← Κύπρος

ΑLPHA BANK CYPRUS LIMITED (πρώην Alpha Bank Limited) ν. Ρόδος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 695/09, 16/12/2015

ΑLPHA BANK CYPRUS LIMITED (πρώην Alpha Bank Limited) ν. Ρόδος Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 695/09, 16/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A563 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 695/09 Μεταξύ: ΑLPHA BANK CYPRUS LIMITED (πρώην Alpha Bank Limited) Ενάγουσα - και -

  1. Ρόδος Κωνσταντίνου
  2. A. Vassiades Estate Ltd Εναγόμενοι ----------------- Αίτηση ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ της ΑLPHA BANK CYPRUS LIMITED (πρώην Alpha Bank Limited) 16 Δεκεμβρίου, 2015 Για την Ενάγουσα: κα Μαυρή Για τους Εναγομένους: κ. Χειμώνας ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Oι πιο πάνω Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: «1(α) Δια της προσθήκης αρίθμησης της παραγράφου μετά την παράγραφο 19 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, ήτοι παράγραφος 20 της ΄Εκθεσης Απαίτησης που θα αρχίζει ως ακολούθως:
  3. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ η Ενάγουσα αξιώνει.. (β) Προσθήκη καινούργιας υποπαραγράφου μετά την υποπαράγραφο (Δ) της προτιθέμενης παραγράφου 20 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, η οποία θα αριθμείται ως η υποπαράγραφος (Ε) της προτιθέμενης παραγράφου 20 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, που θα έχει ως ακολούθως: (Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον της Εναγόμενης 2 με το οποίο διατάσσεται και αναγνωρίζεται ότι: i. Η Ενάγουσα έχει διοριστεί ανέκκλητα, μέχρι την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, ως η πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 με δικαίωμα να πωλήσει είτε με ιδιωτική πώληση (private sale) είτε δια προσφορών και να μεταβιβάσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 3/468, Φ/Σχ: 21/450602, Τμ.3, Τεμάχιο ΕΠΙ390, τοποθεσία Αγ. Ανδρέας, Επαρχία Λευκωσίας ιδιοκτησία το όλο της Εναγόμενης 2, υποθηκευμένο το ½ του μεριδίου, προς την Ενάγουσα με την Υποθήκη Υ4401/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. ii. H Ενάγουσα έχει την εξουσία να υπογράψει εκ μέρους της Εναγόμενης 2 οιαδήποτε έγγραφα ή συμβόλαια που αφορούν την ιδιωτική πώληση (private sale) ή την δια προσφορών πώληση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/468, Φ/Σχ: 21/450602, Τμ.3, Τεμάχιο ΕΠΙ390, τοποθεσία Αγ. Ανδρέας, Επαρχία Λευκωσίας ιδιοκτησία το όλο της Εναγομένης 2, υποθηκευμένο το ½ του μεριδίου, προς την Ενάγουσα με την Υποθήκη Υ4401/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας να υπογράψει εκ μέρους της Εναγομένης 2 όλα τα έγγραφα ή φόρμες ή αιτήσεις του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και/ή οιουδήποτε Επαρχιακού Κτηματολογίου που είναι αναγκαία για τη μεταβίβαση του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου, σε τρίτο πρόσωπο. iii. To προϊόν της πώλησης που θα προκύψει από την ιδιωτική πώληση ή την δια προσφορών πώληση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/468, Φ/Σχ: 21/450602, Τμ.3, Τεμάχιο ΕΠΙ390, τοποθεσία Αγ. Ανδρέας, Επαρχία Λευκωσίας ιδιοκτησία το όλο της Εναγομένης 2, υποθηκευμένο το ½ του μεριδίου, προς την Ενάγουσα με την Υποθήκη Υ4401/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας θα κατατεθούν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους ως οι παράγραφοι (Α), (Β) και (Γ) και των εξόδων. iv. H Ενάγουσα έχει την εξουσία να συνάπτει νέα ή ανανεώνει υφιστάμενη ασφάλεια και/ή ασφάλειες πυρός και σεισμού προς κάλυψη του ακινήτου με αρ. 3/468, Φ/Σχ: 21/450602, Τμ. 3, Τεμάχιο ΕΠΙ390, τοποθεσία Αγ. Ανδρέας, Επαρχία Λευκωσίας ιδιοκτησία το όλο της Εναγόμενης 2, υποθηκευμένο το ½ του μεριδίου, προς την Ενάγουσα με την Υποθήκη Υ4401/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, και η δαπάνη θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο ως αυτό θα καθορίζεται από την Ενάγουσα πλέον τόκο υπερημερίας, αυξάνοντας το εξ αποφάσεως χρέος με τα σχετικά ασφάλιστρα. v. Χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 2 απαγορεύεται από το να πωλήσει οποιοδήποτε μέρος του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/468, Φ/Σχ: 21/450602, Τμ. 3, Τεμάχιο ΕΠΙ390, τοποθεσία Αγ. Ανδρέας, Επαρχία Λευκωσίας ιδιοκτησία το όλο της Εναγόμενης 2, υποθηκευμένο το ½ του μεριδίου, προς την Ενάγουσα με την Υποθήκη Υ4401/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, συμπεριλαμβανομένων διαμερισμάτων και/ή καταστημάτων και/ή άλλων υποστατικών που θα ανεγερθούν σε αυτό και η Ενάγουσα δικαιούται να διεκδικεί από την Εναγόμενη 2 και/ή από οποιοδήποτε τρίτο οποιαδήποτε ποσά τα οποία θα καταστούν πληρωτέα σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο, από πωλητήρια και/ή ενοικιαστήρια και/ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. vi. H Εναγόμενη 2 υποχρεούται όπως παρέχει οποιαδήποτε συγκατάθεση και/ή έγγραφο και/ή υπογραφή τυχόν ζητηθεί από την Ενάγουσα για σκοπούς πώλησης και μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/468, Φ/Σχ: 21/450602, Τμ. 3, Τεμάχιο ΕΠΙ390, τοποθεσία Αγ. Ανδρέας, Επαρχία Λευκωσίας ιδιοκτησία το όλο της Εναγόμενης 2, υποθηκευμένο το ½ του μεριδίου, προς την Ενάγουσα με την Υποθήκη Υ4401/07 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, είτε μέσω προσφορών ή ιδιωτικής πώλησης.» (δ) Στην προτιθέμενη παράγραφο 20 της ΄Εκθεσης Απαίτησης να γίνει αναρίθμηση της νυν υποπαραγράφου (Ε) και να γίνει υποπαράγραφος (ΣΤ). Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ.2-11, Δ.20 Θ.1, Δ.25 Θ.1, 2, 3 και 4, Δ.48 Θ.1, 2

(1), 2
(2)και
(9)και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Ευστάθιου Χριστοφίδη η οποία συνοδεύει την αίτηση. Λέγει στην ένορκη του δήλωση ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία ΔΕΠΕ, δικηγόρων της Ενάγουσας και επίσης ότι είναι γνώστης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στο στάδιο συζήτησης της υπόθεσης, λέγει, με απώτερο σκοπό το συμβιβασμό της, διαπιστώθηκε από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση ότι η αξίωση της Ενάγουσας ήταν ελλιπής παρόλο που οι ισχυρισμοί περί της ύπαρξης εξασφαλίσεων αναφορικά με το δάνειο εμπεριέχονται στο σώμα της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη έτσι ώστε να συμπεριληφθούν στην αξίωση της Ενάγουσας τα απαραίτητα διατάγματα καθότι στην περίπτωση που θα επιτύχει, να μπορεί να προχωρήσει σε εκποίηση και σε κατοχύρωση των ασφαλειών που κατέχει. Η τροποποίηση δεν αποτελεί νέα βάση αγωγής. Η τροποποίηση ακόμα σκοπό έχει να διορθωθεί παράλειψη στην αξίωση της Ενάγουσας η οποία δεν έγινε εσκεμμένα αλλά είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους. Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης όπως αυτοί καταγράφονται στην ειδοποίηση, είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν διόρθωση της ήδη εκδοθείσας απόφασης εναντίον άλλου διαδίκου ήτοι της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου αρ.
  2. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν εγκρίνονται στο τέλος της διαδικασίας από το Δικαστήριο πράγμα που το γνωρίζουν οι Ενάγοντες.
  3. Με την Αίτηση τους οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση απόφασης διαφορετικής από εκείνη που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου αρ.
  4. Με την Αίτηση τους οι ενάγοντες επιδιώκουν να εξεύρουν τρόπο ώστε να καταστούν και ενάγοντες και εναγόμενοι υπό την έννοια να υποκασταστήσουν τους εναγομένους.
  5. Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες επιδιώκουν ουσιαστικά την διόρθωση της ήδη εκδοθείσας απόφασης εναντίον άλλου διαδίκου ο οποίος να μην είναι και διάδικος στην παρούσα διαδικασία ήτοι την υπό κρίση αίτηση.
  6. Η αίτηση είναι καταχρηστική και οι ενάγοντες όφειλαν να μην την καταχωρήσουν. Οι αιτητές χρησιμοποιούν καταχρηστικά τις διαδικασίες του Δικαστηρίου επί τω ότι καταχώρησαν άλλη αίτηση την οποία απέσυραν και τώρα επανέρχονται με νέα αίτηση.
  7. Με την αίτηση τους οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν την τροποποίηση και/ή διόρθωση των δικογράφων αλλά την διόρθωση απόφασης που ήδη έχει εκδοθεί εναντίον του εναγομένου αρ.
  8. Η ήδη εκδοθείσα απόφαση εναντίον του εναγομένου αρ. 1 στηρίζεται επί πραγματικών γεγονότων τα οποία οι αιτητές θεώρησαν ορθά και προχώρησαν στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου αρ. 1 και δεν είναι επιτρεπτό όπως τροποποιηθεί η έκθεση απαίτησης μετά την έκδοση απόφασης έστω εναντίον του εναγομένου αρ.
  9. Εναντίον του εναγομένου αρ. 1 εκδόθηκε απόφαση στη βάση επιβεβαίωσης με ένορκο μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς των εναγόντων αιτητών πως τα γεγονότα είναι ορθά και αληθή και ως αυτά περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης και/ή επιβεβαιώθηκαν ως ορθά κατά την έκδοση της απόφασης που έγινε στη βάση των λεπτομερειών του κλητηρίου εντάλματος ημερ. 6.2.
  10. Οι ενάγοντες ενεργούν καταχρηστικά ζητώντας την έκδοση διατάγματος εναντίον του εναγομένου αρ. 2 για διόρθωση απόφασης που εκδόθηκε ήδη εναντίον άλλου διαδίκου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αίτηση.
  11. Το περιεχόμενο της αγωγής αμφισβητείται από τον Καθ΄ ου η Αίτηση.
  12. Οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση και δεν αποκαλύπτουν τις πραγματικές τους προθέσεις που είναι η διόρθωση της ήδη εκδοθείσας απόφασης εναντίον του εναγομένου αρ. 1 ούτε και αναφέρουν στην αίτηση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει ότι εναντίον του εναγομένου αρ. 1 έχει εκδοθεί ήδη απόφαση.
  13. Δεν συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις διά την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση του αιτητή.
  14. Η αίτηση είναι βασισμένη επί λανθασμένης και/ή ανεπαρκούς βάσης και/ή είναι παράτυπη.
  15. Οι αιτητές δεν έχουν καλή βάση και/ή λόγους για τροποποίηση της ήδη εκδοθείσας απόφασης.
  16. Οι αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και καλή πίστη.
  17. Οι αιτητές υποβάλλουν την παρούσα αίτηση με μεγάλη αργοπορία και αδικαιολόγητα.
  18. Με την έκδοση του διατάγματος παρεμποδίζεται η τελεσιδικία των αποφάσεων.
  19. Όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά στον εναγόμενο από το αρχικό στάδιο και δεν περιήλθε εις γνώση οιονδήποτε γεγονός σε καθυστερημένο στάδιο.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.48 Θ.1-4 και 9, επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των γενικών αρχών του Νόμου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση της Θάλειας Χατζηστυλλή. Λέγει στην ένορκη της δήλωση ότι στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως, της επισυνημμένης στην Αίτηση, φαίνεται η μεγάλη καθυστέρηση που θα προκληθεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και η μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. Οι Ενάγοντες επιδιώκουν την τροποποίηση και/ή διόρθωση της εις βάρος του Εναγομένου αρ. 1 εκδοθείσας απόφασης μέσω της παρούσας διαδικασίας, πράγμα δικονομικά ανεπίτρεπτο. Οι τροποποιήσεις που η Ενάγουσα ζητά να εισάξει στην έκθεση απαίτησης αποτελούν νέους ισχυρισμούς και νέα βάση αγωγής και δεν πρόκειται περί καλόπιστου λάθους. Επίσης αφορά την ουσία της αγωγής. Είναι η χωρίς κλήση προς τον Εναγόμενο 1 διόρθωση της ήδη εις βάρος του εκδοθείσας απόφασης μέσω του Εναγόμενου αρ.
  20. Η αίτηση γίνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και μετά που οι Ενάγοντες εξασφάλισαν από το Δικαστήριο την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου αρ.
  21. Δεν αποκαλύπτουν οι Ενάγοντες ότι έχουν εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του Εναγόμενου αρ.
  22. Με την αίτηση τους οι Ενάγοντες επιδιώκουν να μετατραπούν σε Ενάγοντες και Εναγόμενους. Νομική Πτυχή. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές εκτός από το να λεχθεί γενικά ότι η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί η αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι αρχές αυτές λέχθηκαν στις αποφάσεις Eteria Skepi Ltd v. loannis Th. Kaitis and Another
(1983)1 Α.Α.Δ. 231, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Σιακόλα Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19.1.99. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 επιβεβαιώθηκε ότι: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Είναι γνωστή επίσης η αρχή που έχει λεχθεί κατά κόρο σε υποθέσεις όπως την Αντρέας Ευριπίδου και άλλοι ν. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 Α.Α.Δ. 542 με υιοθέτηση αποσπασμάτων από την γνωστή Αγγλική υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393, ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του αιτούμενου την τροποποίηση και από την άλλη ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. Ακόμα και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσω αιτήσεως τροποποίησης εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Αννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ.
  1. Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράλειψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξ αρχής στην αγωγή. Αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1973 στα σχόλια της Αγγλικής Δ.20 Θ.5 σελ.
  2. Περαιτέρω στην Πρακτική του 1958 στα σχόλια της Δ.28 Θ.1 σελ. 624, αναφέρεται ότι η εισαγωγή ακόμη και νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη την απόρριψη σχετικής αίτησης για τροποποίηση, εκτός ίσως αν έχει την εκ μέρους του εναγόμενου συνέπεια απώλειας της υπεράσπισης της παραγραφής. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο μέχρι και το τελικό της διαδικασίας αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ σελ.
  1. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει την εκδοθείσα εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1 απόφαση. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά την Εναγομένη 2, αποκλειστική ιδιοκτήτρια της περιγραφόμενης περιουσίας. ΄Εχοντας υπόψη τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω μέσα από τη Νομολογία σχετικά με την τροποποίηση δικογράφων και κυρίως το γεγονός ότι δεν απεδείχθη κακοπιστία από μέρους των Αιτητών ούτε και οποιαδήποτε βλάβη της Καθ΄ ης η Αίτηση συνεπεία της τροποποίησης, παρά μόνο ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σ΄ αυτή των εξόδων της, κρίνω ότι θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως το αίτημα. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση. Τροποποιημένο κλητήριο να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από της σύνταξης του διατάγματος. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της παράδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου στο δικηγόρο της Εναγομένης αρ.
  2. Εάν υπάρχει απάντηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της καταχώρησης της τροποποιημένης υπεράσπισης. Οι Αιτητές να καταβάλουν στην Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγομένη αρ.2 τόσο τα έξοδα της Αίτησης, για τροποποίηση, όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται συνεπεία της τροποποίησης, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.