PROMOESPORT BASTER BCN SL ν. ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΟΜΟΝΟΙΑ» ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 974/13, 12/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A378 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 974/13 Μεταξύ: PROMOESPORT BASTER BCN SL, από Ισπανία Εναγόντων και ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΜΟΝΟΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 19.3.13 Μεταξύ: PROMOESPORT BASTER BCN SL, από Ισπανία Εναγόντων και ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΟΜΟΝΟΙΑ» ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένων Hμερομηνία: 12/10/15 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Σπανός Για Εναγομένη - Αιτήτρια: κα Α. Χριστοδουλίδου ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24.4.2015 ΓΙΑ ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ ΕΝΟΡΚΩΣ ΔΗΛΟΥΝΤΟΣ Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΕΧ ΤΕΜPORE) Η Ενάγουσα με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο (Δ.2 θ.1) που καταχωρήθηκε στις 5.2.2013 αξιώνει το ποσό των €260.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και /ή συμφωνιών και /ή ως συμφωνηθείσα και /ή εύλογη αμοιβή για υπηρεσίες προσφερθείσες και /ή παρασχεθείσες υπό της Ενάγουσας προς την Εναγομένη με την παράκληση της τελευταίας και/ ή την εντολή προς χρέος και /ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και /ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και /ή άλλως πως, καθώς επίσης και το ποσό των €8.895,37 δεδουλευμένους τόκους επί του ποσού των €270.000 για την περίοδο από 1.7.10 μέχρι την 7.4.
- Τέλος, τόκο προς 3,32% και /ή συμφωνηθέντες τόκους επί του ποσού των €260.000 από 8.4.2011 μέχρι τελείας εξόφλησης και διαζευκτικά νόμιμο τόκο και έξοδα. Δεν χρειάζεται τώρα να παραθέσω τις λεπτομέρειες και τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Η υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στη συνέχεια, στις 7.4.
- Με έναυσμα την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση καταχωρήθηκε η αίτηση ημερ. 10.7.2014 εκ μέρους της Ενάγουσας για διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων από αυτή καθώς και η διαγραφή /απόρριψη της ανταπαίτησης. Ακολούθησε η ένσταση της Εναγομένης στις 29.10.14 και αφού έγινε και άλλο διάβημα για το οποίο εκδόθηκε απόφαση στις 30.3.15, ακολούθησε η υπό κρίση αίτηση εκ μέρους της Εναγομένης ημερ. 24.4.15 με την οποία ζητείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την παρουσία της κας Άντριας Κουκούνη για αντεξέταση επί των παραγράφων 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης ημερ. 11.7.14 όπως αναγράφεται, λανθασμένα διότι είναι ημερ. 10.7.14 η ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. Παύλος Νικολαΐδης. Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.38 θ. 1, 2 και 3, Δ.39 θ. 1, 2 και 18, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9, στα άρθρα 23, 26, 28, 30
(1)
(2)και
(3), 33 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 4, 5 και 9 του Κεφ. 6 στα άρθρα 1, 2, 21, 29, 30 -
- 48-52, 54 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 1, 2, 3, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 29, 30 και 34 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στη νομολογία, στις αρχές του κοινοδικαίου και επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Με την ένσταση η οποία καταχωρήθηκε στις 30.6.2015 προβάλλονται οκτώ λόγοι ένστασης οι οποίοι καταγράφονται κατωτέρω:
- Δεν έχει καταδεχθεί ούτε έχει καν υποδειχθεί υπό των Αιτητών ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις ή συγκεκριμένοι λόγοι για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν συντρέχουν οι υπό της νομολογίας προβλεπόμενες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστή και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή ακόμα μια προσπάθεια των Αιτητών για πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης.
- Οι Αιτητές δεν συγκεκριμενοποιούν στην Αίτηση τα συγκεκριμένα θέματα και/ή σημεία επί των οποίων επιθυμούν να αντεξετάσουν.
- Η επιδιωκόμενη αντεξέταση είναι αχρείαστη, αφού το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2 και 3 της Ένορκης Δήλωσης της κας Κουκούνη είναι ξεκάθαρο και δεν χρειάζεται να διευκρινιστεί οποιοδήποτε ζήτημα.
- Η επιδιωκόμενη αντεξέταση δεν θα βοηθήσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο στην εκδίκαση της Αίτησης Διαγραφής παραγράφων της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης ημερ. 10.7.
- Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη αφού ζητείται άδεια για αντεξέταση επί ουσιαστικά όλων των ισχυρισμών της κας Κουκούνη που περιέχονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 της Ένορκης Δήλωσης της.
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού οι Αιτητές συνεχώς καταχωρούν Αιτήσεις, με πρόδηλο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και/ή της Αίτησης Διαγραφής παραγράφων της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης, αρνούμενοι να καταβάλουν τα έξοδα στα οποία καταδικάζονται κάθε φορά. Η ένσταση εδράζεται στη Δ.48 Θ.Θ. 1-4, 8 και 9, στη Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, καθώς και στις γενικές αρχές του Νόμου και της νομολογίας. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Λοϊζίδη, η οποία ουσιαστικά είναι η επέκταση με περισσότερες λεπτομέρειες των λόγων ένστασης. Με την αγόρευση της η κα Χριστοδουλίδου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, προβάλλοντας την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή, κατά την άποψη της, η προώθηση των θέσεων που προβάλλονται στην ένσταση της στην αίτηση ημερ. 10.7.14, μη παραλείποντας να αναφέρει σχετική νομολογία επί του θέματος. Από την άλλη ο συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση αφού διαγράφει τον σκελετό της αγόρευσης του και κάνει στη συνέχεια αναφορά στο ιστορικό των διαφόρων διαδικασιών που έλαβαν χώρα από τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής μέχρι σήμερα, τη νομική βάση της αίτησης, τις προϋποθέσεις έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος, εφαρμόζοντας τις στην υπό εξέταση υπόθεση, καταλήγει, με αναφορά σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς και σε αποσπάσματα από αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων, ότι θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Η Δ.48, θ.4
(2)προνοεί: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερ. 23.12.1999, αποσκοπούσε από τη μία την αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Η Δ.39 θ.1 προβλέπει τα ακόλουθα: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκη δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του δηλούντος για αντεξέταση.». Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της Δ.39 θ.1 και τη χρήση της λέξης, «μπορεί», το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, όπως σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, ασκείται δικαστικά, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ευχέρεια αυτή μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση του ίδιου του Καθ' ου η Αίτηση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 280, Annual Practice 1958 σελ. 865 και Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1660). Τα ζητήματα επί των οποίων μπορεί ένα Δικαστήριο να διατάξει να αντεξετασθεί ένας διάδικος θα πρέπει να είναι προκαθορισμένα και ορισμένα και να εξυπηρετούν τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Επομένως, η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ή όχι θα πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε διαδικασίας, στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση διαγραφής συγκεκριμένων παραγράφων της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επεκτείνονται σε κάθε θέμα που υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση ή σε σχέση με την αποδυνάμωση της αξιοπιστίας του ενός ή του άλλου διάδικου ή την ενίσχυση του. Η αντεξέταση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε θέματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος που αφορά και σχετίζεται κάθε φορά η υπό εξέταση αίτηση. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκτασή της σε μη ουσιώδη θέματα ή θέματα άσχετα με την εξέτασή της που άπτονται της ουσίας της κύριας διαφοράς των δύο πλευρών, ειδάλλως ελλοχεύει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατραπεί σε κύρια δίκη επί της ουσίας. Για να πετύχει μια αίτηση για αντεξέταση, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της είναι κατάλληλη και αναγκαία η αντεξέταση ενόρκως δηλούντος προς το σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε σχέση με την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Εναγόμενη ζητά όπως αντεξετάσει την κα Κουκούνη επί των παραγράφων 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης ημερ. 10.7.14 που έχουν ως ακολούθως: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Άντρια Κουκούνη, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι δικηγόρος και εργάζομαι στο δικηγορικό Γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, κ.κ. Μ. Π. Σπανός & Σία. Γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθ' ότι την χειρίζομαι προσωπικά μαζί με τον δικηγόρο κ. Πάρι Σπανό. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνω εξ όσων η ίδια γνωρίζω από τα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου και αφορούν την παρούσα υπόθεση και από πληροφορίες που έλαβα από τους ίδιους τους Ενάγοντες. Όπου δεν έχω προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρομαι, αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου.
- Όπως είναι εμφανές από τον τίτλο της αγωγής, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία με βάση την Ισπανία. Όλοι οι διευθυντές και εκπρόσωποι των Εναγόντων ευρίσκονται στο εξωτερικό και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προβαίνω εγώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση και όχι κάποιος άλλος εκπρόσωπος των Εναγόντων.
- Όπως εύκολα εξάγεται από μια απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης, η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων στηρίζεται σε 3 συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με υπηρεσίες που προσέφεραν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους επί τη βάσει των οποίων οι Εναγόμενοι εξασφάλισαν τις υπηρεσίες 3 ποδοσφαιριστών. Δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών, οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες συγκεκριμένα ποσά για τις υπηρεσίες που τους πρόσφεραν οι Ενάγοντες αλλά οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση των συμφωνιών, αρνήθηκαν να το πράξουν. Οι εν λόγω συμφωνίες επισυνάπτονται επί της παρούσης ως Τεκμήρια 1, 2 και 3». Δεν θα συμφωνήσω με τη δικηγόρο της Αιτήτριας ότι επειδή αμφισβητείται ότι η ενόρκως δηλούσα είναι εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση θα πρέπει αυτή να αντεξετασθεί ως προς τούτο, καθότι αν και αμφισβητεί αυτό το γεγονός, δεν στηρίζεται σε στοιχεία και δεν αναφέρει στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι όντως πιθανόν να είναι έτσι τα πράγματα. Απλή άρνηση αποτελεί μόνο αμφισβήτηση, που η όποια διαφορά επί τούτου, δεν θα πρέπει να μετατραπεί, με οποιοδήποτε τρόπο, σε αναγκαίο θέμα αντεξέτασης, εκδίδοντας το Δικαστήριο διάταγμα αντεξέτασης ως προς τούτο. Ως προς τη δεύτερη παράγραφο ότι δηλαδή δεν καταδείχθηκε γιατί στην ένορκη δήλωση προβαίνει η κα Κουκούνη και όχι κάποιος εκπρόσωπος ή Διευθυντής της Ενάγουσας, αναφέρονται τα ακόλουθα. Πράγματι στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Δημητρίου Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, επισημάνθηκε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να γίνεται από δικηγόρο και αναμένετο, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Μάλιστα στην Προσφυγή 104/05, Dulal v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 27.10.05, με μονομελή σύνθεση, η μη επεξήγηση γιατί η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο αν και θεωρήθηκε επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, εντούτοις εξετάστηκε η ουσία και απορρίφθηκε για άλλους λόγους. Ίδια ήταν η προσέγγιση, αν και δεν είχε το ίδιο αποτέλεσμα και στην Προσφυγή αρ. 869/05, Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 24.3.06, καθώς και στην Αίτηση της LI XIN
(2010)1 ΑΑΔ 743 από τον ίδιο Εφέτη, όπως και στην Προσφυγή αρ. 925/10, Hinfu Huang v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 20.8.10 με μονομελή σύνθεση, από άλλο εφέτη. Όμως η ορθή διάσταση της αρχής επί του θέματος τούτου διατυπώνεται στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rygolovlena κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 82, υπό τριμελή σύνθεση ως Εφετείο και στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερ. 13.6.13 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο ανέφερε τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολιτική ΄Εφεση 66/2011, ημερ. 28.5.2013).». Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση κάνει δικηγόρος, χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από διάδικο, να αποτελεί λόγο για αντεξέταση, κυρίως στην παρούσα περίπτωση όπου αναφέρεται ότι οι εκπρόσωποι της Ενάγουσας βρίσκονται στο εξωτερικό. Όσον αφορά την τρίτη παράγραφο, η αναφορά που γίνεται ότι η έκθεση απαίτησης ουσιαστικά βασίζεται σε τρεις συμφωνίες, και ότι η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλει στην Ενάγουσα συγκεκριμένα ποσά για τις υπηρεσίες που της προσέφερε, δεν βρίσκω κανένα λόγο γιατί πρέπει να γίνει αντεξέταση, αφού αυτό το θέμα αποτελεί ένα από τα κύρια θέματα της υπόθεσης της Ενάγουσας και η με οποιονδήποτε τρόπο αμφισβήτηση εκ μέρους της Εναγομένης τούτων θα αποτελέσει αντικείμενο της αγωγής. Η επίκληση του γεγονότος ότι ζητείται η διαγραφή παραγράφων της υπεράσπισης καθώς και η απόρριψη της ανταπαίτησης, είναι άσχετα με ότι τώρα εξετάζεται. Εκείνη η αίτηση, όταν θα έρθει η ώρα, θα εξετασθεί υπό το φως των δικών της γεγονότων και δεδομένων και δεν μπορεί υπό την υπόθεση ότι μπορεί να γίνει αποδεκτή να ζητείται η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Με όλα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει, έχοντας κατά νου τη νομολογία και πότε εκδίδεται ένα διάταγμα αντεξέτασης, το οποίο δεν δίνεται με ιδιαίτερη ευκολία αλλά απεναντίας, το Δικαστήριο πρέπει με φειδώ να εκδίδει τέτοια διατάγματα, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ μέρους της Αιτήτριας η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης ότε και θα είναι καταβλητέα. (Υπ.) ............ N. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΝΓ/ΘΗ/ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο