ΣΩΤΟΥ ΚΑΡΑΟΛΗ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη ν. ATHINODOROU ΒΕΤΟΝ LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6226/05, 23/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A588 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6226/05 Μεταξύ: ΣΩΤΟΥ ΚΑΡΑΟΛΗ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη. Εναγόντων Και
- ATHINODOROU ΒΕΤΟΝ LTD
- ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΤΡΟΥ
- ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α & Ν ΚΥΡΑΤΖΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ
- SK MASTER DEVELOPMENT LTD Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.11.2010 ΣΩΤΟΥ ΚΑΡΑΟΛΗ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη. Εναγόντων Και
- ATHINODOROU ΒΕΤΟΝ LTD
- ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΤΡΟΥ
- Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α & Ν ΚΥΡΑΤΖΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ
- SK MASTER DEVELOPMENT LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2015 Για Εναγόμενους 4 - Αιτητές κ. Κ. Μακρίδης για Κίκης Α. Μακρίδης & Σια Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ανδρέου για Στέλιος Αμερικάνος & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές ζητούν διάταγμα επιτρέπον την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για το ποσό των €10,718.95 με νόμιμο τόκο 8% ετησίως από 11.10.2005 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 31.12.2014 και 4% τόκο ετησίως από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €1607,80 ΦΠΑ, ευρισκόμενο εις χείρας των Εναγομένων 1 Εταιρείας ATHINODOROU ΒΕΤΟΝ LTD, το οποίο οφείλεται στους ως άνω Εναγόμενους 4 - Αιτητές. Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 73-81 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.43 και Δ.48 Θ.1 και
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της Ειρήνης Οικονομίδου - Μακρίδου εκ των Δικηγόρων των Εναγομένων 4 στην αγωγή. Στην αίτηση επισυνάπτεται απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 1.2.2012 με την οποία κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας η Αγωγή των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 4 - Αιτητών απορρίφθηκε με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €10.718,95 με νόμιμο τόκο 8% ετησίως από 11.10.2005 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξόφλησης. Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα μετά από τροποποίηση σχετικού κανονισμού το ποσοστό του τόκου επί των εξόδων μειώθηκε από 5,5% ετησίως σε 4% ετησίως από 1.1.
- Οι Ενάγοντες μέχρι σήμερα δεν έχουν πληρώσει οτιδήποτε έναντι των επιδικασθέντων εξόδων. Με βάση την ίδια δικαστική απόφαση το Δικαστήριο διέταξε όπως οι Εναγόμενοι 1, 2, και 3 πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στον Ενάγοντα το ποσό των €186.064,50 προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντα Ελευθέριου Κοροσίδη με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €73,500 από 17.12.2004 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% από 15.10.2008 μέχρι 1.2.2012, πλέον τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €12.814,50 (bereavement) από 17.12.2004 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 1.2.
- Επίσης επιδικάστηκε το ποσό των €6,572,56 προς όφελος της περιουσίας με τόκο 8% ετησίως από 30.3.2005 (ημερομηνία θανάτου) μέχρι 14.10.2008 και 5,5 ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 1.2.
- Ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο από την 1.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διέταξε όπως οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 πληρώσουν στον ενάγοντα έξοδα όπως υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν στο ποσό των €14.374,47 πλέον νόμιμο τόκο από 24.8.2005 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €42,00 έξοδα διατάγματος και €1840,40 ως Φ.Π.Α Η αίτηση κατχωρήθηκε ως μονομερής και το Δικαστήριο της επιλήφθηκε στις 6.7.2015 οπότε και εξέδωσε διάταγμα διατάσσον τους Εναγομένους 1, ATHINODOROU ΒΕΤΟΝ LTD, μεσεγγυούχους να μην αποξενώσουν το ποσό των €10.718,95 με τόκο 8% ετησίως από 11.10.2005 μέχρι 14.10.2008, 5,5% τόκο ετησίως από 15.10.2008 μέχρι 31.12.2014 και 4% τόκο ετησίως από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €1.607,80 ΦΠΑ από το ποσό που οφείλεται στους Ενάγοντες. Περαιτέρω, ο μεσεγγυούχος διετάχθη όπως μη πληρώσει το πιο πάνω ποσό ή οποιοδήποτε μέρος του προς τον Ενάγοντα ή οιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός μόνο για να χρησιμεύσει προς ικανοποίηση της απόφασης αναφορικά με τα έξοδα των Εναγομένων 4 - Αιτητών που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή. Η Αίτηση ορίστηκε για επίδοση τόσο στους μεσγγυούχους όσο και στους Ενάγοντες. Μετά την επίδοση σε αυτούς, οι μεσεγγυούχοι επέλεξαν να μην καταχωρήσουν Ένσταση στην Αίτηση. Δήλωσαν δε, ότι θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Αίτησης όποιο κι αν είναι αυτό. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση από την άλλη καταχώρησαν Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση η οποία βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 73-81, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.42Α, Θ.Θ.1 -4, Δ.43 Θ.Θ.1-3 καιΔ.48 Θ.2, 3, 8 και 9 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη.
- Η αίτηση των Εναγομένων 4 - Αιτητών δεν στηρίζεται σε ορθή και/ή επαρκή νομική βάση και/ή δεν γίνεται ορθή αναφορά των σχετικών Νόμων και επομένως η αίτηση είναι ελλιπής.
- Τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και παρουσιάζονται με παραπλανητικό τρόπο και/ή ελλείπουν τα αναγκαία στοιχεία ώστε να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη και ορθή εικόνα στο Δικαστήριο.
- Η αίτηση γίνεται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και με μόνο σκοπό να εξασφαλίσει προς τους Εναγόμενους 4 - Αιτητές την προτεραιότητα έναντι των άλλων πιστωτών της διαχείρισης του αποβιώσαντος.
- Δεν απεδείχθη ότι οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές είναι «δικαιούχοι» εντός της έννοιας του άρθρου 73 του Κεφ.
- Το Δικαστήριο εξέδωσε το Garnishee Order nisi χωρίς τούτο να ζητείται ειδικώς από τους Εναγόμενους 4 - Αιτητές με την αίτηση τους καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση της εξουσίας του. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Δέσποινας Αμερικάνου και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η Δέσποινα Αμερικάνου αναφέρει ότι είναι μια εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Κοροσίδη. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, αναφέρει το ιστορικό της αγωγής που εκτέθηκε και πιο πάνω και περαιτέρω αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια καθότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν αναφέρεται ότι το ποσό που επιδικάστηκε προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα Ελευθέριου Κοροσίδη και κατά συνέπεια στη διαχείριση είναι μόνο το ποσό των €6,572,56, πλέον τόκους. Το υπόλοιπο ποσό των €186.064,50 επιδικάσθηκε προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος ήτοι, τη σύζυγο του Μαρίνα Κοροσίδη και το γιο του Δημήτρη Κοροσίδη. Επομένως όπως η Ενόρκως Δηλούσα ισχυρίζεται, οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές επιχειρούν κατάσχεση χρημάτων των οποίων δικαιούχοι είναι αποκλειστικά οι εξαρτώμενοι του αποβιώσαντος και όχι ο ίδιος ο αποβιώσας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η ΄Εκδοση, Τόμος 16, σελ. 79, παράγραφος 119 επεξηγείται ότι η διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια τρίτου είναι το μέσο με το οποίο ένας εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε χρήματα που οφείλονται στον εξ αποφάσεως χρεώστη και τα οποία βρίσκονται στα χέρια τρίτου προσώπου. Για αυτό τον σκοπό το δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει το τρίτο αυτό πρόσωπο που καλείται μεσεγγυούχος (garnishee) να πληρώσει στον εξ αποφάσεως πιστωτή το ποσό που οφείλεται από τον μεσεγγυούχο στον εξ αποφάσεως οφειλέτη ή τέτοιο ποσό όσο θα είναι αρκετό για ικανοποίηση της απαίτησης του εξ αποφάσεως πιστωτή. Το σχετικό διάταγμα συνήθως καλείται «διάταγμα μεσεγγύησης» (garnishee order). (βλ. επίσης Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 325). Στην Κυπριακή νομοθεσία η όλη διαδικασία καλείται «κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου» και σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, είναι μια από τις μεθόδους εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Η διαδικασία προνοείται στο Μέρος VII του ιδίου νόμου. Συγκεκριμένα τα αρθρα 73, 74 και 78 του Κεφ. 6 προνούν τα ακόλουθα: «
- Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.
- Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή.
- Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί ή δυναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό.» Η διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια τρίτου επεξηγείται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα
- Επίσης σχετική είναι η υπόθεση F. Hoffman - La Roche and Co A.G. v. Inter Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited Curtis & Co Ltd and Zygmunt (Chemists) Ltd and Chartered Bank of Famagusta
(1969)1 C.L.R. 106 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Section 73 to 81, Part VII of the Civil Procedure Law, Cap. 6, provide that, if an application for the issue of a writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the court after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.» Συναγεται από τις διατάξεις του νόμου και τη νομολογία ότι η διαδικασία αποτελείται από δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο το Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, έχει εξουσία να εκδόσει μονομερώς διάταγμα το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο, και τον καλεί να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα. Στο μεταξύ με το ίδιο διάταγμα διατάσσεται να μην παραιτηθεί από τη φύλαξη της ιδιοκτησίας αυτής. Το διάταγμα αυτό καλείται συνήθως «garnishee order nisi» αν και ο όρος αυτός δεν απαντάται στην Κυπριακή νομοθεσία. Πρόκειται για διάταγμα προσωρινής φύσης αφού στο δέυτερο στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύθηκε στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Re Γενικός Εισαγγελέας (αρ. 2)
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 711 η διαδικασία είναι εναρκτήρια και όχι ενδιάμεση παρ' όλον που αρχίζει με μονομερή αίτηση. Το γεγονός ότι ακολουθεί του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας. Στο Annual Practice 1958 σελ. 1091 επ. αναλύεται η Ο.45 r.1 των τότε Αγγλικών Θεσμών που αφορά την διαδικασία κατάσχεσης στα χέρια τρίτου που ίσχυε στην Αγγλία. Προνοούσε ότι το Δικαστήριο κατόπιν μονομερούς Αίτησης από εξ΄ αποφάσεως πιστωτή και κατόπιν ένορκης δήλωσης ότι η απόφαση είναι ανικανοποίητη και ότι κάποιο άλλο πρόσωπο χρωστά (is indebted) στον εξ αποφάσεως οφειλέτη, μπορεί να διατάξει όπως αυτά τα χρέη κατασχεθούν (shall be attached) προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Με το ίδιο διάταγμα μπορεί να διαταχθεί ο μεσεγγυούχος (garnishee) να εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να δείξει λόγο γιατί δεν πρέπει να πληρώσει. Το μονομερες διάταγμα (order nisi) πρέπει να επιδοθεί τόσο στον μεσεγγυούχο όσο και στον εξ αποφάσεως χρεώστη εκτός εαν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε στο μυαλό ότι ο σκοπός της διαδικασίας είναι να καταστήσει «χρέη» σε μια μορφή περιουσίας η οποία υπόκειται σε κατάσχεση. Οι προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αναλύθηκαν στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 28 αλλά και στην πιο πρόσφατη απόφαση Κυριάκος και Νικόλας Τρικομίτες Λτδ ν. Αρτέμιδος Τουμαζή Πολιτική Έφεση 155/2010 ημερομηνίας 22.3.2013. Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου γεγονός που συνάγεται αβίαστα από τις διατάξεις του ΄Αρθρου 78 του ΚΕΦ. 6 με την χρήση του ρήματος «δύναται». Στο Annual Practice 1958 σελ. 1091 αναφέρεται ότι «The word "may" imports a discretion, though of course a judicial one, and the order will be refused where it would be inequitable» Οι προυποθέσεις έκδοσης του εντάλματος όπως καθορίστηκαν στην νομολογία και όπως προκύπτουν από τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις είναι οι εξής: (α) Ο Αιτητής πρέπει να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι η σχετική απόφαση δεν έχει ικανοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει. Στο Annual Practice 1958 σελ. 1092 αναφέρεται ότι «The process is also applicable to enforce an order for costs.» (β) Πρέπει επίσης να υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη και του τρίτου προσώπου ήτοι του μεσεγγυούχου. Στους Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 325, παράγραφος 527 επ. κάτω από τον τίτλο «What debts are attachable» αναφέρεται ότι για να υπόκειται σε κατάσχεση κάποιο χρέος πρέπει αυτό να υπάρχει κάτι το οποίο ο νόμος αναγνωρίζει ως χρέος κατά τον χρόνο της κατάσχεσης και όχι κάτι το οποίο ενδεχομένως να γίνει χρέος στο μέλλον π.χ χρέη υπό αίρεση. Αν όμως το χρέος υπάρχει αλλά είναι πληρωτέο στο μέλλον με δόσεις τότε μπορεί να εκδοθεί ένταλμα το οποίο θα λειτουργεί όταν κάθε δόση καθίσταται πληρωτέα. Στην υπόθεση Carna Plants (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το διάταγμα μεσεγγύησης αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Προϋπόθεση έκδοσης του διατάγματος είναι η ύπαρξη συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης το οποίο πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους. Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι «Το Άρθρο 73 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν περιορίζει σε αντίθεση με την αγγλική νομοθεσία την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης σε χρέη. Επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εκδόσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις ("securities") για χρηματικά ποσά.» Στην σελ. 1093 του Annual Practice 1958 αναφέρεται ότι εάν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης μπορεί να ενάγει τον μεσεγγυούχο για το ποσό και να το ανακτήσει τότε μάλλον πρόκεται για χρέος το οποίο μπορεί να κατασχεθεί με την διαδικασία μεσεγγυούχου. Τονίζεται όμως ότι το χρέος πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμο. Επιχειρήματα Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση Με την αγόρευση τους οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση δεν καταπιάνονται με τον λόγο Ένστασης υπ' αρ. 2 ότι δηλαδή η Αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθή και/ή επαρκή νομική βάση και/ή δεν γίνεται ορθή αναφορά των σχετικών Νόμων και επομένως η αίτηση είναι ελλιπής. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι στην Αίτηση αναφέρονται με επάρκεια οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις που επιτρέπουν τη εξέτασή της. Επομένως ο λόγος Ένστασης υπ' αρ. 2 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση ούτε στον λόγο Ένστασης υπ' αρ. 6 αναφέρονται στην αγόρευση τους ότι δηλαδή το Δικαστήριο εξέδωσε το Garnishee Order nisi χωρίς τούτο να ζητείται ειδικώς από τους Εναγόμενους 4 - Αιτητές με την αίτηση τους καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση της εξουσίας του. Εν πάση περιπτώσει, όπως ήδη αναφέρθηκε, η διαδικασία αποτελείται από δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει μονομερώς το σχετικό ένταλμα κατάσχεσης διατάσσοντας ταυτόχρονα τον μεσεγγυούχο να μην παραιτηθεί από τη φύλαξη της ιδιοκτησίας αυτής. Στο δέυτερο στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύθηκε. Θεωρώ ότι η διαδικασία είναι τέτοια που δεν απαιτείται η χωριστή διατύπωση της θεραπείας που επιζητείται. Η θεραπεία είναι μια και ενιαία. Η διαδικασία εξέτασης κατα πόσον η θεραπεία θα πρασχεθεί είναι που χωρίζεται σε δύο στάδια. Επομένως ούτε αυτός ο λόγος Ένστασης μπορεί να επιτύχει. Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης υπ' αρ. 3, ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι αρ. 4 - Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και παρουσιάζονται με παραπλανητικό τρόπο σημειώνω ότι είναι όντως νομολογημένο ότι, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. (βλ. Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 734). Στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα με όσα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση οι Εναγόμενοι αρ. 4 - Αιτητές δεν απέκρυψαν οποιαδήποτε γεγονότα σε σχέση με το περιεχόμενο της εκδοθείσας απόφασης. Την επισυνάπτουν μάλιστα αυτούσια στην Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Σε κάθε περίπτωση η υπό κρίση Αίτηση αν και έχει την φύση εναρκτήριας Αίτησης καταχωρείται με τον ίδιο αριθμό και στον ίδιο δικαστικό φάκελο με την αγωγή. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου. (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Συνεπώς δεν διακρίνω καμία προσπάθεια εκ μέρους των Εναγομένων αρ 4 - Αιτητών να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Ο σχετικός λόγος Ένστασης απορρίπτεται. Προχωρώ στην εξέταση των λόγων Ένστασης υπ' αρ. 1 και 4 ότι δηλαδή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή η αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη (λόγος Ένστασης υπ' αρ. 1) και ότι δεν αποδείκτηκε ότι οι Ενάγοντες - Kαθ'ων η Αίτηση είναι «δικαιούχοι» εντός της έννοιας του άρθρου 73 του Κεφ. 6. (λόγος Ένστασης υπ' αρ. 5) Ειδικότερα οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν είναι δικαιούχοι εν τη έννοια του άρθρου 73 του Κεφαλαίου 6, καθότι ο Εναγόμενοι 1 - Μεσεγγυούχοι οφείλουν ποσό σαφώς μικρότερο προς όφελος της διαχείρισης από αυτό που οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές αξιούν ήτοι, το ποσό των €6,572,56, πλέον τόκους. Συνεπώς, δεν προκύπτει η απαραίτητη σχέση πιστωτή και χρεώστη. Επίσης, εισηγούνται ότι η υπό κρίση αίτηση δεν συνιστά το σωστό δικονομικό διάβημα αφού το ποσό των €186.064,50, που επικαλούνται οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές αποτελεί ποσό εκδικασθέν προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη. Δεν αποτελούν χρήματα τα οποία οφείλονται στους Ενάγοντες - Καθ ων η Αίτηση ως διαχειριστές της περιουσίας του. Προφανώς το ποσό των €186.064,50 επιδικάστηκε δυνάμει των προνοιών άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων νόμου Κεφ. 148 προς όφελος των εξαρτώμενων του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη. Στο άρθρο 58 στηρίζεται ολόκληρο το αγώγιμο δικαίωμα σε περίπτωση αστικού αδικήματος από το οποίο προήλθε θάνατος. Το αγώγιμο δικαίωμα δηλαδή δεν ανήκει στην περιουσία του αποβιώσαντος αλλά στους εξαρτώμενους αυτού. Η θέση αυτή ενισχύεται από το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Ιορδάνου ν. Κυριάκου
(1996)1 A.A.Δ. 1364: "Σκοπός του Άρθρου 58 είναι η εξασφάλιση σε πρόσωπα εξαρτώμενα από τον αποβιώσαντα (η τάξη των οποίων καθορίζεται) αγώγιμου δικαιώματος, για αποζημίωση για τη ζημία και την απώλεια που υφίστανται λόγω του θανάτου του. Το Άρθρο 58 του ΚΕΦ. 148 αποκαλύπτει ότι τα δικαιώματα των εξαρτωμένων για αποζημίωση καθορίζονται εξαντλητικά στις διατάξεις του. Όπως συνάγεται, το δικαίωμα των εξαρτωμένων προσώπων δεν είναι συνάλληλο ούτε με τα αγώγιμα δικαιώματα του αποβιώσαντος, εάν δεν επερχόταν ο θάνατος, ούτε και με εκείνα των προσωπικών του αντιπροσώπων, ως διαδόχων της περιουσίας του. Τα δικαιώματα τα οποία εξασφαλίζονται από το Άρθρο 58 είναι προσωπικά, αλληλένδετα με τη ζημιά και την απώλεια που υφίστανται οι εξαρτώμενοι, λόγω αυτού τούτου του θανάτου." Επίσης τα εδάφια 11 και 12 του άρθρου 58 τα οποία προνοούν τα εξής:
(11)Η αγωγή εγείρεται από και στo όvoμα τoυ εκτελεστή ή τoυ διαχειριστή τoυ απoβιώσαvτoς.
(12)Αv-(α) δεv υπάρχει εκτελεστής ή διαχειριστής τoυ απoβιώσαvτoς· ή (β) δεv εγερθεί αγωγή εvτός δώδεκα μηvώv από τo θάvατo τoυ απoβιώσαvτoς από και στo όνομα τoυ εκτελεστή ή διαχειριστή τoυ απoβιώσαvτoς, η αγωγή δύvαται vα εγερθεί από και στo όνομα όλωv ή oπoιoυδήπoτε από τα πρόσωπα πρoς όφελoς τωv oπoίωv o εκτελεστής ή o διαχειριστής θα μπορούσε vα εγείρει αυτή. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι ο διαχειριστής ή εκτελεστής της περιουσίας αποβιώσαντος στα πλαίσια αγωγής που καταχωρείται δυνάμει του άρθρου 58, δεν ενεργεί ως εκπρόσωπος της περιουσίας του αποβιώσαντος αλλά ως εκπρόσωπος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος έστω κι αν τούτο δεν αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής. Θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ και σε αντίστοιχη πρόνοια με ως προνοείτο στο Fatal Accidents Act 1976. Σχετικά με αυτή αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts 16th edition p. 305. : «Only one action may be brought in respect of the death. Therefore the plaintiff, be he the executor, administrator, or dependant, must deliver to the defendant full particulars of all the persons on behalf of whom the action is brought. He is also under a duty to take all reasonable steps to inform dependants of the action and, if they wish to claim, ensure that they are named as persons on behalf of whom the action is brought.» Και στην σελίδα 306: «Nature of action under the Fatal Accidents Act. The cause of action under the Fatal Accidents Act is entirely separate from that which the deceased himself would have had if he had not died, and which now survives for the benefit of his estate. It is "new in its species, new in its quality, new in its principle, in every way new.» Τέλος στην σελίδα 317: «Settlement of claim. An executor or administrator, although the nominal plaintiff in the action, cannot validly agree with the defendant to accept a lump sum to cover all the defendants unless (
- a)each of the defendants who is sui juris and desires to claim has approved the agreement and (
- b)has sanctioned the agreement as being one for the benefit of each of the dependants who are infants» Από όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι «πραγματικοί» Ενάγοντες στην πιο πάνω αγωγή δεν είναι οι διαχειριστές. Οι τελευταίοι είναι απλώς κατονομαζόμενοι ενάγοντες (nominal plaintiffs). Σε τέτοια όμως περίπτωση δεν σημαίνει ότι επειδή η απόφαση εκδόθηκε υπέρ των Εναγόντων ως nominal plaintiffs, υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ των ιδίων και των μεσεγγυούχων. Δικαιούχοι (beneficially interested) δεν είναι οι ενάγοντες ως διαχειριστές αλλά οι εξαρτώμενοι ως οι έχοντες το αγώγιμο δικαίωμα. Από την άλλη τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί υπέρ των Εναγομένων 4 - Αιτητών δεν μπορούν να εισπραχτούν από την περιουσία που επιδικάστηκε υπέρ των εξαρτωμένων. Αυτό που ενδεχομένως να δικαιούνταν οι Εναγόμενοι 4 - Αιτητές θα ήταν την έκδοση διατάγματος για καταβολή ασφάλειας εξόδων δυνάμει της Δ.60, Θ.4 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «If it appears that a person suing is not the real plaintiff but is merely suing as nominal plaintiff in somebody else's interests then such person may, at any stage of the action, be required to give security for costs on the grounds of insolvency or poverty.» Προφανώς οι συντάκτες των κανονισμών θεώρησαν ορθό σε τέτοιες περιπτώσεις να προστατέψουν το αυτονόητο, ότι δηλαδή ο επιτυχών εναγόμενος θα μπορεί να εισπράξει τα έξοδα τα οποια πιθανόν να επιδικαστούν υπέρ του. Σχετική είναι η Αγγλική υπόθεση Sykes v Sykes, Law Rep. 4 C.P. 645, όπου αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «To entitle a defendant to security, he must show not only that the plaintiff is insolvent, but also that he is suing as a nominal plaintiff, in the sense of another person being beneficially interested in the result of the action. In that case, the Court would stay the proceedings until security is given» Εναπόκειται επομένως στον εκάστοτε Εναγόμενο, προκειμένου να προστατέψει τα συμφέροντα του, να εξασφαλίσει ασφάλεια εξόδων εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση τέτοιου διατάγματος. Αν, ενώ δικαιούται, δεν το πράξει τότε παραμένει ο ίδιος εκτεθειμένος, διότι ακριβώς δεν υφίσταται απευθείας σχέση εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη - πιστωτή ανάμεσα στον ίδιο και τους πραγματικούς ενάγοντες και εν προκειμένω τους εξαρτώμενους. Στην παρούσα περίπτωση, εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτες των Εναγομένων αρ. 4 - Αιτητών σε σχέση με τα έξοδα δεν είναι οι εξαρτώμενοι, ασχέτως εάν το αγώγιμο δικαίωμα προωθήθηκε εκ μέρους των τελευταίων. Εξ αποφάσεως οφειλέτες είναι οι διαχειριστές υπό την αυτήν ιδιότητα τους. Διαφορετική θα ήταν η περίπτωση εάν δεν υπήρχαν διαχειριστές ή αυτοί παρέλειπαν να καταχωρήσουν αγωγή με αποτέλεσμα την αγωγή να την καταχωρήσουν κατευθείαν οι εξαρτώμενοι ως προνοείται στο εδάφιο 12(β) του άρθρου 58 (ανωτέρω). Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη θεωρώ ότι δεν υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη ανάμεσα στους Μεσεγγυούχους και τους Ενάγοντες ως διαχειριστές του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη σε σχέση με το ποσό των €186.064,50. Το ποσό αυτό οι Μεσεγγυούχοι το οφείλουν στους εξαρτώμενους του αποβιώσαντος οι οποίοι (οι εξαρτώμενοι) όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω δεν είναι εξ αποφάσεως οφειλέτες των Εναγομένων 4 - Αιτητών σε σχέση με τα επιδικασθέντα υπέρ των τελευταίων έξοδα. Παρά τα πιο πάνω παρατηρώ ότι εκτός από το ποσό των €186.064,50 επιδικάστηκε με την ίδια απόφαση επίσης το ποσό των €6,572,56 με τόκους προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντος. Περαιτέρω το Δικαστήριο διέταξε όπως οι Εναγόμενοι 1,2 και 3 πληρώσουν στον ενάγοντα έξοδα όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €14.374,47 πλέον νόμιμο τόκο πλέον €42,00 έξοδα του διατάγματος και €1840,40 Φ.Π.Α. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες μαθηματικές ικανότητες για να διαπιστώσει κάποιος ότι τα πιο πάνω ποσά, ήτοι €6,572,56 με τόκους πλέον €14.374,47 με τόκους και Φ.Π.Α υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό που οι Εναγόμενοι αρ. 4 - Αιτητές έχουν να λάβουν από τους Ενάγοντες ως διαχειριστές. Σε σχέση με αυτά τα ποσά επομένως κρίνω ότι υπάρχει σχέση πιστωτή και οφειλέτη ανάμεσα στους Ενάγοντες και τους Μεσεγγυούχους. Και τούτο διότι αποτελούν εξ αποφάσεως χρέος των μεσεγγυούχων προς τους Ενάγοντες. Στο σύγγραμμα Annual Practice στην σελίδα 1096 αναφέρεται ότι ένα εξ αποφάσεως χρέος μπορεί να κατασχεθεί στα χέρια του εξ αποφάσεως οφειλέτη. (Hollby ν. Hodgson
(1889), 24 "Q. B. D. 103). Και δεν βλέπω λόγο γιατί να είναι διαφορετικά. Από την στιγμή που, όπως ήδη λέχθηκε, ένα χρέος μπορεί να κατασχεθεί με την διαδικασία μεσεγγυούχου εάν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης μπορεί να ενάγει τον μεσεγγυούχο για το ποσό και να το ανακτήσει, πόσο μάλλον όταν έχει ήδη εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση. Πρόκειται για χρέος ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό από την περιουσία αποβιώσαντος. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει δικαστική απόφαση υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη και προς όφελος της περιουσίας του τελευταίου τουλάχιστον για το ποσό των €6,572,56 με τόκους πλέον €14.374,47 με τόκους και Φ.Π.Α. Αυτό είναι χρέος που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης (attachable debt). Σε σχέση με αυτό το ποσό λοιπόν πρέπει να εξεταστεί η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ότι εάν η Αίτηση εγκριθεί τότε θα παραβιαστούν οι πρόνοιες των άρθρων 41 και 42 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Προσώπων Νόμου Κεφ. 189 που προνοούν τα εξής: «41.-
(1)Εκτελεστής που επέτυχε επικύρωση διαθήκης ή διαχειριστής που επέτυχε έγγραφο διαχείρισης με επισυνημμένη διαθήκη, προχωρεί, κατά τη διαχείριση της κληρονομιάς, ως ακολούθως: (α) συλλέγει και συναθροίζει την κληρονομιά με κάθε εύλογη ταχύτητα. (β) καταβάλλει τις δαπάνες κηδείας και τις δαπάνες που προέρχονται από διατάξεις τελευταίας βούλησης και κάθε νόμιμο χρέος του αποθανόντος σύμφωνα με την τάξη προτεραιότητας που καθορίζεται στο άρθρο
- (γ) .. .. .. (δ) .. .. ..
- Μετά την καταβολή των δαπανών κηδείας και των δαπανών των συναφών με την αποδοχή και την άσκηση του λειτουργήματος του εκτελεστή ή του διαχειριστή, και μετά την καταβολή της αμοιβής του εκτελεστή ή διαχειριστή, τα νόμιμα χρέη του απoθαvόvτoς εκκαθαρίζονται από τov εκτελεστή ή το διαχειριστή σύμφωνα με την πιο κάτω τάξη προτεραιότητας, δηλαδή- (α) οι δαπάνες ιατρικής νοσηλείας του απoθαvόvτoς κατά τη διάρκεια της τελευταίας του ασθένειας και οι οφειλόμενοι μισθοί του οικιακού υπηρετικού προσωπικού αυτού, οι οποίοι δεν υπερβαίνουν μισθούς έξι μηνών. (β) τα χρέη που καλύπτονται με ασφάλεια συμφώνα με την τάξη προτεραιότητας τους. (γ) οποιοδήποτε άλλο χρέος.» Κατ' αρχήν παρατηρώ ότι στη νομική βάση της Ένστασης δεν αναφέρονται καν οι εν λόγω διατάξεις του Κεφ.
- Επίσης δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση που να υποστηρίζει ότι εάν η Αίτηση επιτύχει τότε θα υπάρξει παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση παραπέμπω στην υπόθεση Pritchard ν. Westminster Bank, Ltd [1969] 1 All. E. R. 999 όπου λέχθηκε ότι σε περιπτώσεις που η περιουσία του αποβιώσαντος είναι αφερέγγυα τότε το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει σε ένα πιστωτή να λάβει πλεονέκτημα με διάταγμα μεσεγγύησης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αδιαφορήσει για τυχόν υποχρεώσεις από την περιουσία του αποβιώσαντος οι οποίες πιθανόν να προηγούνται του χρέους προς τους Αιτητές. Σχετική είναι η απόφαση Ιωαννίδου Νικόλ ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Άλκη Χρ. Ιωαννίδη και Άλλη ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ και Άλλων,
(2007)1 Α.Α.Δ. 568 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Προχωρώντας, περαιτέρω, επισημαίνουμε πως ο πρωτόδικος Δικαστής ανέφερε πως η αδυναμία του να γνωρίζει αν η περιουσία ήταν φερέγγυα ή αφερέγγυα, προερχόταν από τις δηλώσεις των δικηγόρων της διαχειρίστριας του αποβιώσαντος ότι δεν ενίστατο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος «αδιαφορώντας για τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις της» και από την άλλη πλευρά το γεγονός ότι η συνήγορος των μεσεγγυούχων θεωρούσε δεδομένο πως η περιουσία ήταν φερέγγυα, χωρίς να δίδει οιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία. Εν όψει της κατάληξης του πρωτόδικου Δικαστή πως δεν υπήρχαν ενώπιον του αρκετά στοιχεία για να αποφανθεί κατά πόσο η περιουσία ήταν φερέγγυα ή αφερέγγυα, ήταν ορθή η απόφαση του να διατάξει κατάθεση στο Δικαστήριο του επίδικου ποσού, αλλά λανθασμένη η οδηγία για διεξαγωγή έρευνας από τον Πρωτοκολλητή. Τέτοια έρευνα θα έπρεπε να διεξαχθεί από το ίδιο το Δικαστήριο, αφού εδίδοντο οι σχετικές οδηγίες για τον τρόπο παρουσίασης των σχετικών στοιχείων. Ως εκ τούτου η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η διαταγή για κατάθεση του ποσού των £100.000 στο Δικαστήριο επικυρώνεται. Το υπόλοιπο της διαταγής ακυρώνεται και διατάσσεται η διεξαγωγή έρευνας από τον ίδιο Δικαστή για να αποφασισθεί το κατά πόσο η περιουσία του χρεώστη είναι φερέγγυα ή αφερέγγυα και να καταλήξει ακολούθως αναλόγως και σύμφωνα με το αποτέλεσμα της έρευνας. Έτσι και στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει πρώτον εάν η περιουσία του αποβιώσαντος είναι φερέγγυα ή αφερέγγυα και δεύτερον κατά πόσον υπάρχουν υποχρεώσεις από την διαχείριση οι οποίες προηγούνται του επίδικου χρέους. Εν όψει των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι μεσεγγυούχοι να καταθέσουν το ποσό των €10.718,95 με νόμιμο τόκο 8% ετησίως από 11.10.2005 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 και 4% ετησίως από 1.1.2015 στο Δικαστήριο. Το διάταγμα να επιδοθεί στους μεσεγγυούχους από τους συνηγόρους των Αιτητών. Η αίτηση ορίζεται για διεξαγωγή έρευνας από το Δικαστήριο για το κατά πόσον η περιουσία του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη είναι φερέγγυα στις 11.2.2016 και ώρα 10.30 π.μ. Από το αποτέλεσμα της έρευνας του Δικαστηρίου θα εξαρτηθεί αν το ποσό που θα κατατεθεί ως ανωτέρω, θα επιστραφεί στους μεσεγγυούχους, ή αν θα δοθεί στους Εναγόμενους 4 - Αιτητές προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Δίδονται οδηγίες στους Εναγομένους αρ. 4 - Αιτητές όπως εκδώσουν και επιδώσουν κλήση μάρτυρος προς τους Σώτο Καραολή και Δέσποινα Αμερικάνου καλώντας τους όπως προσέλθουν στο Δικαστήριο στις 11.2.2016 και ώρα 10.30 π.μ. για να δώσουν μαρτυρία σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα αφορά την διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθέριου Κοροσίδη και να παρουσιάσουν όλα τα σχετικά με την εν λόγω διαχείριση έγγραφα. Τα έξοδα επιφυλάσσονται. Θα αποφασιστούν μετά την αποπεράτωση της έρευνας του Δικαστηρίου. (Υπ.) .................................... Χρ. Ρασπόπουλος, προσ.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο