εξ' Αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση. Με την Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης ημερομηνίας 27.4.2015 παρατίθενται 3 λόγοι ένστασης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η Αίτηση είναι (α) παράτυπη, (β) αντίκειται στους Νόμους και στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και είναι άδικη καθότι αντίκειται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και (γ) αντίκειται και/ή προσβάλλει την περί Αδίκων και/ή Καταχρηστικών ρητρών Νομοθεσία. Η Ένσταση βασίζεται στο άρθρο 12 του Συντάγματος, στην Δ.47 , Δ.48 θ.θ.1-4 και 8
(1)(nn) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 82-87 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμός 79, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και στην νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ίδιας της Καθ' ης η αίτηση η οποία αναφέρει ότι διαφωνεί και απορρίπτει ως αναληθές το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Εκφράζει δε την πεποίθηση και κατόπιν νομικής συμβουλής αναφέρει ότι υφίσταται παράβαση της Νομοθεσίας η οποία αφορά τον Περί Αδίκων Συμβατικών Ρητρών υπό την έννοια ότι αυτό που στην ουσία έγινε είναι ότι το πρόσωπο το οποίο διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών δηλαδή το πρόσωπο το οποίο, όπως λέει, διοικεί μεταξύ άλλων τους αιτητές προχώρησε στην απόφαση του κατά παράβαση της αρχής ισότητας και υπό περιστάσεις οι οποίες από μόνες τους καθιστούν την όλη διαδικασία τρωτή. Ως περαιτέρω συμβουλεύεται και τυγχάνει νομικής συμβουλής, ο διορισμός του διαιτητή προβλέπεται από το συγκεκριμένο έγγραφο δανείου όμως τούτο δεν μπορεί από μόνο του να νομιμοποιήσει την πιο πάνω κατάσταση καθότι είναι όρος και ρήτρα άδικη η οποία στην ουσία επιβλήθηκε χωρίς διαπραγμάτευση ως όρος του δανείου λόγω και του γεγονότος της ασθενούς οικονομικής της κατάστασης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 6.10.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν μέσω των αγορεύσεων τους τις θέσεις τους, τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή. Καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων. Το Εκπρόθεσμο της Ένστασης Ως πρώτο ζήτημα θα εξετάσω την θέση της πλευράς των Αιτητών ότι η Ένσταση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι, ενώ οι οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν αυτή να καταχωρηθεί μέχρι 31.3.2015, εντούτοις καταχωρήθηκε στις 27.4.
- Επομένως, εισηγείται η συνήγορος των Αιτητών, ως εκπρόθεσμη δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. Με όλο τον σεβασμό, η συνήγορος των Αιτητών παραβλέπει ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αρχικά στις 30.4.2015 με οδηγίες για καταχώριση ένστασης σε προγενέστερο χρόνο ακριβώς για να υπάρχει ο χρόνος μελέτης και προετοιμασίας εκ μέρους των Αιτητών. Όμως η ακρόαση της 30.4.2015 αναβλήθηκε με την σύμφωνη γνώμη των μερών, προκειμένου να εξεταστεί το ζήτημα του αιτήματος υποβολής νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο, όπερ και εγένετο με την ακρόαση του εν λόγω θέματος στις 2.6.2015 και την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στις 17.6.
- Ο ισχυρισμός περί εκπρόθεσμου της Ένστασης δεν εγέρθηκε παρά μόνο με την γραπτή αγόρευση των Αιτητών στις 6.10.2015 αν και θα μπορούσε να είχε εγερθεί το ζήτημα σε προηγούμενες δικασίμους που η Αίτηση ήταν ορισμένη για προγραμματισμό. Εν όψει των πιο πάνω δεδομένων θεωρώ ότι η πλευρά των Αιτητών δεν επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς από την κατάχώριση της Ένστασης στις 27.4.2015 αντί στις 30.3.
- Το θέμα αφορά μη συμμόρφωση των Καθ' ων η Αίτηση σε διαταγή του Δικαστηρίου σε σχέση με τον χρόνο και ως τέτοιο εμπίπτει στην εμβέλεια της Δ.
- Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η μη συμμόρφωση αποτελεί παρατυπία η οποία να μπορεί να θεραπευτεί. Σε σχέση με την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.64, σχετική είναι η πολύ πρόσφατη απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκος Κ. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, 11/11/2015 όπου ελέχθη ότι η Δ.64 δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, παρά μόνο δίνει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου διαδίκου. Στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη Πολιτική Έφεση 63/10 ημερομηνίας 17/12/2013 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε με αναφορά στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64. Τα κριτήρια άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφέρθηκαν στην Wunderlich (ανωτέρω). Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη υπέρ της άρσης της παρατυπίας είναι να μην οδηγήσει σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Επίσης η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην παρούσα περίπτωση η Ένσταση έχει μεν καταχωρηθεί εκπρόθεσμα αλλά σε κάθε περίπτωση καταχωρήθηκε πολύ πριν ξεκινήσει η ακρόαση της Αίτησης και ήταν εις γνώση των Αιτητών εδώ και αρκετό καιρό. Δεν βλέπω με ποιο τρόπο η θεραπεία της παρατυπίας θα βλάψει δυσμενώς τα συμφέροντα των Αιτητών. Απεναντίας κρίνω ότι θα είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης το να ληφθεί υπόψη η Ένσταση. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς καταλήγω ότι πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της άρσης της παρατυπίας. Ως εκ τούτου καταχωρηθείσα την 27.4.2015 ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης θεωρείται εμπρόθεσμη και θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της παρούσας Αίτησης. Νομική Πτυχή Στην πρόσφατη απόφαση στην Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ) Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολιτική Εφεση Αρ. 304/2010 ημερομηνίας 10/7/2015 λέχθηκε ότι η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται την ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Το νομοθετικό υπόβαθρο για την παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία είναι το άρθρο 52
(1)και
(2)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85 τα οποία προνοούν (κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αίτηση χρόνο) ότι όποτε εγείρεται οιαδήποτε διαφορά που αφορά τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας μεταξύ καταθετών, οφειλετών ή εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ο οποίος δύναται να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 αλλά και σύμφωνα τους Θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012. Ο Θεσμός 78, ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο και τις δυνατότητες του Εφόρου άμα τη λήψει της παραπομπής ήτοι είτε να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν, ή να παραπέμψη την διαφορά προς επίλυση σε σε ένα ή τρεις διαιτητές. Ο Θεσμός 79 ορίζει διαδικαστικά θέματα διορισμού διαιτητή ή διαιτητών, καθορισμό χρόνου έκδοσης απόφασης και καθορισμό αμοιβής των διαιτητών. Η παρούσα αίτηση αφορά την εγγραφή διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Η διαδικασία που ακολουθείται στα πλαίσια τέτοιας αίτησης εξετάστηκε στην απόφαση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην μεταγενέστερη απόφαση Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατικής πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολιτική Έφεση αρ. 87/11 ημερομηνίας 20.6.2014 επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω. Λέχθηκαν τα εξής : «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Από τα πιο πάνω, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, σε αυτό το στάδιο, να εξετάσει την ουσία της διαφοράς. Η δυνατότητα ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου μιας διαιτητικής απόφασης παρέχεται μόνο στα πλαίσια Έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο η οποία ασκείται εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση όπως φαίνεται και από το κείμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης ειδοποιήθηκε για την παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία και δεν παρουσιάστηκε κατά την διεξαγωγή της. Ούτε όμως προέβη σε οποιαδήποτε διαβήματα όταν η απόφαση της γνωστοποιήθηκε στις 4.9.2012 ήτοι δεν καταχώρισε έφεση εναντίον της εν λόγω διαιτητικής απόφασης ως προνοεί το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85. Θεωρώ ότι τα όσα η Καθ' ης η Αίτηση επιδιώκει να προωθήσει δεν μπορούν να εξετεστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ειδικότερα σε σχέση με την επιλογή και διορισμό του κ. Στέλιου Παπαλεξάνδρου ως διαιτητή σημειώνω ότι το Άρθρο 56 του ν. 22/85 παρείχε την δυνατότητα στην Αιτήτρια να προσβάλει με ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας, αυτήν ταύτην την απόφαση του Εφόρου, για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία ή τον διορισμό διαιτητή, και στην περίπτωση που δεν ικανοποιηθεί από την απόφαση του Υπουργού να προσφύγει στο Δικαστήριο. Δεν το έπραξε. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς περι αναιτιολόγητης απόφασης του Διαιτητή επαναλαμβάνω ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν είναι το στάδιο κατά το οποίο μπορούν να εξεταστούν θέματα ουσίας της διαιτητικής απόφασης. Το μόνο που εξετάζεται είναι κατά πόσον η απόφαση φέρει απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης κάτι το οποίο διαπιστώνω ότι υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση. Ως προς τον τρόπο διατύπωσης των διαιτητικών αποφάσεων παραπέμπω στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 96 όπου αναφέρεται ότι δεν απαιτείται μια συγκεκριμένη διατύπωση για να είναι έγκυρη μια απόφαση. Μπορεί να εκφραστεί με τρόπο που ο διαιτητής θεωρεί κατάλληλο, νοουμένου ότι το νόημα είναι καθαρό. Μια απόφαση που την διακρίνει ασάφεια και αβεβαιότητα δεν μπορεί να εκτελεστεί. Γενικά τα Δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν τις διαιτητικές αποφάσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να κρίνονται ως σαφείς και ξεκάθαρες. Στο Halsbury's Laws of England 4η έκδοση παρ. 713 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο θα δώσει άδεια εκτέλεσης μιας διαιτητικής απόφασης εκτός εάν υπάρχει πραγματικό έρεισμα για αμφιβήτηση της εγκυρότητας της ή είναι διατυπωμένη με τρόπο που να μην μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση η διαιτητική απόφαση είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία για το νόημα της και καθώς επίσης με τρόπο που μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση κρίνεται ανεδαφικός και απορρίπτεται. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί επιβολής τόκου υψηλότερου από τον συμβατικό και την ισχυριζόμενη μονομερή τροποποίηση του επιτοκίου απόλυτα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 όπου στα πλαίσια αίτησης για εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος της φύσεως certiorari εναντίον διατάγματος που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή διαιτητικής απόφασης λέχθηκαν τα εξής: «Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει». Επομένως ούτε ο ισχυρισμός περί επιδίκασης τόκου πέραν του επιτρεπόμενου μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω εκτός πλαισίων της παρούσας Αίτησης είναι και τα εγερθέντα θέματα αντισυνταγματικότητας του νόμου που εγείρει η Καθ' ης η Αίτηση. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων διατυπώθηκαν στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640. Σύμφωνα με αυτές, το θέμα της συνταγματικότητας κάποιου νόμου θα πρέπει να εγείρεται από τον διάδικο και τα Δικαστήρια δεν προχωρούν στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, δηλαδή δεν αποφασίζουν επί ζητήματος συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην παρούσα περίπτωση για την επίλυση της διαφοράς εξετάζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις όπως διατυπώθηκαν στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκτέθηκαν πιο πάνω. Καμία από τις εισηγήσεις της Καθ' ης η Αίτηση δεν εμπίπτει σε θέμα το οποίο απαιτείται να αποφασιστεί για την επίλυση της παρούσας διαφοράς. Σε κάθε περίπτωση οι εισηγήσεις της Καθ' ης η Αίτηση στερούνται βασιμότητας ως προς το πραγματικό τους υπόβαθρο. Ειδικότερα η Αιτήτρια δεν έχει στερηθεί του διακαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα της κυπριακής Δημοκρατίας όσο και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαίκής Ένωσης. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 52 του ν.22/1985, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Το εδάφιο
(5)ορίζει ότι αν οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο νόμος δεν αποστερεί από τους ενδιαφερόμενους το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Απλά τάσσει προθεσμία για άσκηση του δικαιώματος αυτού. Παραπέμπω στην απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Γιωργαλλά ν. Χ''Χριστοδούλου,
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 στην οποία, με παραπομπή σε σειρά αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, λέχθηκε ότι περίοδοι παραγραφής δικαιωμάτων εξυπηρετούν θεμιτούς σκοπούς, συνυφασμένους με τη βεβαιότητα ως προς τα δικαιώματα του ανθρώπου και την τελεσιδικία. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Η καθιέρωση προθεσμιών, υποδείχθηκε, είναι αλληλένδετη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η καθ' ης η αίτηση είχε το δικαίωμα να παραστεί και λάβει μέρος στη διαδικασία διαιτησίας. Δεν το έπραξε αν και ειδοποιήθηκε. Της δόθηκε δόθηκε η ευκαιρία να προσβάλει δυνάμει του άρθρου 56 την απόφαση του Εφόρου για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και τον διορισμό διαιτητή. Ούτε αυτό το έπραξε. Τέλος της δόθηκε η ευκαιρία όταν της γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση να προσβάλει αυτή με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Και πάλι δεν το έπραξε. Είναι επομένως σχήμα οξύμωρο να παραπονείται η Καθ' ης η Αίτηση ότι αποστερήθηκε την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι λόγοι Ένστασης δεν ευσταθούν. Από την άλλη κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προυποθέσεις για την έκδοση του Αιτούμενου διατάγματος. Κατά συνέπεια η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο