← Κύπρος

ΚΕRMIA LTD ν. Γεώργιος Κατεϊφίδης κ.α., Αρ.Αγωγής: 10641/10, 18/12/2015

ΚΕRMIA LTD ν. Γεώργιος Κατεϊφίδης κ.α., Αρ.Αγωγής: 10641/10, 18/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A567 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Χριστοδούλου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 10641/10 Μεταξύ: ΚΕRMIA LTD Ενάγουσα και Γεώργιος Κατεϊφίδης Lesley - Anne Κατεϊφίδη Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 13.3.15 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενους - Αιτητές: κα Μ. Ιωάννου για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση: κα Γ. Στυλιανού για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.12.10 σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και με αυτή η ενάγουσα αξιώνει έναντι των εναγομένων το ποσό των €40.040.93 ως υπόλοιπο τιμήματος πώλησης μιας διώροφης κατοικίας που βρίσκεται στο Στρόβολο πλέον τόκο 9% επί του ποσού αυτού από 24.9.10 μέχρι εξόφλησης, την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση της εν λόγω κατοικίας προς πληρωμή του ποσού αυτού πλέον τα έξοδα της αγωγής. Είναι η θέση της ενάγουσας στην ΄Εκθεση Απαίτησης της ότι το συνολικό συμφωνηθέν ποσό πώλησης ήταν €211.866,58 (αντίστοιχο του ποσού των ΛΚ124.000), ο τρόπος αποπληρωμής του είχε συμφωνηθεί δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ.16.2.96, ότι οι εναγόμενοι έλαβαν κατοχή της κατοικίας στις 2.12.98, πλήρωσαν κάποια ποσά αφήνοντας απλήρωτο το αξιούμενο ποσό. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι καταχώρησαν μέσω δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στις 8.9.

  1. Στις 14.3.12 οι εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση στην οποία αρνούνται και απορρίπτουν τις αξιώσεις της ενάγουσας, ισχυρίζονται ότι εξόφλησαν το τίμημα πώλησης και ότι το αξιούμενο ποσό είναι αποτέλεσμα παράνομων και συμβατικών χρεώσεων και ανατοκισμό τα οποία η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει. Αιτούνται δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπεράσπισης. Η ενάγουσα δεν καταχώρησε Απάντηση, εκδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων σε ότι αφορά και τους δύο διαδίκους στα οποία υπήρξε συμμόρφωση μόνο από την ενάγουσα και ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες χωρίς όμως μέχρι και σήμερα να έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τα πρακτικά που τηρούνται στο φάκελο στις 11.10.13 όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο συνήγορος που εμφανίστηκε για τους εναγομένους 1 και 2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε σκοπό να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση λόγω του ότι υπάρχουν ισχυρισμοί και αξιώσεις των πελατών του για κακοτεχνίες. Δόθηκε αναβολή από το Δικαστήριο με οδηγίες για καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση, αίτηση η οποία δεν καταχωρήθηκε στο χρονοδιάγραμμα που είχε τεθεί και προβλήθηκε ως λόγος για την καθυστέρηση το γεγονός ότι έχουν δοθεί οδηγίες σε εμπειρογνώμονα να ετοιμάσει έκθεση για την κακοτεχνίες που ισχυρίζονται οι εναγομένοι η οποία δεν ήταν έτοιμη ακόμη. Οι αναβολές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα στις 18.6.14 να μην έχει καταχωρηθεί ακόμα η προτιθέμενη αίτηση για τροποποίηση και, κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων της ενάγουσας, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 21.1.
  2. Και πάλι υπεβλήθη αίτημα αναβολής εκ πλευράς εναγομένων 1 και 2 για σκοπούς καταχώρησης αίτησης για τροποποίηση της Υπεράσπισης που είχε σαν αποτέλεσμα την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 13.3.
  3. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπό κρίση αίτηση, ζητούν διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης δια της προσθήκης νέων παραγράφων και Ανταπαίτησης. Συγκεκριμένα, επιδιώκουν να προσθέσουν παραγράφους που να αφορούν τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αναφορικά με τεχνικές προδιαγραφές, υλικά κατασκευής και οικοδόμησης, την ποιότητα αυτών αλλά και το καθήκον επιμέλειας και φροντίδας της ενάγουσας και των αντιπροσώπων της, ισχυρισμούς ότι υπήρχαν κακοτεχνίες και εργασίες που εκτελέστηκαν κατά τρόπο ανεπαρκή και αμελώς από την ενάγουσα και τους αντιπροσώπους της, οι οποίες και είχαν γνωστοποιηθεί στην ενάγουσα από τους εναγόμενους με ανάληψη υποχρέωσης εκ πλευράς της για επιδιόρθωση τους, κάτι που ουδέποτε έγινε. Επιθυμούν επίσης να αναφέρουν λεπτομέρειες κακοτεχνιών, παράβασης συμφωνίας και αμέλειας της ενάγουσας και των αντιπροσώπων της και να προσθέσουν Ανταπαίτηση για ποσά που κατέβαλαν και που απαιτείται να καταβάλουν για να διορθώσουν και αποκαταστήσουν τις ζημιές στην οικία τους. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.12 θθ.1-4, Δ.25 θθ 1-5, Δ.64, Δ.48 θθ 1,2,4,7 και 8, Δ.64, επί των Γενικών και Συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και της Νομολογίας. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του εναγομένου 1 στην οποία αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την εναγόμενη 2 και σύζυγο του να προβεί σε αυτήν. Είναι η θέση του ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, την επίδικη οικία τους στην Κύπρο την επισκέπτονται αραιά και ως αποτέλεσμα του ότι δεν είναι εφικτή η προσωπική συνάντηση με τους δικηγόρους τους, προέκυψε αυτή η καθυστέρηση στην υπόθεση. Αναφέρει επίσης ότι λόγω του ότι η μόνιμη κατοικία τους είναι στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν δύσκολη και η επικοινωνία με εμπειρογνώμονες αφού όλα τα στοιχεία για την υπόθεση βρίσκονταν στην οικία τους στην Κύπρο και ότι διόρισαν καινούργιους δικηγόρους στις 21.10.
  4. Θέση του είναι επίσης ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι γνήσιες και καλόπιστες, ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα της ενάγουσας αφού η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, η ενάγουσα δεν θα υποστεί καμία ζημιά που να μην μπορεί να αποτιμηθεί χρηματικά και επίσης θα έχει την ευκαιρία να προβάλει τους δικούς της ισχυρισμούς καταχωρώντας Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση τους. Στις 26.6.15 η ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.19, Δ.25 θθ 1-6 και Δ.48 θθ1,2,3,4,8 και 9, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης αφορούν καίρια και καθοριστικά ισχυρισμούς για πρωτοφανή, υπέρμετρη, μακράν και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τόσο στην υποβολή της αίτησης καθεαυτής αλλά και στην υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της μετά από τις πολλές αναβολές και ευκαιρίες που δόθηκαν στους δικηγόρους των εναγομένων για το σκοπό αυτό, δεν προβάλλεται καμιά δικαιολογία και σοβαρή εξήγηση για την υπέρμετρη καθυστέρηση, ούτε και δίδονται και επαρκείς λόγοι για την σκοπούμενη τροποποίηση δεδομένου του ότι όλα τα γεγονότα και τα έγγραφα και τα στοιχεία που επιδιώκουν να εισάξουν τώρα οι εναγόμενοι ήταν πολύ καλά γνωστά σε αυτούς από την καταχώρηση της αγωγής. Αναφέρουν επίσης ως λόγο ένστασης την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην υπόθεση, την πρόκληση βλάβης σε αυτούς που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και επίσης θεωρούν ότι η αίτηση προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση διαδικασίας. Αναφέρουν επίσης ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Σταύρου Σταυρινίδη, Γενικού Διευθυντή της ενάγουσας. Αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση για την παρούσα υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση έχοντας λάβει και νομική συμβουλή σχετικά. Επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης με λεπτομέρεια και ισχυρίζεται ότι δεν επιδεικνύεται καμιά σοβαρή εξήγηση για την καθυστέρηση, η έγκριση της τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς την ενάγουσα και θα καθυστερήσει περαιτέρω την εκδίκαση της υπόθεσης που εκκρεμεί από το 2010, έχει τη θέση ότι η καταχώρηση της αίτησης είναι καταχρηστική και επιδιώκεται να εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί εντελώς αβάσιμοι, λανθασμένοι, αναληθείς και αστήρικτοι που επιτείνουν την ανάγκη για την προσθήκη νέων δικογράφων. Θεωρεί επίσης ότι τίποτε από τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποτελούν με βάση τη νομολογία επαρκείς λόγους για αυτήν την υπερβολική καθυστέρηση. Αναφέρει επίσης ότι η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων σε λανθασμένο δικονομικό θεσμό και ότι η καταχώρηση της προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών με γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Ήταν η θέση της κας Ιωάννου ότι η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες προϋποθέσεις ακόμα και αν η αιτούμενη τροποποίηση υποβάλλεται με καθυστέρηση νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να αποδοθεί ορθά δικαιοσύνη και για να μπορέσουν οι εναγόμενοι να προωθήσουν ορθά την υπεράσπιση τους και ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να ενεργήσει σαν κώλυμα γιατί αυτό θα καταστρατηγούσε τα Συνταγματικά Δικαιώματα των εναγομένων. Αναφέρει δε ότι η αίτηση είναι καλόπιστη, γνήσια και ότι η άλλη πλευρά μπορεί να αποζημιωθεί για την οποιαδήποτε δυσχέρεια προκαλείται σε αυτήν με αντίστοιχη διαταγή για έξοδα. Συμφωνεί ότι όντως η αίτηση έχει καταχωρηθεί αρκετό καιρό μετά την καταχώρηση της αγωγής αλλά έχει τη θέση ότι αυτή η καθυστέρηση δικαιολογείται το περιεχόμενο από της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 1 και οφείλεται στο ότι οι εναγόμενοι διαμένουν στο εξωτερικό και πολύ αραιά επισκέπτονται την Κύπρο, όλα τα έγγραφα και στοιχεία που αφορούν την υπόθεση βρισκόντουσαν στην κατοικία τους στην Κύπρο αλλά δεν υπήρχε πρόσωπο που να έχει πρόσβαση σε αυτήν. Αναφέρεται επίσης στην ανάγκη διορισμού εμπειρογνώμονα στην έκθεση του οποίου βασίζεται η ανάγκη για την αίτηση τροποποίησης, έχει τη θέση ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αλλάζει η φύση της υπεράσπισης ούτως ώστε να δικαιολογείται η ένσταση και απόρριψη του αιτήματος ούτε τίθεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας ή περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Αναφέρει επίσης ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει και επομένως δεν τίθεται θέμα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Αντίθετα η κα Στυλιανού στη δική της αγόρευση επιμένει σε όλους τους λόγους ένστασης ειδικά στην μεγάλη και πρωτοφανή και εντελώς αδικαιολόγητη ολιγωρία και καθυστέρηση, γεγονός που από μόνο του σύμφωνα με τη θέση της αποτελεί όχι μόνο κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αλλά και προσλαμβάνεται μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Θέση είναι επίσης ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση εκφεύγει της δυνατότητας για τροποποίηση με βάση τη Δ.25 θ.1 και μάλιστα χωρίς να δίδεται και δικαιολογία για την ανάγκη αυτή και πότε προέκυψε. Με αναφορά σε νομολογία ισχυρίζεται ότι η παρούσα περίπτωση αποτελεί περίπτωση όπου το αίτημα πρέπει να απορριφθεί γιατί εκτός των άλλων θα δημιουργήσει ανάγκη για περαιτέρω εκτροπή της διαδικασίας με την καταχώρηση νέων δικογράφων. Θέση της είναι ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών, παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Σε ότι αφορά το θέμα κακοπιστίας η νομολογία επιτάσσει όπως αυτή αποδεικνύεται με σαφή στοιχεία και μαρτυρία. Παραθέτω σχετικά απόσπασμα από την απόφαση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α ΑΑΔ 745, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Ο ισχυρισμός ότι η αίτηση πάσχει δικονομικά επειδή ισχυρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση είναι εν μέρει ορθός. Συγκεκριμένα, στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται η Δ.12 θθ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αφορά την ανάγκη για αλλαγή των διαδίκων λόγω θανάτου ή πτώχευσης που φανερά δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση. Βάση όμως της αίτησης είναι η Δ.25 θθ1-5 που είναι η ορθή Διαταγή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί για τροποποίηση. Επομένως θεωρώ ότι η συμπερίληψη της Δ.12 στη νομική βάση της αίτησης δεν επηρεάζει την νομιμότητα της εφ΄ όσον υπάρχει επίκληση της σχετικής και δικαιοδοτικής διαταγής που είναι η Δ.25 για αυτό και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση μεταβάλλεται η βάση της Υπεράσπισης και εισάγεται νέα βάση εντελώς διαφορετική από την αρχική που θα έχει ως αποτέλεσμα την διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που μεταβάλλει εξολοκλήρου το χαρακτήρα της και θα δημιουργήσει την ανάγκη καταχώρισης νέων δικογράφων, αναφέρω τα ακόλουθα. Η Υπεράσπιση των εναγομένων ημερ. 14.3.12 ουσιαστικά αποτελεί άρνηση όλων των ισχυρισμών της ΄Εκθεσης Απαίτησης σε ότι αφορά τα υπόλοιπα που αξιώνεται, ισχυρίζονται ότι έχουν πληρώσει και εξοφλήσει το τίμημα πώλησης και τα αξιούμενα ποσά αποτελούν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις, τόκους και ανατοκισμούς και αναφέρουν ότι έλαβαν κατοχή της κατοικίας σε ημερομηνία μεταγενέστερη από αυτήν που είχε συμφωνηθεί με βάση το πωλητήριο έγγραφο εξ υπαιτιότητας της ενάγουσας, κάτι το οποίο την εμποδίζει, ένεκα της παράβασης της, να εγείρει την παρούσα αγωγή και να αξιώνει οποιαδήποτε ποσά. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός για κακοτεχνίες ούτε για ζημιές που προέκυψαν συνεπεία αυτών ούτε και αξίωση για οποιασδήποτε αποζημιώσεις υπό μορφή Ανταπαίτησης. Άρα η θέση της ενάγουσας ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση αλλάζει η βάση της υπεράσπισης είναι κατά την άποψη μου ορθή. Όμως με βάση τη Δ.25 θ.1 το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα τροποποίησης δικογράφου «.in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Δηλαδή είναι σαφές από την ίδια την πρόνοια που δίδει την ευχέρεια σε ένα διάδικο να καταχωρίσει αίτηση τροποποίησης ότι τέτοια αίτηση δεν περιορίζεται μόνο στα όσα έχει αναφέρει στο δικόγραφο του αλλά το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει οποιαδήποτε τροποποίηση την οποία κρίνει αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει τα πραγματικά επίδικα θέματα και την διαφωνία των μερών. Επομένως η ευχέρεια να εκδοθεί διάταγμα τροποποίησης Υπεράσπισης που να αλλάζει την γραμμή της Υπεράσπισης υπάρχει δικονομικά με βάση την Δ.25 θ1 και με βάση την νομολογία η οποία προνοεί ότι τέτοια δυνατότητα είναι εφικτή όταν δίδεται δικαιολογία για να μπορέσει να συνεκτιμηθεί με όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την υπόθεση. Σημειώνω, ότι η ενάγουσα θα έχει την ευκαιρία να καταχωρήσει δικόγραφο προς απάντηση όλων όσων οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και αναφέρω επίσης ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, παράγοντας ο οποίος με βάση τη νομολογία είναι ιδιαίτερα σημαντικός αφού το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με πολύ πιο μεγάλη διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση όταν δεν έχει ακόμα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία παρά αιτήσεις όταν έχει αρχίσει η ακρόαση μιας υπόθεσης. Είναι η θέση επίσης της ενάγουσας ότι δεν παρέχεται καμιά δικαιολογία για την ανάγκη της τροποποίησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι διαμένει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, επισκέπτεται την Κύπρο αραιά, όλα τα στοιχεία που αφορούν την παρούσα αγωγή βρισκόντουσαν στην οικία τους στην Κύπρο, ότι λόγω της απόστασης δεν υπήρχε εύκολη πρόσβαση σε δικηγόρους και εμπειρογνώμονες στην Κύπρο και επίσης ότι αναγκάστηκαν να διορίσουν νέους δικηγόρους στις 21.10.
  1. Αναφέρω ότι όντως στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 21.10.14 υπάρχει επιστολή προς τον Πρωτοκολλητή ότι το δικηγορικό γραφείο Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ έχουν διοριστεί δικηγόροι των εναγομένων σε αντικατάσταση των Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη Δ.Ε.Π.Ε. Σημειώνω επίσης ότι περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση αναφορά του ενόρκως δηλούντα στην ανάγκη συνάντησης με εμπειρογνώμονα έστω και επιδερμικά, σε αντίθεση με τα όσα έχουν λεχθεί από τους συνηγόρους τους στο Δικαστήριο αλλά και στην γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης στην οποία εξηγούν την ανάγκη διορισμού εμπειρογνώμονα για σκοπούς έκθεσης, που όμως δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο αφού αφορούν μαρτυρία που δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνω όμως ότι υπάρχει έστω και επιδερμική επίκληση της ανάγκης συνάντησης με εμπειρογνώμονα. Οι άλλοι ισχυρισμοί/ενστάσεις της ενάγουσας-καθ΄ης η αίτηση αφορούν όπως έχει ήδη αναφερθεί σε υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει επιδειχθεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία είναι, σύμφωνα πάντα με την ένσταση, υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητη και αποτελεί ουσιαστικά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου αλλά και την θέση ότι δεν δίνεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.12.
  2. Επιδόθηκε στις 2.9.11 και στις 8.9.11 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 14.3.12 και έκτοτε η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση αρκετές φορές χωρίς όμως να αρχίσει η ακρόαση. Έχω ήδη αναφέρει και το γεγονός ότι είχαν ζητηθεί επανειλημμένες αναβολές από τους συνηγόρους εναγομένων 1 και 2 για σκοπούς καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης στις οποίες ως δικαιολογία για τις αιτήσεις παράτασης χρόνου δινόταν η απουσία των εναγομένων 1 και 2 στο εξωτερικό και η δυσκολία επικοινωνίας με τους δικηγόρους τους, η ανάγκη διορισμού εμπειρογνώμονα για τις κακοτεχνίες που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και ζητήθηκε χρόνος για ετοιμασία της έκθεσης. Σημειώνω επίσης ότι στα πλείστα αυτά αιτήματα οι συνήγοροι της ενάγουσας δεν έφεραν ένσταση. Είναι λοιπόν φανερό ότι όντως υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για την οποία όμως υπό τις περιστάσεις φαίνεται να υπάρχει κάποια δικαιολογία. Εκείνο όμως το οποίο είναι δεδομένο είναι ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία, στην παρούσα υπόθεση. Θεωρώ έτσι υπό τις περιστάσεις ότι η καθυστέρηση που έχει προκληθεί, λαμβάνοντας υπόψη μου και την νομολογία σε ότι αφορά το σημείο αυτό, ότι τυχόν έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει καμιά ανυπέρβλητη ζημιά στην ενάγουσα έχοντας υπόψη ότι θα αποζημιωθεί και με την ανάλογη διαταγή για έξοδα. Σε ότι αφορά τέλος τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας έχω τη θέση με βάση τη νομολογία και παραπέμπω στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω) ότι δεν έχουν αποδειχτεί στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί περί κακοπιστίας. ΄Οπως σαφέστατα αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση η τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν εξισούται με κακοπιστία. Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει και η ένσταση απορρίπτεται. Εκδίδεται λοιπόν διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ και Ε της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες, στις 8.2.2013 και ώρα 9.00π.μ. για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ης η αίτηση-ενάγουσας και εναντίον των αιτητών-εναγομένων όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.