← Κύπρος

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ν. BELLAPAIS SUPPLIERS LTD, Αίτηση αρ.: 1996/13, 23/12/2015

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ν. BELLAPAIS SUPPLIERS LTD, Αίτηση αρ.: 1996/13, 23/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A589 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 1996/13 Μεταξύ: ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ Αιτητής και BELLAPAIS SUPPLIERS LTD Καθ΄ ου η Αίτηση Αίτηση για πώληση ακίνητης περιουσίας που βαρύνεται με ΜΕΜΟ Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2015 Για τον αιτητή: κα Ρούσου Για την καθ ΄ης η αίτηση: κος Μάγος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση ο αιτητής ζητά έκδοση των ακόλουθων δύο διαταγμάτων. A. Διάταγμα για την πώληση της ακίνητης περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση που περιγράφεται στο ΜΕΜΟ αρ. ΕΒ 228/13, ημ. 25/12/20103 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους της καθ΄ ης η αίτηση σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/12/2012 στην αίτηση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας η οποία έχει εγγραφεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 21/11/

  1. B. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την πώληση υποκείμενων εις καθορισμό επιφυλαχθείσης τιμής ορισθείσης υπό του Δικαστηρίου της δεσμευμένης περιουσίας του εν λόγω καθ΄ ου η αίτηση ως περιγράφεται κατωτέρω: Νομική βάση της αίτησης είναι οι περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, συγκεκριμένα η Δ.42 κκ1 έως 5 και η Δ.48 κκ 1,2,8 και 9· ο περι Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 22 έως και 71· και η νομολογία και διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Η ιδιοκτήτρια της ακίνητης περιουσίας, εν προκειμένω η καθ΄ ης η αίτηση, ενίσταται στο αίτημα, γεγονός που διαπιστώνεται από την καταχώριση ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Προτάσσονται συναφώς οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  2. Η καθ΄ης η αίτηση έχει εν δυνάμει εισοδήματα από τα οποία δύναται να ικανοποιηθεί το εξ αποφάσεως χρεός.
  3. Η έκδοση διατάγματος πώλησης της ακίνητης περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση είναι ανεπιεικές μέτρο υπό τις περιστάσεις.
  4. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένο και/ή ελλιπές δικονομικό και/ή νομικό υπόβαθρο και/ή είναι παράτυπη.
  5. Ελλείπουν οι προϋποθέσεις που καθορίζει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση διατάγματος πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας.
  6. Η αίτηση δεν στηρίζεται σε ουσιαστικούς λόγους.
  7. Τα όσα αναφέρονται στην Ένορκο Δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελούν καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος πώλησης της περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση.
  8. Υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αιτήσεως των Αιτητών, αλλά να απορρίψει
  9. αυτήν με έξοδα εναντίον τους. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση δεν τελούν υπό αμφισβήτηση, ως εκ τούτου σπεύδω να παραθέσω τούτα, ενώ όπου οι θέσεις των μερών διίστανται θα διερευνούνται περαιτέρω, ώστε να διαπιστωθεί που κρύβεται η αλήθεια. Αξίζει εν τούτοις να αναφερθεί ότι από μέρους του αιτητή καταχωρίστηκαν δυο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη καταχωρίστηκε μαζί με την αίτηση, ενώ η δεύτερη ακολούθησε την ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση και καταχωρίστηκε ως συμπληρωματική, εις απάντηση των ισχυρισμών της ιδιοκτήτριας του ακινήτου. Ως εκ τούτου η δεύτερη ένορκος δήλωση θα καλείται "η συμπληρωματική." Αιτητής λοιπόν είναι ο Σωκράτης Σωκράτους. Την 20/12/2012 εκδόθηκε απόφαση υπερ του αιτητή και εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση. Η απόφαση εκδόθηκε στην υπόθεση με αριθμό 207/12 του Εργατικού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ανέρχεται σε €40297,74 πλέον €600 και Φ.Π.Α ως δικηγορικά έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο επί των δύο ποσών από 20/12/
  10. Τούτη η απόφαση είναι το τεκμήριο 2 στην αίτηση, ενώ στο ίδιο τεκμήριο συμπεριλαμβάνεται και διάταγμα τούτου του δικαστηρίου με το οποίο εγκρίθηκε η εγγραφή της απόφασης στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ώστε να δύναται να εκτελεστεί. Η εγγραφή τούτης της απόφασης διενεργήθηκε την 21/11/
  11. Γεγονός είναι ότι ο αιτητής εξέδωσε ένταλμα (writ of moveable) κατά της κινητής περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση, το οποίο όμως επιστράφηκε ανεκτέλεστο την 29/4/
  12. Η σχετική ενημερωτική επιστολή του δικαστικού επιδότη είναι το τεκμήριο 3 στην αίτηση. Πέραν τούτου την 25/1/2013 ο αιτητής καταχώρισε memo στην ακίνητη περιουσία της καθ΄ ης η αίτηση. Το memo που καταχωρίστηκε είναι το υπ΄ αριθμό ΕΒ228/13 και αφορά αυτό ακριβώς το ακίνητο που είναι αντικείμενο της επίδικης αίτησης. Η καταχώριση του memo επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 4 στην αίτηση. Ωσαύτως ο αιτητής αιτείται σήμερα την εκτέλεση τούτου του memo. Το ακίνητο, δηλαδή το αντικείμενο των επίδικων διαταγμάτων, περιγράφεται στην αίτηση αλλά και στον τίτλο ιδιοκτησίας (βλ. τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική). Όπως εκεί αναφέρεται, είναι οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 0/14552, Φ/Σχ. 54/51, τεμάχιο 1173, ενορία Αγίου Γεωργίου, Δήμος Αγίου Αθανασίου Λεμεσός και ανήκει πλήρως στην καθ΄ ης η αίτηση. Είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση και η έκταση του είναι 557 τετραγωνικά μέτρα, ενώ φέρει και κτήρια, τα οποία όμως δεν αναγράφονται. Η δε αξία τούτου ανέρχεται σε €3.100.
  13. Πέραν των πιο πάνω αναμφισβήτητο είναι πως το επίδικο ακίνητο βαρύνεται με τέσσερις υποθήκες. Τούτες είναι: α. υποθήκη Υ5191/11, ημερομηνίας 7/7/2011, για ποσό €100.000, από Marfin Popular Bank Public Co Ltd. β. υποθήκη Υ12186/10, ημερομηνίας 29/11/2010, για ποσό €300.000, από Marfin Popular Bank Public Co Ltd. γ. υποθήκη Υ8054/10, ημερομηνίας 27/7/2010, για ποσό €500.000, από Laiki Factors Ltd. δ. υποθήκη Υ6778/10, ημερομηνίας 28/6/2010, για ποσό €300.000, από Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Παρεμβάλλω εδώ ότι το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου και δη η διαδικασία σε σχέση με την επίδικη αίτηση, αποκαλύπτει ότι οι δύο τράπεζες, Marfin Popular Bank Public Co Ltd και Laiki Factors Ltd, έλαβαν γνώση της επίδικης αίτησης, εφόσον τους επιδόθηκε και κατόπιν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο. Σε αυτό το πλαίσιο την 26/2/2014 παρουσιάστηκε στο δικαστήριο συνήγορος, η οποία δήλωσε ότι δεν ενίστανται στην πώληση του ακινήτου, νοουμένου βεβαίως ότι άμα την πώληση οι ενυπόθηκοι δανειστές θα εισπράξουν το λαβείν τους κατά προτεραιότητα. Ο αιτητής διατείνεται πως το ακίνητο βαρύνεται και με άλλα memo. Άλλοι 26 συνάδελφοί του, λέει ο αιτητής, έλαβαν απόφαση εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση και ακολούθως καταχώρισαν memo στην περιουσία τούτης, εν προκειμένω στο επίδικο ακίνητο. Άλλος ένας, αναφέρει ο αιτητής, εξασφάλισε απαγορευτικό διάταγμα πώλησης του ίδιου πάντα ακινήτου. Το σύνολο τούτων των αξιώσεων, δηλαδή των 27 συναδέλφων του αιτητή, ανέρχεται, σύμφωνα με τον τελευταίο, σε €300,000 και όλοι οι δικαιούχοι συμφωνούν στην πώληση του ακινήτου, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα ικανοποιηθούν και οι ίδιοι. Αυτό το τελευταίο, δηλαδή ο αριθμός των προσώπων που με τις αποφάσεις τους επιβάρυναν το ακίνητο και περαιτέρω, η συναίνεση τούτων για πώληση του ακινήτου, αμφισβητείται από την καθ΄ ης η αίτηση. Δικαίως ομολογουμένως εφόσον στην ένσταση επισυνάπτονται αποδείξεις που θέλουν 9 πρόσωπα να δέχονται χρηματικό ποσό προς πλήρη εξόφληση της αξίωσης ενός εκάστου και ακολούθως απόσυρση του memo που δεσμεύει την περιουσία της καθ΄ ης η αίτηση (βλ. τεκμήριο 3 στην ένσταση). Μάλιστα στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση ο αιτητής δηλώνει ότι κάποια memo αποσύρθηκαν μετά την καταχώριση της επίδικης αίτησης, καθ΄ ότι πληρώθηκαν οι σχετικές απαιτήσεις. Ως εκ τούτου δέχομαι ότι ο αριθμός των υπόλοιπων memo είναι μικρότερος, τουλάχιστον κατά εννέα, απ΄ εκείνο που αναφέρει ο αιτητής. Η καθ΄ ης η αίτηση αμφισβητά τον ισχυρισμό του αιτητή ότι ουδείς άλλος τρόπος υπάρχει για ικανοποίηση της αξίωσης, πλην πωλήσεως του ακινήτου. Αναφέρει συναφώς ότι η αξία του ακινήτου ανέρχεται σε €3,100,
  14. Την 27/4/2012, αναφέρει η καθ΄ης η αίτηση, συνήψε συμφωνία με την εταιρεία Grand Futur Holdings Ltd δια πώληση του επίδικου ακινήτου. Η εν λόγω συμφωνία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένσταση. Το τίμημα πώλησης, σύμφωνα πάντα με την καθ΄ ης η αίτηση, ανερχόταν σε €3,100,000, εκ των οποίων τα €1,260,000 καταβλήθηκαν με την υπογραφή της συμφωνίας. Το δε υπόλοιπο, €1,840,000 πλέον τόκος προς 5%, θα καταβάλλετο σε τρεις ισόποσες ετήσιες δόσεις. Εν τούτοις, αναφέρει η καθ΄ ης η αίτηση, λόγω των γεγονότων του Μαρτίου 2013, δηλαδή του κλεισίματος των τραπεζών και του κουρέματος των καταθέσεων, η συμβαλλόμενη εταιρεία απέτυχε ικανοποίηση των συμφωνηθέντων. Πρόθεση όμως της αγοράστριας εταιρείας είναι η ολοκλήρωση της αγοράς. Δια αυτό μάλιστα το λόγο τα μέρη συνήψαν νέα συμφωνία (βλ. τεκμήριο 2 στην ένσταση) με την οποία συμφωνήθηκε ότι το υπόλοιπο θα καταβληθεί με ετήσιες δόσεις ύψους €200,000, αρχής γενομένης την 30/4/2013 και εν συνεχεία κάθε επόμενο έτος. Βάσει όλων ανωτέρω η καθ΄ ης η αίτηση διατείνεται πως δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και ότι η επίδικη θεραπεία, η οποία προϋποθέτει χρονοβόρα διαδικασία με αμφίβολο αποτέλεσμα, είναι δυσανάλογη του εξ αποφάσεως χρέους και συνεπώς καταπιεστική. Τέλος, η καθ΄ ης η αίτηση υποδεικνύει πως η αίτηση είναι παράτυπη δια το λόγο ότι δεν συνοδεύεται από πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο αιτητής δεν αμφισβητά τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι πώλησε το ακίνητο με τον τρόπο που πιο πάνω αναφέρεται. Με τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση καθιστά σαφές ότι γνωρίζει για τούτη την πώληση. Διατείνεται εν τούτοις ότι η κατάθεση του σχετικού πωλητηρίου εγγράφου είναι εσφαλμένη και ο λόγος οφείλεται στο απαγορευτικό διάταγμα που πιο πάνω αναφέρεται. Σύμφωνα με τον αιτητή, το απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε από άλλο συνάδελφό του, είναι ημερομηνίας 20/3/2012 (βλ. τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική). Επιπλέον, επιδόθηκε στην καθ΄ ης η αίτηση την 29/3/2012 (βλ. τεκμήριο 3 στη συμπληρωματική) και κατατέθηκε στο κτηματολόγιο Λεμεσού την 30/3/2012 και έλαβε τον αριθμό EB881/2012 (βλ. τεκμήριο 4 στη συμπληρωματική). Από την άλλη, η συμφωνία πώλησης του ακινήτου από την καθ΄ ης η αίτηση στην εταιρεία Grand Futur VII Holding Limited, είναι ημερομηνίας 22/4/
  15. Βάσει όλων των πιο πάνω είναι η θέση του αιτητή ότι λανθασμένα το κτηματολόγιο δέχτηκε τη συμφωνία πώλησης, εφόσον αντίκειτο στο απαγορευτικό διάταγμα. Μάλιστα αναφέρει ότι παραπονέθηκε στο κτηματολόγιο για την αποδοχή του πωλητηρίου εγγράφου και γι΄ αυτό απέστειλε σχετική επιστολή (βλ. τεκμήριο 5 στη συμπληρωματική). Τα πιο πάνω είναι όσα αποτελούν το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του δικαστηρίου. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προβλέπει ό,τι σχετικό αιτήματος ως το επίδικο. Συμφώνως του άρθρου 22 του Κεφ. 6 ουδεμία ακίνητη περιουσία πωλείται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Εν τούτοις τέτοια συναίνεση παρέλκει άμα ένταλμα πώλησης της κινητής περιουσίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη επιστράφηκε ανικανοποίητο. Στην προκείμενη περίπτωση η σχετική προϋπόθεση πληρούται βεβαίως, εφόσον το τεκμήριο 3 στην αίτηση είναι αυτή ακριβώς η ενημέρωση του δικαστικού επιδότη πως η εταιρεία στερείται κινητής περιουσίας η οποία δύναται να κατασχεθεί για σκοπούς εκτέλεσης. Τώρα το άρθρο 23 του Κεφ. 6 αναφέρει πως·
  16. Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι΄ αυτόν και την οικογένεια του. Από την άλλη το δικονομικό πλαίσιο που διέπει το αίτημα είναι η Δ.42 των περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, την οποία οι αιτητές επικαλούνται. Λόγω της σημασίας των κανονισμών 1 και 2 κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ο,τι εκεί αναφέρεται. Every application under Part 5 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, for the sale of immovable property shall be by summons and set out the property sought to be sold, giving the registration enumber, the locality, the kind of property, and its extent; it shall also set out the items making up the amount sought to be recovered, and shall have attached thereto the receipts or other evidence in support of any items for disbursements. There shall also be attached to the application an office copy of the judgment or order sought to be executed and the Land Registry Office certificates showing that the property sought to be sold stands registered in the debtor's name. The application shall be supported by affidavit verifying the sum stated to be still due under the judgment or order and all sums claimed as expeneses incidental to the execution thereof; the affidavit shall set forth in detail the enumber of the debtor's family, the house accommodation left, and (where nexessary) the land to be exempted as requisite for the support of the debtor and his family, and shall also state that to the best of the applicant' s belief sufficient provision is made for the needs of the debtor and his family in these respects. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα αίτηση δια πώληση ακίνητης περιουσίας υποβάλλεται δια κλήσεως και επιδίδεται στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Ας λεχθεί, έστω εν παρόδω, ότι η επίδοση εξυπηρετεί και τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Κεφ. 6, δηλαδή πως η αίτηση επιδίδεται και σε τυχόν ενυπόθηκους δανειστές, εφόσον ο νόμος προβλέπει ότι αν το διάταγμα ήθελε εκδοθεί οι ενυπόθηκοι δανειστές ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα. Τώρα, οι κκ1 και 2 της Δ.42 αποκαλύπτουν ότι η αίτηση πρέπει να ικανοποιεί αριθμό προϋποθέσεων. Μεταξύ άλλων είναι· περιγραφή της περιουσίας, αριθμό εγγραφής, τοποθεσία, είδος περιουσίας και βεβαίως έκταση. Παράλληλα η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου επ΄ ονόματι του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ως επίσης από πιστό αντίγραφο της σχετικής απόφασης. Ο δε ομνύων τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να επιβεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος παραμένει οφειλόμενο και να παρέχει πληροφορίες αναφορικά με την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη, συγκεκριμένα πόσα πρόσωπα αποτελούν τούτη, καθώς επίσης ότι άμα την πώληση θα παραμείνει ικανοποιητικός χώρος δια στέγαση τούτων. Όλα τα πιο πάνω δεν είναι τυπικές προϋποθέσεις. Αφενός ο διαδικαστικός κανονισμός χρησιμοποιεί τη φράση shall, που όπως έχει νομολογηθεί είναι επιτακτικού χαρακτήρα, αφετέρου η δικονομία συναρτάται με το νόμο κατά τρόπο που συνάγεται ότι εξυπηρετεί τη βούληση του νομοθέτη, που φαίνεται να σκοπεί σε διασφάλιση της περίπτωσης ότι αν ήθελε εκδοθεί το σχετικό διάταγμα δεν θα επηρεαστούν τρίτα πρόσωπα. Εξ ου και πρέπει να αποδεικνύεται ότι το ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του εξ αποφάσεως οφειλέτη, καθώς ότι αν ήθελε πωληθεί η οικογένεια του οφειλέτη θα έχει ικανοποιητικό χώρο για στέγαση. Η δε σοβαρότητα του πράγματος, δηλαδή τίνι τρόπω επηρεάζεται η πορεία της αίτησης σε περίπτωση που οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν ικανοποιηθούν, επεξηγείται στην υπόθεση Άρεστη v. Ερμογένους

(2010)1Γ Α.Α.Δ
  1. Αναφέρθηκε εκεί ότι· Με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης με ένα μόνο λόγο, ότι λανθασμένα το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και επιδίκασε έξοδα εναντίον του εφεσείοντα. Κατά τον εφεσείοντα το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα έλαβε υπόψη του και αποφάσισε επί θεμάτων που δεν ήταν επίδικα καθότι δεν είχαν εγερθεί με την ένσταση, και ειδικότερα ότι λανθασμένα έδωσε βαρύτητα στο ότι δεν ήταν επισυνημμένα, στην αίτηση, αντίγραφα της απόφασης και του πιστοποιητικού ιδιοκτησίας της ακίνητης ιδιοκτησίας, της οποίας επιδιωκόταν η πώληση. Λέγει συναφώς ο εφεσείων ότι το γεγονός πως το ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της εφεσίβλητης, ήταν παραδεκτό, όπως παραδεκτή ήταν και η έκδοση της απόφασης την οποίαν επιζητούσε να εκτελέσει ο εφεσείων με τον προαναφερόμενο τρόπο. Επομένως τα ζητήματα αυτά δεν ήταν επίδικα αλλά, εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη του εφεσείοντα να επισυνάψει την απόφαση και το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας συνιστούσε απλή παρατυπία η οποία θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η επιδίκαση εξόδων εις βάρος του εφεσείοντα ήταν, κατά την γνώμη του, επίσης λανθασμένη. Μελετήσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα για τα οποία το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, ήταν επίδικα θέματα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφεσίβλητη παραδεχόταν τους σχετικούς ισχυρισμούς του εφεσείοντα. Συγκεκριμένα στην ένσταση της η εφεσίβλητη ήγειρε ρητά το ζήτημα της μη πλήρωσης των νομικών προϋποθέσεων για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων ενώ στην ένορκη δήλωσή της, που συνοδεύει την ένσταση, γίνεται ρητός και πάλι ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι ελλιπής, ότι δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων. Στη δοσμένη περίπτωση το τεκμήριο 5 στην αίτηση, που είναι έντυπο του εφόρου εταιρειών και θέλει το επίδικο ακίνητο να ανήκει στην καθ΄ ης η αίτηση και να βαρύνεται με τις υποθήκες που πιο πάνω αναφέρονται, καθώς ακόμη το τεκμήριο 4 στην αίτηση, που είναι έγγραφο του κτηματολογίου που τιτλοφορείται 'Απόδειξη Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης (memo)', το οποίο επίσης θέλει την καθ΄ ης η αίτηση να είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, δεν ικανοποιούν τα αναφερόμενα στους σχετικούς κανονισμούς. Ο κ.1 της Δ.42 ομιλεί για Land Registry Office Certificate. Αυτό λοιπόν είναι που αναμένεται να προσκομιστεί στο δικαστήριο και όχι άλλο υποκατάστατο τούτου. Αξίζει δε να υποδειχθεί ότι η παρά πάνω απαίτηση του κανονισμού αναδεικνύει και χρονικό προσδιορισμό. Ζητείται εν προκειμένω το πιστοποιητικό να δείχνει ότι το ακίνητο 'είναι εγγεγραμμένο' (stands registered). Δεν είναι τυχαία η χρησιμοποίηση ενεστώτα. Προσκόμιση πιστοποιητικού ιδιοκτησίας που εκδόθηκε κοντά στο χρόνο καταχώρισης της αίτησης διασφαλίζει ότι η περιουσία ανήκει στον οφειλέτη, συνεπώς η διαδικασία δεν θα διεξαχθεί επι ματαίω και περαιτέρω, ότι δεν θα επηρεαστούν καλόπιστοι τρίτοι. Πιστοποιητικό ιδιοκτησίας που εκδόθηκε πολύ πριν την καταχώριση της αίτησης δυνατό να μην ανταποκρίνεται στη σημερινή εικόνα και συνεπώς δεν ικανοποιεί τους σκοπούς που εξυπηρετεί ο κανονισμός. Στην υπο κρίση περίπτωση άγνωστο είναι πότε εκδόθηκαν τα τεκμήρια 4 και 5, που ούτως ή άλλως δεν συνιστούν πιστοποιητικό εγγραφής. Παρ΄ όλα αυτά, η αίτηση διασώζεται εφόσον οι αναγκαίες πληροφορίες αναφέρονται στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική είναι αυτό ακριβώς το πιστοποιητικό που επιβάλλεται από τη Δ.
  2. Περαιτέρω, στο ίδιο πιστοποιητικό αναφέρονται και οι λοιπές αναγκαίες πληροφορίες, όπως στοιχεία του ακινήτου, η έκτασή του, καθώς ότι φέρει κτήρια τα οποία όμως δεν περιγράφονται. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα πιο πάνω ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.42 και συνεπώς μπορεί να λεχθεί ότι ο αιτητής απέδειξε ο,τι όφειλε να αποδείξει. Το μόνο που απομένει να εξεταστεί είναι η πώληση του επίδικου ακινήτου στην εταιρεία Grand Futur VII Holding Ltd. Κατ΄ αρχάς επαναλαμβάνεται ότι η πώληση αφ΄ εαυτή συνιστά αναμφισβήτητο γεγονός. Το ίδιο ισχύει και για το απαγορευτικό διάταγμα που ο αιτητής αναφέρει ότι εκδόθηκε. Τούτο το απαγορευτικό διάταγμα εκδόθηκε από τρίτο πρόσωπο την 20/3/2012 και επιβάρυνε το ακίνητο της καθ΄ ης η αίτηση την 30/3/2012, ενώ η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου διενεργήθηκε την 27/4/
  3. Αναφέρω τα πιο πάνω γεγονότα εφόσον είναι η θέση του αιτητή ότι λανθασμένα το κτηματολόγιο απεδέχθη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, καθ΄ οτι τη δεδομένη στιγμή ευρίσκετο σε ισχύ απαγορευτικό διάταγμα το οποίο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο και κατέστη εμπράγματο βάρος, εξ ου και έλαβε το διακριτικό αριθμό ΕΒ881/
  4. Με όλο το σεβασμό αλλά με αυτό το επιχείρημα δεν μπορώ να συμφωνήσω. Προφανώς διέλαθε την προσοχή του αιτητή ότι ένα απαγορευτικό διάταγμα δεν ισχύει in rem αλλά in personam. Συνεπώς δεν υπερτερεί έναντι εμπράγματου βάρους, όπως είναι η πώληση. Αν τα πιο πάνω χρειάζονται νομολογιακή επιβεβαίωση, αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Μελανθίου v. Μελανθίου
(2011)1Γ Α.Α.Δ 2342, 2348, όπου αναφέρθηκε ότι· Κατά την εκτίμηση μας η πρωτόδικη απόφαση είναι λανθασμένη. Το λάθος ουσιαστικά ξεκίνησε από τη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η κατάθεση του προσωρινού διατάγματος αποτελεί εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται. Το προσωρινό διάταγμα δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου (in rem) στο οποίο αναφέρεται, αλλά συνιστά προσωποπαγή υποχρέωση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα, στο οποίο (πρόσωπο) απαγορεύει από του να πράξει κάτι (in personam). Τα δύο δικαιώματα, που δημιουργήθηκαν (α) από την εγγραφή της απόφασης του δικαστηρίου υπέρ του εφεσείοντα, υπό μορφή ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του εφεσιβλήτου, που είναι εμπράγματο βάρος και (β) το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε εις βάρος του εφεσίβλητου προσωπικά και υπέρ της εφεσίβλητης-καθ' ης η αίτηση 8, το οποίο ήταν προσωποπαγές βάρος, δεν έχουν την ίδια νομική ισχύ και το ίδιο νομικό αποτέλεσμα και επομένως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής ότι το δικαίωμα που προηγείται χρονικά είναι το ισχυρότερο. Το αξίωμα εκείνο ισχύει όταν τα δύο δικαιώματα που συγκρίνονται έχουν την ίδια φύση και την ίδια νομική συνέπεια, όπως συνέβαινε στις δύο προαναφερόμενες αποφάσεις από τις οποίες λανθασμένα καθοδηγήθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο, πράγμα όμως που στην προκείμενη περίπτωση δεν ισχύει. Λόγω της διαφορετικής φύσης (α) του ζητηθέντος διατάγματος για εκποίηση ΜΕΜΟ, με το οποίο δεσμεύονταν τα δύο κτήματα, και (β) του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος που απαγόρευε προσωπικά στον εναγόμενο-εφεσίβλητο να αποξενώσει τα προαναφερόμενα δύο κτήματα, κρίνουμε ως λανθασμένη την πρωτόδικη διαπίστωση ότι «σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα υπάρχουν δύο αντιφατικά διατάγματα επί του ιδίου ακινήτου». Το παρεμπίπτον διάταγμα δεν είναι διάταγμα «επί του ακινήτου» (in rem), αλλά διάταγμα που επενεργεί επί του συγκεκριμένου προσώπου μόνο (in personam). Από τα πιο πάνω περαίνεται ότι αν και το απαγορευτικό διάταγμα δεσμεύει την καθ΄ ης η αίτηση, δεν δεσμεύει την εταιρεία Grand Futur VII Holdings Ltd. Πέραν όμως των πιο πάνω πλέον σημαντικό είναι και το εξής. Το απαγορευτικό διάταγμα δεν αφορά τον αιτητή στην επίδικη αίτηση, αλλά τρίτο πρόσωπο. Το γεγονός και μόνο ότι τα δυο πρόσωπα, δηλαδή ο αιτητής στην επίδικη αίτηση και το πρόσωπο που εξέδωσε το απαγορευτικό διάταγμα, φαίνεται να έχουν τον ίδιο συνήγορο, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Αν είναι κάποιος που δικαιούται να εγείρει ζήτημα παρακοής του απαγορευτικού διατάγματος, αυτός δεν είναι ο αιτητής αλλά ο συνάδελφος του που εξέδωσε το διάταγμα. Αυτό γιατί όπως έχει ήδη υποδειχθεί το απαγορευτικό διάταγμα είναι προσωποπαγές και όχι ευρέως δεσμευτικό. Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί στο αταλάντευτο πραγματικό γεγονός ότι το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο την 27/4/2012, ενώ το memo του αιτητή κατατέθηκε την 25/1/2013, δηλαδή μετά την πώληση. Η σημασία του εν λόγω πραγματικού γεγονότος αναφύεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.
  1. Ο,τι εκεί αναφέρεται είναι πως Εγγραφή δικαστικής απόφασης που έγινε μετά τη διενέργεια δήλωσης μεταβίβασης ή υποθήκης δεν επηρεάζει καθόλου το συμφέρο επί του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται η δήλωση μεταβίβασης ή υποθήκης:- (α) του δικαιοπαρόχου· ή ανάλογα με την περίπτωση, (β) του ενυπόθηκου οφειλέτη, κατά προτεραιότητα έναντι της υποθήκης που δηλώθηκε: Νοείται ότι όταν διενεργείται εγγραφή δικαστικής απόφασης μετά τη δήλωση της μεταβίβασης ή της υποθήκης αλλά πριν από την καταβολή των τελών και δικαιωμάτων τα οποία είναι δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε σε ισχύ νόμου εισπρακτέα με την εγγραφή της εν λόγω μεταβίβασης ή υποθήκης οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται εκτός αν τα τέλη αυτά και δικαιώματα καταβληθούν κατά την ημέρα που διενεργείται η δήλωση μεταβίβασης ή ανάλογα με την περίπτωση, η δήλωση υποθήκης. Οι διατάξεις του άρθρου 58(α), πιο πάνω, δεν χωρούν πολλαπλών ή διαζευτικών ερμηνειών. Η πώληση δεν επηρεάζεται από μεταγενέστερες εγγραφές, ήτοι memo. Αναλλοίωτο παραμένει το συμφέρον του ιδιοκτήτη, εδώ της καθ΄ ης η αίτηση, έναντι εγγραφών που έπονται της πώλησης, ως μια προσπάθεια διαφύλαξης των συμφερόντων του αγοραστή στον οποίο δεν έχει μεταβιβαστεί ακόμη το ακίνητο. Ας λεχθεί περαιτέρω πως ο αιτητής δεν υποστήριξε ότι δυνατό να ισχύει η επιφύλαξη του άρθρου 58 και ούτε τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα που να δικαιολογούν τέτοιο συμπέρασμα. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι εφόσον η εγγραφή του memo έπεται της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου, δεν μπορεί να δικαιολογήσει έκδοση διατάγματος αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου, καθ΄ ότι κάτι τέτοιο συνιστά διατάραξη των συμφερόντων του αγοραστή που προστατεύεται από τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.
  2. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπερ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.