← Κύπρος

Χρύσανθου Σαββίδη κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς, Αρ. Αγωγής: 3596/2008, 27/11/2015

Χρύσανθου Σαββίδη κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς, Αρ. Αγωγής: 3596/2008, 27/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A515 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλος, προσ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3596/2008 Μεταξύ:

  1. Χρύσανθου Σαββίδη
  2. Χρίστου Σαββίδη } διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους
  3. Μάριου Σαββίδη } Χρύσανθου Σαββίδη Εναγόντων Και Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντες : κ. Χ. Χριστούδιας Για τον Εναγομένους: κ. Α. Ντορζής Α Π Ο Φ Α Σ Η Με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο οι Ενάγοντες ζητούν €27.100,00 για αποκατάσταση ζημιών που προκάλεσαν οι εναγόμενοι πάνω σε ακίνητη ιδιοκτησία τους κατά τη διαπλάτυνση δρόμου. Ζητούν επίσης αποζημίωση για τη λήψη λωρίδων γης από τα τεμάχια των εναγόντων αρ.2 (3.500,00 ευρώ) και 3 (1.540,00 ευρώ) που προέκυψαν από τη διαίρεση ενός τεμαχίου του ενάγοντος αρ. 1 και την ενσωμάτωση των εν λόγω λωρίδων γης , στο δρόμο και ή την εγγραφή τους σαν δρόμου, χωρίς τη συγκατάθεση τους και χωρίς απαλλοτρίωση. Ζητούν επίσης €854.30 ως αποζημίωση λόγω αποκοπής δρυών πάνω στην ακίνητη περιουσία τους καθώς και €341,72 ως αποζημίωση λόγω αποκοπής αμυγδαλόδενδρων. ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ Μέσα από τα δικόγραφα προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα ότι ο Ενάγοντας 1 είναι πατέρας των εναγόντων 2 και 3 και ήταν ιδιοκτήτης του τεμαχίου αρ. 432 Φ/Σ37/13,στην Κακοπετριά συνολικής έκτασης δύο στρεμμάτων. Κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς του πιο πάνω τεμαχίου του Ενάγοντα 1 υπήρχε εγγεγραμμένο μονοπάτι πλάτους περίπου 5 - 6 ποδών. Κατά ή περί το 1974, το πιο πάνω μονοπάτι διαπλατύνθηκε σε 12 περίπου πόδια, και προς τούτο δόθηκε και η συγκατάθεση του Ενάγοντα 1 στον τότε Κοινοτάρχη Κακοπετριάς και ή μέσω αυτού στο τότε Συμβούλιο Βελτιώσεως Κακοπετριάς. Η παραχωρηθείσα έκταση γης από το τεμάχιο του Ενάγοντα 1 αφαιρέθηκε από την έκταση που αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκησίας και σε αντικατάσταση του προαναφερθέντος τίτλου ιδιοκτησίας εκδόθηκε νέος τίτλος με αρ. τεμαχίου 432/1, Φ/Σ 37/13 στην Κακοπετριά δυνάμει εγγραφής με αριθμό 7233 ημερομηνίας 7.4.
  4. Κατά ή περί το 1994, ο Ενάγοντας 1 αφού εξασφάλισε άδεια διαχωρισμού του πιο πάνω τεμαχίου του, το διαχώρισε σε οικόπεδα. Προς τούτο εξεδόθησαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας υπ 'αρ. 7990 και 7991 ημερομηνίας 10.1.1994, για τα τεμάχια 912 και 913, αντίστοιχα, Φ/Σ 37/13,στην Κακοπετριά. ΑΝΤΙΚΡΟΥΟΜΕΝΕΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το αρχικό τεμάχιο ήταν αμπέλι με αμυγδαλιές ενώ αργότερα, φυτεύθηκαν και δρύες. Οι εναγόμενοι κατά ή περί το 1993 διαπλάτυναν (για δεύτερη φορά μετά την αρχική το 1974) το δρόμο κατά μήκος του τεμαχίου του ενάγοντα 1 από 12 πόδια σε 17 πόδια, αφού έλαβαν επιπρόσθετη λωρίδα γης από το τεμάχιο του ενάγοντα 1 χωρίς να προηγηθεί η συγκατάθεση του και/ή χωρίς απαλλοτρίωση. Το 1994 κατά το διαχωρισμό του αρχικού τεμαχίου στα δύο οικόπεδα που αναφέρθηκαν πιο πάνω ο Ενάγοντας 1 παραχώρησε από το διαχωρισθέν τεμάχιο του, επιπρόσθετη λωρίδα γης πέντε ποδών σαν ρυμοτομία. Ο δρόμος και τα νέα εν λόγω τεμάχια μετά την αφαίρεση των πέντε ποδών ρυμοτομίας απόκτησαν την τελική τους μορφή. Μετά τον πιο πάνω διαχωρισμό ο Ενάγοντας 1 μεταβίβασε το οικόπεδο με αρ. τεμαχίου 912, Φ/Σ 37/13 στην Κακοπετριά στον ενάγοντα 2, δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας με αρ.0/7990,ημερομηνίας 1.7.2003 και το οικόπεδο με αριθμό 913 Φ/Σ 37/13 στην Κακοπετριά στον ενάγοντα με 3, δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας με αρ.0/7991 ημερομηνίας 9.5.
  5. Κατά ή περί το 2004 οι εναγόμενοι χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων 2 και 3 και χωρίς απαλλοτρίωση επενέβησαν εκ νέου στα τεμάχια των τελευταίων με σκοπό την περαιτέρω διεύρυνση του δρόμου. Στο πλαίσιο των εργασιών αυτών απέκοψαν κάθετα το έδαφος των τεμαχίων καθ' όλο το μήκος τους με το δρόμο σε πλάτος 2 μέτρων περίπου και σε ύψος 4 μέτρων περίπου, αποκόπτοντας την πρόσβαση προς τα οικόπεδα και δημιουργώντας διαβρωτικές καταστάσεις για αυτά, επηρεάζοντας τη σταθερότητα, ασφάλεια και κατάλληλη αξιοποίηση τους. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι απέκοψαν και ή ξερίζωσαν τους υφιστάμενους δρύες και αμυγδαλόδενδρα που υφίσταντο πάνω στο τεμάχιο, Οι Ενάγοντες με Αιτήσεις τους προς το Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με Αρ.ΑΧ72Ι/06 και ΑΧ 722/06 ημερομηνίας 27/2/2006, ζήτησαν επίλυση συνοριακής διαφοράς, δυνάμει του άρθρου 58

(3)του Κεφ.
  1. Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μετά από επιτόπια εξέταση διαπίστωσε ότι λωρίδα γης από αμφότερα τα τεμάχια η οποία είναι ενσωματωμένη στο δρόμο, ανήκει όντως στα τεμάχια των εναγόντων. Για την εν λόγω απόφαση του, ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ενημέρωσε τους ενάγοντες με επιστολές του με αριθμούς ΑΧ721/06 και ΑΧ 722/06,ημερομηνίας 30.1.2007 Για να αποκατασταθεί η πρόσβαση προς τα τεμάχια που αποκόπηκε λόγω της επέμβασης και για να διασφαλιστεί η σταθερότητα και ασφάλεια των τεμαχίων και να μπορούν να αξιοποιηθούν οικιστικά, δεδομένου ότι είναι οικόπεδα είναι αναγκαίο να κατασκευαστεί τοίχος αντιστήριξης κατά μήκος των τεμαχίων σε σύνορο με το δρόμο, σε ύψος 4 μέτρων περίπου και προς τούτο απαιτείται το ποσό των €27.100,
  2. Αν δεν γινόταν η επέμβαση στα τεμάχια των εναγόντων, τότε δε θα ήταν αναγκαίο να κατασκευαστεί τοίχος. Η αξία των αμυγδαλιών που αποκόπηκαν ανέρχεται σε €341,72 ενώ η αξία των τριών δρυών ανέρχεται σε €854,
  3. Συνεπεία της παράνομης επέμβασης οι Ενάγοντες απώλεσαν λωρίδα γης η αξία της οποίας ανέρχεται σε €5.040,00 Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν μπορεί να εκδικασθεί καθ' ότι εμποδίζεται από δεδικασμένο λόγω της προγενέστερης καταχώρησης των αγωγών αγωγής αρ. 204/2005 και αρ. 10657/
  4. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε προέβηκαν σε οποιαδήποτε παρανομία η παρατυπία. Αρνούνται την λήψη οποιασδήποτε λωρίδας γης που ανήκει στον Ενάγοντα 1 και ισχυρίζονται ότι η διεύρυνση έγινε νομότυπα χωρίς να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση ή ζημιά στα κτήματα και δέντρα των εναγόντων. Σε σχέση με τα ισχυριζόμενα έξοδα αποκατάστασης της επέμβασης αναφέρουν ότι είναι υπερβολικά και/ή αχρείαστα και η αξία της λωρίδας γης που κατ' ισχυρισμό καταλήφθηκε είναι μηδαμινής αξίας και δεν είναι δίκαιο να γίνει οποιασδήποτε τοίχος αντιστήριξης και/ή οι οποιεσδήποτε ζημιές ήθελε αποδεικτέι ότι υπάρχουν στα κτήματα των εναγόντων δεν οφείλονται στους ενάγοντες. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ουδέποτε απέκοψαν οποιονδήποτε δένδρο και/ή εάν ήθελε αποδειχτεί ότι απέκοψαν οποιαδήποτε δέντρα ισχυρίζονται ότι οι αξιούμενες αποζημιώσεις είναι υπερβολικές. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι και εάν ακόμη ήθελε γίνει αποδεκτό ότι υπάρχει επέμβαση στο κτήμα των εναγόντων, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αποζημιωθούν την ισχυριζόμενη αξία της λωρίδας του ειρημένου κτήματος η εν πάση περιπτώσει η απαίτηση είναι υπερβολική. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν 7 μάρτυρες. Η πλευρά των Εναγομένων δεν προσκόμισε μαρτυρία και περιορίστηκε σε αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων. Πιο κάτω παραθέτω όσο το δυνατόν πληρέστερα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα και παράλληλα εξηγώ τους λόγους για τους οποίους η μαρτυρία εκάστου γίνεται πιστευτή εξ ολοκλήρου ή μερικώς ή καθόλου. Ο M.E. 1 Ελευθέριος Μαύρος είναι γραφέας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Επαρχίας Λευκωσίας. Στα καθήκοντα του εντάσσονται θέματα αναγκαστικών διαχωρισμών και διανομής ακινήτων. Τηρεί επίσης το μητρώο καταγραφής ιδιοκτησιών στο χωρίο Κακοπετριάς της Επαρχίας Λευκωσίας. Κατέθεσε στο Δικαστήριο πιστά αντίγραφα δύο τίτλων ιδιοκτησίας. Το Τεκμήριο 1 αφορά τίτλο ιδιοκτησίας υπ 'αρ. 7990 σε σχέση με το τεμάχιο με αρ. 912, Φ/Σ 37/13 στην Κακοπετριά το οποίο στις 3.6.2003 μεταβιβάστηκε από τον Ενάγοντα 1 στον ενάγοντα
  1. Το Τεκμήριο 2 είναι τίτλος ιδιοκτησίας υπ' αρ 7991,για το τεμάχιο 913 ,Φ/Σ 37/13,στην Κακοπετριά το οποίο στις 22.4.2003 μεταβιβάστηκε από τον Ενάγοντα 1 στον ενάγοντα
  2. Ο Μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε εκτεταμένα. Μου έκανε θετική εντύπωση. Ήταν σαφής και κατανοητός και τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο υποστηρίζονται και από τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς αποδέχομαι στο σύνολο της την μαρτυρία του. Η Μ.Ε. 2 Αικατερίνη Δημητρίου είναι χωρομέτρης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και σήμερα ασχολείται με τον έλεγχο διαφόρων χωρομετρικών εργασιών. Ανέφερε ότι σε σχέση με τα τεμάχια 912 και 913 Φ/Σ 37/13 στην Κακοπετριά υποβλήθηκε η Αίτηση ΑΧ721/2006 και η Αίτηση ΑΧ722/2006 για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Διεξήγαγε χωρομετρική εργασία στις 20.10.2006 η οποία απέδειξε ότι μέρος του δρόμου επεμβαίνει στα τεμάχια των ιδιοκτητών. Κατά την επιτόπια χωρομετρική εργασία, εκτός από την ίδια, ήταν παρόντες ο κ. Ελευθέριος Μαύρος, ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Αιτητών και ο βοηθός Επαρχιακός Επόπτης. Ανέφερε ότι κατά την επιτόπια εξέταση τα δύο ακίνητα φαίνονταν λαξευμένα στο σημείο που εφάπτονταν με το δρόμο. Υπέδειξε την θέση των οροσήμων ανάμεσα στα τεμάχια 912 και 913 αφενός και του δρόμου του Φύλλου/Σχεδίου 37/13 στην Κακοπετριά. Μετά την επιτόπια εξέταση ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αποφάσισε ότι υπάρχει επέμβαση στα ακίνητα των Εναγόντων 2 και
  3. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 τις σχετικές αποφάσεις του Διευθυντή οι οποίες δεν εφεσιβλήθηκαν. Το Τεκμήριο 3 φέρει τίτλο «Ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 58
(3)» και απευθύνεται στον Χρίστο Σαββίδη, Ενάγοντα 2 και αφορά το τεμάχιο
  1. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού διεξήχθηκε επιτόπια εξέταση στις 20.10.2006 για επίλυση συνοριακής διαφοράς αφού στάληκαν οι υπό του άρθρου 58 προβλεπόμενες ειδοποιήσεις. Κατά την χωρομετρική εργασία τοποθετήθηκαν προσωρινά ορόσημα μεταξύ του τεμαχίου 912 και του δρόμου του Φύλλου/Σχεδίου 37/
  2. Η διεξαχθείσα εργασία ελέγχθηκε από Λειτουργό Χαρτογραφήσεων και διαπιστώθηκε ως απόλυτα ορθή και έτσι ο Διευθυντής ειδοποιεί τον Εναγόμενο 2 ότι η εγγεγραμμένη θέση του δημόσιου δρόμου στο σημείο που εφάπτεται με το τεμάχιο 912 είναι όπως φαίνεται με διπλή διακεκομμένη μαύρη γραμμή και η λωρίδα γής που φαίνεται χρωματισμένη με κόκκινο χρώμα στο ίδιο σχεδιάγραμμα αποτελεί μέρος του τεμαχίου
  3. Η εν λόγω ειδοποίηση φαίνεται ότι κοινοποιήθηκε στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών για το Υπουργικό Συμβούλιο και στον Έπαρχο Λευκωσίας αλλά όχι στους Εναγομένους. Όμοιο περιεχόμενο με το τεκμήριο 3 έχει και το τεκμήριο 4 σε σχέση με το τεμάχιο 913 ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 3 προς τον οποίο και απευθύνεται η επιστολή. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του δρόμου που εφάπτεται των ακινήτων των Εναγόντων ούτε ήταν σε θέση να απαντήσει ποιοι ειδοποιούνται σχετικά με την διαδικασία επίλυσης συνοριακής διαφοράς. Εξ όσων γνωρίζει ειδοποιείται ο Έπαρχος. Της υποβλήθηκε ότι για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς καλούνται οι ιδιοκτήτες μόνο και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την διαδικασία που ακολουθείται όσον αφορά την ενημέρωση. Αρμόδιος είναι ο κτηματολόγος και όχι η ίδια ως χωρομέτρης. Η εν λόγω μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Σημειώνω ότι δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με την αλήθεια των όσων ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της και ειδικότερα ότι μέρος του δρόμου επεμβαίνει στα τεμάχια των Εναγόντων 2 και 3 κάτι το οποίο διαπίστωσε μετά από επιτόπια έρευνα. Παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας της παρέχει την διακριτική ευχέρεια στον Δικαστήριο να αποδεκτεί την θέσης της. (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Γενικά ήταν σαφής και κατατοπιστική σε όσα εμπίπτουν στην δική της γνώση και ως εκ τούτου και δεδομένου ότι δεν αντεξετάστηκε σε ουσιαστικές πτυχές της μαρτυρίας της αποδέχομαι ως αληθή όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι γνωρίζει. Ο Μ.Ε. 3 Χρύσανθος Σαββίδης είναι ο Ενάγοντας 1 και πατέρας των εναγόντων 2 και 3 τους οποίους εκπροσωπεί δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Ανέφερε ότι από 2.12.1966 ήταν ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 432,Φ/Σ 37/13,στο χωριό Κακοπετριά εκτάσεως 2 στρεμμάτων. Στο εν λόγω ακίνητο υπήρχε αμπέλι, αθασιές και τρεις δρύες, μεγάλης ηλικίας. Κατά μήκος της βορειοδυτικής πλευράς του υπήρχε εγγεγραμμένο μονοπάτι, πλάτους 5 περίπου ποδών. Το 1974, κατόπιν συγκατάθεσης του, το Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς, διαπλάτυνε το προαναφερθέν μονοπάτι σε δρόμο πλάτους περίπου 12 ποδών παίρνοντας από το τεμάχιο του 4200 τ.π, με αποτέλεσμα η έκταση του τεμαχίου από 2 στρέμματα να μείνει 1 στρέμμα, 2 προστάθια και 3200 τ.π. Συνεπεία τούτου εκδόθηκε νέος τίτλος ιδιοκτησίας με αριθμό τεμαχίου 432/1,Φ/Σ 37/13. Το 1993, το Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς επενέβηκε εκ νέου στο τεμάχιο του και έλαβε επιπρόσθετη λωρίδα γης, που ενσωματώθηκε στον πιο πάνω δρόμο, που διαπλατύνθηκε από 12 πόδια σε 17 πόδια πλάτος. Το 1994 κατόπιν εξασφάλισης των νενομισμένων αδειών από τις αρμόδιες αρχές, διαχώρισε το τεμάχιο τπ,στην Κακοπετριά σε τρία οικόπεδα. Οι εν λόγω άδειες διαχωρισμού έθεταν ως όρο την παραχώρηση επιπρόσθετης λωρίδας γης πλάτους 5 ποδών σαν ρυμοτομία για τη διαπλάτυνση του πιο πάνω δρόμου. Μετά το διαχωρισμό του τεμαχίου, εκδόθηκαν τρεις νέοι τίτλοι ιδιοκτησίας με αριθμούς τεμαχίων 912 και 913 και 914, Φ/Σ 37/13,στην Κακοπετριά. Το οικόπεδο με αριθμό 914 στην Κακοπετριά, το πώλησε ενώ τα οικόπεδα με αριθμούς τεμαχίων 912 και 913 ενεγράφησαν αρχικά επ' ονόματι του και στη συνέχεια τα μεταβίβασε στα παιδιά του Ενάγοντες 2 και 3 αντίστοιχα. Κατά ή περί το 2004, οι Εναγόμενοι, επενέβησαν εκ νέου κατά μήκος των οικοπέδων των παιδιών του, Εναγόντων 2 και 3 και έλαβαν λωρίδα γης από αυτά σε βάθος μέχρι 2 μέτρα καθ' όλο το μήκος τους και ενσωμάτωσαν αυτή στον ίδιο πιο πάνω δρόμο για την περαιτέρω διαπλάτυνση του χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγόντων 2 και 3 και χωρίς απαλλοτρίωση της ληφθείσης λωρίδας γης. Για το σκοπό αυτό απέκοψαν κάθετα το έδαφος των οικοπέδων σ' ένα ύψος 4 μέτρων, αποκόπτοντας τη πρόσβαση προς τα οικόπεδα και δημιουργώντας διαβρωτικές καταστάσεις που επηρεάζουν τη σταθερότητα και κατάλληλη αξιοποίηση τους. Πριν την εν λόγω επέμβαση, τα οικόπεδα ήταν ομαλά επικλινή προς το δρόμο και είχαν κατάλληλη πρόσβαση. Ήταν η θέση του ότι για να μπορέσουν να αξιοποιηθούν τα οικόπεδα, πρέπει οπωσδήποτε να κατασκευαστεί καθ' όλο το μήκος και σε ανάλογο ύψος τοίχος αντιστήριξης. Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ξερίζωσαν το αμπέλι, τις αθασιές και τους τρείς δρύες από τα οικόπεδα και απεκόμισαν και τη ξυλεία. Για την αποκοπή αυτή κατήγγειλε την υπόθεση στο Τμήμα Δασών και στην Τοπική Αστυνομία, και επειδή οι δρύες είναι προστατευόμενο δένδρο το Τμήμα Δασών δίωξε ποινικά του Εναγόμενους και τον τρακτοδηγό οι οποίοι καταδικάστηκαν από το Δικαστήριο. Για τις εν λόγω αξιώσεις των Εναγόντων κινήθηκε εναντίον του Εναγόμενου Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς η αγωγή με αριθμό 204/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία κατόπιν κοινής δήλωσης εκ μέρους των Εναγόντων και εκ μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου, αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Η απόσυρση της Υπόθεσης έγινε, όπως είπε, κατόπιν υπόδειξης του Δικαστηρίου ότι ενώπιον του δεν υπήρχε απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δυνάμει του άρθρου 58
(3)του Κεφ.
  1. Εν τω μεταξύ κατά τη 27.2.2006 υποβλήθηκαν αιτήσεις στο Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αριθμούς ΑΧ721/06 και ΑΧ722/06 για επιτόπια εξέταση για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Πράγματι το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας διευθέτησε και έγινε επιτόπια εξέταση από χωρομέτρη στις 20.10.
  2. Ανέφερε ότι παρόντες κατά την επιτόπια εξέταση και την τοποθέτηση των ορόσημων ήταν ο ίδιος, ο Γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς, ο κος Χριστάκης Κλεάνθους, τεχνικός, εκ μέρους των εναγόντων και Αστυνομία. Ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με επιστολές του, αποφάσισε ότι οι λωρίδες γης που φαίνονται με κόκκινο χρώμα στα χωρομετρικά σχέδια ,αποτελεί μέρος των τεμαχίων τους. Εναντίον των αποφάσεων δεν ασκήθηκαν εφέσεις. Περαιτέρω ανατέθηκε σε ιδιώτη χωρομέτρη εκτιμητή, όπως προβεί σε επιτόπια εξέταση και να ετοιμάσει σχετική έκθεση και εκτίμηση των ζημιών που προκλήθηκαν στην ιδιοκτησία των Εναγόντων 2 και 3, σαν αποτέλεσμα της επέμβασης. Επίσης ανατέθηκε σε ιδιώτη τεχνικό να ετοιμάσει σχέδιο και εκτίμηση για το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης για την αποκατάσταση των οικοπέδων με την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης. Σήμερα είναι πολύ χειρότερη η κατάσταση καθότι υπάρχει συνεχής διάβρωση εφόσον τα οικόπεδα είναι αποκομμένα κάθετα και υποχωρούν προς τον δρόμο. Μάλιστα δε με τις τελευταίες βροχές κατέπεσε μεγάλος όγκος χώματος. Κάποιες φορές πλήρωσε ο ίδιος τρακτοδηγό για να καθαρίσει τον δρόμο. Σήμερα είναι αδύνατη η πρόσβαση στα ακίνητα και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αν δεν κατασκευαστεί τοίχος αντιστήριξης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την επιδιόρθωση του δρόμου αναλαμβάνει το Κοινοτικό Συμβούλιο. Πρόκειται όπως τον χαρακτήρισε για δημόσιο δρόμο τον οποίο χρησιμοποιεί ολόκληρη η κοινότητα. Του ζητήθηκε και αναγνώρισε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αρ. 204/2005 Ε.Δ. Λευκωσίας το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Επίσης αναγνώρισε το κλητήριο Ένταλμα της αγωγής αρ.10657/2007 Ε.Δ. Λευκωσίας το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Στην συνέχεια ανάφερε ότι κάθε φορά που άλλαζε Κοινοτικό Συμβούλιο γινόταν επέμβαση στο ακίνητο του. Θεωρεί ότι το εκάστοτε Κοινοτικό Συμβούλιο το έκανε αυτό προκειμένου να «δείξει» ότι επιτελούσε έργο. Δεν γνωρίζει αν ο δρόμος είναι εγγεγραμμένος ως ιδιοκτησία του Κοινοτικού Συμβουλίου αλλά υποστήριξε ότι αυτός κατασκευάστηκε και ασφαλτοστρώθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Ο εν λόγω μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Προσέγγισα την μαρτυρία του με προσοχή γιατί είναι ο Ενάγοντας 1 και πατέρας των Εναγόντων 2 και 3 και εξ αντικειμένου έχει προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Δεν διαπίστωσα όμως οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητός στα όσα ανέφερε. Ήταν καθόλα ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή διασταγμό στις απαντήσεις του. Δεν προσπάθησε να πείσει ότι ο δρόμος είναι ιδιοκτησία του Κοινοτικού Συμβουλίου αλλά ήταν σταθερός και κατηγορηματικός ότι αυτός κατασκευάστηκε και ασφαλτοστρώθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Υπάρχει αντίφαση σε σχέση με το ποιοι ήταν παρόντες κατά την επίτόπια εξέταση με αυτά που ανέφερε η Αικατερίνη Δημητηρίου (Μ.Ε.2). Θεωρώ ότι οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση των Εναγόντων. Εξάλλου η νομολογία δέχεται ότι οι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Οράτη - ν - Παστού
(2000)1 ΑΑΔ 1787). Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ιδομένη σφαιρικά είναι καθόλα αξιόπιστη και οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις κρίνω ότι δεν μπορούν να την πλήξουν. Με άλλα λόγια δεν είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία του στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της. Συνυπολογίζεται επίσης και το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή. Εν όψει των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Ο ΜΕ. 4, Τιμόθεος Ζάγκουλος κατοικεί στην Κακοπετριά εδώ και 46 χρόνια. Ήταν ο μοναδικός που είχε μηχανήματα εκσκαφής στην Κακοπετρία και όταν είχε δουλειές το Κοινοτικό Συμβούλιο μεταξύ των οποίων και διαπλάτυνση δρόμων τις ανέθετε σε αυτόν. Γνωρίζει την οικογένεια Χρυσάνθου Σαββίδη. Είχε πάει παλαιότερα σε κάποια οικόπεδα αυτών και έκαμε αναβαθμίδες όπου φύτεψε δέντρα ο κύριος Σαββίδης. Μετά από αυτό και πριν περίπου 10 χρόνια, τον κάλεσε το Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς για να γίνει η διαπλάτυνση στους δρόμους καθότι ο δρόμος εκεί ήταν στενός και μετά δυσκολίας μπορούσαν να περάσουν δύο αυτοκίνητα όταν έρχονταν από την αντίθετη πλευρά. Το συμβούλιο του έβαλε σημάδι να γίνει διαπλάτυνση του δρόμου προς το χωράφι του κυρίου Σαββίδη, πλάτους περίπου ένα μέτρο σε όλο το μήκος της πρόσοψης και ύψους περίπου 8 πόδια στην αριστερή πλευρά της πρόσοψης. Το ύψος μειώθηκε στα 3 πόδια στην άλλη πλευρά της πρόσοψης. Συμφώνησε για αυτή την εργασία με το συμβούλιο της Κακοπετριάς, συγκεκριμένα με τον κοινοτάρχη και το δημοτικό συμβούλιο οι οποίοι τον πλήρωσαν για την εργασία του. Τότε κοινοτάρχης ήταν ο Αντρέας Περατικός. Ο δρόμος ο οποίος διαπλατύνθηκε οδηγεί προς το κοιμητήριο του χωριού και μετά καταλήγει σε δασικό δρόμο. Υπήρχαν δύο δρύες τους οποίους ξερίζωσαν διότι ήταν πάνω στην όχθη όπου έγινε η διαπλάτυνση. Σήμερα αυτό το μέρος που έχει αποκόψει χρησιμοποιείται ως δρόμος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πιθανόν να έχει ακόμα διπλότυπα αποδείξεων που εξέδωσε όταν πληρώθηκε για την πιο πάνω εργασία τα οποία εάν του ζητηθεί θα ψάξει να τα βρει. Σε ερώτηση εάν πληρώθηκε από τον Έπαρχο ανέφερε ότι δεν θυμάται αλλά, νομίζει είναι από το Συμβούλιο της Κακοπετριάς. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει για όλα τα οικόπεδα που έχει ο κύριος Σαββίδης και η οικογένεια του στη συγκεκριμένη περιοχή. Εκτέλεσε την εργασία διαπλάτυνσης του δρόμου, χωρίς να λάβει την έγκριση των εναγόντων αλλά ακολουθώντας τις οδηγίες του Κοινοτικού Συμβουλίου. Τέλος ανέφερε ότι γνωρίζει ποια οικόπεδα αφορά η παρούσα αγωγή αλλά δεν έχει κτηματολογικά στοιχεία για αυτά. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν επεξηγηματικός και σαφής σε σχέση με την εργασία που κλήθηκε να κάνει στα επίδικα τεμάχια. Σε γενικές γραμμές μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας αν και σε κάποια σημεία παρουσίαζε ασθενή μνήμη η οποία όμως δικαιολογείται από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Η παρέλευση 11 σχεδόν ετών από την εργασία που κλήθηκε να διεκπαιρεώσει δικαιολογεί κάποιες μικρές ασάφειες οι οποίες δεν είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία του στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της. Ο μάρτυρας έδωσε θετική και αξιόπιστη μαρτυρία ότι είναι με το Κοινοτικό Συμβούλιο που είχε δοσοληψίες σε διάφορα θέματα και όχι μόνο σε σχέση με την εργασία που διεκπεραίωσε στα τεμάχια των Εναγόντων 2 και
  1. Το αν πληρώθηκε η όχι από το Κοινοτικό Συμβούλιο σε σχέση με την διεκπεραιωθείσα εργασία είναι μεν σχετικό αλλά δεν είναι το κρίσιμο στοιχείο για την παρούσα υπόθεση. Στο κρίσιμο θέμα σε σχέση με το από που έλαβε οδηγίες για να προβεί στην διαπλάτυνση ήταν σαφής και κατηγορηματικός. Επομένως αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο ΜΕ. 5 Αντρέας Χριστοφή κατέθεσε ότι είναι πολιτικός μηχανικός, εγγεγραμμένος από το έτος 1980, αρχικά στο Συμβούλιο Εγγραφής Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου και μεταγενέστερα στο ΕΤΕΚ. Εχει άδεια να προβαίνει σε ετοιμασία και υπογραφή αρχιτεκτονικών σχεδίων για όλες τις κατηγορίες οικοδομών και να προβαίνει στην επίβλεψη των οικοδομών αυτών και να ετοιμάζει κοστολόγια για την απαιτούμενη δαπάνη κάθε μέρους ή ολόκληρης της οικοδομής. Είναι κάτοχος διπλώματος στο Κλάδο Πολιτικής Μηχανικής από το Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Κύπρου και πτυχίου (Bachelor) Πολιτικού Μηχανικού από το City University Λονδίνου. Εργάστηκε σαν Μηχανικός Εργοταξίου στις Αραβικές χώρες κατά τα έτη 1980 - 1983 και κατά το 1984 Βάσεις Ακρωτηρίου επιβλέποντας εργοτάξιο. Κατά το έτος 1985,εργάστηκε σε εταιρεία με καθήκοντα ετοιμασίας στατικών μελετών οικοδομών. Από το έτος 1986 διατηρεί δικό του γραφείο σαν πολιτικός μηχανικός και εκτελεί τις εργασίες σχετικές με ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων, ετοιμασία στατικών μελετών, επιβλέψεις οικοδομών και ετοιμασία διατακτικών πληρωμής και κοστολόγηση εργασιών. Λόγω της εν λόγω ειδικότητας, της μόρφωσης και της πείρας του γνωρίζει χωρομετρία και επίσης να προβαίνει σε εκτιμήσεις για τις οικοδομές, περιλαμβανόμενου του απαιτούμενου κόστους της οικοδομής όσον αφορά το καλούπι, το σίδερο, το μπετόν και τα συναφή εργατικά ως και χωματουργικά. Επίσης είναι σε θέση και έχει την ικανότητα να υπολογίζει επακριβώς τα εμβαδά, τον όγκο και τα υψόμετρα οικοδομών. Γνωρίζει πολύ καλά τα οικόπεδα των Εναγόντων για τα οποία έχει καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή, τα οποία επισκέφθηκε επί τόπου κατά τη 14.1.2012 αφού του ανατέθηκε από τους Ενάγοντες να τα επιθεωρήσει για να εκτιμήσει την απαιτούμενη δαπάνη για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης κατά μήκος τους. Τον είχε ενημερώσει ο Ενάγοντας 1 ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς επενέβη στα τεμάχια με αριθμούς τεμαχίων 912,913,Φ/Σ 37/13, στην Κακοπετριά και οικειοποιήθηκε λωρίδα γης κατά μήκος αυτών για περαιτέρω διαπλάτυνση του δρόμου αποκόπτοντας κάθετα το έδαφος τους. Ο Ενάγοντας 1 του ανέφερε περαιτέρω, για την τοποθέτηση οροσήμων από το Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στα εν λόγω οικόπεδα σε σχέση με το δρόμο. Κατά την επιτόπια εξέταση που έκαμε στις 14.1.2012 διαπίστωσε ότι τα οικόπεδα των Εναγόντων αρ. 2 και 3, ήταν αποκομμένα κάθετα καθ' όλο το μήκος τους σε βάθος από μηδέν έως 2 μέτρα περίπου, και σ' ένα ύψος από 1.70 μ. έως 3.50 μ. περίπου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η υφιστάμενη κατάσταση χειροτερεύει λόγω βροχών και κατολισθήσεων του εδάφους εξαιτίας μη κατασκευής τοίχου αντιστήριξης. Παρατήρησε επίσης ότι η πρόσβαση προς τα οικόπεδα αποκόπηκε πλήρως και το έδαφος μετά την αποκοπή παρουσιάζει διαβρωτικές τάσεις. Ως διαμορφώθηκε η κατάσταση μετά την επέμβαση, η κατάλληλη αξιοποίηση των οικοπέδων κατέστη αδύνατη. Για να καταστούν τα οικόπεδα προσπελάσιμα προς το δρόμο και από το δρόμο προς τα οικόπεδα και για την κατάλληλη αξιοποίηση τους, επιβάλλεται η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης καθ' όλο το μήκος των οικοπέδων και ράμπας. Ο Ενάγοντας 1, του έδωσε αντίγραφο των αποφάσεων του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με οδηγίες να προβεί σε ετοιμασία σχεδίου και εκτίμησης, όσο αφορά την απαιτούμενη δαπάνη για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης κατά μήκος των οικοπέδων με σκοπό τη στήριξη τους, αλλά και την αποκατάσταση της καταστραφείσας πρόσβασης προς αυτά. Κατά την επιτόπια επίσκεψη στα οικόπεδα των Εναγόντων αρ.2 και 3 και αφού έλαβε τα υψόμετρα, ετοίμασε σχέδιο και εκτίμηση για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης κατά μήκος των οικοπέδων, σε σχέση με το δρόμο με σκοπό τη στήριξη και προστασία τους από τις συνεχιζόμενες διαβρωτικές τάσεις. Παρέδωσε το σχέδιο και την εκτίμηση στον Ενάγοντα 1, σύμφωνα με την οποία για την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης απαιτείται το ποσό των €32.
  2. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι δρόμοι, σε οποιαδήποτε χωριά, ανήκουν στο Κοινοτικό Συμβούλιο εκτός από τον κεντρικό υπεραστικό δρόμο που υπάγεται στα δημόσια έργα. Ανέφερε ότι με τα Τεκμήρια που είχε και μελέτησε και ειδικότερα από την απόφαση Κτηματολογίου προκύπτει ότι έγινε επέμβαση επί των δύο οικοπέδων για διαπλάτυνση του δρόμου αλλά δεν γνωρίζει από ποιον έγινε η επέμβαση. Σε σχέση με την μέθοδο υπολογισμού που ακολούθησε ήταν κατατοπιστικός. Υποστήριξε τόσο τις μονάδες όσο και τις τιμές που ανέφερε στην εκτίμησή του και απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με την μέθοδο υπολογισμού των διαφόρων κονδυλιών που ανέφερε σε αυτή. Ανέφερε ότι δεν ασχολήθηκε με την κάθε μικρή λεπτομέρεια αλλά χρησιμοποίησε ως βάση την τιμή μονάδος. Δικαιολόγησε τα 5.000 κιλά οπλισμού με αναφορά στο σχέδιο όπου αναγράφεται η διάμετρος του σιδήρου που θα χρησιμοποιηθεί. Ανάλογα με το μέγεθος και σε συνάρτηση με το μήκος του σιδήρου που θα χρειαστεί μπορεί κάποιος έυκολα να υπολογίσει την ποσότητα σιδήρου που θα χρειαστεί. Εξ ίσου κατατοπιστικός ήταν ο μάρτυρας και σε σχέση με το κόστος επιχωμάτωσης αναφέροντας ότι χρησιμοποίησε την τιμή για κάθε κυβικό μέτρο χώματος, τα εργατικά και άλλα έξοδα για να καταλήξει με ακρίβεια στο απαιτούμενο ποσό. Τα €35,00 ανά κυβικό μέτρο είναι η τιμή που βρίσκει κάποιος στην αγορά. Σε σχέση με το κονδύλι «διάφορα» προς €4.500 ανέφερε ότι αφορά αναλυτικά, μονώσεις, σωλήνες αποστράγγισης, πλαστικά, καθάρισμα χωμάτων αλλά δεν έδωσε τιμή για την κάθε λεπτομέρεια. Είχε κάνει αρχικά πρόχειρους υπολογισμούς, και στην έκθεση την οποία ετοίμασε ανέγραψε το συνολικό ποσό. Ήταν η θέση του ότι δεν απαιτείται να αναγράφεται η κάθε λεπτομέρεια στην εκτίμηση. Τέλος ανέφερε ότι ακόμα και σε συμβόλαια εκατομμυρίων, μπαίνει ένα ποσοστό πρόνοιας για απρόβλεπτα όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Ο Μ.Ε. 5 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Είναι νομολογημένο ότι εμπειρογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται από το δικαστήριο κατά διαφορετικό τρόπο από τους άλλους μάρτυρες. Η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών. Οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του κρίση. Στην παρούσα περίπτωση οι γνώσεις, οι εμπειρίες και το επάγγελμά του εν λόγω μάρτυρα τον καθιστούν ειδικό για τα όσα κατέθεσε. Τόσο τα προσόντα όσο και οι γνώσεις και εμπειρία του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο των Εναγομένων. Επίσης οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά του ήταν αποτέλεσμα επιτόπιας έρευνας. Διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ότι τα οικόπεδα των Εναγόντων αρ. 2 και 3, ήταν αποκομμένα κάθετα καθ' όλο το μήκος τους σέ βάθος από μηδέν έως 2 μέτρα περίπου, και σ' ένα ύψος από 1.70 μ. έως 3.50 μ. Ο μάρτυρας δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Έδωσε τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του. Ήταν σαφής, επεξηγηματικός και σταθερός στις απαντήσεις του τις οποίες αιτιολόγησε επαρκώς και με τρόπο ικανοποιητικό προς το Δικαστήριο. Αρκετός χρόνος από την αντεξέταση αναλώθηκε σε σχέση με την μέθοδο υπολογισμού του απαιτούμενου κόστους κατασκευής του τοίχου αντιστήριξης. Θεωρώ ότι η εμπειρία του Μ.Ε.5, σε σχέση με τις τιμές που ο ίδιος προσδιόρισε, προκύπτει μέσα από τη μακρόχρονη εμπειρία και τα προσόντα του ως πολιτικός μηχανικός. (βλ. Kαουρής Aνδρέας ν. Δημήτρη Δημητρίου και Άλλης,
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην Έκθεση που ετοίμασε εξηγεί με λεπτομέρεια πώς κατέληξε στο συνολικό ποσό της δαπάνης για την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης. Εν όψει όλων των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αξιόπιστη και αληθή. Ο Μ.Ε. 6 Λάμπρος Καλογήρου είναι εκτιμητής ακινήτων με δεκαετή πείρα στον τομέα εκτιμήσεων ακινήτων. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στο Real Estate Management, εγκεκριμένος εκτιμητής από το ΕΤΕΚ και εγκεκριμένος εκτιμητής από το βασιλικό ινστιτούτο ορκωτών εκτιμητών του Ην. Βασιλείου. Είναι ιδιοκτήτης εταιρείας παροχής ιδιωτικών υπηρεσιών σε θέματα ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Ενάγοντας 1 του ανέθεσε να κάνει μια εκτίμηση επηρεασμού των δύο τεμαχίων στην Κακοπετριά, από διαπλάτυνση του οδικού δικτύου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 14.11.2008 από εταιρεία Land Tourist Property Consultant, όπου εργαζόταν παλαιότερα ως εκτιμητής. Η εκτίμηση έχει επιθεωρηθεί και συμπληρωθεί από τον ίδιο μετά από επιτόπια επίσκεψη του κατά την οποία έβγαλε και φωτογραφίες, όμως ο ιδιοκτήτης της εταιρείας κύριος Χαράλαμπος Πετρίτης την υπέγραψε. Ο σκοπός της εκτίμησης ήταν να υπολογιστεί η επηρεαζόμενη έκταση στα τεμάχια με αριθμούς τεμαχίων 912, και 913 που είχε προκύψει από διαπλάτυνση του οδικού δικτύου. Η επηρεαζόμενη έκταση για το τεμάχιο 912 υπολογίστηκε στα 17 τετραγωνικά μέτρα ενώ για το τεμάχιο 913, στα 7 τετραγωνικά μέτρα. Μετά από ανάλυση συγκριτικών πωλήσεων σε γειτνιάζοντα ακίνητα στην άμεσα ευρύτερη περιοχή των υπό εκτίμηση ακινήτων υπολόγισε την αξία ανα τετραγωνικό μέτρο. Ο μέσος όρος των συγκριτικών στοιχείων υπολογίστηκε στις € 149 ανά τετραγωνικό μέτρο. Αυτό αντιπροσωπεύει την αξία πώλησης ανά τετραγωνικό της περιοχής ακινήτων που κατέχουν παρόμοια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά με τα υπό εκτίμηση. Σε σχέση με το τεμάχιο 912 κατέληξε επομένως ότι υπάρχει επηρεασμός γης συνολικής αξίας €2.550, ενώ για το τεμάχιο 913 περίπου €
  1. Οι πιο πάνω αξίες αναφέρονται μόνο για τις αξίες της γης, δεν συμπεριλαμβάνουν οποιοδήποτε κατασκευαστικό κόστος, τοίχο αντιστήριξης, που ίσως χρειαστεί να κατασκευαστεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το ποσό των €27.100 που αναγράφεται στην έκθεση εκτίμησης για κατασκευή τοίχου αντιστήριξης δόθηκε μετά από ένδειξη του πολιτικού μηχανικού που έδωσε μαρτυρία πριν από τον ίδιο στο Δικαστήριο. Ο ίδιος ως εκτιμητής υπολόγισε μόνο την αξία της γης και όχι το κόστος, άρα οποιαδήποτε αναφορά σε κόστος κατασκευής τοίχου αντιστήριξης είναι ενδεικτική. Ο Μ.Ε. 6 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Στην παρούσα περίπτωση οι γνώσεις, οι εμπειρίες και το επάγγελμά του εν λόγω μάρτυρα τον καθιστούν ειδικό για τα όσα κατέθεσε. Τόσο τα προσόντα όσο και οι γνώσεις και εμπειρία του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο των Εναγομένων. Επίσης οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματά του ήταν αποτέλεσμα επιτόπιας έρευνας. Έδωσε τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει γνώμη για τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής, επεξηγηματικός και σταθερός στις απαντήσεις του τις οποίες αιτιολόγησε επαρκώς και με τρόπο ικανοποιητικό προς το Δικαστήριο. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία του. Η Μ.Ε.7, Παρασκευή Χρυσοστόμου εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση του γραφείου Ευρύχου ως Επαρχιακός Επόπτης με καθήκοντα να εποπτεύει την περιοχή Σολέας. Τα καθήκοντα της είναι μεταξύ άλλων έκδοση αδειών οικοδομής, έκδοση αδειών διαχωρισμού, έλεγχος νομιμότητας αποφάσεων των Κοινοτικών Συμβουλίων, θέματα εγγραφής δρόμων, απαλλοτριώσεων και γενικά εξέταση αιτήσεων που γίνονται στις κοινότητες που εποπτεύει. Έχει διοριστεί στο γραφείο της Επαρχιακής Διοίκησης στην Ευρύχου τον Ιανουάριο του 2011 και ως εκ τούτου δεν έχει βρει στοιχεία για το 2004, ώστε να μαρτυρήσει για εκείνα τα γεγονότα. Η μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3 και 4 αντίγραφα των οποίων βρίσκονται και στον φάκελο που είχε στην κατοχή της και τα οποία έχουν κοινοποιηθεί στο γραφείο τους στις 31 Ιανουαρίου του
  2. Δεν γνωρίζει ποιος κατέχει το σημείο που καθορίζεται ότι υπάρχει επέμβαση. Η Επαρχιακή Διοίκηση δεν προβαίνει σε απαλλοτρίωση, εκτός και εάν ένας δρόμος εμπίπτει στην αρμοδιότητα της. Εξ όσων γνωρίζει για το συγκεκριμένο τεμάχιο, ούτε το Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς έχει προβεί σε οποιαδήποτε απαλλοτρίωση. Εξέφρασε την θέση ότι για τη συντήρηση του συγκεκριμένου δρόμου που εφάπτεται των επίδικων τεμαχίων, έχει ευθύνη το Κοινοτικό Συμβούλιο Κακοπετριάς. Ανέφερε περαιτέρω ότι για να ληφθεί γη από μια ιδιοκτησία για τη διαπλάτυνση, κατασκευή, βελτίωση των δρόμων, απαιτείται έγγραφη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε το Κοινοτικό Συμβούλιο μπορεί με απόφαση 2/3 των μελών του να προβεί στην απαλλοτρίωση μέρους. Δεν έχει προωθηθεί στο γραφείο τους απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για απαλλοτρίωση μέρους των επίδικων τεμαχίων για να προωθηθεί κατάλληλα στο τμήμα Κτηματολογίου. Ξεκαθάρισε ότι όταν ένας δρόμος είναι μέσα στην οικιστική ζώνη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αρμόδια αρχή είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο. Εξαρτάται από το ποια αρχή, συντηρεί, και επιδιορθώνει αυτόν τον δρόμο. Ο συγκεκριμένος δρόμος που εφάπτεται των υπό αναφορά τεμαχίων είναι στην αρμοδιότητα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς. Η Μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε εκτεταμένα. Η μαρτυρία της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως τυπική. Σε κάθε περίπτωση μου έκανε θετική εντύπως και αποδέχομαι την μαρτυρία της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατόπιν της πιο πάνω αξιoλόγησης της μαρτυρίας προκύπτουν τα πιο κάτω ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το 2004 ήταν και είναι ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου με αρ. 912, Φ/Σ 37/13 στην Κακοπετριά . Ο Ενάγοντας αρ. 3 ήταν κατά το 2004 και είναι ο ιδιοκτήτης του τεμχίου αρ. 913 ,Φ/Σ 37/13, στην Κακοπετριά. Σε σχέση με τα δύο πιο πάνω τεμάχια υποβλήθηκαν η Αίτηση ΑΧ721/2006 και η Αίτηση ΑΧ722/2006 αντίστοιχα για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου αποφάσισε ότι ότι μέρος του δρόμου επεμβαίνει στα τεμάχια Εναγόντων 2 και
  3. Μέσα από την μαρτυρία που προσκομίστηκε προβαίνω σε εύρημα ότι όντως μέρος του δρόμου επεμβαίνει στα τεμάχια των Εναγόντων 2 και 3 όπως φαίνεται στα συνημμένα στα τεκμήρια 3 και 4 χωρομετρικά σχέδια. Η πιο πάνω επέμβαση προέκυψε όταν κατά ή περί το 2004, οι Εναγόμενοι, δια του τότε κοινοτάρχη Αντρέα Περατικού έδωσαν οδηγίες στον Τιμόθεο Ζάγκουλο ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης και χειριστής εκσκαφέα να διαπλατύνει τον δρόμο προς τα ακίνητα των Εναγόντων 3 και
  4. Πριν από αυτό ο δρόμος ήταν στενός και μετά δυσκολίας μπορούσαν να περάσουν δύο αυτοκίνητα όταν έρχονταν από την αντίθετη πλευρά. Η διαπλάτυνση έγινε σε πλάτος που κυμαίνεται από μηδέν εώς δύο μέτρα σε όλο το μήκος της πρόσοψης και αποκόπηκε το έδαφος σε ύψος που κυμαίνεται από 3.50 μέτρα στην αριστερή πλευρά της πρόσοψης και μειώνεται σε 1.70 μέτρα στην άλλη πλευρά της πρόσοψης. Συνεπεία της διαπλάτυνσης αυτής αποκόπηκε η πρόσβαση προς τα τεμάχια των Εναγόντων 2 και 3 τα οποία προηγουμένως ήταν ομαλά επικλινή προς το δρόμο και είχαν κατάλληλη πρόσβαση. Μια λύση για να μπορέσει να αποκατασταθεί η πρόσβαση στα επίδικα τεμάχια είναι να κατασκευαστεί καθ' όλο το μήκος και σε ανάλογο ύψος τοίχος αντιστήριξης. To κόστος κατασκευής αυτού του τοίχου όπως τον προτείνουν οι Ενάγοντες ανέρχεται περίπου σε €32.
  5. Κατά την διαπλάτυνση ξεριζώθηκαν επίσης αθασιές και δρύες από τα οικόπεδα. Η επηρεαζόμενη έκταση για το τεμάχιο 912 είναι 17 τετραγωνικά μέτρα συνολικής αξίας €2.550 ενώ για το τεμάχιο 913 είναι 7 τετραγωνικά μέτρα αξίας €1.
  6. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ - ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Η επιτυχής επίκληση της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής ή ζητήματος εγερθέντος ενώπιον Δικαστηρίου μεταξύ των ιδίων διαδίκων, με την αυτή ιδιότητα (βλ. Borna Alikhani, ν. Γεώργιου Προδρόμου και άλλης,
(2012)1 Α.Α.Δ. 657). Το δεδικασμένο μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία, οπότε πρόκειται για κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel) ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου οπότε πρόκειται για κώλυμα που αφορά επίδικο θέμα (cause of issue estoppel) (βλ. Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/10 ημερομηνίας 7.3.2014 και Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην Παμπορίδης (ανωτέρω) την ημέρα που ήταν ορισμένη αίτηση με την οποία ο εφεσείων ζητούσε δήλωση ότι είναι πληγείς οφειλέτης την απέσυρε ανεπιφύλακτα νοουμένου ότι θα υπήρχε αναστολή της πώλησης ενός υποθηκευθέντος ακινήτου κάτι που δέχθηκε η άλλη πλευρά. Παρήλθε ο χρόνος και αφού δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους, ορίστηκε νέα ημερομηνία πώλησης του πιο πάνω ακινήτου. Έτσι ο εφεσείων καταχώρησε νέα αίτηση στην οποία το βασικό αίτημα ήταν και πάλι δήλωση ότι είναι πληγείς οφειλέτης. Την ημέρα που η δεύτερη Αίτηση ήταν ορισμένη ο Εφεσείων ζήτησε εκ νέου άδεια να την αποσύρει. Το Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση αυτή επιδικάζοντας τα έξοδα σε βάρος των Αιτητών. Ακολούθησε νέος ορισμός πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και τρίτη Αίτηση εκ μέρους του εφεσείοντα για να αναγνωριστεί ως πληγείς οφειλέτης. Οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν πως το θέμα που εγειρόταν είναι δεδικασμένο. Το Eφετείο εξέτασε την έφεση υπό το πρίσμα της Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Λέχθηκε ότι ο ενάγων έχει το αποκλειστικό προνόμιο το οποίο δεν μπορεί να του αποστερήσει ούτε ο Εναγόμενος ούτε και το Δικαστήριο, να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Εκείνο που δεν δικαιούται όμως ο Ενάγων να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Γίνεται αναφορά στους περιορισμούς που τίθενται στη Δ.
  2. Συγκεκριμένα με βάση την Δ.15 ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα από την Παμπορίδης (ανωτέρω): «Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39). Συμπληρώθηκαν οι έγγραφες προτάσεις, η αίτηση, εννοούμε τη δεύτερη, ορίστηκε για ακρόαση και δεν ήταν πλέον στο χέρι του αιτητή να τη" διακόψει". Η άδεια που ζήτησε για απόσυρση της αίτησης δεν υπονοούσε "διακοπή" με διαφυλαγμένο το δικαίωμα του για καταχώριση νέας αίτησης. Δεν ζητήθηκε άδεια για "διακοπή". Σαφώς ο εφεσείων δεν απευθύνθηκε στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με αυτή την έννοια και οριστικά το Δικαστήριο δεν άσκησε διακριτική εξουσία, όπως υποδηλώνει το γεγονός ότι απέρριψε την αίτηση "κατά συνέπειαν" της δήλωσης του εφεσείοντα. Η αίτηση απερρίφθη όπως ήταν η επιθυμία του εφεσείοντα. Δεν διεκόπη κατ' εφαρμογήν της Δ.15, δημιουργήθηκε δεδικασμένο και ο αιτητής δεν δικαιούται να επανέλθει. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39).» Σχετική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ., 17 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Παμπορίδης (ανωτέρω). Στην υπόθεση Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου τα γεγονότα είχαν ως εξής: Μια εναρκτήρια αίτηση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου και ο δικηγόρος του εφεσείοντα είπε «την αποσύρω άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του αιτητή». Ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση, εφεσίβλητος, είπε: «Δεν έχω ένσταση. Δεν ζητώ έξοδα». Το Δικαστήριο σημείωσε «Αποσύρεται και απορρίπτεται χωρίς έξοδα». Ακολούθησε άλλη Αίτηση με την οποία ζητούσε τις ίδιες θεραπείες με την πρώτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως με αυτά τα δεδομένα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ζητήθηκε και δόθηκε άδεια για απόσυρση της αίτησης καθότι λέχθηκε εμφαντικά ότι η Δ.15 κ.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση και ενδεχομένως υπό ποιους όρους ή όχι. Επανερχόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και εξετάζοντας το κατά πόσον η Αγωγή 204/2005 δημιούργησε δεδικασμένο σε σχέση με την παρούσα αγωγή σημειώνω τα εξής: Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον των εναγόμενων την Αγωγή με αριθμό 204/05, αλλά προτού αυτή εισέλθει στο στάδιο της ακρόασης αποσύρθηκε με κοινό αίτημα εναγόντων και εναγόμενων, άνευ βλάβης από πλευράς των εναγόντων, επειδή δεν υπήρχε απόφαση από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας σύμφωνα με το άρθρο 58
(3)του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ.
  1. Μετά την έκδοση αποφάσεων του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον των εναγόμενων της Αγωγή με αριθμό 10657/07 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την οποία τελικά διέκοψαν άνευ βλάβης, λόγω τυπικού λάθους στο Κλητήριο Ένταλμα, ήτοι έγινε επί του Τύπου Ο.2 r.1 ,αντί επί του Τύπου O.2 r .
  2. Στην Έκθεση Υπεράσπισης αναφέρεται ότι οι ενάγοντες έχουν εγείρει την υπ' αρ. 204/05 αγωγή με τις ίδιες απαιτήσεις που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή. Καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγομένων σημείωμα εμφάνισης στις 23.2.2005 και υπεράσπισης στις 22.4.
  3. Η αγωγή ορίσθηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 21.11.2005 και αναβάλλετο διαδοχικά για ακρόαση τις ημερ. 9.2.2006, 12.5.2006, 15.11.2006 και τελικά την 21.3.
  4. Την 21.3.2007 προτού αρχίσει η ακρόαση της αγωγής οι ενάγοντες για δικούς τους λόγους απέσυραν την αγωγή με δήλωση των ότι την αποσύρουν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των και με δήλωση των εναγομένων ότι δεν ζητούν έξοδα. Παραδέχονται ότι εκκρεμούσης της εκδίκασης της πιο πάνω Αγωγής, οι Ενάγοντες με Αιτήσεις τους προς το Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με Αρ.ΑΧ72Ι/06 και ΑΧ 722/06 ημερομηνίας 27/2/2006, ζήτησαν από το εν λόγω Τμήμα να κάμει επιτόπια εξέταση για επίλυση συνοριακής διαφοράς, δυνάμει του άρθρου 58
(3)του Κεφ.224,των πιο πάνω τεμαχίων σε σχέση με το δρόμο. Έχουν επίσης εγείρει και την αγωγή αρ. 10657/07 με τα ίδια θέματα και μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης των εναγομένων με αίτηση των ζήτησαν και διέκοψαν την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής. Στην αχρείαστα εκτενή απάντηση στην υπεράσπιση η οποία κατακρίνεται ότι προσλαμβάνει την μορφή αγόρευσης παρά δικογράφου, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τις προδικαστικές Ενστάσεις των Εναγομένων και ισχυρίζονται ότι τόσο οι πραγματικοί όσο και οι νομικοί λόγοι της παρούσας αγωγής δεν ταυτίζονται με τους πραγματικούς και νομικούς λόγους που ηγέρθησαν με την αγωγή με αριθμό 204/05. Ενώ με την αγωγή 204/05 αξιώνοντο αποζημιώσεις λόγω παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου στα τεμάχια των Εναγόντων, στην παρούσα αγωγή η νομική βάση στηρίζεται σε αξιούμενες αποζημιώσεις που στηρίζονται σε αποφάσεις του Διευθυντού Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για επίλυση συνοριακής διαφοράς ,σύμφωνα με ετο άρθρο 58
(3)του Κεφ.224, που αποφαίνονται ότι ο εναγόμενος επενέβη και οικειοποιήθηκε μέρος των τεμαχίων των Εναγόντων κατά τη διαπλάτυνση δρόμου του και εναντίον των οποίων δεν ασκήθηκε έφεση ως προβλέπει ο εν λόγω νόμος. Εν πάση περιπτώσει υποστηρίζουν ότι η αγωγή 204/05 αποσύρθηκε από τους ενάγοντες προτού εκδικαστεί άνευ βλάβης δικαιωμάτων και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και τα συστατικά του Δεδικασμένου ως καθορίστηκαν από τη Νομολογία. Η απόσυρση της αγωγής άνευ βλάβης δικαιωμάτων έγινε κατόπιν διαβούλευσης Εναγόμενου και Εναγόντων και αφού συμφώνησαν ότι η αγωγή θα αποσυρθεί και καθένας θα υποστεί τα έξοδα του. Περαιτέρω η αγωγή με αριθμό 10657/07 που ασκήθηκε με τους ίδιους νομικούς λόγους, αλλά με διαφορές όσο αφορά τις αξιούμενες αποζημιώσεις, αποσύρθηκε τελικά από τους Ενάγοντες άνευ βλάβης δικαιωμάτων στο κατάλληλο στάδιο για απόλυτα νομοτεχνικούς λόγους. Η μόνη μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με το θέμα της προδικαστικής Ένστασης προήλθε από τον Μ.Ε. 3 Χρύσανθο Σαββίδη ο οποίος αντεξεταζόμενος κατέθεσε ως τεκμήρια 5 και 6 πιστά αντίγραφα των κλητηρίων Ενταλμάτων στις αγωγές 204/2005 και 10657/
  1. Δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω το θέμα της αγωγής με αρ. 10657/2007 καθότι υπάρχει παραδοχή κατά την αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι εκείνη η αγωγή διακόπηκε αμέσως μετά την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης και προτού οι Ενάγοντες προβούν σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα. Επομένως με βάση και τα λεχθέντα στην Παμπορίδης (ανωτέρω) η απόσυρση της σε εκείνο το στάδιο δεν έχει δημιουργήσει δεδικασμένο. Σε σχέση όμως με την αγωγή αρ. 204/2005 όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις και των δύο διαδίκων προχώρησε προς ακρόαση και διακόπηκε λίγο πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 5 που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα επί των οποίων στηριζόταν η αξίωση των Εναγόντων σε εκείνη την αγωγή ήταν τα ίδια. Επρόκειτο για τους ίδιους ενάγοντες εναντίον των ίδιων Εναγομένων. Επιζητούνταν πανομοιότυπες θεραπείες. Η μόνη διαφοροποίηση όπως προκύπτει από τα δικόγραφα τόσο της παρούσας όσο και του Τεκμηρίου 5 αφορά την υποβολή αιτήσεων και έκδοση αποφάσεων του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ήταν η θέση του κ. Χριστούδια ότι η βάση της αγωγής είναι διαφορετική καθότι με την παρούσα αγωγή αξιούνται αποζημιώσεις σύμφωνα με την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και χωρομετρίας που διαπιστώνει την επέμβαση ενώ με την προηγούμενη αγωγή αξιώνονταν αποζημιώσεις για απροσδιόριστη παράνομη επέμβαση. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Και στις δύο αγωγές η βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση επί των ακινήτων των Εναγόντων 2 και
  2. Το γεγονός ότι προέκυψε αργότερα απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Στην υπόθεση Μάρκου Γεώργιος Κώστα ν. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου και Άλλων,
(2004)1 Α.Α.Δ. 813 είχε προβληθεί το επιχείρημα ότι η βάση της αγωγής είναι η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που αφορούσε τη συνοριακή διαφορά των διαδίκων και όχι η παράνομη επέμβαση. Λέχθηκε ότι: «Το θέμα της συνοριακής διαφοράς έληξε με την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της 5/3/96 και ακολούθως με τη μη καταχώριση αίτησης/έφεσης που θα αμφισβητούσε την εγκυρότητα της πιο πάνω απόφασης. Η βάση της αγωγής που καταχωρήθηκε από τους εφεσιβλήτους ήταν τελείως ξεχωριστή από τη συνοριακή διαφορά. Οι επί τόπου επισκέψεις του αρμόδιου Κτηματολογικού Λειτουργού που έγιναν για τους σκοπούς της συνοριακής διαφοράς θα μπορούσαν να αποτελέσουν και το υπόβαθρο της απόδειξης της παράνομης επέμβασης. Από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί φαίνεται ότι ο αρμόδιος Κτηματολογικός Λειτουργός επισκέφθηκε το χώρο στις 27/3/95 και 14/12/95 (μέσα στα πλαίσια της εξέτασης της συνοριακής διαφοράς) όπως επίσης και στις 17/2/99 κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου (μέσα στα πλαίσια της εξέτασης της παράνομης επέμβασης). Έπεται ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η βάση της αγωγής ήταν το αστικό αδίκημα της επέμβασης, είναι ορθή.» Έτσι και στην παρούσα περίπτωση οι αποφάσεις του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για απόδειξη της παράνομης επέμβασης. Εξάλλου σε υποθέσεις που αφορούν παράνομη επέμβαση συνηθίζεται η προσκόμιση μαρτυρίας από το αρμόδιο Κτηματολογικό Τμήμα ή από άλλο εμπειρογνώμονα για να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος για παράνομη επέμβαση στα δικαιώματα του, βλ. Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1285 και Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 245, 252. Δεν διαφοροποιείται όμως η Αιτία της αγωγής λόγω των αποφάσεων του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Πρόκειται απλά για νέα μαρτυρία η οποία όμως, δεν αποτελεί απάντηση στην υπεράσπιση του δεδικασμένου (βλ. Halsbury's Laws of England (4th Edition - reissue), Tόμος 16
(2), παρ. 985). Ήταν κοινό έδαφος ότι η αγωγή εκείνη αποσύρθηκε με δήλωση εκ μέρους των Εναγόντων ότι την αποσύρουν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους. Αυτό που δεν αποκαλύπτεται ούτε από τα δικόγραφα ούτε και από την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατά πόσον το Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του ευχέρεια και έδωσε άδεια για να αποσυρθεί η αγωγή ή κατόπιν των δηλώσεων των μερών απλά απέρριψε την αγωγή. Η διαφορά, αν και λεπτή, είναι πολύ σημαντική, καθότι όπως λέχθηκε και πιο πάνω με παραπομπή στην υπόθεση Δίσπυρου η Δ.15 κ.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Εάν δεν δοθεί τέτοια άδεια τότε δημιουργείται δεδικασμένο. Εάν δοθεί η άδεια τότε δεν υπάρχει δεδικασμένο. Το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση παρέμεινε στο σκοτάδι σε σχέση με αυτή την πτυχή. Θεωρώ ότι ήταν ευθύνη των Εναγομένων να διαφωτίσουν επί του προκειμένου. Δεν το έπραξαν αφού δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία ως προς το σημείο αυτό. Περιορίστηκαν στην αντεξέταση του Μ.Ε.3 και στην κατάθεση μέσω αυτού του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής (Τεκμήριο 5). Στην Θεοδώρου Μιχάλης ν. Aνδρέα Γεωργίου Μάντη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1036 αφού υιοθετήθηκε η αρχή στην Πατσαλίδης v. Δίσπυρου (ανωτέρω) ότι δηλαδή ο μόνος τρόπος με τον οποίο διάδικος μπορεί να επανέλθει θέτοντας προς εκδίκαση τα ίδια θέματα μετά την απόσυρση της αγωγής του, είναι εάν τηρήθηκε η διαδικασία που προνοείται για διακοπή (discontinuance) στη Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Εφετείο ανέφερε ότι ένα πρακτικό Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή ή αίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως να είχε υποβληθεί ρητή αίτηση για διακοπή της διαδικασίας με βάση τις πρόνοιες της Δ.15.2 και ότι παρασχέθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την απόσυρση ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια. Εδώ δεν παρουσιάστηκε κανένα πρακτικό του Δικαστηρίου ή έστω προφορική μαρτυρία σε σχέση με το πως ακριβώς αντιμετωπίστηκε το θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 204/2005. Η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να επενεργήσει εναντίον των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Δεν ήταν δική τους υποχρεώση να αποδείξουν τον τρόπο με τον οποίο απεσύρθη η αγωγή αρ. 204/2005. Λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ο Εναγόμενος που έχει υποχρέωση να δικογραφεί τυχόν κώλυμα (estoppel) το οποίο προτίθεται να εγείρει (βλ. Λάμπρου και άλλης v. Κεφάλα κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516), είναι παράλληλα και υποχρέωση του να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα τα οποία θα στοιχειοθετούν το κώλυμα. Συνεπεία αυτής της παράλειψης των Εναγομένων ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου παρέμεινε ατεκμηρίωτος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Νομική Πτυχή Το άρθρο 43
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, προνοεί τα ακόλουθα: «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι ο όρος "ακίνητη ιδιοκτησία" ερμηνέυεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 148 ως γη, οικίες, οικοδομές, τοίχοι, δέντρα και άλλες κατασκευές. (βλ. επίσης Πιριπίτση κ.α. ν. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 385). Από το λεκτικό του άρθρου 43
(1)συνάγεται ότι στην Κύπρο, παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να επέλθει ή να διαπραχθεί με τρεις διαφορετικούς τρόπους ήτοι (α) με παράνομη είσοδο (β) με παράνομη πρόκληση ζημιάς (γ) με παράνομη παρέμβαση. Στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.ά.
(2005)1 (Α) 244, που αφορούσε αγωγή για παράνομη επέμβαση λόγω διαπλάτυνσης του δημόσιου μονοπατιού που συνόρευε με τα κτήματα της Ενάγουσας και η οποία προκάλεσε μελλοντική υποχώρηση της δόμης, το Εφετείο επισήμανε ότι με βάση το αγγλικό δίκαιο, οι πράξεις των εφεσίβλητων θα στοιχειοθετούσαν αμέλεια και όχι παράνομη επέμβαση. Σχετική είναι και η απόφαση Μαρούλλα Χριστοφόρου Γεωργίου ν. Άριστου Αλέξανδρου Ματθαίου κ.ά
(2009)1 ΑΑΔ 587 όπου λέχθηκε ότι είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει και τους τρεις διαζευκτικούς τρόπους με τους οποίους είναι δυνατό να διαπραχθεί παράνομη επέμβαση. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι έχει συντελεστεί επέμβαση στα ακίνητα των Εναγόντων 2 και 3 με την είσοδο στην ακίνητη ιδιοκτησία τους και παρέμβαση επ' αυτής με την εκσκασφή εδάφους και αποκοπή δέντρων. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1285 λέχθηκε ότι είναι αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας από το αρμόδιο Κτηματολογικό Τμήμα ή από άλλο εμπειρογνώμονα για να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντος για παράνομη επέμβαση στα δικαιώματα του. (βλ. επίσης υπόθεση Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 245, 252). Στην παρούσα περίπτωση προσκομίστηκε αξιόπιστη μαρτυρία από το αρμόδιο κτηματολογικό τμήμα (Μ.Ε.2) που επιβεβαιώνει ότι ο δρόμος επεμβαίνει επι των ακινήτων 912 και
  1. Τούτο σε συνδυασμό με την επίσης αξιόπιστη μαρτυρία (Μ.Ε.4) ότι οδηγίες για την διαπλάτυνση του δρόμου έδωσε το Κοινοτικό Συμβούλιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι έχουν επέμβει στα ακίνητα 912 και
  2. Από την στιγμή που οι Ενάγοντες απέδειξαν την ισχυριζόμενη επέμβαση το βάρος να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη μετατέθηκε στους ώμους των εναγομένων (βλ. άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148 και Παπακοκκίνου ν Αγγελική Σμυρλή κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 813. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποσείσει αυτό το βάρος. Εάν ήθελαν να εγείρουν την υπεράσπιση ότι η επέμβαση ήταν νόμιμη όφειλαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο θετική μαρτυρία περί τούτου. Δεν το έπραξαν. Όποιαδήποτε παραπομπή σε νομοθεσία αναφορικά με το ποιος είναι ο κατά νόμο υπεύθυνος για την κατασκευή και συντήρηση δρόμων εντός των Κοινοτήτων και σε σχέση με το ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του δρόμου δεν μπορεί να τεθεί ως υπεράσπιση στην διαπιστωθείσα επέμβαση που συντελέστηκε μέσω των πράξεων του Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς και κατόπιν οδηγιών του εκτελεστικού οργάνου αυτού Κοινοτάρχη κ. Ανδρέα Περατικού. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα καθοδηγούμενος και από όσα ισχύουν σε σχέση με το αστικό αδίκημα της οχληρίας. Ειδικότερα στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 16th Ed. Σελ. 1378 αναφέρεται ότι «The person liable for a nuisance is the actual wrongdoer, whether or not he is in occupation of the land.» Πιο κάτω στην ίδια παράγραφο του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι «The wrongdoer may create the nuisance either personally or by his servants or agents» Υπενθυμίζω ότι στην Κύπρο με βάση το άρθρο 43
(1)το αδίκημα της παράνομης επέμβασης μπορεί να γίνει και με τρόπους που προσομοιάζουν με το αδίκημα της οχληρίας όπως αυτό προκύπτει από το Κοινοδίκαιο δηλαδή με παράνομη πρόκληση ζημιάς και με παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία κάποιου. Επομένως τα πιο πάνω θεωρώ ότι τυγχάνουν κατ' αναλογίαν εφαρμογής και στο αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Συνεπώς, δεν έχει κατά την κρίση μου σημασία ποιος είναι ο κατά νόμο υπεύθυνος για τη συντήρηση ή ποιος έχει την ιδιοκτησία του δρόμου. Σημασία έχει ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο έχει προκαλέσει με τις πράξεις του την παράνομη επέμβαση η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στην υπόθεση Περικλής Ιωάννου Λτδ ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Στροβόλου και Άλλου
(1996)1 CLR 580 που αφορούσε επίσης διαπλάτυνση δρόμου λέχθηκε ότι η παράνομη επέμβαση των εκεί Εναγομένων, ως ενέργεια που έπληττε τα αστικά δικαιώ­ματα της εφεσείουσας επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της, είχε αυθυ­παρξία ασύνδετη με οτιδήποτε που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εκτελεστή διοικητική απόφαση ή πράξη. Κατ' αναναλογία και στην παρούσα περίπτωση η ενέργεια του Κοινοτικού Συμβουλίου να διαπλατύνει τον δρόμο και να αποκόψει κάθετα τα τεμάχια 912 και 913 ως ενέργεια που πλήττει τα αστικά δικαιώ­ματα των ιδιοκτητών και/ή κατόχων των ακινήτων αυτών παρουσιάζει αυθυπαρξία ανεξάρτητη από οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη η οποία να καθορίζει ποια είναι η αρμόδια αρχή σε σχέση με τον δρόμο. Η τελευταία αυτή παρατήρηση με οδηγέι στην εξέταση του κατά πόσον στην παρούσα αγωγή πλήττονται τα αστικά δικαιώματα των Εναγόντων 1,2 και 3. Με άλλα λόγια πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι Ενάγοντες 1,2, και 3 έχουν αγώγιμο δικαίωμα στην βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης στην παρούσα υπόθεση. Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής. Αγώγιμο δικαίωμα μπορεί να έχει τόσο ο κύριος όσο και ο κάτοχος ή δικαιούμενος σε κατοχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Λάμπρου κ.ά. v. Κεφάλα κ.ά.,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1516, στη σελ. 1527: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v.Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγόμενου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι η κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Δέστε Γεωργίου v. Ανδρέα,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2311, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλο ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίηση τους για να εγείρουν την αγωγή.» Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός εάν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκής ν Ιερά Μονή Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654). Στην παρούσα περίπτωση δεν προωθήθηκε η θέση ότι ο Ενάγοντας 1 είναι κάτοχος των επίδικων ακινήτων 912 και
  1. Το αγώγιμο δικαίωμα όπως φαίνεται από τα δικόγραφα και από όσα προωθήθηκαν κατά την δίκη προέκυψε από ενέργειες των Εναγομένων κατά το 2004 όταν ιδιοκτήτες των επίδικων ακινήτων ήταν οι Εναγόμενοι 2 και
  2. Ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία σε σχέση με την κατοχή των ακινήτων από του Ενάγοντες 2 και
  3. Εντούτοις από τα γεγονότα διαφαίνεται ότι η επέμβαση στα ακίνητα τους παρουσιάζει μόνιμο χαρακτήρα. Συγκεκριμένα έχει αποκοπεί έδαφος και δέντρα, έχει ασφαλτοστρωθεί ο δρόμος από τον οποίο διέρχονται τακτικά όλα τα μέλη της Κοινότητας Κακοπετριάς. Συνεπώς οι Ενάγοντες 2 και 3 νομιμοποιούνται να εγείρουν την αγωγή για παράνομη επέμβαση καθότι η ιδιοκτησία τους να έχει επηρεαστεί κατά μόνιμο τρόπο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον Ενάγοντα 1 ο οποίος ούτε ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων είναι ούτε προωθήθηκε η θέση ότι είναι κάτοχος των επίδικων ακινήτων. Κατά συνέπεια η αγωγή σε σχέση με τον Ενάγοντα 1 δεν μπορεί να επιτύχει. Προχωρώ τέλος στο θέμα των ζημιών. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης βέβαια είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία όμως συγκεκριμένης ζημιάς, περιορίζει τον ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο. (Βλ. Andrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ.379, Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 CLR 355 και Ευθύβουλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1Α .Α.Δ. 1059). Οι ειδικές αποζημιώσεις είναι η πραγματική οικονομική απώλεια του Ενάγοντος η οποία μπορεί να υπολογιστεί με απόλυτους αριθμούς και με ακρίβεια. Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρά (βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας με την έκθεση απαίτησης του ζητά ως ειδικές αποζημιώσεις το ποσό των €854.30 ως αποζημίωση λόγω αποκοπής από τους εναγόμενους των δρυών πάνω στην ακίνητη περιουσία τους καθώς και €341,72 ως αποζημίωση λόγω αποκοπής/εκρίζωσης των αμυγδαλόδενδρων. Δεν παρουσιάστηκε όμως μαρτυρία είτε προφορική είτε έγγραφη σε σχέση με την αξία των δέντρων που αποκόπηκαν. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει αυτή τη ζημιά. Σε σχέση τώρα με τις απαιτήσεις για χρηματική αποζημίωση για κατασκευή τοίχου αντιστήριξης και για την λήψη λωρίδας γης, οφείλω κατ' αρχήν να παρατηρήσω ότι οι Ενάγοντες δεν επιζητούν διάταγμα για άρση της παράνομης επέμβασης. Περιορίζονται στην διεκδίκηση αποζημιώσεων. Όπως προκύπτει από τη νομολογία υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Ειδικότερα η υπόθεση Σοφοκλέους κ.α ν. Παύλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2047 αφορούσε περίπτωση όπου, λόγω κάποιου καλόπιστου λάθους, διαφάνηκε εκ των υστέρων ότι υπήρξε παράνομη επέμβαση, μόνιμης μορφής, στο ακίνητο του εφεσίβλητου και το θέμα που τίθετο ήταν αν θα διατασσόταν η άρση της επέμβασης με την έκδοση διατάγματος ή κατά πόσο το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιδικάσει αποζημιώσεις αντί διατάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπόδειξε ότι υπάρχει εξουσία επιδίκασης αποζημιώσεων αντί διατάγματος αν τα γεγονότα δικαιολογούν τέτοια απόφαση. Η έκδοση διατάγματος είναι θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας και όχι η μόνη θεραπεία. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Λοΐζου ν. Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1035, στην οποία το πρωτόδικο δικαστήριο αντί έκδοσης διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης, επιδίκασε στην ενάγουσα/εφεσείουσα αποζημιώσεις οι οποίες αντιπροσώπευαν την αξία του επιδίκου μέρους της γης που επηρεαζόταν από την παράνομη επέμβαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα εξής: «Η αποστέρηση του επίδικου μέρους γης της εφεσείουσας πρέπει ωστόσο να συνοδεύεται από κάποια οικονομική ρύθμιση προς αντιστάθμιση της απώλειας. Στην αγγλική υπόθεση Crabb v. Arun District Council [1975] 3 All E.R. 865 τονίστηκε ότι το δίκαιο της επιείκειας εκφράζεται ποικιλόμορφα για να διατηρεί ισορροπία μεταξύ των εμπλεκομένων. Στην προκείμενη περίπτωση το Επαρχιακό Δικαστήριο αντίκρυσε και αυτή την πτυχή του θέματος καθορίζοντας, με βάση τη μαρτυρία που προσήχθη εκ μέρους της εφεσείουσας, την αξία του επίδικου μέρους γης.» Στην Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327 λέχθηκε ότι σε περίπτωση παράνομης επέμβασης αντί επιδίκασης αποζημιώσεων μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για άρση της επέμβασης προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες με τον τρόπο που διάτύπωσαν την απαίτηση τους δεν επιζητούν τον τερματισμό της παρανομίας. Δεν ζητούν δηλαδή διάταγμα άρσης της επέμβασης. Αυτό που ζητούν είναι αποκατάσταση της ζημιάς μέσω κατασκευής τοίχου αντιστήριξης. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 16th Ed. Σελ. 1337 αναφέρονται τα εξής: «Physical Damage to the Land. Secondly, the trespass may involve actual physical damage to the land, as where a roadway is cut up by constant user of it, or a bunk is dug away. The measure of damages in such a case is the amount by which the value of the land has been diminished, and not the cost of restoration. In certain cases, as in the case of the road put above, the diminution in value may be the cost of restoration, but as a rule it will be less.» Στο ίδιο σύγγραμμα δίδεται το εύστοχο παράδειγμα που δόθηκε στην υπόθεση Jones v. Gooday
(1841)8 M & W 146 ότι εάν το μέτρο της αποζημίωσης ήταν το κόστος επαναφοράς τότε θα σήμαινε ότι ένας διάδικος ο οποίος οδήγησε την θάλασσα στην γη κάποιου άλλου, γη η οποία άξιζε μόνο £20, θα έπρεπε να πληρώσει υπό τύπον αποζημιώσεων τα έξοδα απομάκρυνσης της θάλασσας με ακριβές μηχανολογικές επιχειρήσεις. Όμως, στο σύγγραμμα Mcgregor on Damages 13th Edition σελ. 1060 επεξηγείται ότι το πραγματικό νόημα των λεχθέντων στην Jones v. Gooday (ανωτέρω) είναι ότι πολλές φορές το κόστος επαναφοράς ή επιδιόρθωσης μπορεί να είναι δυσανάλογο με την πραγματική απώλεια του Ενάγοντος. Η επίσης αγγλική υπόθεση Harbutt's Plasticine Ltd v. Wayne Tank and Pump Co Ltd [1970] 1 QB 447 αφορούσε την καταστροφή ενός εργοστασίου από φωτιά εξαιτίας της εγκατάστασης επικύνδυνων υλικών από τους Εναγομένους. Αποφασίστηκε ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται το κόστος κατασκευής καινούριου εργοστασίου ασχέτως αν με τον τρόπο αυτό απόκτησαν ένα καινούριο εργοστάσιο σε αντικατάσταση ενός παλιού. Ο Lord Denning είπε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή οι Ενάγοντες. Εάν ήθελαν να συνεχίσουν τις εργασίες τους και να διατηρήσουν το εργατικό τους δυναμικό έπρεπε να κτίσουν καινούριο εργοστάσιο. Το έκτισαν με τον πιο οικονομικό τρόπο που μπορούσαν γι' αυτό και δικαιούνταν να ανακτήσουν το κόστος. Λέχθηκε όμως ότι εάν έκτιζαν το εργοστάσιο όχι με τον πλέον οικονομικό τρόπο αλλά προσθέτοντας ανέσεις και βελτιώσεις τότε δεν θα μπορούσαν να απαιτήσουν το ποσό για αυτές τις βελτιώσεις. Στην C R Taylor (Wholesale) Ltd v Hepworths Ltd [1977] 2 All ER 784 όπου λόγω αμέλειας του εναγομένου, καταστάφηκε από πυρκαγιά ένας αχρησιμοποίητος χώρος μπιλιάρδου ο ενάγοντας βασιζόμενος στην Harbutt's Plasticine (ανωτέρω) αναζήτησε το κόστος επανακατασκευής του χώρου παρά το ότι το ακίνητο είχε αγοραστεί μόνο ως επένδυση και δεν υπήρχε πρόθεση να το χρησιμοποιήσει ως χώρο μπιλιάρδου ξανά. Αποφασίστηκε ότι δεν ήταν εύλογο να επιζητούνται αποζημιώσεις για την επανακατασκευή του χώρου ως μπιλιάρδου κάτω από αυτές τις περιστάσεις και η απαίτηση περιορίστηκε μόνο στην μείωση της αξίας της γής. Σύμφωνα με τον Mcgregor on Damages 13th Edition σελ. 1062: «The test which appear's to be the appropriate one is the reasonableness of the plaintiff's desire to reinstate the property; this will be judged in part by the advantages to him of reinstatement in relation to the extra cost to the defendant in having to pay damages for reinstatement rather than damages calculated by the diminution in value of the land.» Στο σύγγραμμα Mcgregor on Damages 19th Edition σελ. 1335 γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Skandia Property (UK) Ltd v.Thames Water Utilities Ltd [1999] B.L.R. 338 CA όπου λέχθηκε ότι για να μπορέσει ο Ενάγοντας να ανακτήσει αποζημιώσεις πέρα από το κόστος επιδιώρθωσης της ζημιάς πρέπει να δείξει ότι τούτο είναι εύλογο. Το βάρος απόδειξης επομένως ανήκει στον Ενάγοντα. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω προκύπτει ότι όταν έχει προκληθεί ζημιά σε ακίνητη ιδιοκτησία, η βασική αρχή είναι ότι η αποζημίωση πρέπει να αντικατοπτρίζει την μείωση της αξίας της ιδιοκτησίας. Η αξία αυτή εάν οι περιστάσεις το δικαιολογούν μπορεί να είναι το κόστος επιδιώρθωσης της ιδιοκτησίας αυτής. Μάλιστα δε, εάν αυτό είναι εύλογο και δικαιολογείται από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης, τότε ο Ενάγοντας μπορεί αν ανακτήσει οποιοδήποτε κόστος ασχέτως εάν στο τέλος θα αποκτήσει κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που είχε πριν μεσολαβήσει το αστικό αδίκημα. Το κριτήριο επομένως είναι το εύλογο της απαίτησης του Ενάγοντος. Το εύλογο αυτό πρέπει να προκύπτει μέσα από την μαρτυρία. Το βάρος απόδειξης ότι αυτό που ζητά ο Ενάγοντας είναι εύλογο και δίκαιο εναπόκειται στον ίδιο. Εξάλλου σύμφωνα και με κυπριακή νομολογία είναι πρωτίστως καθήκον του ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον εναγόμενο να την αντικρούσει. (βλ. Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673) Στην προκειμένη περίπτωση όπως ανέφερα οι Ενάγοντες δεν επιζητούν τον τερματισμό της παρανομίας. Δεν ζητούν δηλαδή διάταγμα άρσης της επέμβασης και επαναφορά των ακινήτων στην προηγούμενη κατάσταση. Οι Ενάγοντες θεωρούν εκ προοιμίου ότι η καταλληλότερη λύση είναι η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης και όχι η καταβολή αποζημίωσης λόγω της μείωσης της αξίας των ακινήτων τους. Με τον τρόπο που προσήλθαν στο Δικαστήριο οι Ενάγοντες είναι ωσαν να αποδέχονται ως δεδομένη την επέμβαση και θέλουν να κατασκευάσουν τοίχο αντιστήριξης και να καταστήσουν ουσιαστικά την παράνομη επέμβαση ως τετελεσμένο γεγονός. Γεννώνται όμως τα εξής ερωτήματα: Ποια ήταν η αξία της γης των Εναγόντων πριν την επέμβαση; Ποια ήταν η αξία της γης των εναγόντων μετά την επέμβαση; Και τέλος ποια θα είναι η αξία της γης των Εναγόντων αν κατασκευαστεί τοίχος αντιστήριξης; Γιατί ο τοίχος αντιστήριξης προκρίνεται ως καταλληλότερη λύση σε σχέση με την επαναφορά των ακινήτων στην προηγούμενη κατάσταση; Οι Ενάγοντες δεν φρόντισαν να καλύψουν αυτά τα κενά και άφησαν το Δικαστήριο στο σκοτάδι σε σχέση με αυτές τις πτυχές. Ελλείψει αυτής της διασύνδεσης, αν και κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Ε. 5 σε σχέση με το κόστος για την κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης είναι αξιόπιστη θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιδικαστεί το ποσό που επιζητείται. Τυχόν καθιέρωση ενός τέτοιου κανόνα θα σήμαινε κατά την άποψή μου ότι οποιοσδήποτε ενάγοντας θα μπορούσε να ανακτήσει το κόστος οποιασδήποτε κατασκευής που ο ίδιος κατά την απόλυτη του κρίση θεωρεί ως κατάλληλη ανεξαρτήτως κόστους. Είναι υποχρέωση του εκάστοτε Ενάγοντος να παρουσιάσει την μαρτυρία εκείνη που θα δώσει το αναγκαίο υπόβαθρο για να αποφασιστεί το ζήτημα από το Δικαστήριο. Διαφορετικά δεν θα έχει επιτύχει να αποδείξει με την δέουσα αυστηρότητα το κονδύλι που απαιτεί. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση που οι Ενάγοντες έχουν αποτύχει να καταδείξουν στο Δικαστήριο ότι η κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης είναι η μοναδική οδός αποκατάστασης και προκρίνεται έναντι της μείωσης της αξίας της γης κρίνω ότι απέτυχαν να αποδείξουν ότι δικαιούνται το κόστος ανέγερσης του τοίχου αντιστήριξης. Κατά την δίκη δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με άλλες εναλλακτικές λύσεις όπως για παράδειγμα την επαναφορά του ακινήτου στην προηγούμενη κατάσταση, με επιχωμάτιση του μέρους των τεμαχίων το οποίο αποκόπηκε. Μάλιστα δε όπως φαίνεται και από την ίδια μαρτυρία του Μ.Ε. 5 εμπειρογνώμονα πολιτικού μηχανικού του ανατέθηκε από τους Ενάγοντες να επιθεωρήσει τα οικόπεδα αυτά για να εκτιμήσει την απαιτούμενη δαπάνη για την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης κατά μήκος των οικοπέδων. Δεν του ανατέθηκε δηλαδή να δώσει λύσεις στην κατάσταση που προέκυψε μετά την επέμβαση. Του υποδείχθηκε συγκεκριμένη λύση, ήτοι η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης. Σημειώνω τέλος ότι δεν εξηγήθηκε στο Δικαστήριο από τον Μ.Ε. 5 που ακριβώς προτίθενται οι Ενάγοντες να κατασκευάσουν τον εν λόγω τοίχο αντιστήριξης, κατά πόσον δηλαδή αυτός θα βρίσκεται εντός των ορίων των ακινήτων των Εναγόντων 2 και 3 η αν θα καταλαμβάνει και μέρος από τον δημόσιο δρόμο. Εάν θεωρήσω ότι ο εν λόγω τοίχος θα κατασκευαστεί εντός και κατα μήκος της βορειοδυτικής πλευράς των ακινήτων των Εναγόντων 2 και 3 στο σημείο που είναι τώρα αποκομμένο το έδαφος τότε ουσιαστικά η παράνομη επέμβαση στα ακίνητα των Εναγόντων 2 και 3 θα καταστεί ακόμα πιο μόνιμη από όσο είναι σήμερα. Η επέμβαση θα «κτιστεί» με μπετόν πλέον. Περαιτέρω τα κτηματολογικά σχέδια θα συνεχίσουν να δείχνουν ότι το μέρος όπου βρίσκεται σήμερα ο δρόμος ή θα βρίσκεται μετά την κατασκευή τοίχου αντιστήριξης είναι μέρος των ακινήτων των Εναγόντων 2 και 3. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η απαίτηση των Εναγόντων 2 και 3 για χρηματική αποζημίωση για κατασκευή τοίχου αντιστήριξης δεν μπορεί να επιτύχει. Προχωρώ τέλος στην απαίτηση των Εναγόντων να επιδικαστούν αποζημιώσεις για την ληφθείσα λωρίδα γης των εναγόντων αρ.2 (3.500,00 ευρώ) και 3 (1.540,00 ευρώ). Στην βάση της νομολογίας που παρατέθηκε πιο πάνω θεωρώ ότι ούτε τέτοιες αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν υπερ των Εναγόντων 2 και 3. Και αυτό διότι το ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία της γης που έχει αποκοπεί δεν μπορεί να ταυτιστεί με την μείωση της αξίας των ακινήτων των Εναγόντων 2 και 3. Τα 17 τετραγωνικά μέτρα του 912, και τα 7 τετραγωνικά μέτρα του τεμαχίου 913 που επηρεάστηκαν από την επέμβαση δεν έπαψαν να αποτελούν μέρος των τεμαχίων 912 και 913 αντίστοιχα. Με άλλα λόγια η παρούσα περίπτωση δεν αφορά απαλλοτρίωση των εν λόγω εκτάσεων γης ώστε το μέτρο αποζημίωσης να είναι η αγοραία αξία της γης. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η παρούσα περίπτωση αφορά στέρηση της κατοχής των εν λόγω τετραγωνικών μέτρων. Σε τέτοια περίπτωση όμως το μέτρο αποζημίωσης δεν είναι η αγοραία αξία αλλά η ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Adrian Holdings Ltd ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836. Δεν παρουσιάστηκε στην παρούσα περίπτωση μαρτυρία σε σχέση με την ενοικιαστική αξία των ακινήτων. Προσθέτω στα πιο πάνω ότι η εκτίμηση του Μ.Ε.6 δεν αφορά την περίοδο που διαπράκτηκε η επέμβαση αλλά τρία χρόνια μετά. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω η αξίωση των Εναγόντων για τα εν λόγω ποσά απορρίπτεται. Συνεπεία των πιο πάνω κρίνω ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν έχουν αποδείξει τις ζημιές τους και θα τους επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Εν όψει αυτού εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων 2 και 3 και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €100,00 σε έκαστο αυτών ως ονομαστικές αποζημιώσεις. Είναι νομολογημένο ότι στις περιπτώσεις που επιδικάζονται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να στερήσει τον Ενάγοντα των εξόδων του ή ακόμα να τον καταδικάσει στην πληρωμή των εξόδων της άλλης πλευράς (βλ Anglo Cyprian Trade Agencies Ltd v. Paphos Wine Industries Ltd,
(1961)1 ALL ER 873, Tantis v. Hadjimichael and another,
(1989)1 Α.Α.Δ. 301). Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 δεν θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να στερηθούν των εξόδων της αγωγής. Εμφανίζονταν πάντοτε έτοιμοι προς ακρόαση της υπόθεσης η οποία αναβάλλετο λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Το μεγαλύτερο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας έχει αναλωθεί στο κατά πόσον υπήρξε παράνομη επέμβαση από το Εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο κάτι το οποίο οι Ενάγοντες 2 και 3 έχουν αποδείξει. Από την άλλη όμως ο Ενάγοντας 1 δεν έχει αποδείξει καν παράνομη επέμβαση αφού όπως λέχθηκε δεν είναι ούτε ιδιοκτήτης ούτε κάτοχος των επίδικων ακινήτων. Συνεπώς η αγωγή εναντίον του απορρίπτεται. Δεδομένου ότι οι Ενάγοντες 1,2, και 3 εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο και δεδομένου ότι ο Ενάγοντας 1 η αγωγή του οποίου απέτυχε εκπροσωπεί όπως ανέφερε δια πληρεξουσίου εγγράφου τους Ενάγοντες 2 και 3 κρίνω ότι η ορθότερη οδός είναι να μην επιδικαστούν έξοδα σε κανένα εκ των διαδίκων. Ως εκ των ανωτέρω, καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, προσ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.