← Κύπρος

ΑΒΡΑΑΜ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5652/2013, 30/11/2015

ΑΒΡΑΑΜ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5652/2013, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A530 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5652/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΒΡΑΑΜ ΓΕΩΡΓΙΟΥ και Ενάγοντα ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 12/5/15 Ημερομηνία: 30/11/15 Εμφανίσεις: Για τους εναγομένους/αιτητές: κ. Δημητρίου για Ιωαννίδη Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: κα Νικολαϊδου για Παπαντωνίου και Παπαντωνίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αυτή την αγωγή ο ενάγοντας/καθ' ου η αίτηση ζητά από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ) €7782,58, ποσό που παρέλειψαν να του καταβάλουν ως σύνταξη €30.538,17, ποσό που αντιστοιχεί σε 43 μηνιαίες αποκοπές που απεκόπησαν από την συμπληρωματική σύνταξη του ενάγοντα από τον Ιανουάριο 2010 μέχρι σήμερα, €710,19 μηνιαίως από 1/8/13 μέχρι άρσης της παρανομίας, γενικές και/ή εύλογες αποζημιώσεις. Της παρούσας αίτησης προηγήθηκε η αίτηση ημερ. 31/10/14 με την οποία οι αιτητές ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων στην Έκθεση Υπεράσπισης της εναγομένης. Εγκρίνοντας την αίτηση το Δικαστήριο σημείωσε ότι εγείρεται ως αμφισβητούμενο θέμα το κατά πόσο η αποκοπή σύνταξης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη ή αν η παρούσα αγωγή εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Κρίνω σκόπιμο εδώ να σημειώσω ότι πανομοιότυπη αίτηση για διαγραφή της αγωγής καταχωρήθηκε στις 3/4/14 και απορρίφθηκε από αδελφή μου δικαστή στις 24/7/14 στη βάση του ότι «η διαγραφή από αυτό το στάδιο της αγωγής θα ήταν ακραίο μέτρο, αποστερώντας ουσιαστικά τη δυνατότητα του ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο, πράγμα ανεξάρτητο από τις πιθανότητες επιτυχίας του στην αγωγή». Με αυτή την αίτηση επιζητούνται βασικά τα ακόλουθα: Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή αποφασίζεται η διαγραφή των Εναγομένων από την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καθότι δεν αποκαλύπτεται και/ή καταδεικνύεται οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής εναντίον της και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης/Αιτήτριας. Β. Απόφαση και/η Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή αποφασίζεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης ως μη αποκαλύπτουσας καλή και/ή εύλογη αιτία αγωγής και/ή ως ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή κακόπιστης και/ή καταχρηστικής και/ή αχρείαστης. Γ. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή αποφασίζεται η διαγραφή και/ή απόρριψη της Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης και/ή των αξιούμενων και/ή συναφών αποζημιώσεων και/ή θεραπειών καθότι δεν δύναται να παρασχεθούν και/ή αποδοθούν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή εξαιτίας του γεγονότος ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει και/ή δεν δύναται να αποφασίσει τα εγειρόμενα στην παρούσα Αγωγή ζητήματα εναντίον της Εναγόμενης/Αιτητριας καθότι αυτά αφορούν και/ή συνδέονται με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης η οποία παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα και/ή την ισχυριζόμενη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και/ή οφειλόμενων ενεργειών για τα οποία αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Δ. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται και/ή αποφασίζεται η διαγραφή και/ή απόρριψη της Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης και/ή των αξιούμενων και/ή συναφών αποζημιώσεων και/ή θεραπειών καθότι η παρούσα Αγωγή κινείται άνευ της οποιασδήποτε ακυρωτικής απόφασης εκ του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να ακυρώνει την εκτελεστή διοικητική πράξη της αποκοπής της σύνταξης του Ενάγοντα και συνεπώς ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να αιτείται τις αιτούμενες θεραπείες από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ε. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάττεται η διαγραφή και/ή ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης καθότι αποτελεί κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση εδράζεται στην Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ 1 - 3, Δ.29 Θ. 1 και 2, Δ.30 Θ.2 (g), Δ.48 θ.1,2,3,5,6,7 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1,2, 29, 31 και 34 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 (όπως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 23 και 146 του Συντάγματος, στα άρθρα 92

(1),
(2),
(3), 93
(1),
(2),
(3), 94 του Ν.59
(5)2010 Νόμος που Τροποποιεί και ενοποιεί τους Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι του 2009 και 45
(1)του Ν.97(Ι)/97, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας στο βαθμό που εφαρμόζονται, στην νομολογία του Ανωτάτου αλλά και των Επαρχιακών Δικαστηρίων, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του δικαστηρίου. H αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της Μαρίας Κυπριανού η οποία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της Εναγομένης/Αιτήτριας - Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (εφεξής «η Αιτήτρια»), ως Λειτουργός Νομικών Υπηρεσιών. Τα γεγονότα επί των οποίων ορκίζεται είναι της πλήρους γνώσης και αντίληψης της, από πληροφορίες τις οποίες κατέχει λόγω της θέσης της και από τον φάκελο της υπόθεσης που διατηρεί η Αιτήτρια και οι δικηγόροι της. Για γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια όπως προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Η Αιτήτρια είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου, ο οποίος έχει συσταθεί και λειτουργεί δυνάμει του Περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171 και βάσει αυτού έχει εξουσία να ενάγει και να ενάγεται. Λειτουργεί δε δυνάμει του προαναφερόμενου Νόμου, του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 170, και του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου του 2003 (Ν.122(Ι)/03)όπως όλοι έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και στη βάση των εκδοθέντων Κανονισμών δυνάμει των προαναφερόμενων Νόμων. Η άδεια για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δόθηκε μετά από εξέταση της αρχικής αίτησης ημερομηνίας 31.10.2014 στην διαδικασία για εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων διαμέσου της απόφασης του σεβαστού Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ημερομηνίας 8.4.
  1. Το σεβαστό Δικαστήριο διαμέσου της πιο πάνω απόφασης του αναφέρει στην σελίδα 12 ότι θεωρεί ότι το μόνο αμφισβητούμενο θέμα που ενδεχομένως να εγείρεται είναι το κατά πόσο η αποκοπή σύνταξης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη ή αν η παρούσα αγωγή εμπίπτει στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Συνεπώς, η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην εκδίκαση του εν λόγω προδικαστικού σημείου ως αποφάνθηκε και ως πρόσταξε το ίδιο το σεβαστό Δικαστήριο. Με το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που έχει καταχωρίσει ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Αιτήτριας διάφορα ποσά ως αυτά εμφαίνονται στις παραγράφους 18Α έως 18Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Επιπρόσθετα ο Ενάγοντας δια των παραγράφων 18Ε και 18ΣΤ της Έκθεσης Απαίτησης του επιζητεί τόσο την έκδοση Αναγνωριστικού Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η μηνιαία αποκοπή που διενεργεί η Αιτήτρια για το ποσό των €710,19 , από την συμπληρωματική σύνταξη του Ενάγοντα είναι άδικη και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, όσο και την έκδοση απαγορευτικού Διατάγματος που να απαγορεύει στην Αιτήτρια να διεκδικεί οποιαδήποτε αποκοπή της σύνταξης του Ενάγοντα. Σημειώνεται ότι όλα τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά τα οποία αξιώνονται από τον Ενάγοντα, εδράζονται στην επικαλούμενη παράνομη αποκοπή της συμπληρωματικής σύνταξης του τελευταίου η οποία, ως ο ίδιος ισχυρίζεται στις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης του, ξεκίνησε τον Ιανουάριο του
  2. Συνεπώς, ως προκύπτει από το σύνολο των ισχυρισμών του Ενάγοντα, είναι πρόδηλο ότι γενεσιουργός αιτία για την καταχώρηση της παρούσης Αγωγής και/ή το ουσιώδες γεγονός επί του οποίου εδράζεται είναι η απόφαση της Αιτήτριας για ισχυριζόμενη αποκοπή του ποσού των €668,60 μηνιαίως, αρχής γενομένης τον Ιανουάριο του
  3. Μετέπειτα και λόγω των αυξήσεων των συντάξεων Κοινωνικών Ασφαλίσεων το ποσό της μείωσης ανέρχεται σήμερα σε €710,
  4. Η Αιτήτρια παραδέχεται εντός της υπεράσπισης της την αποκοπή των ποσών στο ύψος το οποίο αναφέρει ο Καθ'ού η Αίτηση αλλά υποστηρίζει ότι η εν λόγω αποκοπές ήταν καθόλα νόμιμες και αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη. Ο Ενάγοντας αφού έλαβε γνώση και/ή πληροφόρηση της εν λόγω αποκοπής κατάγγειλε την Αιτήτρια στον Επίτροπο Διοικήσεως και η καταγγελία και/ή το παράπονο του πήρε αριθμό Α/Π 2275/
  5. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην παρούσα αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 27.12.2010 που απέστειλε λειτουργός της Αιτητριας προς το γραφείου του Επίτροπου Διοικήσεως αναφορικά με το τότε παράπονο του Ενάγοντα που αποδεικνύει ότι ο Ενάγοντας έλαβε γνώση της αποκοπής εν έτη
  6. Επίσης, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 στην παρούσα αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 20.3.2013 την οποία έστειλε η Αιτήτρια στους δικηγόρους του Ενάγοντα ως απάντηση στην επιστολή τους ημερομηνίας 8.2.2013 δια μέσου της οποίας του επεξηγεί τους λόγους και το νομικό υπόβαθρο υπό το οποίο γίνεται η αποκοπή από την σύνταξη του Ενάγοντα. Ως πληροφορείται από τους νομικούς συμβούλους της Αιτήτριας, κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ, για τους λόγους που επεξηγούνται κατωτέρω, ο Ενάγοντας δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, ως τυγχάνει νομικής συμβουλής, η μείωση της επαγγελματικής σύνταξης έχει τύχει εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου αλλά και των Επαρχιακών Δικαστηρίων με τις οποίες έχει καταστεί ξεκάθαρο, ότι οποιαδήποτε τυχόν ληφθείσα απόφαση τέτοιας φύσης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία παράγει έννομο αποτέλεσμα και η νομιμότητα της οποίας δύναται να προσβληθεί εντός 75 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της στο επηρεαζόμενο πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας δεν έχει καταχωρήσει προσφυγή εντός της προθεσμίας των 75 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της, η οποία, ως προσδιορίζεται από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ήταν ο μήνας Ιανουάριος του
  7. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μοναδικό αρμόδιο Δικαστήριο για να εξετάσει τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα Αγωγή είναι το Ανώτατο Δικαστήριο. Σημειώνεται επίσης ότι στην υπό εξέταση περίπτωση και ως εμφαίνεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα δεν φαίνεται να έχει δημιουργηθεί οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεων προς αυτόν καθότι δεν έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Σε συνάρτηση δε με τα ανωτέρω, και ως τυγχάνει νομικής συμβουλή δεν καταδεικνύεται ο λόγος για τον οποίον δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία δυνάμει του άρθρου 146.6 αλλά καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή στη βάση, εντελώς λανθασμένα και παραπλανητικά, παράβασης σύμβασης και/ή αποκατάστασης και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επίσης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται διαμέσου της παραγράφου 17 της Έκθεσης Απαίτησης του ότι η Αιτήτρια λειτούργησε με τρόπο δόλιο και/ή παράνομο και/ή σε αντίθεση με τους νόμους και κανονισμούς, την αρχή της χρηστής διοίκησης και την αρχή της προστασίας του διοικούμενου. Ως τυγχάνει νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, η αρχή της χρηστής διοίκησης και η αρχή της προστασίας του διοικούμενου είναι έννοιες άμεσα συνδεδεμένες με το διοικητικό δίκαιο και το ότι τις επικαλείται ο Ενάγοντας διαμέσου της Έκθεσης Απαίτησης του προδίδει από μόνο του το ότι ο Ενάγοντας αναφέρεται και πιστεύει ότι η αποκοπή της σύνταξης του είναι εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα. Συνεπώς ο ίδιος ο Ενάγοντας έμμεσα παραδέχεται διαμέσου της Έκθεσης Απαίτησης του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ακούσει την παρούσα Αγωγή αφού άφορα θεμα διοικητικού δικαίου και κατά λογικό συνειρμό η έγερση της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου την καθιστά θνησιγενή. Βάσει των ως άνω αναφερομένων διαφαίνεται ότι το μέτρο της διαγραφής είναι το αρμόζον μέτρο για την παρούσα Αγωγή. Περαιτέρω, βάσει νομικής συμβουλής που έχει λάβει, ο Ενάγοντας επικαλείται δόλο εντός της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς να αναφέρει και να δικογραφεί τις οποιεσδήποτε λεπτομέρειες δόλου ως ορίζουν και απαιτούν οι θεσμοί και η νομολογία επί του θέματος. Συνεπώς και λόγω της ρηθείσα παράλειψης η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα είναι ελλιπής και κακώς δικογραφημένη σε βαθμό που η διαγραφή και ο παραμερισμός της παρούσας Αγωγής να είναι το αρμόζον μέτρο αντιμετώπισης της. Κατόπιν των ανωτέρω και ως εμφαίνεται από τους ίδιους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αιτία Αγωγής εναντίον της Αιτήτριας και/ή δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη αιτία Αγωγής εναντίον αυτής. Καταληκτικά και ως πληροφορείται από τους ως άνω νομικούς συμβούλους της Αιτήτριας, είναι πρόδηλο ότι η παρούσα Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, αφού το παρόν Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να την εκδικάσει, και το μόνο που θα καταφέρει είναι την σπατάλη δικαστικού χρόνο και χρήματος. Συνεπώς και βάση των ως άνω αναφερόμενων αλλά και της νομικής συμβουλής της οποίας έχει τύχει από τους δικηγόρους της Αιτήτριας έντιμα πιστεύει και είναι της άποψης ότι η διαγραφή (strike out) της παρούσας Αγωγής είναι το αρμόζον μέτρο αντιμετώπισης της. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ούτε μετά από την οποιαδήποτε τροποποίηση επί της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα αφού δεν μπορεί να αλλάξει το παραδεκτό γεγονός του ότι ο Ενάγοντας ενάγει μια εκτελεστή διοικητική πράξη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αντί του Ανωτάτου. Καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση η οποία βασίστηκε στους ακόλουθους λόγους: Α. Η αναφερόμενη Αίτηση στερείται νομικής βάσης και/ή της αναγκαίας νομικής βάσης και/ή δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Β. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αναφερόμενη Αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή δεν συμμορφώνεται με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Γ. Δεν πληρούνται οι τιθέμενες από το νόμο και/ή τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Δ. Η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά λανθασμένο δικονομικό μέτρο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από αυτήν σκοπούς και/ή το αιτητικό της είναι αβάσιμο, αόριστο, γενικό και στερείται νομικής και πραγματικής βάσης. E. Η αναφερόμενη Αίτηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. ΣΤ. Η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ζ. Το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου δεν είναι το αρμόδιο δικαστήριο να εξετάσει τα ζητήματα που αναφύονται δια της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, αρμόδιο δικαστήριο να αποφασίσει για τα εγειρόμενα στην παρούσα αγωγή ζητήματα εναντίον των Αιτητών, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. H ένσταση στηρίχθηκε σε ένορκη δήλωση του ενάγοντα ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική του εμπειρία, από έγγραφα τα οποία κατέχει και από πληροφορίες που έχει λάβει και του έχουν επεξηγηθεί από τους Δικηγόρους του, Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους του. Αρνείται και απορρίπτει όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που εμφαίνονται στην αίτηση, εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή. Η θέση του είναι ότι η αναφερόμενη Αίτηση στερείται νομικής βάσης, αφού δεν βασίζεται στους σχετικούς με το θέμα Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ούτε στη νομολογία, και δεν συνάδει, ούτε υποστηρίζεται, από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Θεωρεί επίσης ότι η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, αφού ενδεχόμενη αποδοχή της θα απολήξει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος για τροποποίηση συγκεκριμένης βάσης αγωγής της Έκθεσης Απαίτησης του. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οι Αιτητές είχαν καταχωρήσει την αίτηση ημερ. 03/04/2014 για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 24/07/
  8. Στην εν λόγω απόφαση, αναφέρθηκε ότι η διαγραφή της αγωγής θα αποτελούσε ακραίο μέτρο, αποστερώντας του τη δυνατότητα να προσφύγει σε Δικαστήριο. Παρά το γεγονός αυτό, οι Εναγόμενοι επιδεικνύοντας ασέβεια προς το Δικαστήριο, προσπαθούν με έντεχνο τρόπο να υπερσκελίσουν την εκδιδόμενη απόφαση του Δικαστηρίου και ενώ είχαν την δυνατότητα να καταχωρήσουν Έφεση εναντίον αυτής, δεν το έπραξαν και προχώρησαν με την καταχώριση νέας αίτησης επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό με την προηγούμενη αίτηση, η οποία ήδη απορρίφθηκε. Περαιτέρω, η Ένορκη Δήλωση της κυρίας Μαρίας Κυπριανού είναι παράτυπη και αντιβαίνει τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας καθ' ότι η αναφερόμενη Ενόρκως Δηλούσα αντί να αναφέρεται σε γεγονότα, αναφέρεται σε αμιγώς νομικά ζητήματα, συμπεράσματα επ' αυτών και προβαίνει σε υποθετικούς ισχυρισμούς και περαιτέρω δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τα όσα ισχυρίζεται. Αναφορικά με τις παραγράφους 5, 6 και 7 της Ενόρκου Δηλώσεως, συμφωνεί ότι ο αξιώσεις του εναντίον των Αιτητών καταγράφονται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί των δυο πλευρών δε, αναφέρονται λεπτομερώς στον φάκελο δικογραφίας. Αρνείται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 8 της Ενόρκου Δηλώσεως. Αναφορικά με την παράγραφο 9 της Ενόρκου Δηλώσεως συμφωνεί ότι οι Αιτητές του απέστειλαν την επιστολή ημερ. 20/03/2013, εντούτοις, αυτό έγινε μόνο διότι προηγήθηκε η επιστολή των Δικηγόρων του ημερ. 08/02/2013, με την οποία κάλεσε τους Αιτητές όπως αιτιολογήσουν την απόφαση τους για μείωση της συντάξεως του κατά €709,19 μηνιαίως, αφού θεώρησαν ότι η εν λόγω απόφαση είναι παράνομη. Περαιτέρω, αρνείται την παράγραφο 10 της Ενόρκου Δηλώσεως και αναφέρει ότι ακόμα κι αν δεν θα μπορέσει κατά την ακροαματική διαδικασία να προωθήσει οποιανδήποτε βάση αγωγής, είναι ζήτημα το οποίο αφορά και επηρεάζει αρνητικά αποκλειστικά τον ίδιο και όχι τους Αιτητές, και πουθενά στην ένορκη δήλωση της κυρίας Μαρίας Κυπριανού δεν εξηγείται πως θα επηρεαστούν αρνητικά οι Αιτητές από μια τέτοια εξέλιξη. Περαιτέρω, είναι φανερή η προσπάθεια της λειτουργού των Αιτητών να παραπλανήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη εκτελεστής διοικητικής πράξης χωρίς όμως να αναφέρει ποια είναι αυτή και πώς δημιουργεί έννομα αποτελέσματα επί του Καθ' ου. Ούτε βέβαια επισυνάπτει ως Τεκμήριο την ισχυριζόμενη διοικητική πράξη. Ουδέποτε έλαβε σχετική ενημερωτική επιστολή από τους Αιτητές, με την οποία να πληροφορείται αφενός μεν για την απόφαση των Αιτητών να μειώσουν την σύνταξη του κι αφετέρου για τις θεραπείες και την προθεσμία που έχει ώστε να προσβάλει την απόφαση. Ως εκ τούτου, αόριστα αναφέρει ότι πήρε νομική συμβουλή ότι δεν δεικνύει αγώγιμο δικαίωμα, ενώ όπως διαφάνηκε, διέφυγε της προσοχής της το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης αν και δεν αναφέρει πουθενά στην Ένορκο της Δήλωση ότι το έχει διαβάσει. Εν πάση όμως περιπτώσει, είναι εμφανέστατη η βάση της αγωγής του και τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές είναι εντελώς λανθασμένα και νομικά αστήρικτα. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενόρκως Δηλούσας ως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους 12, 13, 14 και 15 της Ενόρκου Δηλώσεως της και αναφέρει ότι αντικείμενο και βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί η άδικη και/ή παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή αυθαίρετη συμπεριφορά των Αιτητών, η αθέμιτη ιδιοποίηση και/ή η κατακράτηση περιουσίας του καθώς και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εις βάρος του. Περαιτέρω, οι αποκοπές που αφορούσαν τα ποσά που αναδρομικά αποκόπηκαν όσο και το ποσό σε σχέση με το οποίο μειώθηκε η σύνταξη του, συνιστούν αθέμιτη ιδιοποίηση και/ή κατακράτηση περιουσίας και συγκεκριμένα ιδιοποίηση μέρους της σύνταξης του επί της οποίας δικαιούται άμεση κατοχή. Επομένως, αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και όχι το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, αφού η παρούσα αγωγή αφορά υπόθεση που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου στηριζόμενη στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 και στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.
  9. Ενώ αναφέρεται σε εκτελεστή διοικητική πράξη αποφεύγει να αναφερθεί ποια είναι αυτή, τι ημερομηνία έχει, πότε κοινοποιήθηκε στον ίδιο και ποιο το περιεχόμενο της, ούτε βέβαια επισυνάπτει οποιοδήποτε αντίγραφο αυτής ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη της και το ακριβές περιεχόμενο της. Σημειώνεται δε ότι, ουδέποτε έλαβε σχετική ενημερωτική επιστολή από τους Αιτητές, με την οποία να πληροφορείται αφενός μεν για την απόφαση των Αιτητών να μειώσουν την σύνταξη του κι αφετέρου για τις θεραπείες και την προθεσμία που έχει ώστε να προσβάλει την απόφαση. Συνεπώς, το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου δεν είναι το αρμόδιο δικαστήριο vα εξετάσει τα ζητήματα που αναφύονται δια της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, αρμόδιο δικαστήριο να αποφασίσει για τα εγειρόμενα στην παρούσα αγωγή ζητήματα εναντίον των Αιτητών, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Είναι θεμελιωμένη αρχή του διοικητικού δικαίου ότι πράξεις πληροφοριακού χαρακτήρα, όπως μια πράξη που πληροφορεί τον αιτητή για μια πραγματική κατάσταση ή για τις πρόνοιες ενός νόμου ή που εξηγεί τη θέση της διοίκησης δεν είναι εκτελεστές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιστολή με την οποία πληροφορείται η αιτήτρια για τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκαν καταβλητέες εισφορές της στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και δεν έχει ως συνέπεια την άμεση παραγωγή έννομου αποτελέσματος. Αρνείται την παράγραφο 16 της Ενόρκου Δηλώσεως και αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί ότι ο Ενάγοντας επικαλείται δόλο εντός της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς να αναφέρει και να δικογραφεί τις οποιεσδήποτε λεπτομέρειες δόλου και ότι «η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα είναι ελλιπής και κακώς δικογραφημένη σε βαθμό που η διαγραφή παραμερισμός της παρούσας Αγωγής να είναι το αρμόζον μέτρο αντιμετώπισης» δεν αποτελεί επαρκή βάση για στήριξη της αναφερόμενης αίτησης ούτε σε προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επιπλέον, αναφέρει ότι η αναφερόμενη Αίτηση δεν έγινε στο ορθό στάδιο της διαδικασίας και υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση δηλαδή περίπου 2 χρόνια αφού οι Εναγόμενοι/Αιτητές καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.27 θ.3 προνοεί τα ακόλουθα: "The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just". Στην ουσία, η πιο πάνω Διαταγή παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική. Έχει επανειλημμένα υποδειχθεί από τη νομολογία η προσοχή και φειδώ που πρέπει να διακρίνουν την άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου (Βλ. μεταξύ άλλων την υπόθεση Mavromoustakis v. Yeroudis
(1965)1 C.L.R. 176). Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου (In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 255). Σε σχέση με την ερμηνεία των όρων frivolous or vexatious όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents on Pleadings 12th Edition page 145: "A pleading (και συνακόλουθα μέρος του) or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense.." To γεγονός ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν είναι λόγος για τη διαγραφή του (Βλ. Vector Onega A.G. v. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α. αγ. Ναυτοδικείου αρ. 121/97, 18.2.2000. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους
(2001)1 ΑΑΔ 787 λέχθηκε ότι απλή πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Παρά το αναγνωρισμένο δικαίωμα της ελευθερίας των διαδίκων στη σύνταξη δικογράφων, συνιστά υποχρέωσή τους να αποφύγουν να παραβιάσουν τους κανόνες σύνταξης. Στην αγωγή με αρ. 3933/08, Σόνιας Νικολάου, ως διαχειρίστριας κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, ημερ. 12.2.10 εύστοχα λέχθηκαν τα ακόλουθα, στις σελ. 16 - 17 από τον Α.Ρ. Λιάτσο, Π.Ε.Δ., τα οποία υιοθετώ: «Η Δ.19, πάντα των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, θέτει τους κανόνες που διέπουν το όλο φάσμα της σύνταξης δικογράφου. Η εφαρμογή δε των δικονομικών παραμέτρων που η διαταγή αυτή θέτει, προκειμένου δικόγραφο να συμμορφώνεται με τις επιταγές της, τυγχάνει δικαστικού ελέγχου με βάση τις εξουσίες που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πρόνοιες του θ.26 της Δ.19. Προβλέπεται μέσα από αυτές η δυνατότητα διαγραφής δικογράφου ή μέρους του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη Δ.19 θ.26, στην υπόθεση Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, 1343, καθόρισε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται από το ίδιο το κείμενο του θεσμού στη διαγραφή μέρους των δικογράφων. Πάρα ταύτα, το Δικαστήριο έχει σε κάθε περίπτωση εγγενή ή συμφυή εξουσία να διατάσσει τη διαγραφή ολόκληρου δικογράφου, εφόσον αυτό κριθεί επιπόλαιο και/ή ενοχλητικό (The Annual Practice 1958, pp 577 - 8). Η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί στην ουσία μία συνοπτική διαδικασία, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οιονδήποτε δικόγραφο. Ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική. Σύμφωνα με τη νομολογία, η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφή μέτρο (Ν. Σιακόλας, ανωτέρω, σελ. 1344)». Σκοπός της διακριτικής αυτής ευχέρειας και εξουσίας του Δικαστηρίου είναι να διασφαλίσει δίκαιους όρους διεξαγωγής της δίκης μεταξύ των διαδίκων και να παρεμποδίσει δικόγραφα αόριστα ή από του να τείνουν να αποκρύψουν ή συσκοτίσουν τα πραγματικά θέματα ή ερωτήματα για τα οποία υπάρχει διαφορά μεταξύ των διαδίκων μερών. Οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. Έχω εξετάσει τις θέσεις τους σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τις νομικές αρχές που έχω παραθέσει και σημειώνω τα ακόλουθα: (i) Στο παρών στάδιο η κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας και/ή η παράβαση της αρχής της αναμενόμενης εμπιστοσύνης και οι άλλες βάσεις που φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλουν σαν εύλογες βάσεις αγωγής. Δεν είναι η παρούσα περίπτωση όπου η υπόθεση δεν έχει βάση συζήτησης (the case is inarguable) (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία (μέσω του Γενικού Εισαγγελέα) ν Αργύρης Γεωργίου
(2003)1 ΑΑΔ 704). Αυτό διαφαίνεται καθαρά από την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 8.4.15, με βάση την οποία προκύπτει θέμα προς συζήτηση. Στην υπόθεση Ιn Re Pelmako Development Ltd (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η διαγραφή του δικογράφου. (ii) Έχω την άποψη ότι η υποβολή του ίδιου ένδικου μέσου για δεύτερη φορά ενδεχομένως να μπορούσε να εκληφθεί ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Για την εκδίκαση του προδικαστικού σημείου της απόφασης 8/4/15 δεν αποτελεί προϋπόθεση η υποβολή αίτησης για διαγραφή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό και επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση και εναντίον των εναγομένων-αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.