AEΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΕΝΙΟΣ ΖΕΝΙΟΥ ΛΤΔ ν. GRANDE P. THERM LIMITED, Αρ.Αγωγής: 4951/10, 18/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A569 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ.Χριστοδούλου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 4951/10 Μεταξύ: AEΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΕΝΙΟΣ ΖΕΝΙΟΥ ΛΤΔ άλλως πως γνωστή και ως AEROTECHNIKI ETERIA ZENIOS ZENIOU LTD Ενάγουσα και GRANDE P. THERM LIMITED Εναγομένη ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 24/3/2015 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ/Η ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Κ. Στυλιανού για Τ. Παπαδόπουλο και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Χρ. Ταραμουντάς. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.6.10 σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο και με αυτή η ενάγουσα αξιώνει έναντι της εναγομένης το ποσό των €32.213,02 δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και/ή πώλησης εμπορευμάτων και/ή ως οφειλόμενο ποσό εκδοθέντων τιμολογίων και/ή χρεοπιστωτικού λογαριασμού, πλέον τόκο 9% ετησίως επί του οφειλομένου ποσού κάθε τιμολογίου από την ημερομηνία έκδοσης του μέχρι πλήρης εξόφλησης πλέον έξοδα. Είναι συγκεκριμένα η θέση της ενάγουσας ότι μεταξύ Οκτωβρίου 2008 - Μαΐου 2009 η εναγόμενη συμφώνησε να αγοράσει από αυτήν διάφορα υλικά εξαρτήματα και εμπορεύματα που σχετίζονται με και χρησιμοποιούνται σε κλιματιστικά συστήματα και/ή συστήματα εξαερισμού και/ή αεραγωγών τα οποία η ενάγουσα της πώλησε και παρέδωσε μαζί με τα σχετικά τιμολόγια και ότι η ενάγουσα άνοιξε σχετικό λογαριασμό ο οποίος δείχνει υπόλοιπο €32.213,
- Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη η οποία καταχώρισε μέσω δικηγόρου σημείωμα εμφάνισης στις 30.11.
- Στις 28.3.11 η εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση στην οποία ισχυρίζεται ότι μετά από προσφορά η οποία έγινε αποδεκτή από την εναγομένη, η ενάγουσα ανέλαβε την εκτέλεση και/ή κατασκευή και τοποθέτηση φουγάρων και μονώσεων για τα FKU στα «Διαμερίσματα Σωφρονίου» στη Λάρνακα έναντι συμφωνηθείσας συνολικής τιμής €75.066,
- Μετά, δυνάμει επιπρόσθετης συμφωνίας η ενάγουσα ανέλαβε να τοποθετήσει στο ίδιο κτίριο κάποια άλλα υλικά και εξαρτήματα συνολικής αξίας €3.761,
- Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 οι εργασίες του έργου «Διαμερίσματα Σωφρονίου» διακόπηκαν και ανεστάληκαν και έτσι οι διάδικοι συμφώνησαν την διακοπή και αναστολή των μεταξύ τους συμφωνιών. Μέχρι του σημείου εκείνου η ενάγουσα είχε καθυστερήσει και δεν είχε εκτελέσει δεόντως τη συμφωνία με αποτέλεσμα να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της για εμπορεύματα και υλικά συνολικής αξίας €29.887,69 για τα οποία και δεν δικαιούται να ζητά. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €49.000 εις πλήρη και τελεία εξόφληση όλων των εργασιών, κατασκευών, υλικών και εμπορευμάτων, δυνάμει των μεταξύ τους συμφωνιών. Αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε άλλο ποσό και δη το ισχυριζόμενο ποσό στην ενάγουσα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση η ενάγουσα εμμένει στα όσα στην Έκθεση Απαίτησης της έχει αναφέρει, παραδέχεται ότι η εναγόμενη της πλήρωσε το συνολικό ποσό των €49.000 ως αναφέρεται αλλά εξακολουθεί να έχει τη θέση ότι το συμφωνηθέν μεταξύ τους τίμημα με βάση τις μεταξύ τους συμφωνίες ήταν €75.066.95 και έτσι υπάρχει υπόλοιπο εκ €32.213,02 το οποίο απαιτεί. Στις 24.3.15, ενώ ακόμα δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης, η ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα τροποποίησης και/ή διόρθωσης της Έκθεσης Απαίτησης της δια της διαγραφής κάποιων παραγράφων και συγκεκριμένα των παραγράφων 3, 4 και της αντικατάστασής τους με νέες παραγράφους και κάποιων στοιχείων από τις παραγράφους 6 και 8 και αντικατάστασης τους με νέα στοιχεία. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-4, Δ.48 θθ.1, 2, 3,4, 8 και 9, Δ.64 και στη γενική πρακτική, εξουσία και στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της Αντωνίας Λουκαρή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, συνηγόρων της ενάγουσας η οποία αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη πληροφορημένη από την ενάγουσα και τους δικηγόρους της για να προβεί σε αυτή και επίσης έχει μελετήσει των δικαστηριακό φάκελο που τηρεί το γραφείο της για την παρούσα υπόθεση. Είναι η θέση της ότι στο στάδιο προετοιμασίας της ακρόασης της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε η ενάγουσα περιέχει ορισμένες παραλείψεις και σφάλματα με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η τροποποίησης της για την καλύτερη παρουσίαση της υπόθεσης τους. Έχει τη θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν μεταβάλλεται η αξίωση της ενάγουσας, ούτε προστίθενται νέοι ισχυρισμοί παρά μόνο δίνονται πιο πολλές λεπτομέρειες για να μπορέσει να προσκομίσει μαρτυρία κατά το στάδιο της ακρόασης και ειδικά αναφορικά με τις συνθήκες καταρτισμού συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και γίνεται επίσης πιο ακριβές το περιεχόμενο της συμφωνίας. Έχει επίσης τη θέση ότι τα στοιχεία τα οποία επιδιώκει να εισάξει με την τροποποίηση είναι σαφέστατα σε γνώση της εναγομένης αφού αναφέρεται και η ίδια σε αυτά στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης της. Έχει τέλος τη θέση ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση δεν προκαλείται καμιά ανεπανόρθωτη ζημιά ή και οποιαδήποτε ζημιά στην εναγομένη που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, η αίτηση είναι καλόπιστη και γίνεται πριν ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης και ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης συνηγορεί υπέρ της έγκρισης της. Στις 2.6.15 η εναγόμενη καταχώρισε ένσταση. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules), Δ.25 θθ 1-5 και Δ.48 θθ1-4 και στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση είναι παράτυπη, λανθασμένη, αντικανονική και άκυρη καθότι δεν πληρεί τις τυπικές δικονομικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται.
- Η αίτηση σκοπεύει στην εισαγωγή υλικού και ισχυρισμών που ήταν σε γνώση των αιτητών ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαιτήσεως και σε κάθε περίπτωση πολύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε αργά και με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση, ολιγωρία, αμέλεια και αδιαφορία και χωρίς οιανδήποτε προς τούτο επαρκή δικαιολογία.
- Με την αίτηση επιχειρείται η τροποποίηση ισχυρισμών και γεγονότων κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο και παράτυπο.
- Οι αιτητές υιοθετούν ισχυρισμούς και υλικό από την Υπεράσπιση των Εναγομένων προς υποστήριξη της αιτήσεως των. Η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας.
- Η αίτηση και η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και νέων ισχυρισμών που συνεπάγεται τον εκτροχιασμό της αγωγής από την αρχική της βάση και τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων.
- Η αίτηση και η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής εντελώς διαφορετικής από την αρχική που θα έχει ως αποτέλεσμα την διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ΄ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της.
- Η αίτηση, η εκκρεμοδικία και η αιτούμενη τροποποίηση προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αδικία και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση και επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντα των. Η αίτηση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
- Η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και των Συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ΄ων η αίτηση - Εναγομένων και πλήττεται ο σκοπός και η επιδίωξη του Νόμου και του Συντάγματος για την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρονικό διάστημα.
- Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει κανένα λόγο και καμία εξήγηση ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της από την δικηγόρο Αντωνία Λουκαρή.
- Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει κανένα λόγο και καμία εξήγηση ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της από την δικηγόρο Αντωνία Λουκαρή και όχι από τους Ενάγοντες-Αιτητές.
- Η ένορκη δήλωση δεν περιέχει κανένα λόγο και καμία εξήγηση που να δικαιολογεί τον καταρτισμό της από την δικηγόρο Αντωνία Λουκαρή και όχι από τους ίδιους τους Ενάγοντες - Αιτητές.
- Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως για σκοπούς απόδειξης της αιτήσεως είναι ελλιπές και ανεπαρκές και δεν υποστηρίζει την αίτηση.
- Η ενόρκως δηλούσα δικηγόρος Αντωνία Λουκαρή έχει μετατρέψει τον εαυτό της σε μάρτυρα της υπόθεσης παράτυπα και αντικανονικά.
- Η δικογραφία και ο φάκελος της διαδικασίας δεν καταδεικνύουν κανένα εμφανή ή δεν καταδεικνύουν κανένα λόγο ο οποίος εμπόδιζε τους αιτητές να προβούν οι ίδιοι εις την ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως.
- Η ενόρκως δηλούσα δικηγόρος Αντωνία Λουκαρή δεν παρέχει οιανδήποτε εξήγηση ή λόγο για την επιλογή της να εμφανιστεί ως μάρτυρας.
- Η ενόρκως δηλούσα δικηγόρος Αντωνία Λουκαρή δεν δύναται να ορισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως.
- Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως δεν υποστηρίζει την αίτηση. Η αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη.
- Η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική, παράτυπη, ανύπαρκτη και άκυρη και δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν.
- Η αίτηση είναι αβάσιμη και αστήρικτη.
- Δεν συντρέχουν οι πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αίτηση είναι πραγματικά, νομικά και δικονομικά αβάσιμη, λανθασμένη, παράτυπη, αντικανονική και άκυρη.
- Δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο, ούτε ορθό να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των αιτητών.» Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Μιχάλη Παπαγεωργίου, μετόχου και διευθυντή της εναγομένης μέχρι το 2011 και γραμματέα της μέχρι σήμερα. Είναι η θέση του ότι η αίτηση και η σκοπούμενη τροποποίηση επιδιώκουν την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και νέων ισχυρισμών που συνεπάγεται εκτροχιασμό της αγωγής από την αρχική της βάση και μεταβολή εξολοκλήρου του χαρακτήρα της. Η ένορκη δήλωση λανθασμένα γίνεται από δικηγόρο και χωρίς να παρέχεται ικανοποιητικός λόγος γιατί δεν γίνεται από εκπρόσωπος της ενάγουσας-αιτήτριας, το περιεχόμενο της είναι ανεπαρκές και ελλιπές, δεν δικαιολογεί το χρόνο που έχει μεσολαβήσει μέχρι σήμερα, η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, είναι πραγματικά νομικά και δικονομικά αβάσιμη, λανθασμένη, παράτυπη, αντικανονική και άκυρη και πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της, όλα τα στοιχεία τα οποία η ενάγουσα επιδιώκει να συμπεριλάβει τώρα, ήταν γνωστά σε αυτή από την καταχώρηση της αγωγής, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για το χρόνο που έχει μεσολαβήσει χωρίς η ενάγουσα να αντιδράσει, κάτι το οποίο δείχνει και την κακοπιστία της. Πιστεύει ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών με γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Ήταν η θέση του κ. Στυλιανού ότι η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες προϋποθέσεις ακόμα και αν η αιτούμενη τροποποίηση υποβάλλεται με καθυστέρηση νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η αιτούμενη τροποποίηση αναγκαία για να αποδοθεί ορθά δικαιοσύνη και για να μπορεί η ενάγουσα να προωθήσει ορθά την υπόθεση της και ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να ενεργήσει σαν κώλυμα γιατί αυτό θα καταστρατηγούσε τα Συνταγματικά Δικαιώματα της ενάγουσας. Αναφέρει δε ότι η αίτηση είναι καλόπιστη, γνήσια και ότι η άλλη πλευρά μπορεί να αποζημιωθεί για την οποιαδήποτε δυσχέρεια προκαλείται σε αυτήν με αντίστοιχη διαταγή για έξοδα. Επιμένει ότι δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, ούτε αλλάζει η υπεράσπιση της εναγόμενης αν επιτραπεί η τροποποίηση και ότι είναι φανερό από την καταχωρημένη υπεράσπιση, ότι η εναγόμενη γνωρίζει τα στοιχεία που επιδιώκεται να εισαχθούν. Δεν τίθεται θέμα κακοπιστίας που εν πάση περιπτώσει το θέμα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί με σαφή μαρτυρία και στοιχεία και επίσης ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα λόγω του ότι στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση προβαίνει δικηγόρος, αφού δίδεται η απαραίτητη δικαιολογία γιατί ορκίζεται δικηγόρος και όχι διάδικος. Αντίθετα ο κ. Ταραμουντάς υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης και δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, χωρίς να παρέχεται καθόλου δικαιολογία για αυτήν. Είναι η θέση του ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Α. Λουκαρή πέραν από το ότι πρέπει να αγνοηθεί αφού γίνεται από δικηγόρο και όχι από το διάδικο, δεν δικαιολογεί καθόλου την αδράνεια της ενάγουσας και την ολιγωρία που υπέδειξε για τόσα χρόνια, κάτι το οποίο συνηγορεί στο ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και δεν έχει σκοπό να αποκαταστήσει τυχόν λάθη και παραλείψεις αλλά να εκτροχιάσει την διαδικασία και να επέμβει με το δικαίωμα της εναγόμενης για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως επιτάσσει το άρθρο 30.3 του Συντάγματος. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών, παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Σε ότι αφορά το θέμα κακοπιστίας η νομολογία επιτάσσει όπως αυτή αποδεικνύεται με σαφή στοιχεία και μαρτυρία. Παραθέτω σχετικά απόσπασμα από την απόφαση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1 Α ΑΑΔ 745, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Αυτό που θα πρέπει να τύχει εξέτασης πρώτα είναι η θέση της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση ότι η αίτηση είναι αντικανονική λόγω του ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που είναι παράτυπη και σε αντίθεση με την νομολογία αφού η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης είναι δικηγόρος που συνεργάζεται με το γραφείο δικηγόρων της αιτήτριας και δεν παρέχεται καμιά δικαιολογία για την παράλειψη της ίδιας της αιτήτριας να προβεί σ΄αυτήν. Ο λόγος αυτός προβάλλεται σαφώς στην ένσταση. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ζήτημα δικηγόρου που προβαίνει σε ένορκη δήλωση σε διάφορες υποθέσεις. Στην προσφυγή Dulal Dulal v. Δημοκρατίας κ.α. 1045/2005, ημερ. 27.10.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομερή σύνθεση το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για να αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να δώσει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε αυτό στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Κατέληξε δε "είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης." Η υπόθεση Dulal ακολουθήθηκε και στην υπόθεση Hinfu Huang ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α. Προσφυγή 925/10 ημερ. 20.8.10 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή επίσης σύνθεση έκρινε ότι ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης το γεγονός ότι τα γεγονότα προς υποστήριξη της μεταφέροντο όχι από τον αιτητή αλλά από δικηγόρο και καμία εξήγηση δόθηκε γιατί ήταν δύσκολο να γίνει από τον ίδιο η ένορκος δήλωση. Στην Προσφυγή αρ. 869/05 Svetlana Shalaeva ν. Δημοκρατίας ημερ. 24.3.06 Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιλαμβανόμενος αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή αιτήτρια δέχτηκε ένσταση που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ πλευράς της η οποία είχε απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Στην απόφαση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolobleva Πολιτικές Εφέσεις 130 και 131/09 ημερ. 29.1.12 ο Δικαστής Κληρίδης έχει πραγματευθεί ενδελεχώς το θέμα κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο όπου ο Δικαστής Κληρίδης καταλήγει ".Με αυτά ως δεδομένα μπορούμε να δεχτούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών." Στην πολιτική έφεση Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση αρ.236/2010, ημερ. 13.6.2013 αναφέρθηκε: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R,. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v.Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης σε κάθε περίπτωση που δικηγόρος προβαίνει σε ένορκο δήλωση όπου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε εμφανής λόγος ο οποίος και δεν θα επέτρεπε στον διάδικο να καταρτίσει την ένορκη δήλωση. Βεβαίως, η αρχή ότι δεν είναι επιθυμητό όπως οι δικηγόροι εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο εκτός εάν καταστεί αναγκαίο εξακολουθεί να ισχύει. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων, αναφέρω ενδεικτικά της υποθέσεις Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, έχει τονίσει αυτή την αρχή. Στη παρούσα περίπτωση η κα Aντωνία Λουκαρή η οποία προβαίνει στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει στη παράγραφο 1 αυτής τα ακόλουθα: «Είμαι δικηγόρος συνεργαζόμενη με το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ που εκπροσωπεί την ενάγουσα στην παρούσα διαδικασία. Γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από έγγραφα που έχω στην κατοχή και τον έλεγχο μου, από προσωπική επαφή και πείρα, από πληροφορίες που συγκέντρωσα μετά από μελέτη του φακέλλου και από όσα με έχει ενημερώσει ο δικηγόρος του γραφείου μας που χειρίζεται την υπόθεση. Ε ίμαι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση στην οποία προβαίνω εκ μέρους και για λογαριασμό της προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, καθότι αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα». Συνεπώς προκύπτει ότι η κα Λουκαρή έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων που αφορούν το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα και βασικά νομικών ισχυρισμών τους οποίους και θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει το αίτημα της. Είναι η θέση μου ότι αυτό το γεγονός διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από άλλες και δεν τίθεται συνεπώς θέμα ότι υπάλληλος ή διοικητικός σύμβουλος της αιτήτριας-ενάγουσας θα έπρεπε να ορκιστεί την ένορκη δήλωση όπως μπορεί να πρέπει να γίνει σε άλλες υποθέσεις. Η τροποποίηση, σύμφωνα πάντα με την θέση της κας Λουκαρή, προέκυψε η ανάγκη να γίνει λόγω λαθών των δικηγόρων της ενάγουσας. Κατά την άποψη μου αυτή η ειδοποιός διαφορά στη παρούσα περίπτωση έχει ως αποτέλεσμα να μην θεωρείται η ένορκη δήλωση ως παράτυπη επειδή ορκίζεται αυτή δικηγόρος χωρίς να αναφέρει τον λόγο που δεν την ορκίζεται η ενάγουσα, αφού τα όσα ορκίζεται και προβάλλει δεν αφορούν το πρόσωπο της ενάγουσας αλλά τους δικηγόρους της και επομένως είναι δικηγόρος το κατάλληλο πρόσωπο που θα πρέπει να την ορκιστεί. Επίσης η κα Λουκαρή δεν παρουσιάζεται στην υπόθεση ως δικηγόρος της ενάγουσας και συνεπώς έχω την θέση ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο την καθιστά ως ανυπόστατη και/ή ότι πάσχει με αποτέλεσμα να πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί, όπως οι αρχές αυτές έχουν επεξηγηθεί στα πλαίσια της υπόθεσης Dimitry Rybolovlev v. Elena Rybolovlena (ανωτέρω), κάτι εξάλλου που η σύγχρονη νομολογία έχει διαφοροποιήσει και παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Investylia Public Company v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου (ανωτέρω). Σημειώνω δε ότι η ίδια η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει ότι ο λόγος που προβαίνει η ίδια σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι το γεγονός ότι αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα. Συνεπώς αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τον λόγο ένστασης ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση μεταβάλλεται η βάση της αγωγής και εισάγεται νέα βάση εντελώς διαφορετική από την αρχική που έχει ως αποτέλεσμα την διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που μεταβάλλει εξολοκλήρου το χαρακτήρα της αναφέρω τα ακόλουθα. Στην Έκθεση Απαίτησης που έχει καταχωρηθεί στις 11.6.10 η ενάγουσα αναφέρεται σε συμφωνία μεταξύ Οκτωβρίου 2008 μέχρι Μαΐου 2009 δυνάμει της οποίας η εναγόμενη συμφώνησε να αγοράσει από την ενάγουσα διάφορα υλικά και εξαρτήματα και εμπορεύματα έναντι νομίμου ανταλλάγματος τα οποία ακολούθως πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη προς την οποία εξέδωσε τιμολόγια. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιδιώκει να εισάξει λεπτομέρειες για τις συνθήκες που οδήγησαν στην υπογραφή της συμφωνίας συγκεκριμένα ότι ήταν αποτέλεσμα προσφοράς η οποία έγινε αποδεκτή από την εναγόμενη και επιδιώκεται επίσης να εξειδικευτούν τα αντικείμενα και υλικά που παραδόθηκαν. Σημειώνω ότι η εναγόμενη στην Υπεράσπιση της ημερ. 28.3.11 προβαίνει η ίδια σε αναφορά στην προσφορά, στην συμφωνία που έγινε κατόπιν που αυτή έγινε αποδεκτή από την εναγομένη και στα αντικείμενα και υλικά που ήταν το αντικείμενο της. Είναι η θέση μου ενόψει των ανωτέρω ότι δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής ούτε και η εναγομένη αναγκάζεται να αλλάξει την πορεία και γραμμή της Υπεράσπισης της εάν επιτραπεί η επιδιωκόμενη τροποποίηση. Τα ίδια ισχύουν και σε ότι αφορά τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις στις παραγράφους 6 και 8 της έκθεσης απαίτησης. Η φύση της συνεργασίας των μερών δεν είναι αμφισβητούμενη, όπως ούτε και τα υλικά και αντικείμενα που παραδόθηκαν, ούτε και τα ποσά που πληρώθηκαν. Εκείνο που είναι αμφισβητούμενο, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ως έχει και την Υπεράσπιση και το οποίο θα παραμείνει αμφισβητούμενο και μετά από την τυχόν έγκριση της επιδιωκόμενης τροποποίησης, αφορά κατά πόσο η ενάγουσα εκτέλεσε επιμελώς και ικανοποιητικά τις υποχρεώσεις της και κατά πόσο υπάρχει υπόλοιπο το οποίο πρέπει να πληρώσει. Επομένως, έχω τη θέση ότι ούτε ο λόγος ένστασης περί εισαγωγής νέας βάσης αγωγής που θα εκτροχιάσει τη διαδικασία ευσταθεί. Οι άλλοι ισχυρισμοί/ενστάσεις της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση αφορούν όπως έχει ήδη αναφερθεί σε υπέρμετρη καθυστέρηση που έχει επιδειχθεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία είναι, σύμφωνα πάντα με την ένσταση, υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητη και αποτελεί ουσιαστικά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου αλλά και την θέση ότι δεν δίνεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.6.10. Επιδόθηκε στις 18.11.10 και η εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 30.11.10. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 31.1.12 και έκτοτε η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση αρκετές φορές χωρίς όμως να αρχίσει η ακρόαση μέχρι και τις 24.3.2015 που καταχωρήθηκε η αίτηση τροποποίησης. Είναι από τα πιο πάνω φανερό ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν 5 χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής και 4 χρόνια μετά την καταχώριση Υπεράσπισης. Ομολογουμένως, έχει παρατηρηθεί κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Εκείνο όμως το οποίο είναι δεδομένο είναι ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία, στην παρούσα υπόθεση, ότι θα δοθεί ευκαιρία στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και το δικό της δικόγραφο και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση της στα θέματα αυτά, όπως και να τα αντικρούσει στο στάδιο της δίκης. Θεωρώ έτσι υπό τις περιστάσεις ότι η καθυστέρηση που έχει προκληθεί, λαμβάνοντας υπόψη μου και την νομολογία σε ότι αφορά το σημείο αυτό, ότι τυχόν έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει καμιά ανυπέρβλητη ζημιά στην εναγομένη λαμβάνοντας υπόψη ότι θα αποζημιωθεί και με την ανάλογη διαταγή για έξοδα. Σε ότι αφορά τέλος τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας έχω τη θέση με βάση τη νομολογία και παραπέμπω στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω) ότι δεν έχουν αποδειχτεί στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί περί κακοπιστίας, όπως σαφέστατα αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση η τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν εξισούται με κακοπιστία. Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει και η ένσταση απορρίπτεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη ΄Εκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης ΄Εκθεσης Απαίτησης. Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες, στις 15.2.2013 και ώρα 9.00π.μ. για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ης η αίτηση-εναγόμενης και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο