Habib Ur Rehman Noor Akbar ν. Μαγδαληνής Ελ Μούρσι, Αρ. Αγωγής: 1947/15, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A397 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1947/15 Μεταξύ: Habib Ur Rehman Noor Akbar Ενάγοντα και Μαγδαληνής Ελ Μούρσι Εναγομένης Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου, 2015. Αίτηση Ημερομηνίας 7.4.15 για Οριστικοποίηση/ Έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Η κ. Μ. Αγαθοκλέους, για Γεώργιος Παμπορίδης ΔΕΠΕ (Δ.Θ. 244). Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: Ο κ. Δ. Κακουλλής (Δ.Θ. 101). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απευθείας Από Την Έδρα) Με την παρούσα αίτηση του, ο ενάγοντας/αιτητής αιτείται την οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος στις 29.4.15 (ως το (Α) της επίδικης αίτησης), το οποίο αφορά στη δέσμευση του διαμερίσματος με αριθμό εγγραφής 0/6007, Φ/σχ.30/05Ε2, Τμήμα 7, Τεμάχιο επί 1853, στην οικοδομή Eurobuild I, Αριθμός Θύρας 401, στην οδό Τσερίου 142, στον Άγιο Βασίλειο (Στρόβολος, Λευκωσία), μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Το εν λόγω διαμέρισμα αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, σύμφωνα τουλάχιστον με το περιεχόμενο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος. Επιπροσθέτως, ο ενάγων/αιτητής επιθυμεί την έκδοση διατάγματος ως το (Β) της αίτησης, επιδιώκοντας την παγοποίηση όλων των λογαριασμών και καταθέσεων της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση σε τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο και στο εξωτερικό μέχρι του ποσού των €550.000,00 και τη δέσμευση οποιασδήποτε άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας εγγεγραμμένης στο όνομα της (ή περιουσίας που δύναται να εγγραφεί επ' ονόματι της), μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Η αίτηση - που βασίζεται (μεταξύ άλλων) στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4, 5, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 - συνοδεύεται από ένορκη δήλωση (και συμπληρωματική ένορκη δήλωση) του ενάγοντα/αιτητή όπου εξειδικεύονται και διασαφηνίζονται τα περί του αιτήματος, με παραπομπή και σε σειρά τεκμηρίων. Η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος αλλά και στην έκδοση του επιπρόσθετου διατάγματος (ως περιγράφεται στην παράγραφο (Β) της αίτησης). Οι λόγοι ένστασης, περιστρέφονται γύρω από ζητήματα αντικανονικότητας και παρατυπίας των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν το αίτημα, λανθασμένης νομικής βάσης του αιτήματος και απόκρυψης σημαντικών γεγονότων από μέρους του ενάγοντα/αιτητή σε σχέση με την υπόθεση. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης, των συνοδευτικών (και συμπληρωματικών) ενόρκων δηλώσεων και επισυνημμένων τεκμηρίων. Άκουσα με προσοχή τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, που εφοδίασαν μάλιστα το Δικαστήριο και με κείμενο της αγόρευσης τους, κάτι που συνέτεινε στην καλύτερη κατανόηση των θέσεων τους και παρέσχε τη δυνατότητα έκδοσης της παρούσας, απευθείας από την Έδρα. Ως θέμα λογικής τάξης επιβάλλεται, σε πρώτο στάδιο, απόφανση επί της προβαλλόμενης - εν είδει προδικαστικής ένστασης - αντικανονικότητας και ουσιώδους παρατυπίας των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση. Προέταξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης/καθ' ης η αίτηση, με παραπομπή (και) στην Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(B) ΑΑΔ 772, πως η διαδικασία μετάφρασης της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα/αιτητή από τα Αγγλικά στα Ελληνικά, πολύ είναι που απέχει από τα όσα καθόρισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπό αναφορά υπόθεση, εφόσον η ένορκη δήλωση του μεταφραστή που βεβαιώνει τη μετάφραση, δεν ενσωματώνει ως τεκμήριο είτε την πρωτότυπη ένορκη δήλωση του ομνύοντα είτε τη μετάφραση της. Επί του ζητήματος τούτου, η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα/αιτητή υποστήριξε πως η διαδικασία μετάφρασης που εν προκειμένω ακολουθήθηκε ήταν απολύτως θεμιτή και εντός των προβλεπόμενων προνοιών του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/88. Συγκλίνω με τις θέσεις της ευπαίδευτης δικηγόρου του ενάγοντα/αιτητή. Εξηγώ. Η διαδικασία μετάφρασης που επιλέχθηκε ήταν η ενδεδειγμένη και εντός της νομολογιακής τάξης. Δεν παρατηρείται καμιά βασική απόκλιση από τα όσα καθοδηγητικά (και μόνο), εξέφρασε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(B) ΑΑΔ 772. Έτσι κι αλλιώς, το σκεπτικό στην Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(B) ΑΑΔ 772, συζητήθηκε επί μιας παντελώς διαφορετικής βάσης και χωρίς αναφορά στον Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο 67/88, ο οποίος προβλέπει στο άρθρο 5
(1)και 5
(4)πως σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και ότι, για τους σκοπούς του υπό αναφορά άρθρου, ο όρος έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. Περιπλέον - και παραμένω εντός της ίδιας θεματολογίας - τα όσα έτυχαν εντρύφησης στην Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1(B) ΑΑΔ 772, αφορούσαν στη διασφάλιση από μέρους του Δικαστηρίου πως οι ισχυρισμοί του εκεί αιτητή περί παραβίασης των δικαιωμάτων του θα έπρεπε να διηθηθούν μέσα από την αναγκαιότητα διασφάλισης ότι τα λεχθέντα του θα υπόκειντο, αν παρίστατο ανάγκη, στις συνέπειες της όποιας ενδεχόμενης ψευδορκίας του, και όλα τούτα ασφαλώς, σε μια ιδιάζουσα διαδικασία έκδοσης προνομιακού εντάλματος habeas corpus. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένσταση της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση δεν αναπτύχθηκε επί αυτής της βάσης ούτε και υποδείχθηκε κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλους συνειρμούς. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση έγιναν από τον ενάγοντα/αιτητή για σκοπούς προώθησης των αστικών του δικαιωμάτων, κατά τρόπο μάλιστα που βρίσκει κάθετα αντίθετη την εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση η οποία, αποδίδοντας σε αυτόν αλλότρια κίνητρα και διάθεση, ποσώς ισχυρίζεται πως τούτα τα ελατήρια (και όσα τα συνοδεύουν), θα πρέπει να ιδωθούν ή να σταθμιστούν υπό το πρίσμα και τις περιστάσεις μιας ενδεχόμενης λανθασμένης ή ανακριβούς μετάφρασης των δηλώσεων του. Η (προδικαστική) ένσταση της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση, απορρίπτεται. Τα ίδια ισχύουν και για τα περί ανεπαρκούς νομικής βάσης της αίτησης, μια και αυτοδήλως θα έλεγα, οι νομοθετικές παραπομπές στο σώμα της αίτησης δεν αφήνουν περιθώριο για οποιαδήποτε άλλη κατάληξη. Είναι ορθές και επαρκείς για ό,τι εδώ απασχολεί. Επομένως, απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Ως προς τα υπόλοιπα (και σε σχέση με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60), αρκούμαι σε παραπομπή των όσων σχετικώς αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Αρτέμη, Π), στη Hellenic Bank Public Company Limited ν Alpha Panareti Public Limited, ΠΕ 145/11, ημ. 13.6.13: «. Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C.Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω κατάληξη, που βασίζεται μόνο στα δικόγραφα, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα έπρεπε κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στην υπόθεση Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 99: «Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μας υπήρχε το υλικό να θεμελιώσει και τις δύο προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc [1984] 1 All Ε.R.225, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση (serious question to be tried) θεωρείται «one for which there is some supporting material».Ο όρος είναι ο ίδιος και στο άρθρο 32». Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης». Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας». Με την πιο πάνω καθοδήγηση κατά νουν - όπως και εκείνη στην κλασική, πλέον, Odysseos v A Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557 - σημειώνω τα ακόλουθα. Πρώτο - και με δεδομένο πως στο στάδιο αυτό (όπως πολύ σωστά υπενθύμισε η κ. Αγαθοκλέους), το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά ευρήματα (με τρόπο ιδίως που να ενδέχεται να επηρεάσει την ομαλή εξέλιξη της υπόθεσης κατά την ακροαματική διαδικασία) - όλα όσα ανέφερε η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση, ποσώς δικαιολογούν (από μια πρώτη όψη των πραγμάτων), εκείνα που διατείνεται αναφορικώς με την αποδιδόμενη στον ενάγοντα/αιτητή ιδιοτελή συμπεριφορά. Αποτελούν εικασίες και σκέψεις, η αποδοχή των οποίων, ακόμη και σε αυτό το στάδιο, θα συνιστούσε αντινομία. Δεύτερο - και στο διά ταύτα - κρίνω πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (αλλά και από τις συναφείς πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στις οποίες παρέπεμψε η κ. Αγαθοκλέους), για οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Οι επισημάνσεις του κ. Κακουλλή ότι ο ενάγων/αιτητής, ως αλλοδαπό πρόσωπο, αποστερείται της δυνατότητας ενασχόλησης με ακίνητη περιουσία στην Κύπρο χωρίς την άδεια του Υπουργικού Συμβουλίου, αποτελούν ζήτημα που μόνο κατά την κυρίως αγωγή μπορεί να αποφασιστεί, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο ενάγων/αιτητής παρέχει προς τούτο κάποιες ευλογοφανείς εξηγήσεις ως προς τα διαβήματα που ακολούθησε και τις οδηγίες που έδωσε στους συνηγόρους του. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα οριστικοποιείται. Η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων - από την 29.4.15 - δέον όπως διατηρηθεί. Μολαταύτα, διαφωνώ ή μάλλον αποκλίνω, από τη θέση του ενάγοντα/αιτητή πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος, ως το (Β) της αίτησης. Η φύση του διατάγματος που επιζητείται να ικανοποιηθεί σε αυτό το στάδιο είναι τέτοια που απαιτεί ισχυρή προς τούτο μαρτυρία καθώς και πειστική και καλή πραγματική βάση που να δικαιολογεί την επιλογή. Αυτό, δεν ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση, ακόμη και αν προσεγγίσει κανείς την αιτούμενη θεραπεία (Β), μέσα από το πρίσμα της τροποποίησης (με τη μείωση του ανώτατου χρηματικού ποσού δέσμευσης), στην οποία προέβη η δικηγόρος του ενάγοντα/αιτητή κατά τις αγορεύσεις. Απέτυχε να καταδείξει ο ενάγων/αιτητής πώς είναι που η συνάρτηση μεταξύ του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και της δέσμευσης της ακίνητης περιουσίας που αφορά στην αγωγή δικαιολογεί, ολικώς ή μερικώς, την επιδίωξη του διατάγματος στην παράγραφο (Β) της αίτησης, η οποία καταπιάνεται, θυμίζω (γενικώς και αορίστως κατά την ταπεινή μου άποψη) και με την οποιαδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία του ενάγοντα/αιτητή στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Το αιτητικό (Β), δεν μπορεί να εγκριθεί υπό τις περιστάσεις. Το αιτητικό (Β), απορρίπτεται. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 29.4.15 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, οριστικοποιείται (ως συνετάχθη την 16.11.15). Τα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα/αιτητή και εναντίον της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση, μειωμένα όμως κατά το ½, ένεκα της απόρριψης του αιτητικού (Β). Τούτα, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης. Η αγωγή πρέπει να προχωρήσει τάχιστα, όπως εξάλλου επιβάλλεται να συμβαίνει με όλες τις υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον των Δικαστηρίων. Ως εκ τούτου - και σε πρώτο δικονομικό στάδιο - η Έκθεση Απαίτησης να καταχωρισθεί εντός 14 ημερών από σήμερα. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 3.11.15 και ώρα 9:00 πμ. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο