PHILELEFTHEROS PUBLIC CO LIMITED ν. ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 1283/2015, 13/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A384 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1283/2015 ΜΕΤΑΞΥ: PHILELEFTHEROS PUBLIC CO LIMITED Εναγόντων -και- ΚΩΣΤΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ Εναγομένου Αίτηση για παραμερισμό διατάγματος Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον εναγόμενο αιτητή: κος Ν. Αγγελίδης Για τους ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση: κα Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση υποβάλλεται από τον εναγόμενο. Ό,τι ζητείται με αυτή είναι: A. Διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού (set aside) της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/04/2015 σύμφωνα με την οποία το ενδιάμεσο Προσωρινό Διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 23/03/2015 κατέστη απόλυτο και/ή οριστικό εναντίον του Εναγομένου. B. Διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού (set aside) της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/04/2015 σύμφωνα με την οποία εξέδωσε και κατέστησε απόλυτα και/ή οριστικά τα Αιτητικά Α και Γ των Εναγόντων. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω όσα γεγονότα προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, διαδικασία καθ΄ όλα θεμιτή και επιτρεπτή. Άλλωστε στη Δ.48 κ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται ότι αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εκεί και όπου τα γεγονότα που επικαλείται δεν προκύπτουν από το φάκελο του δικαστηρίου. Απο το φάκελο του δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι την 20/3/2015 οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος - απαγορευτικού διατάγματος. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε αυθημερόν, ενώ αφότου εμφανίστηκε ο συνήγορος των εναγόντων το δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση για την 23/3/2015, ώστε να εξεταστεί το περιεχόμενο τούτης. Αυτή την τελευταία ημερομηνία, 23/3/2015, το δικαστήριο εξέδωσε ένα εκ των διαταγμάτων που ζητούνταν με την αίτηση, συγκεκριμένα το διάταγμα με στοιχείο Β, και ακολούθως έδωσε νέα ημερομηνία, αφενός για επίδοση σε σχέση με το εναπομείναν μέρος της αίτησης, αφετέρου για επίδοση του εκδοθέντος διατάγματος. Η ημερομηνία που ορίστηκε η αίτηση και το διάταγμα ήταν η 31/3/2015 και ακολούθως, εφόσον δεν επιδόθηκε, η 8/4/2015. Τώρα, την 8/4/2015 η αίτηση ήταν ορισμένη η ώρα 8.45. Μέχρι η ώρα 9.10, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στο φάκελο του δικαστηρίου, ουδείς προσήλθε στο δικαστήριο εκ μέρους του εναγομένου, δηλαδή για τον αιτητή στην επίδικη αίτηση. Αφότου το δικαστήριο άκουσε την πλευρά των εναγόντων οριστικοποίησε το εκδοθέν διάταγμα και περαιτέρω, εξέδωσε διάταγμα και για το υπόλοιπο μέρος της αίτησης, δηλαδή υπό στοιχεία Α και Γ. Αυτή η αντιμετώπιση της αίτησης των εναγόντων, αίτηση ημερομηνίας 20/3/2014, είναι ό,τι ενόχλησε τον εναγόμενο, εδώ αιτητή, και γι΄ αυτό προώθησε την επίδικη αίτηση, ώστε να ακυρωθεί το εκδοθέν διάταγμα, δηλαδή το διάταγμα ημερομηνίας 8/4/2015. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα· Δ.48 κκ.1,2,3,4,6,7,8
(1),
(2),
(3),
(4)και 9, Δ.16, Δ.17, Δ.51 κ.3 και Δ.64· στα άρθρα 29, 30, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60· στις αρχές του κοινοδικαίου· στο άρθρο 30 του Συντάγματος· στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης· στις αρχές της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του δικαστηρίου. Επιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Στον αντίποδα οι ενάγοντες ενίστανται στην επίδικη αίτηση, εξ΄ ου και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τη νομική βάση στην οποία εδράζεται η ένσταση, εφόσον είναι ανάλογη με εκείνη της αίτησης. Οι δε λόγοι ένστασης είναι πολυάριθμοι και αναφέρονται στο πρόσωπο τούτης. Σ΄ αυτό το στάδιο ένα είναι το ζήτημα που απασχολεί το δικαστήριο και αφορμάται από τον πρώτο λόγο ένστασης, δηλαδή πως η αίτηση στερείται νομικής βάσης και/ή είναι παράτυπη και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων κανονισμών. Είναι γνωστό βεβαίως ότι κάθε ενδιάμεση αίτηση πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική διάταξη, αλλιώς είναι υποκείμενη σε απόρριψη (βλ. Φλουρέντζου κ.α v. Cashgrove Betting Ltd
(2007)1 A.A.Δ 393, 397). Ως εκ τούτου αυτό είναι το πρώτο που οφείλει να απασχολήσει το δικαστήριο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αίτηση εδράζεται στη Δ.48 και δη τον κ. 8
(4). Ποια όμως είναι η εμβέλεια του σχετικού κανονισμού; Ας δούμε πρώτα τι διαλαμβάνει. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως· Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just. Ευθύς αναφέρω ότι ο κ.8
(4)δεν δικαιολογεί αμφισβήτηση κάθε διατάγματος. Περιορίζεται τούτος μόνο σε διατάγματα που εκδόθηκαν ex-parte και με αυτή την αναφορά δεν εννοώ περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος κλήθηκε να παραστεί και απλώς παρέλειψε να πράξει τούτο, αλλά διατάγματα που προκύπτουν από αίτηση που η φύση της τη θέλει να υποβάλλεται μονομερώς. Συνάγεται τούτο εφόσον ο κ. 8
(4)συνιστά την κατακλείδα του κ.8, δηλαδή του κανονισμού που διέπει τις αιτήσεις που υποβάλλονται μονομερώς. Αν όμως τα πιο πάνω δεν πείθουν αρκεί πιστεύω να παραπέμψω σε δυο υποθέσεις που πραγματεύτηκαν τη Δ.48 κ.8
(4). Στην υπόθεση Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ v. Λόντου
(2012)1 Α.Α.Δ 738, 743, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα· Εντούτοις, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και αποφάσισε την υπόθεση με βάση την εμβέλεια της Δ.48 θ.8
(4), θα επιληφθούμε και αυτού του θέματος. Επί του προκειμένου, η νομολογία παρουσιάζει συγκρουόμενες θέσεις, κατά πόσο ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις υποβολής αίτησης μονομερώς, ή μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου, με βάση τους θεσμούς, θα μπορούσε να γίνει αίτηση μονομερώς. Στην Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438 αποφασίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 445): «Προκύπτει συνεπώς ότι η κατ΄εξοχήν προσφερόμενη δικονομική οδός είναι εκείνη που διαλαμβάνεται στην Δ.48 θ.8
(4). Δεν παραγνωρίζουμε το ότι η πρόνοια αυτή συνιστά την απόληξη στη ρύθμιση που γίνεται με τον θ.8 της Δ.48 αναφορικά με μονομερείς αιτήσεις. Θα ήταν όμως κατά τη γνώμη μας ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θ.8, αν περιοριζόταν η λειτουργία της μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θ.8. Θα λέγαμε ότι κατά μείζοντα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγομένη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θ.8 και τούτο δεδομένου ότι θεωρούμε πως σε τέτοια περίπτωση το γεγονός αυτό δεν εκθεμελιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω το πρωτόδικο Δικαστήριο απέτυχε να εντοπίσει τη δικονομική δυνατότητα την οποία προσφέρει η Δ.48 θ.8
(4)για εξέταση της αίτησης του εφεσείοντα ημερομηνίας 27 Σεπτεμβρίου 1993, μια δυνατότητα που έθετε την εξέταση της εν λόγω αίτησης εντός της δικαιοδοσίας, αρμοδιότητας και εξουσίας του. Το αποτέλεσμα της έφεσης καθίσταται αυτονόητο.» Αντιθέτως, στην αίτηση για έκδοση εντάλματος Certiorari Τάσου (Κακουρή)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1372, ο Κωνσταντινίδης, Δ., έκρινε πως η δυνατότητα που προσφέρει η Δ.48 θ.8
(4)για υποβολή αίτησης προς παραμερισμό ή τροποποίηση διάταξης που εκδίδεται μονομερώς, καλύπτει μόνο περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι δυνατή η έκδοση τέτοιας ex parte Διαταγής. Η θέση του Κωνσταντινίδη, Δ., κατά τη γνώμη μας, υποστηρίζεται από το γεγονός ότι η πρόνοια είναι υποπαράγραφος στο θ.8 της Δ.48, που αφορά μόνο της αιτήσεις που μπορεί να γίνουν ex parte και ως εκ τούτου, φαίνεται να περιορίζεται στο θέμα αυτό. Τούτο θα καθιστούσε τη θέση του Κωνσταντινίδη, Δ., κατά την άποψη μας, ορθότερη. Έτσι, αν αυτή θα ήταν η ορθή θέση, έστω και αν είχε το απαραίτητο locus standi η εφεσείουσα-αιτήτρια, η διαδικασία που ακολούθησε δεν θα προσφερόταν κάτω από τις συνθήκες. Αφήνουμε όμως το θέμα ανοικτό. Η δεύτερη υπόθεση που επίσης πραγματεύεται τον κ.8
(4)της Δ.48 είναι η Νικολαϊδου v. Αττίπα κ.α
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1620, 1626. Ό,τι αναφέρθηκε εκεί είναι πως· Η Δ.48
(8)
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατό να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για τη χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνουμε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο τη χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48
(8)
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίησή του. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα πιο πάνω δικαιολογούν αυτό ακριβώς που προαναφέρθηκε, δηλαδή πως ο κ.8
(4)της Δ.48 τίθεται σε εφαρμογή μόνο εκεί όπου η αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος υποβλήθηκε, λόγω της φύσης της και των διαλαμβανομένων στους κανονισμούς, μονομερώς. Υποδεικνύω περαιτέρω ότι διαφορετική κατάληξη θα συνιστούσε εξουδετέρωση του κ.11 της Δ.48, ο οποίος αναφέρει ότι· Every order, if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgments are by these Rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order mad. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment, and may be enforced in any manner in which the judgment of a Court may be enforced. Από τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι σε κάθε άλλη περίπτωση, δηλαδή διαδικασία άλλη από ex-parte, αν ο επηρεαζόμενος διάδικος ήθελε προσβάλει το διάταγμα, ο κανονισμός που παρέχει τέτοια δυνατότητα είναι ο κ.11 της Δ.
- Ποιος όμως είναι ο κανονισμός που τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση; Είμαι πεπεισμένος ότι αρμόζουσα δικονομική διάταξη είναι ο κ.11 της Δ.
- Αυτό γιατί στη δοσμένη περίπτωση το διάταγμα ημερομηνίας 8/4/2015 δεν ήταν αποτέλεσμα μονομερούς ενέργειας από μέρους των εναγόντων. Ο εναγόμενος κλήθηκε δεόντως από τους ενάγοντες και απλώς δεν παρέστη στη διαδικασία, τουλάχιστον την ώρα που κλήθηκε να παραστεί. Υπό αυτή την έννοια η διαδικασία που διεξήχθη την 8/4/2015 δεν ήταν αποτέλεσμα μονομερούς δράσης. Συνεπώς ο κανονισμός επί του οποίου μπορεί να εδραστεί αίτημα για παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος είναι ο κ.11 της Δ.
- Μάλιστα αυτό φαίνεται να το δέχεται και ο εναγόμενος, γεγονός που συνάγεται από το ότι στη γραπτή αγόρευση αυτόν μόνο τον κανονισμό (κ.11 της Δ.48) είναι που επικαλείται και όχι τον κ.8
(4). Εντούτοις για άγνωστο λόγο ο κ.11 της Δ.48 δεν συμπεριλήφθηκε στη νομική βάση της αίτησης. Αποτέλεσμα όμως τούτης της παράλειψης είναι ότι η αίτηση δεν εδράζεται στην ορθή νομική βάση. Εφαρμόζεται λοιπόν ο λόγος της υπόθεσης Φλουρέντζου, πιο πάνω, που θέλει την αίτηση να απορρίπτεται. Αυτός και μόνο ο λόγος είναι αρκετός ώστε η αίτηση να απορριφθεί. Ως εκ τούτου παρέλκει υποχρέωση εξέτασης των λόγων ένστασης. Προσθέτω ότι ενσυνείδητα δεν αποφαίνομαι για την ουσία της αίτησης, εφόσον ο εναγόμενος δυνατό να επανέλθει, στηριζόμενος στην ορθή πλέον βάση. Δυνάμει όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, καταβλητέα αμα την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο