Επί τοις αφορώσι την Μικαέλλα Χαραλάμπους, Αρ. Αίτησης: 295/2003, 4/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A540 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 295/2003 Επί τοις αφορώσι την Μικαέλλα Χαραλάμπους Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου, 2015 Αίτηση για παραχώρηση άδειας για συνέχιση αγωγής εναντίον πτωχεύσαντος Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κα Χ΄΄ Ιωάννου Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κα Εφραίμ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση παρεμβάλλει στα πλαίσια πτωχευτικής διαδικασίας που έχει ολοκληρωθεί. Η αίτηση προωθείται από την Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (στη συνέχεια οι αιτητές) και εκείνο που ζητείται είναι· άδεια του δικαστηρίου για συνέχιση της αγωγής 588/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στη συνέχεια η αγωγή), δηλαδή της αγωγής που οι αιτητές καταχώρισαν εναντίον της Μικαέλλας Χαραλάμπους (στη συνέχεια η πτωχεύσασα). Η αίτηση εδράζεται στον περι Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, συγκεκριμένα το άρθρο 9
(1),
(3)και
(4)· στον περι Ερμηνείας Νόμο, Κεφ.1, άρθρα 1 έως 11 και 14· στον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμο, Ν.33/1964, άρθρα 2, 9, 11 και 12· στον περι Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960, άρθρα 1 εως 3 και 21 έως 30· στους περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.12 κ.4, Δ.48 κ.8
(1)(p) και
(2), Δ.57, Δ.63 και Δ.64· και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ομνύει πρόσωπο που βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών. Για την ώρα είναι αρκετό να υποδειχθεί ότι στην αντίπερα όχθη βρίσκεται ο επίσημος παραλήπτης, ο οποίος αμφισβητεί το εύλογο και νομότυπο του αιτήματος. Οι θέσεις τούτου αναλύονται πιο κάτω. Το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το αίτημα δεν τελεί υπο αμφισβήτηση και συνεπώς προέχει σύνοψη όσων οι δυο πλευρές αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Ας δούμε λοιπόν τούτα τα αναμφισβήτητα γεγονότα. Ο φάκελος της πτωχευτικής διαδικασίας αποκαλύπτει πως την 22/9/2004 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Μικαέλλας Χαραλάμπους. Ακολούθως την 6/3/2007 εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως, και διάταγμα πτώχευσης τούτης. Συνεπώς έκτοτε η εν λόγω είναι πτωχεύσασα. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτονται από το φάκελο ενώπιον του δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω γεγονός είναι ότι την 23/1/2013 οι αιτητές καταχώρισαν αγωγή εναντίον της πτωχεύσασας. Η εν λόγω αγωγή είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος αποκαλύπτει ότι η αγωγή εδράζεται σε συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των αιτητών και της πτωχεύσασας την 2/8/
- Η συμφωνία αφορούσε παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών από μέρους των πρώτων προς την πτωχεύσασα. Λόγω του ότι σε κάποιο χρονικό σημείο ο λογαριασμός της πτωχεύσασας δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο, την 23/1/2013 οι αιτητές προέβησαν σε καταχώριση αγωγής εναντίον τούτης, δηλαδή την αγωγή που αφορά η αίτηση. Ας σημειωθεί ότι η αγωγή στράφηκε εναντίον της πτωχεύσασας προσωπικά, ενώ είναι η θέση των αιτητών ότι το γεγονός της πτώχευσης το πληροφορήθηκαν πολύ αργότερα, περι το Νοέμβριο του 2014, από τους συνηγόρους της πτωχεύσασας. Αυτή η ενημέρωση που έτυχαν είναι ο,τι τους ώθησε να υποβάλουν την επίδικη αίτηση. Τέλος, ας σημειωθεί ότι ανάλογη αίτηση υπεβλήθη από τους αιτητές και την 30/1/
- Εντούτοις απεσύρθη ανευ βλάβης και χωρίς έξοδα την 20/2/
- Τώρα, η αντίθεση του επίσημου παραλήπτη, ο οποίος κατέστη μέρος της διαδικασίας από τους αιτητές εφόσον του επέδωσαν την αίτηση, έγκειται στο ότι το άρθρο 9
(1)και
(3)του Κεφ. 5, ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.61
(1)/2015, καθιστά σαφές ότι δεν χρειάζεται άδεια για διεκδίκηση μεταπτωχευτικού χρέους, εφόσον τούτο δεν είναι επαληθεύσιμο και ούτε αφορά την περιουσία του πτωχεύσαντος. Υπόχρεος αποπληρωμής τούτου είναι, σύμφωνα με τον επίσημο παραλήπτη, ο πτωχεύσας προσωπικά. Παραπέμπει συναφώς και στις διατάξεις του άρθρου 34 του σχετικού νόμου, ώστε να υποστηρίξει τις πιο πάνω θέσεις. Ορθές όσο και αν είναι οι πιο πάνω θέσεις, είμαι της γνώμης ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση. Δικαίως εν προκειμένω οι αιτητές επικαλούνται τα λεχθέντα στην υπόθεση Γεωργιάδης v. Sigma Radio Television Ltd κ.α, ECLI:CY:AD:2015:A159, Πολ. Έφ. 342/09, ημερομηνίας 6/3/
- Εκεί η αγωγή καταχωρίστηκε το
- Ακολούθως την 22/10/2012 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ενάγοντα, το οποίο ουδέποτε εξελίχθηκε σε διάταγμα πτώχευσης εφόσον ο πιστωτής δεν κατέλαβε το νενομισμένο τέλος. Αντικείμενο συζήτησης της έφεσης υπήρξε το κατά πόσο τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 9, ως είχε τροποποιηθεί μετά την καταχώριση της αγωγής αλλά και μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής από τον τροποποιητικό Ν.206(Ι)/
- Ό,τι ανέφερε το δικαστήριο είναι πως· Κατά δεύτερο λόγο, ενώ πράγματι το άρθρο 9, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο υπ΄ αρ. 206(Ι)/2012, επιτρέπει με το εδάφιο
(2)αυτού, τη συνέχιση της διαδικασίας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου ή την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, εναντίον ατόμου το οποίο υπόκειται σε διάταγμα παραλαβής, η πρόνοια αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στα υπό κρίση περιστατικά. Η πιο πάνω τροποποίηση δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28.12.2012 και, επομένως, εφόσον δεν αφορά σε διαδικαστικό ζήτημα, δεν τυγχάνει εφαρμογής στα εδώ δεδομένα. Κατά το άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, κάθε Νόμος, εκτός εάν άλλως προβλέπεται, τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του και θα είναι δικαστικά γνωστός («judicially noticed»). Κατά το άρθρο 10
(2)(β), κάθε τροποποίηση δεν επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε ή οτιδήποτε τελέσθηκε ή επιτράπηκε από το νομοθέτημα. Και κατά το εδάφιο
(2)(ε) του άρθρου 10, δεν επηρεάζεται, μεταξύ άλλων, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, κλπ. Το τροποποιηθέν άρθρο 9 αφορά ζητήματα ουσίας. Επομένως, δεν έχει αναδρομική ισχύ εφόσον δεν αφορά σε διαδικαστικής φύσεως θέμα, (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2010)3 Α.Α.Δ. 281, Wynne v. Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138 και Interfund Investments v. Μαλέκκου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1677). Το ότι αφορά ζήτημα ουσίας είναι πρόδηλο από τις διατάξεις του. Η πτώχευση και βεβαίως η όλη διαδικασία που προηγείται αυτής, με ουσιώδη σταθμό την έκδοση διατάγματος παραλαβής, έχει πλειστάκις χαρακτηρισθεί ως μια sui generis διαδικασία, (Williams and Hunter on Bankruptcy 19η έκδ. σελ. 1 και Λοΐζου κ.ά. ν. ΣΠΕ Δερύνειας
(2009)1 Α.Α.Δ. 279). Σκοπός της είναι πρωτίστως η προστασία της περιουσίας του χρεώστη προς όφελος όλων των πιστωτών του. Η προστασία αυτή δεν είναι δυνατή χωρίς την εποπτεία ενός ανεξάρτητου αξιωματούχου του κράτους και είναι γι΄ αυτό το λόγο που το Κεφ. 5 προνοεί με το άρθρο 9
(1), ότι «Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη ..». Κατά το Αγγλικό κείμενο και επί το ορθότερο, «an official receiver». Ακόμη και πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, άμα τη καταχωρήσει αίτησης πτωχεύσεως, το Δικαστήριο δύναται να διορίσει, κατά το άρθρο 10, «τον επίσημο παραλήπτη ως προσωρινό παραλήπτη της περιουσίας του χρεώστη ...», αν είναι αναγκαίο «για την προστασία της περιουσίας του χρεώστη.». ........ Έπεται ότι με εκδοθέν διάταγμα παραλαβής πριν τη δημοσίευση της τροποποίησης του άρθρου 9, η συγκεκριμένη πτωχευτική διαδικασία εναντίον του εφεσείοντος άρχισε στη βάση της προϋπάρχουσας νομικής κατάστασης και έτσι πρέπει να συνεχίσει. Η αγωγή είχε εγερθεί στις 5.2.2003 από τον εφεσείοντα εναντίον των εφεσίβλητων και ενός ακόμη προσώπου, η δε απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2009. Η έφεση καταχωρήθηκε στις 6.11.2009. Το τροποποιημένο άρθρο 9 σαφώς δεν εφαρμόζεται εδώ εφόσον καλύπτει μόνο νέες αγωγές ή άλλες νόμιμες διαδικασίες που καταχωρήθηκαν μετά τις 28.12.2012. Και αυτές, όπως ήδη λέχθηκε ανωτέρω, μόνο στο βαθμό που εγείρονται εναντίον χρεώστη και όχι από εκείνον εναντίον τρίτων, όπως εδώ όπου η αγωγή του Δώρου Γεωργιάδη αφορούσε κατ΄ ισχυρισμόν δυσφήμιση του από τον εφεσίβλητο. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι το άρθρο 9 του Κεφ. 5 είναι ουσιαστικό και συνεπώς δεν τυγχάνει αναδρομικής εφαρμογής. Επιπλέον, οι διατάξεις του άρθρου 10
(2)(ε) του Κεφ. 1, καταδεικνύουν ότι αναλλοίωτη παραμένει κάθε νομική διαδικασία ή θεραπεία, εκτός αν ο τροποποιητικός νόμος φανερώνει αντίθετη πρόθεση. Στην προκείμενη περίπτωση ο Ν.61(Ι)/2015, ο οποίος δημοσιεύτηκε την 7/5/2015, και συνεπώς τέθηκε σε εφαρμογή την ίδια ημερομηνία, δεν αποκαλύπτει, τουλάχιστον στην έκταση που αφορά υφιστάμενες αγωγές, οιανδήποτε ειδική πρόθεση, ώστε να συνάγεται συμπέρασμα ότι απενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 10
(2)(ε) του Κεφ.
- Οι μεταβατικές εν προκειμένω διατάξεις (άρθρο 128), αφορούν αμιγώς την επίδραση του νόμου στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας και όχι τυχόν αγωγή που έπεται διατάγματος. Κατά τα λοιπά ο Ν.61(Ι)/2015τέθηκε σε εφαρμογή άμα τη δημοσίευση του, χωρίς όμως να καταργεί υφιστάμενα δικαιώματα ή θεραπείες, ως εξηγείται στην υπόθεση Γεωργιάδης, πιο πάνω. Σύμφωνα λοιπόν με τα λεχθέντα στην υπόθεση Γεωργιάδης, πιο πάνω, καιτοι το άρθρο που διέπει το υπο κρίση αίτημα είναι το άρθρο 9, δεν είναι όμως το τροποποιηθέν από το Ν.61(Ι)/2015αλλά το υφιστάμενο κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής, δηλαδή το τροποποιηθέν από το Ν.206(Ι)/
- Είναι η θέση των αιτητών ότι δυνάμει του άρθρου 9, ως τροποποιήθηκε από το Ν.206(Ι)/2012, επιβάλλεται αναζήτηση άδειας του δικαστηρίου για συνέχιση αγωγής εναντίον πτωχεύσαντος. Με τούτη τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Κρίνω πως απλή και μόνο ανάγνωση του άρθρου 9 φανερώνει πως δεν είναι τούτη η πρόθεση του νομοθέτη. Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει το εδάφιο
(1)του άρθρου 9 που τροποποιήθηκε από το Ν.206(Ι)/2012και ως εκ τούτου παρατίθεται αυτούσιο. Αναφέρει ότι· 9.
(1)Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει: Νοείται ότι για χρέη, τα οποία δημιουργεί ο χρεώστης μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, οποιοδήποτε πρόσωπο θα έχει το δικαίωμα να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εναντίον του χρεώστη προσωπικά προς είσπραξη της απαίτησης του, χωρίς οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου. Η επιφύλαξη του πιο πάνω εδαφίου είναι καθοριστική για την τύχη της αίτησης. Αν μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής ο πτωχεύσας δημιουργήσει χρέη, είναι προσωπικά υπόλογος. Η σημασία τούτης της πρόνοιας έγκειται στο ότι η συμπεριφορά πτωχεύσαντα μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν μπορεί να δεσμεύσει την περιουσία που ούτως ή άλλως κατέχεται, πλέον, από τον παραλήπτη. Ο σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας αντιδιαστέλλεται με εκείνο αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, δηλαδή ώστε οι πιστωτές της εταιρείας να ικανοποιηθούν pari passu από την περιουσία τούτης (βλ. Palmer's Company Law 21η έκδοση, σελίδα 768). Αν επιτρεπόταν στον πτωχεύσαντα η συνέχιση άσωτου, οικονομικά, βίου, θα αυτοακυρωνόταν η πτωχευτική διαδικασία, εφόσον θα καθίστατο ατερμάτιστη με τους πιστωτές να συρρέουν στο γραφείο του επίσημου παραλήπτη προς το σκοπό επαλήθευσης κάθε επόμενου και νεοσύστατου χρέους. Αυτή όμως η επαλήθευση ρητά απαγορεύεται από το άρθρο 9
(1)του σχετικού νόμου αμέσως μόλις εκδοθεί διάταγμα παραλαβής. Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που μετά την έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόλογος για μεταπτωχευτικά χρέη, δηλαδή χρέη που προέκυψαν μετά το διάταγμα παραλαβής, είναι ο πτωχεύσας και όχι ο παραλήπτης που κατέχει την περιουσία του. Εις ενίσχυση όλων των ανωτέρω υποδεικνύεται ότι ο νόμος, Κεφ. 5, υποχρεώνει τον πτωχεύσαντα να πληροφορήσει κάθε πρόσωπο με το οποίο προτίθεται να συναλλαχθεί για ποσό πέραν των Λ.Κ.10,00 ότι είναι πτωχεύσας. Σε διαφορετική περίπτωση διαπράττει αδίκημα που επισύρει ποινή φυλακίσεως μέχρι και τρία έτη. Υπό αυτή την έννοια προστατεύεται και ο ανυποψίαστος τρίτος, ενώ σε διαφορετική περίπτωση ενσυνείδητα επιλέγει να απορροφήσει το κόστος αν η σύμβαση των δύο ήθελε διαρρηχθεί υπαιτιότητι του πτωχεύσαντος. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι εφόσον υπόλογος μεταπτωχευτικού χρέους είναι ο πτωχεύσας, δεν επιβάλλεται άδεια του δικαστηρίου για συνέχιση τέτοιας αγωγής. Οι αιτητές επικαλούνται εντούτοις και τις πρόνοιες του εδαφίου
(4)του ίδιου άρθρου. Το εν λόγω εδάφιο αναφέρει ότι·
(4)Από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, ο πτωχεύσας, με εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη ή του διαχειριστή και με άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει, συμπεριλαμβανομένης και της ασφάλειας εξόδων, δύναται να εγείρει ή υπερασπιστεί οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που αφορά την περιουσία του. Είμαι της γνώμης πως και σε αυτή την περίπτωση οι αιτητές παρερμηνεύουν τις διατάξεις του σχετικού εδαφίου. Από τα εκεί αναφερόμενα είναι ηλίου φαεινότερον ότι η ρύθμιση αφορά το πρόσωπο του πτωχεύσαντος και όχι τον τρίτο που ενάγει τούτον. Επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα αν αναλογιστεί κανείς ότι η άδεια του δικαστηρίου που αναφέρεται στο εδάφιο
(4)δεν είναι η μόνη προϋπόθεση. Συναρτάται τούτη με εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη ή του διαχειριστή. Και εγείρεται το ερώτημα· προς τι και ποια η λογική να καλείται ο παραλήπτης και έτι περισσότερο ο διαχειριστής, ο οποίος ενδέχεται να διοριστεί από τους πιστωτές, να χορηγήσει άδεια σε τρίτο ώστε να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του πτωχεύσαντα. Αντιθέτως, η άδεια αυτή είναι αναγκαία και χορηγείται στον πτωχεύσαντα ώστε να εναγάγει τρίτο για διεκδίκηση δικαιώματος και θεραπείας ή δια υπεράσπιση, ώστε η περιουσία του πτωχεύσαντος να αυξηθεί ή να διατηρηθεί, αντίστοιχα. Κρίνω λοιπόν ότι το άρθρο 9
(4)δεν αφορά και δεν διέπει αγωγή πιστωτή, αλλά αγωγή που υποβάλλει ή καλείται να υπερασπιστεί ο πτωχεύσας. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι στην προκείμενη περίπτωση που η αγωγή αφορά μεταπτωχευτικό χρέος, η συνέχιση τούτης δεν χρειάζεται άδεια του δικαστηρίου. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Παρεμβάλλεται εντούτοις άλλο ένα ζήτημα που απομένει να εξεταστεί. Αυτό έχει σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας. Ο λόγος δια τον οποίο εξετάζεται είναι γιατί οι αιτητές διατείνονται πως ο επίσημος παραλήπτης δεν δικαιούται έξοδα, εφόσον μπορούσε να εμφανιστεί ως φίλος του δικαστηρίου (amicus curiae) και να δηλώσει τη θέση του, αντί να ενστεί. Είμαι της γνώμης πως η σχετική εισήγηση συνιστά στρέβλωση τόσο των πραγματικών γεγονότων όσο και των δικανικών αρχών. Σχετικές βεβαίως είναι οι υποθέσεις Preece v. Εστία
(1990)1 Α.Α.Δ 695 και Katharina v. Ευθυμίου
(1998)2 A.A.Δ 78 που επικαλούνται την Theodosiadou v. Republic
(1985)3 (A) C.L.R 178. Είναι βασική αρχή ότι μόνο οι διάδικοι λαμβάνουν μέρος σε διαδικασία, εξαιρουμένης βεβαίως περίπτωσης συνένωσης (jointer) ή παρέμβασης (intervention). Το δικαστήριο όμως κέκτηται εξουσία να ακούσει τρίτο πρόσωπο άμα τούτο αιτηθεί να ακούσει γιατί δυνατό η έκβαση της υπόθεσης να τον επηρεάσει, ή ακόμη επειδή το δικαστήριο επιθυμεί να ακούσει τούτο. Δεν εμβαθύνω περαιτέρω γιατί στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι το δικαστήριο που ζήτησε να ακούσει τον επίσημο παραλήπτη, αλλά ούτε και ο τελευταίος αιτήθηκε να ακουστεί. Παρ΄ ότι η επίδικη αίτηση χαρακτηρίζεται ex-parte, εντούτοις η τελευταία σελίδα, και στη συνέχεια το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, αποκαλύπτουν ότι οι αιτητές είναι εκείνοι που επέδωσαν την αίτηση στον επίσημο παραλήπτη και με αυτό τον τρόπο τον κατέστησαν μέρος στη διαδικασία. Συνεπώς, ο επίσημος παραλήπτης κατέστη διάδικος λόγω των ενεργειών των αιτητών. Σήμερα λοιπόν που απορρίπτεται η αίτηση δεν βρίσκω κανένα λόγο γιατί τα έξοδα να μην ακολουθήσουν την εξέλιξη της υπόθεσης. Ως εκ των πιο πάνω, τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του επίσημου παραλήπτη και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο