Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κύπρος Ματθαίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 9788/2003, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A526 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 9788/2003 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Κύπρος Ματθαίου
- Σπύρος Ανδρέου
- Χαράλαμπος Χρυσηλίου
- Λευτέρης Πέππος
- Ανδρέας Μάρκου Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2015 Για Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κα Λ. Δήμου για Μάριος Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ν. Κουρσάρης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερομηνίας 9.10.2014 από Εναγόμενο 3 - Αιτητή Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος 3 - Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 8.1.2004 που εκδόθηκε στις 14.4.2014 καθώς επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να καθορίζει το απαιτούμενο χρέος που απορρέει από την ίδια απόφαση. Η αίτηση βασίζεται στους περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.16, Δ.17 Θ.10, Δ.26, Δ.48 Θ.Θ. 1-10 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 - Αιτητή. Ο Εναγόμενος 3 - Αιτητής, αναφέρει ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε ή έλαβε κλητήριο ένταλμα για την υπόθεση. Έμαθε για πρώτη φορά για την αγωγή και για την απόφαση περί το καλοκαίρι του 2010 όταν του ζήτησαν οι Ενάγοντες να καταβάλει το ποσό των €6000 προς πλήρη εξόφληση του χρέους. Ζήτησε από την Τράπεζα να γίνει διακανονισμός για να πληρώσει το χρέος σε μηνιαίες δόσεις αλλά οι Ενάγοντες αρνήθηκαν. Έκτοτε δεν έλαβε οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση μέχρι την 1.8.2014, οπότε έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους των Εναγόντων ημερομηνίας 16.6.2014, με την οποία τον καλούσαν να πληρώσει διάφορα ποσά. (Τεκμήριο 1). Ουδέποτε στο παρελθόν έχει λάβει γνώση και/ή ένταλμα από δικαστήριο για διαδικασία μηνιαίων δόσεων και/ή διάταγμα εκποίησης κινητής περιουσίας και/ή οποιανδήποτε άλλη μορφή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 8.1.
- Υποστηρίζει ότι, η Ενάγουσα με την συμπεριφορά της και την αμέλεια της να εκτελέσει σε εύλογο χρόνο έχει επιτύχει τεράστια αύξηση στο αιτούμενο χρέος με σκοπό την κερδοφορία και όχι την αποκατάσταση της. Αναφέρει επίσης ότι το χρέος αφορά δάνειο ημερομηνίας 25.5.2000 και άρα οι πρόνοιες του άρθρου 6 του περί Τόκου Νόμου ν. 2/77ισχύουν και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση. Ισχυρίζεται ότι η αδράνεια της Τράπεζας να εκτελέσει την απόφαση αλλά και η παντελής έλλειψη ενημέρωσης για την πορεία του δανείου, του δημιούργησε την εντύπωση ότι το δάνειο ικανοποιούνταν κανονικά. Όταν ενημερώθηκε τελικά το 2010 και προθυμοποιήθηκε να πληρώσει το μέρος του χρέους που του αντιστοιχεί, η Τράπεζα δεν συνέχισε τις επαφές μαζί του και έτσι θεώρησε ότι το θέμα τακτοποιήθηκε με τον πρωτοφειλέτη και/ή με κάποιον άλλο τρόπο. Όπως αναφέρει, η οικονομική του κατάσταση έχει μεταβληθεί καθότι τα χρέη του έχουν αυξηθεί κατακόρυφα ενώ τα εισοδήματα του παραμένουν στάσιμα. Δεν βρίσκεται στην ίδια οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν όταν υπόγραψε το εγγυητήριο έγγραφο για το οποίο καλείται σήμερα να πληρώσει. Στις 13.10.2015 οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην αίτηση του Εναγομένου 3 - Αιτητή. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40, Θ.8, Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3,4,8 και 9 επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου ν.14/60ως και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Προβάλλει διάφορους λόγους Ένστασης τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Μάριου Κουντούρη ημερομηνίας 13.10.2015, καθώς και το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Ο κ. Κουντούρης απορρίπτει στην ολότητα τους τόσο την αίτηση όσο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή. Περαιτέρω λέει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 15.9.03 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο επιδόθηκε στον Εναγόμενο 3 στις 7.10.
- Ο εναγόμενος 3 παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα στις 8.1.2004 να εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην απουσία του. Στις 18.3.10 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης εναντίον των εναγομένων, συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου 3 - Αιτητή και στις 14.4.14 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης εναντίον των εναγομένων για περίοδο 3 χρόνων. (εσφαλμένα ο Ένόρκως Δηλών αναφέρει 6 χρόνια). Στις 21.4.08 καταχωρήθηκε το μέμο υπ' αριθμό ΕΒ804/08 εναντίον του εναγομένου 3 και στις 14.4.14 εκδόθηκε διάταγμα παρατείνον την ισχύ της εγγραφής του ΜΕΜΟ για 2 έτη. Στις 28.4.10 καταχωρήθηκε ένταλμα κινητών εναντίον όλων των εναγομένων. Αναφέρει επίσης ότι ο εναγόμενος 3 επέδειξε παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για την υπόθεση του καθότι αν και ήταν ενήμερος για την έκδοση της απόφασης εναντίον του ημερ. 8.1.04 εντούτοις δεν έλαβε οποιονδήποτε μέτρο για να εξοφλήσει το χρέος εναντίον του και/ή για να επιδείξει οποιονδήποτε ενδιαφέρον για την τύχη και/ή έκβαση της υπόθεσης που εκκρεμούσε και/ή εκκρεμεί εναντίον του. Νομική Πτυχή Η Δ.48 Θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο άλλο από τον Αιτητή επηρεάζεται από διάταγμα που δόθηκε μονομερώς τότε μπορεί να αποταθεί με κλήση για τον παραμερισμό του και το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει ή τροποποιήσει τέτοιο διάταγμα με τέτοιους όρους ως κρίνει δίκαιους. Στη δε υπόθεση Βασούλα Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1372, 1375 ο Κωνσταντινίδης Δ. ανέφερε ότι η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 Θ.8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διαταγής που εκδίδεται μονομερώς, καλύπτει μόνο τις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας μονομερούς διαταγής. Στην απόφαση Γιαννάκη Κτωρίδη v. Alpha Bank Πολιτική Έφεση 290/2010 ημερ. 19/6/2014 αναφέρεται επίσης με σαφήνεια ότι η Δ.48 Θ.8
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς. Αποτελεί τον τρόπο επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε μονομερώς κατ' εξαίρεση δηλαδή του κανόνα που εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem» ή με το ελληνικό «μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσης». Στην προκειμένη περίπτωση το διάταγμα για άδεια εκτέλεσης που προσβάλλεται εκδόθηκε στη βάση αίτησης που καταχωρήθηκε δυνάμει της Δ.40 Θ.8. η οποία σύμφωνα με την η Δ.48
(8)
(1)(κκ) μπορεί να γίνει μονομερώς όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την έγκριση ανάλογου αιτήματος και έκδοσης του διατάγματος η νομολογία είναι πλούσια. Ξενίζει η αναφορά των συνηγόρων του Εναγομένου 3 - Αιτητή ότι το ζήτημα δεν έχει φτάσει ποτέ στο Ανώτατο Δικαστήριο. Κατ΄ αρχήν παραπέμπω στην υπόθεση Panaou v. Hadjichristofi
(1963)2 CLR 19, όπου λέχθηκε ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο και την επιτήρηση του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να αφεθεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης ή για οποίοδήποτε άλλο σκοπό πέρα από την κανονική ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Στην Σ.Π.Ε. Κοντέας v. Μιχαήλ κ.ά,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604, αναφέρθηκε ότι η παροχή άδειας εκτέλεσης μιας απόφασης ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης έχοντας το σχετικό βάρος απόδειξης. Στην ίδια απόφαση γίνεται παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύτηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020, θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: α. την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, β. ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και γ. να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Γίνεται επίσης παραπομπή σε αγγλικές αποφάσεις (βλ. μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider,
(1948)2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Matalexportimport SA,
(2003)Q.B. 471, Duer v. Frazer,
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh,
(2002)EWCA 1668), όπου φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 10 ετών εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218 που δόθηκε 40 ημέρες πριν την απόφαση ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε, θεωρώντας ότι οι τότε αιτητές εφεσείοντες θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί σε «ειδικές περιστάσεις» οι οποίες τους έδιναν δικαίωμα εκτέλεσης, μετά την παρέλευση 6 ετών (πλέον 10 ετών). Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβάλλει, ούτε δικαιολογεί η Δ.40 θ.8 στην οποία αναγράφεται απλά ότι ο αιτών διάδικος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση. Στην Κτωρίδης (ανωτέρω) επικροτήθηκε η θέση που είχε εκφραστεί στην Κρίνος Μαρκίδης (ανωτέρω) ότι δεν απαιτείται να καταδειχθούν ειδικές περιστάσεις. Επισημάνθηκε ότι η λύδια λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67). Στην Κτωρίδης (ανωτέρω) η απόφαση για την οποία ζητήθηκε άδεια εκτέλεσης είχε δοθεί στις 28.2.
- Στις 28.2.2000 οι εφεσείοντες καταχώρησαν με βάση τη Δ.40, Θ.8, αίτηση με κλήση με την οποία ζήτησαν άδεια εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. Στο μεσοδιάστημα εναντίον του εφεσίβλητου εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα μηνιαίων δόσεων Λ.Κ. 20 το
- Το 2005 εκδόθηκε ένταλμα είσπραξης του ποσού των Λ.Κ. 200 πλέον Λ.Κ. 42 ως χρηματική ποινή. Αναφέρεται επίσης ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι ζητούσαν χρόνο να τακτοποιήσουν το εξ αποφάσεως χρέος, αίτημα που έγινε δεκτό από τους εφεσείοντες αλλά και σε μέτρα που έλαβαν για εκποίηση ενυπόθηκων κτημάτων, διαδικασία που ήταν χρονοβόρα. Όλα τα πιο πάνω το εφετείο τα θεώρησε επαρκή αιτιολογία για την μη εκτέλεση της απόφασης και ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί το αίτημα για άδεια εκτέλεσης εναντίον συγκεκριμένου εναγομένου. Στην Ελένη Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 135 ο Ερωτοκρίτου, Δ. ανέφερε ότι το γεγονός ότι από την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση προέκυπτε ότι ο διάδικος εδικαιούτο σε εκτέλεση και ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν είχε ακόμη εξοφληθεί, παρά την πληρωμή κάποιων ποσών ικανοποιούσε τις απαιτήσεις τις Δ.40 Θ.
- Δεν συμφώνησε με το δικηγόρο της Αιτήτριας ότι θα έπρεπε να τεθούν ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου πρόσθετα στοιχεία που να εξειδικεύουν τα μέτρα εκτέλεσης που είχαν ληφθεί μέχρι τότε. Στην παρούσα περίπτωση στην σχετική ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 6.3.2014 για άδεια εκτέλεσης αναφέρεται ότι η απόφαση εκδόθηκε στις 8.1.2004 για το ποσό των €20.715,44 (Λ.Κ.12.124,21). Στις 31.3.2004 οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένταλμα κινητών εναντίον των Εναγομένων 2,3 και 4 το οποίο στην συνέχεια απέσυραν άνευ βλάβης. Προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους οι Ενάγοντες κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο το Μέμο με αρ. ΕΒ804/2008 επί της ακινήτου περιουσίας του Εναγομένου
- Την 18.3.2010 οι Ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης και στις 28.4.2010 καταχωρήθηκε ένταλμα κινητών εναντίον όλων των εναγομένων το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο σε σχέση με τον εναγόμενο 3 με την ένδειξη ότι εγκατέλειψε την δοθείσα διεύθυνση. Το ίδιο συνέβη και για τους εναγομένους 1 και 2 ενώ για τον Εναγόμενο 4 επεστράφη με την ένδειξη ότι στερείται κινητής περιουσίας. Περαιτέρω αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής. Πλήρωσαν δε κατά καιρούς διάφορα ποσά ενώ το οφειλόμενο ποσό κατά τις 6.3.2014 ήταν €45.
- Με βάση τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι η ένορκη δήλωση που συνόδευε τη αίτηση στη βάση της οποία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα, περιείχε τόσο την ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης όσο και το οφειλόμενο ποσό. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση ήτοι να καταδεικνύεται ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση, σημειώνω ότι αυτό που κατ' ουσία απαιτείται είναι να αναφερθεί αν υπάρχει αλλαγή στα μέρη ή μεταβίβαση συμφέροντος. Στην προκειμένη περίπτωση η αρχική απόφαση είχε εκδοθεί υπέρ του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λιμιτεδ που ήταν οι Ενάγοντες στην αγωγή. Στις 13.12.2005 υπήρξε μεταβίβαση όλων των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων από τους Ενάγοντες προς τους Αιτητές. Το γεγονός αυτό είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε προγενέστερη αίτηση ημερομηνίας 9.3.2010 με την οποία εξασφαλίστηκε δυνάμει της Δ.40 Θ.8 διάταγμα ημερομηνίας 30.3.2010 που επιτρέπει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης εναντίον των εξ αποφάσεως οφειλετών λόγω μεταβίβασης των εργασιών των Εναγόντων στου Αιτητές. Το διάταγμα εκείνο δεν αμφισβητείται ούτε και προσβάλλεται με την παρούσα. Επομένως οι Αιτητές έχουν καταδείξει ότι δικαιούνται σε εκτέλεση. Καθ' όσον αφορά την καθυστέρηση, επισημαίνω ότι πέραν της αναφοράς στα μέτρα που λήφθηκαν, γίνεται αναφορά και στο ότι οι ενάγοντες κατά παράκληση των εναγομένων κατά καιρούς παραχωρούσαν χρόνο στους εναγόμενους προς διευθέτηση του χρέους κάτι το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. Κτωρίδης ανωτέρω). Επίσης σημειώνω ότι η καταχώρηση εγγραφής δικαστικής απόφασης (memo) είναι μέτρο εκτέλεσης. Παραπέμπω σχετικά στο άρθρο 14
(1)(β) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Επομένως κρίνω ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές παρείχαν στον Δικαστήριο εξηγήσεις για τα μέτρα που λήφθηκαν προς εκτέλεση της απόφασης ως και για την καθυστέρηση και ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν συντρέχει λόγος για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 14.4.2014 στη βάση του ότι οι Αιτητές επέδειξαν αδράνεια να εκτελέσουν την απόφαση. Η ένορκη δήλωση περιλάμβανε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία και αιτιολογήθηκε η καθυστέρηση, αφού σε αυτή περιλαμβάνονταν στοιχεία που μπορούσαν να οδηγήσουν εύλογα το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Επισημαίνω ότι στην Κρίνος Μακρίδης (πιο πάνω) το Δικαστήριο που εκδικάζει αίτηση παραμερισμού στη βάση της Δ.48
(8)
(4)δεν ενεργεί ως Εφετείο ούτε και έχει την ευχέρεια να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα που προσβάλλεται, αλλά περιορίζεται στο να εξετάσει κατά πόσον καταδεικνύονται στοιχεία που να δικαιολογούν αντικειμενικά τον παραμερισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν παρουσιάστηκαν τέτοια στοιχεία από τον Εναγόμενο 3 - Αιτητή. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Αιτητής επικαλείται ότι δεν βρίσκεται στην ίδια θέση που βρισκόταν κατά το χρόνο που υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω με αναφορά και στη σχετική νομολογία πράγματι η λυδία λίθος είναι ο δυσμενής επηρεασμός του χρεώστη. Στην ΣΠΕ Κοντέας (ανωτέρω) έγινε παραπομπή στην υπόθεση Pater v. Singh
(2002)EWCA 1668) όπου λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Στην Κτωρίδης ανωτέρω υποδείχθηκε ότι στην Patel v. Singh όπως και σε άλλες αγγλικές αποφάσεις στις οποίες το Δικαστήριο αρνήθηκε να παράσχει αρωγή στον εξ αποφάσεως πιστωτή, επρόκειτο για περιπτώσεις όπου είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την υποβολή της αίτησης για άδεια εκτέλεσης και που δεν είχε καταβληθεί οποιαδήποτε προσπάθεια για την εκτέλεση της απόφασης για πολύ μεγάλη χρονική περίοδο. Το κρίσιμο κατά την άποψη μου ερώτημα είναι κατά πόσον η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος σε συνδυασμό με την αδράνεια του εξ αποφάσεως πιστωτή δικαιολογεί την δημιουργία πεποίθησης στον εξ αποφάσεως χρεώστη ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν σαφές από την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, ότι δεν είχε δοθεί εντύπωση στον Αιτητή, ότι το χρέος δεν θα απαιτείτο. Άλλωστε ούτε ο ίδιος αναφέρει ότι του λέχθηκε από του Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση ότι το χρέος δεν θα απαιτηθεί. Απεναντίας όπως ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση το 2010 υπήρξε επικοινωνία μεταξύ του ιδίου και των Αιτητών για πληρωμή και ζήτησε από την τράπεζα να γίνει διακανονισμός για πληρωμή του χρέους με μηνιαίες δόσεις κάτι το οποιο η Τράπεζα αρνήθηκε. Επίσης από το έτος 2008 υπάρχει εγγραγραμμένη επιβάρυνση επί ακινήτου του. Το ότι δημιουργήθηκε η πεποίθηση στον ίδιο ότι το χρέος δεν θα απαιτηθεί, δεν δικαιολογείται από τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Με μια απλή έρευνα και επίδειξη ενδιαφέροντος ο Εναγόμενος - Αιτητής θα διαπίστωνε ότι εκκρεμεί ακόμη η καταβολή του εξ αποφάσεως χρέους. Επομένως κρίνω ως ανεδαφικό το επιχείρημα περί δυσμενούς επηρεασμού λόγω ισχυριζόμενης αδράνειας της Τράπεζας. Τέλος πρέπει να αναφερθώ στο αίτημα του Εναγόμενου 3 - Αιτητή για καθορισμό του ποσού του χρέους που απορρέει από την απόφαση. Κατ' αρχήν παρατηρώ ότι στη νομική βάση της Αίτησης δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε δικονομική ή ουσιαστική διάταξη που να επιτρέπει την παροχή τέτοιας θεραπείας. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει επιτακτικά να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί όπως υπέδειξε η νομολογία, η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης. (βλ. Kouppa and another v. Vassiliadis
(1981)1 JSC 120). Στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων [1990] 1 ΑΑΔ 965 τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Στην υπόθεση Μιχαήλ Χριστάκης ν. Μιχαήλ Σκορδή,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1108 λέχθηκε ότι «Οι κανονισμοί επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση δεν ενεργοποιούσαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, μεμπτότητα η οποία θα δικαιολογούσε την απόρριψη της αίτησης χωρίς ο,τιδήποτε άλλο.» Έτσι και στην παρούσα περίπτωση η Αίτηση δεν στηρίζεται σε νομοθετική πρόνοια ή κανονισμούς που να ενεργοποιούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει ο καθορισμός του ύψους του οφειλόμενου ποσού δεν είναι ζήτημα το οποίο εξετάζεται στα πλαίσια παροχής άδειας για εκτέλεση της απόφασης ή σε αίτηση παραμερισμού τέτοιας άδειας. Σύμφωνα με την υπόθεση ΣΠΕ Κοντέας v. Μιχαήλ (πιο πάνω), στη σελ. 9, εάν ο καθ΄ού η αίτηση προβάλλει ότι ο ενάγοντας - αιτητής δεν απέδειξε το ύψος του οφειλόμενου ποσού αυτό δεν είναι εμπόδιο να εγκριθεί η αίτηση εφόσον ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να προβληθεί κατά την εκτέλεση της απόφασης. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. 1. Κρίνος Ζ. Μακρίδης κ.ά. (πιο πάνω), κρίθηκε ότι δεν πρέπει να απασχολεί το δικαστήριο που εξετάζει μια τέτοια αίτηση κατά πόσο το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί. Είναι ζήτημα που δεν αφορά άμεσα στην παραχώρηση άδειας εκτέλεσης μιας απόφασης. Καθώς εφόσον παραχωρηθεί άδεια εκτέλεσης μιας παλιάς απόφασης το ζήτημα του οφειλόμενου υπολοίπου είναι θέμα ορθού υπολογισμού. Εν όψει των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 3 - Αιτητή. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο