← Κύπρος

ΟΛΙΒΙΑΣ ΧΟΥΤΡΗ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αγωγή αρ. 2339/2015, 18/12/2015

ΟΛΙΒΙΑΣ ΧΟΥΤΡΗ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αγωγή αρ. 2339/2015, 18/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A570 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή αρ. 2339/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ΟΛΙΒΙΑΣ ΧΟΥΤΡΗ Ενάγουσας και ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου, 2015 Για την Αιτήτρια-Ενάγουσα: κα Άνδρεα Πρωτοπαπά για Πεκρής & Θεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση-Εναγομένη: κα Τασούλα Τζίρτη Μιλτιάδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 16.6.2015 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Εισαγωγή Στις 20.5.2015 καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος η αγωγή της ενάγουσας, με την οποία αξιώνει το ποσό των €60.000, οφειλόμενο δυνάμει επιταγής και/ή λόγω μη τίμησης επιταγής και/ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Είναι η θέση της ότι η εναγόμενη εξέδωσε την υπ' αρ. 10870333 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία 30.7.2014 για το ποσό των €60.000 έναντι νομίμου και/ή καλού ανταλλάγματος, η οποία παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση, πλην όμως δεν τιμήθηκε και/ή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων Περαιτέρω, είναι η θέση της ότι η εναγομένη πλούτισε άδικα εξόδοις (at the expense) της ενάγουσας κατά €60.000. Στις 29.5.2015 η εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή. Στις 16.6.2015 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, με την οποία η ενάγουσα - αιτήτρια αιτείται: «1. Την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης ως οι παράγραφοι Α, Β και Δ, του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος λόγω του ότι στερείται υπεράσπισης. 2. Έξοδα και ΦΠΑ. » Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, Θ.1-2 & 9(α), Δ.39, Δ.48 Θ 1-3, 6 & 9, και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της ενάγουσας. Η ενάγουσα ορκίζεται ότι όσα αναφέρει βασίζονται σε γεγονότα τα οποία γνωρίζει προσωπικά ή σε στοιχεία τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της, πλην των νομικών θεμάτων στα οποία αναφέρεται, σε σχέση με τα οποία έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους της. Λέγει ότι η εναγόμενη της οφείλει το ποσό των €60.000 πλέον τόκους και έξοδα (αντιλαμβάνομαι ότι «οι τόκοι» είναι ο νόμιμος τόκος που ζητείται στην αγωγή και τα «έξοδα» τα έξοδα της αγωγής, αφού η αιτήτρια αιτείται απόφασης ως οι παράγραφοι Α, Β και Δ του κλητηρίου εντάλματος). Η οφειλή της εναγομένης αφορά τη μη τίμηση της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 10870333 και ημερομηνία έκδοσης την 30.7.2014, την οποία η εναγόμενη εξέδωσε επ' ονόματι της. Επισυνάπτει την επιταγή ως Τεκμήριο Α στην ένορκη της δήλωση. Αναφέρει ότι η επιταγή της δόθηκε από την εναγόμενη προς εξόφληση δανείου που παραχωρήθηκε στην εναγόμενη μια εβδομάδα προηγουμένως για το ποσό των €60.000. Μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημέρα που η επιταγή κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση, πλην όμως η επιταγή δεν τιμήθηκε, αλλά επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αναφέρει ότι τόσο η ημερομηνία κατάθεσης της επιταγής όσο και η ημερομηνία επιστροφής της ως απλήρωτης φαίνεται από τις σφραγίδες που τοποθετήθηκαν σε αυτή. Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο Α φαίνονται διάφορες σφραγίδες οι οποίες έχουν ημερομηνίες μεταξύ του τέλους Δεκεμβρίου του 2014 (29.12.2014), έως και το τέλος Ιανουαρίου, 2015 (27.1.2015). Η τελευταία αυτή σφραγίδα της 27.1 αναφέρει: «Αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή». Η ενάγουσα βεβαιώνει ότι το χρέος της εναγομένης υφίσταται και παραμένει απαιτητό, παρόλο που η εναγόμενη κλήθηκε επανειλημμένως να το εξοφλήσει. Καταλήγει ότι, όπως της αναφέρουν οι δικηγόροι της και αληθινά πιστεύει, η εναγόμενη δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή, ότι καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και ότι η έκδοση απόφασης σε αυτό το στάδιο θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση καταχώρησε στις 23.10.2015 ένσταση στην αίτηση της αιτήτριας, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «Α. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. Β. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ανυπόστατη. Γ. Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Δ. Η καθ'ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση. Ε. Τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση δεν είναι αρκετά και/ή ικανά για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν συνάδουν με την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας - Αιτήτριας (διαφορετικοί ισχυρισμοί για διαφορετικές βάσεις αγωγής).». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ. 1-2, 9, Δ.21, Δ.39, Δ.48 Θ. 1-3, 6 και 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της εναγομένης. Είναι η θέση της ότι η αιτήτρια απέτυχε να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων και ότι απλή αναφορά ότι αληθινά πιστεύει ή ότι έχει την πεποίθηση δεν αρκεί. Λέγει επίσης ότι η αιτήτρια δεν κατάφερε να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, αφού επικαλείται έγγραφο (την επιταγή - Τεκμήριο Α) στου οποίου τη σύνταξη δεν συμμετείχε, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ισχυρίζεται προσωπική γνώση. Περαιτέρω, λέγει ότι κανένα νόμιμο αντάλλαγμα δεν δόθηκε για την επιταγή. Είναι η θέση της ότι η αιτήτρια απέκτησε την επιταγή διά του εκβιασμού της, δόλου και απάτης και αφού την ξεγέλασε ότι την ήθελε μόνο για ασφάλεια και ότι δεν θα την κατέθετε. Λέγει ότι την επιταγή την εξέδωσε κατόπιν παράκλησης της αιτήτριας, για εγγύηση, ως της ανέφερε η αιτήτρια, ότι θα πάρει τα λεφτά της πίσω σε μετρητά, και ότι θα της επέστρεφε την επιταγή όταν θα έπαιρνε τα λεφτά της πίσω. Η επιταγή, λέει, που παρέδωσε στην αιτήτρια ήταν λευκή / ασυμπλήρωτη (έθεσε μόνο την υπογραφή της αλλά δεν την συμπλήρωσε) και ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια της είχε υποσχεθεί ότι δεν θα την κατέθετε, γιατί γνώριζε ότι δεν υπήρχε τόσο μεγάλο ποσό στο λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση, γι αυτό άλλωστε και της έδωσε η αιτήτρια τα χρήματα. Ισχυρίζεται επίσης ότι πριν τις 30.7.2014 κατέβαλε το ποσό των €60.000 στην αιτήτρια με την υπόσχεση ότι η αιτήτρια θα της επιστρέψει την επιταγή της αργότερα, αλλά η αιτήτρια συμπλήρωσε μόνη της την επιταγή και την κατέθεσε. Λέγει ότι το ποσό της επιταγής καταβλήθηκε εξ' ολοκλήρου στην αιτήτρια και ότι δεν οφείλει τίποτα στην αιτήτρια. Αναφέρει επίσης ότι η αιτήτρια έχει καταχωρήσει εκδικητικά εναντίον της την ποινική υπόθεση αρ. 2145/15, του Ε.Δ. Λευκωσίας, και ότι την έχει δυσφημίσει στη δουλειά της και ότι έχει πρόθεση να καταχωρήσει ανταπαίτηση. Σημειώνει επίσης ότι στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε δάνειο, για να προσθέσει ότι υπάρχει άλλη βάση αγωγής στην απαίτηση και άλλη βάση αγωγής στην αίτηση για συνοπτική απόφαση (σύμβαση δανείου). Λέγει τέλος ότι όπως τη συμβουλεύει η δικηγόρος της, η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία, και ότι το βάρος απόδειξης ποτέ δεν μετατέθηκε σε εκείνη, αλλά σε κάθε περίπτωση αληθινά πιστεύει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να την ακούσει στα πλαίσια κανονικής δίκης. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους, και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω των γραπτών αγορεύσεων θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η Δ.18 Θ.1(α), προνοεί τα ακόλουθα: «1. (
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Στην Πολ. Εφ. 27/10, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 4.9.2013, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε[1] ότι σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 Θ.1 είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση.[2] Και στην υπόθεση Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd

(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, 1972 διευκρινίστηκε ότι, με δεδομένα τα δικαιώματα που έχει διάδικος βάσει των προνοιών του Άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Θ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.[3] Παρομοίως, στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 782, 790 αποφασίστηκε ότι η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Οι αρχές με βάση τις οποίες προσεγγίζεται το αίτημα για συνοπτική απόφαση συνοψίστηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418, ως ακολούθως: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18. Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να έχει το Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει απόφαση συνοπτικά, είναι οι ακόλουθες:
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
  2. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. [4] Περαιτέρω, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Αρκεί η απλή επιβεβαίωση της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση. Βεβαίως αν ο ενάγοντας επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.[5] Μη ικανοποίηση των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων κατά τρόπο σωρευτικό, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[6] Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα να καταχωρήσει υπεράσπιση.[7] Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (Δ.18 Θ.3(α)). Ως έχει νομολογηθεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο εναγόμενος έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, ή εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης το οποίο θα πρέπει να εκδικάζεται, τότε πρέπει να του δίδει το δικαίωμα της υπεράσπισης.[8] Στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν.[9] Ούτε και είναι ορθό στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο να επιτρέπει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που να περιέχουν λεπτομερή μαρτυρία την οποία θα πρέπει να εξετάσει, αξιολογήσει και αποφανθεί επ' αυτής, μετατρέποντας τη διαδικασία σε κανονική δίκη.[10] Στο Supreme Court Practice του 1999, Τόμος 1, στη σελ. 174, παράγραφο 14/4/9, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Leave to defend must be given unless it is clear that there is no real substantial question to be tried (Codd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, HL); that there is no dispute as to facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled to judgment (Jones v. Stone [1894] A.C 122; Thompson v. Marshall [1880] 41 L.T. 720, CA; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, HL; Lindsay v. Martin [1889] 5 T.L.R. 322).»[11] Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817, 821-822 και αναφορικά με το πότε πρέπει να δίδεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να υπερασπιστεί, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις αγγλικές αποφάσεις Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, 23, Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296, 303 και Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699, καθώς και στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1, σελ. 173, παρ. 14/4/7, για να καταλήξει ως ακολούθως: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9).» Στις υποθέσεις CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.LR. 333, 338 το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην απόφαση του Λόρδου Blackburn στην υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-80] 5 App. Cas. (H.L.) 685, σελ. 704, ξεκαθάρισε ότι προκειμένου ο εναγόμενος να δείξει ότι υπάρχει θέμα για να δικαστεί, δεν αρκεί να προβεί σε γενική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα ή να περιοριστεί σε αόριστους ισχυρισμούς. Θα πρέπει να παράσχει λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς του («condescend upon particulars»), σε λογική έκταση, προκειμένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει βάση γι' αυτό που ισχυρίζεται. Πιο πρόσφατα, στην Πολ. Εφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.2013, λέχθησαν σχετικά τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: "The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence."» Παρομοίως, στην Πολ. Έφ. 102/2011, Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 22.7.2014, αποφασίστηκαν τα εξής: «.... έχει αποκρυσταλλωθεί νομολογιακά ότι δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή απλώς να παραθέτει μια νομική ένσταση. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ 1280:- "Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 818)." Αναμφίβολα η παροχή λεπτομερειών είναι αυτή που θα δώσει υπόσταση στους ισχυρισμούς των εναγομένων. Διαφορετικά θα σήμαινε ότι με τη διατύπωση απλών ισχυρισμών θα παραχωρείτο το δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. CY.E.M.S. Co Limited v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1Γ ΑΑΔ 1912). Είναι γι' αυτόν το λόγο που οι εναγόμενοι, οι οποίοι έχουν και το σχετικό βάρος να ικανοποιήσουν το δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να βεβαιώνονται ότι θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου αρκετές λεπτομέρειες και στοιχεία που να επιτρέπουν στο δικαστήριο να καταλήξει επί του θέματος της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης.» Τέλος, σημειώνεται ότι δικαίωμα υπεράσπισης μπορεί να δοθεί ακόμα και εκεί όπου ο εναγόμενος αν και παραδέχεται όλη ή μέρος της απαίτησης, προβάλλει μια καλόπιστη ανταπαίτηση, σχετική με τα γεγονότα της αγωγής και της υπεράσπισης του. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 22, 28: «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστει ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (Βλέπε: Morgan & Son Ltd. v. S. Martin Johnson & Co. [1949] 1 K.B. 107). Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action) αλλά για τους σκοπούς της Δ.18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (Βλέπε: Zoedone Co. v. Barrett [1882] 26 S.J. 657).» Σε περίπτωση που ο εναγόμενος ξεκάθαρα δεν έχει υπεράσπιση στην απαίτηση, αλλά προβάλλει μια ευλογοφανή ανταπαίτηση για ποσό όχι μικρότερο του ποσού της απαίτησης, μπορεί να εκδοθεί απόφαση επί της απαίτησης, αλλά να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, μέχρι την απόφαση επί της ανταπαίτησης. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), σελ. 266 - 267 και οι αγγλικές αποφάσεις (μεταξύ άλλων, Anglo-Italian Bank v. Wells (and Davies), 38 L.T. 197) που αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση CY.E.M.S. Co Limited v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897. Όπου καταδεικνύεται από τον εναγόμενο ότι υπάρχει κάποια εύλογη υπεράσπιση, το Δικαστήριο δεν έχει καμία εξουσία να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης κάτω από τη Δ.18.[12] Τέλος, η άδεια για υπεράσπιση μπορεί να δοθεί σε σχέση με το σύνολο της αξίωσης ή μόνο σε σχέση με μέρος αυτής[13] και μπορεί να είναι με ή χωρίς όρους.[14] Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και εξετάζοντας τις θέσεις των δύο πλευρών, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ως πρώτο λόγο ένστασης η καθ' ης η αίτηση εγείρει τον ισχυρισμό ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής. Η νομική βάση της αίτησης αναφέρθηκε στα πλαίσια της «εισαγωγής», πιο πάνω. Η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ' ης η αίτηση δεν αναλύει στη γραπτή της αγόρευση ειδικά αυτό το λόγο ένστασης. Αντίθετα, δέχεται ότι την έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπει η Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση της αιτήτριας βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.18 Θ. 1-2 και 9(α). Κρίνω, συνεπώς, ότι ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Με τον τρίτο λόγο ένστασης η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι η αιτήτρια επικαλείται έγγραφο (την επιταγή την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α), στη σύνταξη του οποίου δεν συμμετείχε, και συνεπώς η αιτήτρια στηρίζεται σε πληροφορίες, κάτι που δεν είναι αρκετό στην περίπτωση αίτησης για συνοπτική απόφαση. Επίσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 1-6 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας και προσθέτει ότι η αιτήτρια απέτυχε να δείξει κάτω από ποιες συνθήκες απέκτησε γνώση των γεγονότων και ότι στα πλαίσια συνοπτικής απόφασης «απλή αναφορά ότι αληθινά πιστεύει ή ότι έχει την πεποίθηση δεν αρκεί». Με τον πέμπτο λόγο ένστασης, η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση δεν είναι αρκετά και/ή ικανά για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν συνάδουν με την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας - αιτήτριας (διαφορετικοί ισχυρισμοί για διαφορετικές βάσεις αγωγής). Στην ένορκη της δήλωση, η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε δάνειο και ότι υπάρχει άλλη βάση αγωγής στην έκθεση απαίτησης και άλλη στην αίτηση (σύμβαση δανείου). Θα εξετάσω αυτούς τους δύο λόγους ένστασης μαζί, αφού και οι δύο άπτονται ουσιαστικά της πλήρωσης της τρίτης προϋπόθεσης που ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει, ως θέμα δικαιοδοτικό, προκειμένου το βάρος να μετατεθεί στον εναγόμενο για να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή άλλους λόγους που είναι ικανοί να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Παρενθετικά σημειώνω ότι η πλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων της Δ.18 δεν αμφισβητείται από την καθ' ης η αίτηση, αφού η αγωγή έχει αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Σύμφωνα με την τρίτη προϋπόθεση: η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η σχετική νομολογία αναφέρθηκε πιο πάνω στα πλαίσια της «νομικής πτυχής». Στην προκειμένη περίπτωση, η ένορκη δήλωση γίνεται από την ίδια την ενάγουσα - αιτήτρια, η οποία αναφέρει στην πρώτη παράγραφο της ένορκης της δήλωσης ότι τα όσα αναφέρει βασίζονται σε γεγονότα τα οποία γνωρίζει προσωπικά ή σε στοιχεία και έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της. Η αιτήτρια υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, και δηλώνει ότι η καθ' ης η αίτηση της οφείλει μέχρι σήμερα €60.000 πλέον τόκους και έξοδα. Αναφέρεται ειδικά στην επιταγή την οποία η καθ' ης η αίτηση εξέδωσε επ' ονόματι της, την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο στην ένορκη της δήλωση, και αναφέρει ότι η επιταγή αυτή, μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημέρα που κατέστη πληρωτέα, παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση, πλην όμως η επιταγή δεν τιμήθηκε, αλλά επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Στην επιταγή όντως υπάρχει η σφραγίδα της Τράπεζας «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» και η σφραγίδα «Αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή». Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομολογίας επειδή η αιτήτρια δεν συμμετείχε στη σύνταξη της επιταγής, την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο στην ένορκη της δήλωση και επειδή γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, αλλά βασίζεται σε πληροφορίες. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση της καθ' ης η αίτηση. Ως προς τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν συμμετείχε στη σύνταξη της επιταγής, και αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι προκειμένου να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση λέγει ότι είναι η αιτήτρια που συμπλήρωσε την επιταγή, παρατηρώ ότι θα ήταν τουλάχιστο οξύμωρο να αναμένεται ότι ο μόνος που θα μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την επιταγή είναι ο εκδότης της, ο οποίος είναι ο εναγόμενος σε αγωγή για ακάλυπτη επιταγή και ο οποίος δεν έχει πλέον στην κατοχή του την επιταγή. Στο βαθμό στον οποίο ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση αφορά στο ότι οι σφραγίδες της τράπεζας δεν τέθηκαν επί της επιταγής από την ίδια την αιτήτρια, σημειώνω ότι ό,τι προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση με την ένορκη δήλωση πρέπει να επαληθεύεται, είτε από τον ενάγοντα, είτε από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται. Αυτό γίνεται από την αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση. Η ένορκη δήλωση δεν χρειάζεται καν να συνοδεύεται από έγγραφα, αφού η απλή επιβεβαίωση της αξίωσης αρκεί, νοουμένου βέβαια ότι αν ο ενάγων επιλέξει να αναφερθεί σε έγγραφα, θα πρέπει να τα επισυνάψει. Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Πολ. Εφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.2013: «Υπενθυμίζεται όμως ότι το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ΄ ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση, (δέστε Annual Practice 1959 σελ. 258-260 και Annual Practice 1970, σελ. 124, παρ. 14-2-5). Κατ΄ επέκταση, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων-αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα η οποία προβαίνει στη σχετική ένορκη δήλωση αναφέρει ότι η επιταγή της δόθηκε από την καθ' ης η αίτηση, ότι μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημέρα που κατέστη πληρωτέα κατατέθηκε και παρουσιάστηκε προς εξαργύρωση, πλην όμως δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της εναγόμενης. Το γεγονός ότι η επιταγή επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων της εναγομένης, είναι γεγονός που η ίδια η ενάγουσα γνωρίζει και επί του οποίου ορκίζεται θετικά (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας) και το οποίο επιβεβαιώνεται από την επιταγή και τις σφραγίδες που υπάρχουν σε αυτή, την οποία επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Εξ' άλλου αν η επιταγή που παρουσιάστηκε στην τράπεζα είχε τιμηθεί, αυτή φυσιολογικά δεν θα βρισκόταν πλέον στην κατοχή της ενάγουσας. Στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912, αντικείμενο της αγωγής ήταν επιταγή η οποία δεν τιμήθηκε λόγω ανάκλησης (stop payment). Δοθέντος ότι είχε παρουσιαστεί η επιταγή που αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής από το διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας που ήταν η δικαιούχος της επιταγής, κρίθηκε ότι η μαρτυρία που δόθηκε μπορούσε να στηρίξει την απαίτηση και την έκδοση απόφασης. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει επίσης τη θέση ότι η ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, τουναντίον προβάλλεται με αυτή άλλη αιτία αγωγής, αυτή του δανείου. Τούτο επειδή η αιτήτρια αναφέρει ότι η επιταγή της δόθηκε από την καθ' ης η αίτηση προς εξόφληση δανείου που παραχωρήθηκε στην καθ' ης η αίτηση μια εβδομάδα προηγουμένως για το ποσό των €60.000. Επ' αυτού η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας αντιτείνει ότι ούτε στο κλητήριο ένταλμα, ούτε και στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας αναφέρεται ως βάση αγωγής η παράβαση συμφωνίας δανείου, προσθέτοντας ότι η αναφορά της αιτήτριας σε δάνειο σχετίζεται με το νόμιμο αντάλλαγμα το οποίο δόθηκε για την επιταγή και όχι με διαφορετική βάση αγωγής. Η βάση αγωγής είναι η μη τίμηση επιταγής. Κρίνω ότι ούτε και αυτή η θέση της καθ' ης η αίτηση μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Η αιτία αγωγής με βάση το κλητήριο ένταλμα είναι η μη τίμηση συγκεκριμένης επιταγής και/ή ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, χωρίς όντως να γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε δάνειο από μέρους της ενάγουσας προς την εναγόμενη. Η ίδια η αιτήτρια, μέσω της συνηγόρου της, δέχεται ότι η παροχή του δανείου δεν προβάλλεται ως νέα αιτία αγωγής, παρά μόνο για να υποστηριχθεί το νόμιμο του ανταλλάγματος για το οποίο δόθηκε η επιταγή. Κατά την κρίση μου, σημασία έχει με την ένορκη δήλωση να επαληθεύεται το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, και στην προκειμένη περίπτωση με την ένορκη της δήλωση η αιτήτρια επαληθεύει το αγώγιμο της δικαίωμα που σχετίζεται με τη μη τίμηση της συγκεκριμένης επιταγής την οποία αναφέρει στην αγωγή της και την οποία επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Τέλος, η καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 1-6 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας και προσθέτει ότι η αιτήτρια απέτυχε να δείξει κάτω από ποιες συνθήκες απέκτησε γνώση των γεγονότων και ότι στα πλαίσια συνοπτικής απόφασης «απλή αναφορά ότι αληθινά πιστεύει ή ότι έχει την πεποίθηση δεν αρκεί». Από ανάγνωση της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας προκύπτει ότι πέραν των γεγονότων που βρίσκονται στην προσωπική της γνώση και επί των οποίων ορκίζεται θετικά, η αιτήτρια αναφέρει στην παράγραφο 6 της ένορκης της δήλωσης ότι «έχω την πεποίθηση, στηριζόμενη σε όσα μου αναφέρουν οι δικηγόροι μου και αληθινά πιστεύω, ότι η Εναγόμενη δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή». Παρόμοια δήλωση γίνεται στην παράγραφο 10 της ένορκης της δήλωσης. Έχω την άποψη ότι η πιο πάνω δήλωση της αιτήτριας ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομολογίας. Η αιτήτρια καταθέτει καθαρά τη δική της πεποίθηση, την οποία στηρίζει στα όσα της αναφέρουν οι δικηγόροι της, και αληθινά πιστεύει, ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει απολύτως καμία υπεράσπιση στην αγωγή. Στο τέλος της ημέρας, το κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση έχει ή όχι υπεράσπιση στην αγωγή, δεν αποτελεί «γεγονός» για το οποίο επιβάλλεται να ορκιστεί θετικά η αιτήτρια, εξ' ου και η νομολογία που πιο πάνω αναφέρθηκε, αλλά και η ίδια η Δ.18 Θ.1(α) αναφέρεται σε ανάγκη για δήλωση ότι απ' ότι ο ομνύοντας πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.[15] Με βάση τα πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις και το βάρος έχει μετατοπιστεί στην καθ' ης η αίτηση η οποία θα πρέπει να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να δείξει άλλους λόγους που είναι ικανοί να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Σχετικός είναι ο τέταρτος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι έχει καλή υπεράσπιση, καθώς και ο τρίτος λόγος ένστασης, σύμφωνα με τον οποίο η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η αγωγή της αιτήτριας βασίζεται σε ακάλυπτη επιταγή. Οι επιταγές, όπως η νομοθεσία και η νομολογία ορίζουν, εξομοιώνονται ουσιαστικά με μετρητά, γι αυτό και οι υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν σε σχέση με αυτές είναι περιορισμένες. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) ΑΑΔ 849, 851 κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος της για αξία (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Δηλαδή κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (ή επιταγής), θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται αν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία, εκτός αν, και μέχρις ότου, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ' ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)). Το τεκμήριο που δημιουργείται μεταθέτει στους ώμους του εναγόμενου το βάρος απόδειξης (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134. Βλέπε επίσης Papaellina v. Epco (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338). Και στην υπόθεση Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.LR. 333, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην αγγλική απόφαση Nova (Jersey) Knit Ltd. v. Kammgarn Spinnerei GmbH. [1977] 2 All E.R. (H.L.) 463, 470 αναφέρθηκε στις περιορισμένες υπερασπίσεις που μπορεί να εγερθούν σε αγωγές για επιταγές: αυτές είναι υπερασπίσεις που βασίζονται σε απάτη (fraud), ακυρότητα (invalidity) ή αποτυχία του ανταλλάγματος (failure of consideration). Είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας ότι η καθ' ης η αίτηση δεν παραθέτει λεπτομέρειες ως προς το πότε εξόφλησε το ποσό των €60.000 και με ποιο τρόπο, ούτε πότε και σε ποιον δόθηκε η επιταγή και με ποιο τρόπο εκβιάστηκε και ότι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση είναι γενικοί και ασαφείς. Η καθ' ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι πριν τις 30.7.2014 κατέβαλε το ποσό των €60.000 στην αιτήτρια, και ότι δεν οφείλει τίποτα στην αιτήτρια. Δεν περιορίζεται, όμως, μόνο σ' αυτό και προβάλλει και άλλους συγκεκριμένους ισχυρισμούς: Παραδέχεται ότι η επιταγή φέρει την υπογραφή της, είναι όμως ο ισχυρισμός της ότι η επιταγή δεν συμπληρώθηκε κατά τα λοιπά από την ίδια, ακριβώς επειδή δεν θα γινόταν χρήση ή εξαργύρωση της από την αιτήτρια. Είναι η θέση της ότι η αιτήτρια έλαβε κατοχή της επιταγής διά εκβιασμού, δόλου και απάτης. Λέγει συγκεκριμένα ότι η αιτήτρια ζήτησε και έλαβε λευκή / ασυμπλήρωτη επιταγή, την οποία συμπλήρωσε μόνη της και την κατέθεσε στην τράπεζα. Λέγει επίσης ότι η αιτήτρια την ξεγέλασε λέγοντας της ότι ήθελε την επιταγή μόνο για ασφάλεια ότι θα έπαιρνε πίσω τα χρήματα της σε μετρητά και ότι δεν θα την κατέθετε, κάτι που της είχε υποσχεθεί, γιατί γνώριζε από την ίδια την καθ' ης η αίτηση ότι δεν είχε τέτοιο ποσό διαθέσιμο στο λογαριασμό της, γι αυτό άλλωστε και της δάνεισε τα χρήματα η αιτήτρια. Ισχυρίζεται επίσης ότι όταν αποπλήρωσε το ποσό των €60.000 η αιτήτρια της υποσχέθηκε ότι θα της επέστρεφε αργότερα την επιταγή της, αλλά η αιτήτρια τη συμπλήρωσε και την κατέθεσε. Η υπογραφή εκδότη επί λευκής επιταγής και η παράδοση της παρέχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση αυτής υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η συμπλήρωση θα γίνει σε εύλογο χρόνο και με βάση τα συμφωνηθέντα. Σχετικό είναι το άρθρο 20 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 62, το οποίο έχει πλαγιότιτλο «ημιτελή έγγραφα». Στο σύγγραμμα του Χρ. Λουκά, «Τραπεζική Επιταγή», 2η έκδοση, στη σελίδα 241, αναφέρονται σχετικά τα εξής, κάτω από τον τίτλο «Υπογραφή εν λευκώ»: «Ο εκδότης μπορεί να υπογράψει την επιταγή, αλλά ενδεχομένως, είτε θεληματικά είτε από απροσεξία, ν' αφήσει ασυμπλήρωτο κάποιο στοιχείο, όπως για παράδειγμα, την ημερομηνία, το ποσό ή τ' όνομα του δικαιούχου. Η επιταγή αυτή καλείται λευκή. .... Η υπογραφή του εκδότη επί λευκής επιταγής και η παράδοσή της, παρέχει, εκ πρώτης όψεως, στον κάτοχό της εξουσία να συμπληρώσει τα κενά αργότερα, υπό μία, όμως, ουσιαστική προϋπόθεση, ότι η συμπλήρωση θα πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και με βάση τα συμφωνηθέντα.» Επίσης, στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), στη σελ. 268, κάτω από τα σχόλια για το αγγλικό O. 18 r.6[16] που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.14 Θ. 6, και κάτω από τον τίτλο «Bills of Exchange» διαβάζουμε τα ακόλουθα: «When the defence is set up that the bill was obtained by fraud, and the defendant desires to have the fact that value was given by the plaintiff strictly proved, there is no power on a summons under Ο. 14 to test the story of either party. Leave to defend must be given (Millard v. Baddeley, [1884] W. N. 96). When fraud is alleged the burden of proof is on the holder to prove both that value has been given, and that it has been given in good faith without notice of the fraud (Tatam v. Haslar
(1889), 23 Q. B. D. 345); an affidavit by the plaintiff in reply swearing that he is the holder for value is not sufficient to deprive the defendant in such a case of the right to unconditional leave to defend (Fuller v. Alexander, 52 L . J. Q. B. 103), but unless the defendant can show facts which if true would impugn the plaintiff's title, the plaintiff is entitled to judgment (Edwards v. Davis, 4 T. L. B. 385).» Με βάση τις αρχές που αναλυτικώς παρατέθηκαν στα πλαίσια της «νομικής πτυχής» ανωτέρω, συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί όπου ο εναγόμενος παραθέτει τέτοιες λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν μια υπεράσπιση που μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης, αλλά λιγότερο από πιθανή, άδεια για υπεράσπιση πρέπει να δίδεται, και σίγουρα το στάδιο της συνοπτικής απόφασης δεν είναι εκείνο στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και σε ευρήματα που ν' αφορούν την υπεράσπιση του εναγόμενου. Υπό το φως των ανωτέρω και έχοντας υπόψη μου όλες τις αρχές που προαναφέρθηκαν, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η εναγόμενη έχει δώσει επαρκείς λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη υπεράσπισης σε σχέση με το σύνολο της απαίτησης, την οποία θα πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει και να τύχει κανονικής εκδίκασης. Επαναλαμβάνεται ότι είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει.[17] Δεδομένου ότι όπως έχω αναφέρει πιο πάνω η εναγόμενη αποκάλυψε με την ένορκη της δήλωση τέτοια γεγονότα που είναι ικανά να της επιτρέψουν να προβάλει υπεράσπιση σε ολόκληρη την απαίτηση, δεν είναι απαραίτητο να εξετασθεί αν η ανταπαίτηση που η εναγόμενη λέγει ότι έχει σκοπό να εγείρει θα ήταν ικανή για να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης.[18] Είναι τέλος η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας ότι αφού η καθ' ης η αίτηση έχει το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης, η παράλειψη της καθ' ης η αίτηση να ζητήσει την αντεξέταση της αιτήτριας έχει ως αποτέλεσμα την αποδοχή των ισχυρισμών της αιτήτριας. Δεν παραπέμπει σε σχέση με τη θέση της αυτή σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, ούτε και έχω εντοπίσει κάποια απόφαση που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, είναι καθαρό από τη νομολογία που αναφέρθηκε πιο πάνω ότι δεν είναι ορθό η αίτηση για συνοπτική απόφαση να μετατρέπεται σε κανονική δίκη, ούτε και μπορεί το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να προβεί σε αξιολόγηση διαφορετικών, και, στην παρούσα υπόθεση, εκ διαμέτρου αντίθετων εκδοχών ως προς τα γεγονότα και ν' αποφασίσει επ' αυτών. Αφ' ης στιγμής η καθ' ης η αίτηση παραθέτοντας επαρκείς προς τούτο λεπτομέρειες στη δική της ένορκη δήλωση αποκάλυψε την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, τούτο αποτελεί αρκετό λόγο για απόρριψη της αίτησης. Επαναλαμβάνω αυτό που αναφέρθηκε Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817, 822: «It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible.» Ενόψει των ανωτέρω παρέλκει η ειδική ενασχόληση με το δεύτερο λόγο ένστασης, ότι, δηλαδή, η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ανυπόστατη, αφού αυτός καλύπτεται από όσα έχουν αποφασισθεί σε σχέση με τους λοιπούς λόγους ένστασης. Κατάληξη Υπό το φως των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις καθαρές εκείνες περιπτώσεις όπου η εναγόμενη έκδηλα δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή, και συνεπώς δεν μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση υπέρ της ενάγουσας καθότι η εναγόμενη με την ένορκη της δήλωση προβάλλει γεγονότα και ισχυρισμούς που της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή και εγείρουν ζητήματα που θα πρέπει να εκδικαστούν στα πλαίσια κανονικής δίκης. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Η εναγόμενη να καταχωρήσει την υπεράσπιση και τυχόν ανταπαίτηση της εντός 21 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παραπέμποντας στις Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818. [2] Πολ. Εφ. 21/12, Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd, ημερ. 17.12.13, στην οποία υιοθετήθηκε σχετικό απόσπασμα από τη απόφαση του Έντιμου Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση S.M. Loizides Agencies Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280. [3] Σχετικά με το θέμα αυτό είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, 415. [4] Πολ. Εφ. 27/10, Sensus Gymnasium Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 4.9.2013, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408,
  1. [5] Πολ. Εφ. 230/09, Κυριάκου ν. Αναστασίου, ημερ. 22.1.
  2. [6] Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 782, 789, Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135. [7] CY.E.M.S. CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333. [8] Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, 413 [9] S.M. Loizides Agencies Ltd. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280. [10] Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817, 823 και F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1230, 1237. [11] Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, καθώς και στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ
  1. [12] Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), στη σελ. 265 αναφέρεται ότι «Once a reasonable ground of defence is shown there is no power under O. 14 " to go into the merits of the case at all "». [13] Δ.18 Θ. 4 και Πολ. Έφ.102/2011, Α. Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 22.7.
  2. [14] Δ.18 Θ.
  3. [15] «.and stating that in his belief there is no defence to the action.» [16] «Leave to defend may be given unconditionally, or subject to such terms as to giving security or time or mode of trial or otherwise as the Judge may think fit.» [17] N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912. [18] F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1230, 1238. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.