Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ ν. Λεωνίδα Αγαμέμνωνα Αργυρίδη κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 766/14, 13/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A383 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 766/14 Μεταξύ:- Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ (Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ - Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου) Αιτήτριας Και
- Λεωνίδα Αγαμέμνωνα Αργυρίδη
- Ανδρέα Δημητρίου Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13/10/2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ιάσονος, για Χρύση Δημητριάδη & Σια ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η Αίτηση 1: κ. Παυλίδης Για τον Καθ' ου η Αίτηση 2: κα Χαραλαμπίδου, για Χαραλαμπίδου και Τσιανή ΔΕΠΕ, Κώστας Μελάς & Associates LSC ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Η Αιτήτρια, με την παρούσα αίτηση, αιτείται άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου, που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 10.2.2012, εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ως δικαστική απόφαση και εκτέλεσής της κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη Δ.47, Δ.48 θεσμοί 1‑ 4, Δ.48, Θ
- 1 (ηη) και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε, από την ένορκη δήλωση του Πέτρου Τσοπανή, ο οποίος είναι υπάλληλος της Αιτήτριας, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Με αυτήν επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1, καταχώρησε ένσταση στις 31.10.2014, η οποία ουσιαστικά στηρίζεται στους ίδιους νόμους και θεσμούς που βασίζεται και η αίτηση, καθώς και στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 37
(1)και
(2). Προβάλλονται 10 λόγοι ενστάσεις οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: A. Ότι το ποσό που οφείλεται στην Αιτήτρια δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην αίτηση, αλλά πολύ μικρότερο. Β. Υπάρχει κατάχρηση στη διαδικασία. Γ. Παραβιάστηκε η δίκαιη δίκη. Δ. Το ποσό που ζητείται με την αίτηση να εγγραφεί ως απόφαση του Δικαστηρίου είναι προϊόν παράνομου ανατοκισμού και ή υπερβολικών χρεώσεων ή και παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων. Ε. Η Αιτήτρια ενήργησε αντισυμβατικά και κατά των συναλλακτικών ηθών. Στ. Η Αιτήτρια κατά τη σύναψη της συμφωνίας παρέλειψε να παραδώσει στον Καθ' ου η Αίτηση 1, πρωτότυπο ή αντίγραφο συμφωνίας και ως εκ τούτου είναι άκυρη ή παράνομη. Ζ. Η Αιτήτρια παρέλειψε να περιλάβει στην επίδικη συμφωνία πρόνοια ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 δικαιούται να λύσει ή να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία. Η. Η Αιτήτρια δεν περιέλαβε στην επίδικη συμφωνία περιγραφή των προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα πληρώνοντο από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 έξοδα σε σχέση με τυχόν παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Όπως και δεν περιέλαβαν το δικαίωμά του να μπορεί να ζητήσει μείωση του ποσού, σε περίπτωση που αυτός προέβαινε σε πρόωρη εξόφληση του χρέους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην οποία ουσιαστικά γίνεται αναπαραγωγή των λόγων ένστασης. Ο Καθ' ου η Aίτηση 2, καταχώρησε ένσταση στις 18.6.2015, η οποία στηρίζεται στους ίδιους νόμους και θεσμούς που αναφέρονται και στην αίτηση καθώς και κάποιους επιπλέον. Προβάλλονται δε, δέκα λόγοι ένστασης ήτοι:
(1)Η Αιτήτρια, στις 4.4.2013, δεσμεύτηκε με δήλωσή της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στην αίτηση με αριθμό 290/12 με την οποία ζητείτο ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 10.2.2012, όπως μη προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2, εγγυητή και να προχωρήσει εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1. Ως εκ τούτου, είναι εισήγηση του ότι εμποδίζεται από το να αιτείται την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής απόφασης.
(2)Η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι παράτυπη, γιατί δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης.
(3)Η διατύπωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης δεν είναι ορθή, αφού αναφέρεται όπως το ενυπόθηκο γραμμάτιο και οι τόκοι πληρωθούν αλληλεγγύως από τον πρωτοφειλέτη, τον εγγυητή και την υποθήκη με αριθμό Υ54/9, της οποίας το νόημα είναι ασαφές και δυσνόητο, αφού η πληρωμή του ενυπόθηκου γραμμάτιου δεν μπορεί να γίνει από την υποθήκη και η υποθήκη δεν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο για να αιτηθεί εναντίον της οποιοδήποτε διάταγμα ή απόφαση.
(4)Ο διαιτητής δεν έχει δικαίωμα να διατάζει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, δια το οποίο δεν αναφέρονται τα στοιχεία του, ούτε καθορίζεται ο τρόπος πώλησής του, ούτε διατάζεται η εκποίησή του, ούτε και αναγνωρίζεται στην Αιτήτρια το δικαίωμα εκποίησής του.
(5)Δεν δικαιολογείται από τον διαιτητή το 9% τόκου επιδικαζόμενου ποσού και η κεφαλαιοποίηση του 2 φορές ετησίως.
(6)Στη διαιτητική απόφαση δεν καθορίζεται το πρόσωπο προς το οποίο πρέπει να γίνει η πληρωμή και γίνεται αναφορά σε εναγόμενους, ενώ εκδόθηκε στα πλαίσια διαιτησίας, και στον τίτλο της διαδικασίας δεν γίνεται αναφορά σε εναγόμενο.
(7)Η ειδοποίηση δυνάμει της οποίας η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι γνωστοποίησε την απόφαση στον Καθ' ου η Αίτηση 2, έχει διαφορετικό περιεχόμενο από τη διαιτητική απόφαση.
(8)Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν κλήθηκε στη διαιτησία από τον διαιτητή και/ή το σχετικό έγγραφο δεν υπογράφεται από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή η υπογραφή του Καθ' ου η Αίτηση 2 ότι έλαβε ειδοποίηση διαιτησίας είναι πλαστογραφημένη.
(9)Η Αιτήτρια δεν έχει δικαίωμα και δεν νομιμοποιείται να αιτείται διατάγματος και/ή άδειας του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να της επιτρέπεται να γράψει και να εκτελέσει τη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 10.2.2012, εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2, ως εκτελείται απόφαση του Δικαστηρίου και/ή δεν προσφεύγει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή αποκρύπτει την αλήθεια από το Δικαστήριο στην προσπάθεια της να επιτύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
(10)Η υπό κρίση αίτηση, καταχωρήθηκε στις 17.9.2014 και η ένορκη δήλωση του Πέτρου Τσοπανή στην οποίαν εκτίθενται τα γεγονότα επί της οποίας στηρίζεται έγινε σε προγενέστερη ημερομηνία, ήτοι στις 16.9.2014. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2, η οποία ουσιαστικά αποτελεί επέκταση και με περισσότερες λεπτομέρειες των λόγων ένστασης, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Στην αγόρευσή της, η δικηγόρος της Αιτήτριας, αφού έκανε μια μικρή εισαγωγή και αναφέρθηκε στο νομικό πλαίσιο που στηρίζεται η αίτηση, στη συνέχεια εν συντομία αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ακολούθως στους λόγους ένστασης που προβάλλονται στις 2 ενστάσεις, για να καταλήξει, με παράθεση νομολογίας, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής απόφασης. Ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην προφορική αγόρευσή του, λιτός και σύντομος, υιοθέτησε τους λόγους ένστασης και τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση 2, στη γραπτή της αγόρευση, αφού καταγράφει τι ζητείται από την αίτηση και ότι υιοθετείται πλήρως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και βεβαίως οι λόγοι ενστάσεις, στη συνέχεια αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν τα πράγματα μέχρι εδώ, επαναλαμβάνοντας όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση, προβάλλοντας αυτά και υποστηρίζοντάς τα με νομολογία, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα του κωλύματος της Αιτήτριας να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση. Κατέληξε δε, ότι για τους λόγους που ανέπτυξε, που είναι αυτοί που ουσιαστικά αναφέρονται στην ένσταση, δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 2/85, ως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 52
(1)και
(2)προβλέπει για την κίνηση του μηχανισμού και την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και τον διορισμό διαιτητή προς τούτο ενώ το εδάφιο 3 του άρθρου τούτου την αμοιβή του διαιτητή. Τα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 52 καθορίζουν την ακολουθητέα διαδικασία μετά την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και της έκδοσης διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την απόφαση Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/12: «Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιείται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Με βάση τη νομολογία η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξουσία των διαδικαστικών προϋποθέσεων όπως αυτές προκύπτουν από το άρθρο 52 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας της υπόθεσης που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης, τα οποία θα μπορούσαν να προβληθούν και να εξεταστούν στα πλαίσια της διαιτησίας ή στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)του Νόμου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 716, λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι 'αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθηση δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου για να εγγραφεί διαιτητική απόφαση πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να γίνει ειδοποίηση για την ακρόαση και διεξαγωγή της διαιτησίας, έτσι ώστε να μπορεί να ακουσθεί ο Καθ' ου η Αίτηση. (β) Να εκδοθεί διαιτητική απόφαση. (γ) Να γίνει γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στον Καθ' ου η Αίτηση. (δ) Να παρέλθει ο χρόνος των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)
(5)από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης χωρίς να έχει υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης και, (ε) Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως έτσι ώστε να έχει δικαίωμα να ακουστεί ο Καθ' ου η Αίτηση. Αν και προβάλλονται 10 λόγοι ένστασης από τον Καθ' ου η Αίτηση 1, εν τούτοις είναι διάχυτη η μη ευστάθησή τους, αφού όλοι οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στην ουσία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, οι οποίοι θα έπρεπε να προβληθούν κατά τον χρόνο που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 παρουσιάστηκε ενώπιον του διαιτητή και έλαβε μέρος στη διαδικασία. Όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Εκείνο το οποίο το Δικαστήριο πράττει είναι να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι 5 πιο πάνω προϋποθέσεις. Επομένως κανένας από τους λόγους ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 1, δεν μπορεί να ευσταθήσει και απορρίπτονται. Όσον αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 2, ξεκινώντας από τον πρώτο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή η Αιτήτρια δεσμεύτηκε με τη δήλωση που έκαμε στην αίτηση 290/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 4.4.2013, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2 και έχει ως εξής: «κα Σεργίδου: Ζητώ την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσύρω την αίτηση άνευ βλάβης. κα Ιάσονος: Συμφωνώ, χωρίς έξοδα, δηλώνω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον του αιτητή στην παρούσα αίτηση, ο οποίος είναι εγγυητής στο επίδικο γραμμάτιο και δεσμεύονται ότι θα προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη Λεωνίδα Αγαμέμνονα Αργυρίδη και της περιουσίας του. Δικαστήριο: Εν όψει των ανωτέρων η άδεια δίδεται. Η αίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται άνευ βλάβη του δικαιώματος καταχώρησης νέας χωρίς έξοδα», διαφαίνεται ότι η δήλωση που έγινε είναι για τη μη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Τα μέτρα εκτέλεσης αναφέρονται ως μέθοδοι εκτέλεσης στο άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο προνοεί τα εξής: «Κάθε δικαστική απόφαση ‑ διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάζει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του νόμου αυτού να εκτελεστεί με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα: A. Με κατάσχεση και πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Β. Με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης. Γ. Με εγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας. Δ. Με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου, δυνάμει του μέρους 7 του νόμου αυτού. Ε. Με την εξέταση εξ αποφάσεως, δυνάμει του μέρους 8, και την έκδοση του διατάγματος, δυνάμει του μέρους 9 του νόμου αυτού.» Είναι προφανές και ξεκάθαρο, κατά την ταπεινή μου άποψη, ότι δεν ζητείται με την αίτηση η λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2, αλλά η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής απόφασης, έτσι ώστε να δύναται η Αιτήτρια στη συνέχεια να λάβει μέτρα εκτέλεσης, εφόσον εγγραφεί ως δικαστική απόφαση. Επομένως αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εξετάζοντας το δεύτερο λόγο ένστασης, ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι παράτυπη και δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, με τον οποίο δεν συμφωνώ, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία της διαιτητικής απόφασης. Άλλωστε όπως έχει αναφερθεί νομολογιακά δεν χρειάζεται στη διαιτητική απόφαση να γίνει η καταγραφή όλων όσων έχουν αναφερθεί, ούτε και να ακολουθεί ένα κείμενο πολυσέλιδο, φτάνει να αναφέρεται και να φαίνεται σε αυτήν, και φαίνεται στην υπό κρίση διαιτητική απόφαση, η συμφωνία, το ποσό της οφειλής, ότι έλαβαν μέρος οι Καθ' ων η Αίτηση ή γνωστοποιήθηκε σε αυτούς η ημερομηνία που θα λάμβανε χώρα η διαδικασία της διαιτησίας, η υποθήκη και ο διαιτητής έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία προχώρησε και εξέδωσε τη σχετική απόφαση. Όντως όπως είναι η διαιτητική απόφαση σε σχέση με την υποθήκη δημιουργεί μια σύγχυση, όμως το νόημα που εξάγεται από αυτήν, και ως προς τούτο δεν συμφωνώ με την κυρία Χαραλαμπίδου, είναι ότι η απόφαση εκδόθηκε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, που έστω με λανθασμένη νομική ορολογία αναφέρονται εναγόμενοι, αλλά δεν παίζει κανένα ρόλο αυτό και η αναφορά σε υποθήκη, υπονοεί ότι μπορεί να εξοφληθεί το χρέος από την πώληση της υποθήκης. Επομένως ούτε και αυτή η ένσταση ευσταθεί και απορρίπτεται. Δεν θα συμφωνήσω ότι ο διαιτητής δεν έχει δικαίωμα να διατάξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, καθ' ότι ο διαιτητής ασκεί οιωνεί δικαστική εξουσία και έχει όλες τις εξουσίες για να εκδώσει απόφαση στην οποία να συμπεριλαμβάνεται και η υποθήκη στην οποία αναφέρεται με τον αριθμό της, που αν και είναι ορθό ότι δεν γίνεται σε αυτήν αναφορά των στοιχείων της, εντούτοις δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που καταγράφονται και περιέχονται στο ακίνητο, για το οποίο υπάρχει η σχετική υποθήκη. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος. Όσον αφορά το λόγο ένστασης 5, ως έχει αναφερθεί προηγουμένως, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Αυτό θα μπορούσε να τεθεί εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση 2 κατά τη μέρα που έγινε η διαιτησία και ήταν παρών. Έπεται ότι απορρίπτεται αυτός ο λόγος ένστασης. Ως προς το λόγο ένστασης 6, να αναφέρω ότι είναι ξεκάθαρο, αφού η ίδια η διαιτητική απόφαση αναφέρεται στην Αιτήτρια και τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, ότι το πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η πληρωμή είναι η Αιτήτρια και δεν χρειάζεται να γίνει ειδική αναφορά. Επομένως απορρίπτεται και τούτος ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά το λόγο ένστασης 7, ότι η ειδοποίηση με βάση την οποία η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι γνωστοποίησε την απόφαση στον Καθ' ου η Αίτηση έχει διαφορετικό περιεχόμενο από τη διαιτητική απόφαση, εκτός του γεγονότος βέβαια ότι δεν υπάρχει κάποια υπογραφή σε αυτήν ή οτιδήποτε άλλο, στο Τεκμήριο Ε, που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ρητώς ότι έγινε γνωστοποίηση στις 10.2.2012 και υπάρχει σχετική υπογραφή. Βέβαια για αυτήν την υπογραφή υπάρχει άλλος λόγος ένστασης, ότι είναι πλαστογραφία. Δεν διαφαίνεται όμως με οποιονδήποτε τρόπο ούτε και τεκμηριώνεται ούτε και στοιχειοθετείται αυτός ο λόγος ένστασης, όπως πχ με ένα παράπονο στην Αστυνομία και να επισυνάπτεται η σχετική κατάθεση του Καθ' ου η Αίτηση 2 ή να υπάρχει τουλάχιστον η έκθεση ενός εμπειρογνώμονα που να φαίνεται ότι όντως είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή του. Εν πάση περιπτώσει και έτσι να ήταν τα πράγματα, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 έλαβε μέρος στη διαιτησία, έστω ακόμα και εάν δεν του γνωστοποιήθηκε, που φαίνεται ότι του γνωστοποιήθηκε διότι υπάρχει υπογραφή του, αλλά και έλαβε γνώση και πληροφορήθηκε τούτο από τον Καθ' ου η Αίτηση 1, όπως ο ίδιος διατείνεται. Το ουσιαστικό είναι η παρουσία του κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Δεν είναι οτιδήποτε άλλο που έχει αξία με τη γνωστοποίηση της ημερομηνίας διεξαγωγής της διαιτησίας, παρά η δυνατότητα παρουσίασης του Καθ' ου η Αίτηση σε αυτή, έτσι ώστε να δύναται να ασκήσει όλα τα δικαιώματα που παρέχονται από το νόμο. Επομένως ότι σχετίζεται με αυτούς τους δύο λόγους ένστασης απορρίπτονται. Ένα άλλο θέμα που τέθηκε ως λόγος ένστασης, είναι ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση, δεδομένου ότι δεν καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου η σχετική πράξη θα πρέπει να γίνει. Συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί και να εκτελεστεί. Η κυρία Χαραλαμπίδου επικαλέστηκε σχετικές αποφάσεις που σχετίζονταν με την έκδοση και εφαρμογή διαταγμάτων, στα οποία δεν είχε καθοριστεί ο χρόνος εκτέλεσης της πράξης που ορίζεται στο διάταγμα. Ασφαλώς δεν είναι η ίδια η περίπτωση και δεν μπορεί να παραλληλιστούν. Είναι εντελώς διαφορετικό, γιατί εκεί, στο διάταγμα δηλαδή, θα πρέπει να υπάρχει χρόνος, έτσι ώστε ο Kαθ' ου η Aίτηση να μπορεί να συμμορφωθεί με το διάταγμα, εντός αυτού, ενώ σε περίπτωση που δεν υπάρχει χρόνος, δεν μπορεί να έχει υπόψη του το περιθώριο που του δίδεται προς συμμόρφωση. Στην περίπτωσή μας πρόκειται για διαιτητική απόφαση η οποία προσβάλλεται με Αίτηση-Έφεση εντός 21 ημερών. Επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να ευσταθήσει και απορρίπτεται. Ένα άλλο θέμα, που τέθηκε με άλλο λόγο ένστασης είναι ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στις 17.9.2014 και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ημερομηνίας 16.9.2014. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί, αφού σύμφωνα με όσα φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φέρει ημερομηνία 17.9.2014, έστω και εάν ο αριθμός 7 είναι πάνω από κάποιο άλλο αριθμό. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος A της αίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ομού και/ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο