Επί τοις αφορώσι την P.A.G CONSTRUCTION LTD, Αρ. Αίτησης: 421/2014, 26/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A505 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 421/2014 Επί τοις αφορώσι την P.A.G CONSTRUCTION LTD και Επί τοις αφορώσι των Περι Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κος Καραμανίδης Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κος Φωτίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το υπο κρίση υπόμνημα (στη συνέχεια petition) η εταιρεία TAS.AR. CONSTRUCTIONS LTD (στη συνέχεια η αιτήτρια) αιτείται έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας P.A.G CONSTRUCTIONS LTD (στη συνέχεια η εταιρεία). Όπως φαίνεται στο πρόσωπο του petition, νομική βάση τούτου είναι τα άρθρα 209, 211(ε), 212(α), 213 και 214 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113· οι περί Εταιρειών Κανονισμοί, κκ 3 και 4· οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί, κ.92· οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Δ.30 και Δ.48 κκ1 έως 4· και η διακριτική εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου. Στον αντίποδα η εταιρεία ενίσταται στο αίτημα και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Οι θεραπείες που ζητά η αιτήτρια προβάλλονται μέσω λανθασμένου ένδικου μέσου. 2. Δεν τηρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ως προνοείτε από τον περί Εταιρειών Νόμο, τη νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. 3. Οι ισχυρισμοί που παρατίθενται από την αιτήτρια προς υποστήριξη της αίτησης δεν τείνουν να καταδείξουν ότι η εκκαθάριση και/ή διάλυση της εταιρείας θα ήταν υπό τις περιστάσεις δίκαιη και δικαιολογημένη κυρίως ένεκα του γεγονότος ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε οιονδήποτε ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο καθώς και ουδέποτε υπήρξε η ανάλογη ανταπόκριση από την αιτήτρια σε εκκλήσεις από την Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία για συμφωνία οφειλόμενου υπολοίπου πριν την ειδοποίησης απαίτησης καθώς και επειδή η Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία έχει μέχρι σήμερα ξοφλήσει σχεδόν το όλο οφειλόμενο ποσό στην αιτήτρια. 4. Η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα. 5. Η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι εκκαθαρισμένη - αποκρυσταλλομένη. 6. Τυχόν διάλυση και/ή εκκαθάριση της εταιρείας θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις Στους πιστωτές και άλλους μετόχους της εταιρείας. 7. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή εκβιαστική προς την Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία για πληρωμή θρυλούμενης απαίτησης της Αιτήτριας. 8. Η Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία έχει περιουσία που υπερβαίνει τις €400.000 Ευρώ και ο κύκλος εργασιών της ανά έτος υπερβαίνει το ποσό του €1.000.000 Ευρώ και κατ΄ επέκταση είναι φερέγγυα. Τόσο το petition όσο και η ένσταση συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Το μεν πρώτο ορκίζεται ο Άριστος Αριστοδήμου, διευθυντής της αιτήτριας, το δε δεύτερο η Γεωργία Γιαννουρή, διευθύντρια της εταιρείας. Ας λεχθεί από τώρα ότι μετά την καταχώριση ένστασης η αιτήτρια ζήτησε και έλαβε άδεια για περαιτέρω καταχώριση ενόρκου δηλώσεως. Συνακόλουθα την 25/5/2015 η αιτήτρια καταχώρισε και δεύτερη ένορκη δήλωση που ορκίστηκε ο διευθυντής τούτης, δηλαδή ο Άριστος Αριστοδήμου. Υποδεικνύεται εκ προοιμίου ότι το επίδικο αίτημα φαίνεται να εξαντλείται, τόσο δικανικά όσο και πραγματικά, σε έγγραφη απαίτηση δια καταβολή οφειλής, το γνωστό statutory demand, που η αιτήτρια φέρεται να απέστειλε στην εταιρεία. Αυτή εν προκειμένω είναι η νομική βάση προώθησης του υπο κρίση petition εφόσον, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, η εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί και εξοφλήσει, διευθετήσει ή ικανοποιήσει την απαίτηση εντός των προβλεπόμενων τριών εβδομάδων. Έχοντας προσδιορίσει το νομικό και πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου προωθήθηκε η αίτηση, κρίνω ορθό να παραθέσω πρώτα τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα και ακολούθως να διαγνώσω τα πραγματικά γεγονότα που στο μεγαλύτερο μέρος τους φαίνεται να είναι αναμφισβήτητα. Τώρα, όπως έχει ήδη υποδειχθεί η αίτηση εδράζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α) του Κεφ. 113. Αυτή εν προκειμένω είναι η νομική βάση και συνεπώς σε αυτά τα δύο άρθρα είναι που θα περιοριστεί η έρευνα του δικαστηρίου. Λόγω της σημασίας που φαίνεται να προσλαμβάνουν, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τούτων αυτούσιο. Το άρθρο 211 (ε) αναφέρει ότι· Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Το δε άρθρο 212 (α) αναφέρει ότι· Η εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της - (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000), επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· Έχει νομολογηθεί ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω άρθρων είναι πανομοιότυπο με εκείνο των αγγλικών άρθρων 222 (
- e)και 223 (a), αντίστοιχα, του Companies Act του 1948 και συνεπώς καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αποφάσεις που πραγματεύονται τούτα, καθώς και τα σχετικά συγγράμματα (βλ. GIP Construction Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, 18). Επιπλέον έχει λεχθεί ότι άμα τη αποδείξει ότι εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της ο αιτητής δικαιούται, ex debito justitiae, δηλαδή ιδίω δικαιώματι ή εξ οφειλομένης δικαιοσύνης, έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Δεν παραγνωρίζεται εντούτοις ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος αποτελεί απόρροια άσκησης διακριτικής ευχέρειας, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη συμπερίληψη του όρου 'δύναται' στην εναρκτήρια πρόταση του άρθρου 211. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που στον Palmer's Company Precedents, 7η έκδοση, σελίδα 1115, αναφέρεται σε σχέση με τον χαρακτηρισμό ex debito justitiae ότι· 'On the other hand, it has been said that the latter is a phrase which means no more than that in accordance with settled practice the court can only exercise its discretion in one way namely by granting the order'. Πώς λοιπόν διαπιστώνεται τέτοια ανικανότητα εταιρείας; Όπως έχει νομολογηθεί το άρθρο 211 (ε) είναι γενικό και ανευ περιορισμών. Από την άλλη στον Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 459, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 212 (α) αφορά και είναι επεξηγηματικό του άρθρου 211(ε) (This section refers to and is explanatory of s.222(e)). Δεν έχει δική του αυτοτέλεια το άρθρο 212, λέχθηκε στην υπόθεση PAN - AMAN HOTELS LIMITED v. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1796, 1799. Eκείνο που εξυπηρετεί είναι μόνο ότι εξειδικεύει τρεις λόγους που αν ήθελαν αποδειχθεί ικανοποιούν συμπέρασμα ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις συνιστούν νομοθετικό τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ειπώθηκε στην υπόθεση GIP Constructions Ltd, πιο πάνω και επαναλήφθηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Εταιρείας Σκυροποιϊας Λεωνικ Λτδ
(2009)1 Β. Α.Α.Δ 1457. Μάλιστα υποδείχθηκε ότι η διαφορά μεταξύ των δυο άρθρων, δηλαδή 211 και 212, έγκειται στο ότι απόδειξη οιασδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής, ενώ στην περίπτωση του άρθρου 211 η έκδοση του διατάγματος εξαρτάται από το πώς θα αξιολογηθούν τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία. Υποδεικνύεται εντούτοις ότι αν ο αιτητής προτίθεται να ισχυριστεί γενική ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, οφείλει να συμπεριλάβει στην αίτηση και το άρθρο 212 (γ) (βλ. PAN - AMAN HOTELS, πιο πάνω, στη σελίδα 1800). Στη δοσμένη όμως περίπτωση η αίτηση περιορίζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α). Ως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα· τι είναι εκείνο που αναμένεται να αποδειχθεί βάσει των άρθρων 211(ε) και 212(α). Σχετική εν προκειμένω είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Palmer's, πιο πάνω, σελίδα 1114, όπου αναφέρεται ότι ζητούμενο είναι κατά πόσο· (α) Επιδόθηκε στην εταιρεία, συγκεκριμένα στο εγγεγραμμένο γραφείο τούτης, γραπτή απαίτηση πληρωμής χρέους που οφείλεται, και (β) Παράλειψη (neglect) της εταιρείας, για περίοδο πέραν των τριών εβδομάδων, να πληρώσει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή συμβιβάσει τούτο προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή. Έχω ήδη αναφέρει ότι το μεγαλύτερο μέρος των γεγονότων δεν τελεί υπο αμφισβήτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι η διαδικασία εκτυλίχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ως άλλωστε είθισται σε αυτού του είδους τις αιτήσεις (petition) (βλ. Odger on Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελίδες 321 μέχρι και 324). Από την αναμφισβήτητη και αναντίλεκτη μαρτυρία διαπιστώνονται τα ακόλουθα· η εταιρεία είναι περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, η ονομαστική αξία των οποίων ανέρχεται σε €8.500 στο σύνολο και διαιρείται σε 5000 μετοχές. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Αγίας Σοφίας 23 στο Τσέρι. Γεγονός αποτελεί και το ότι οι διάδικοι, εταιρεία και αιτήτρια, είχαν συνεργασία. Μάλιστα η συμφωνία των μερών, ή τουλάχιστον μέρος τούτης, είναι το τεκμήριο 2 στην ένσταση της εταιρείας. Αντικείμενο του εν λόγω τεκμηρίου (στη συνέχεια η συμφωνία) είναι η εκτέλεση εργασιών από μέρους της αιτήτριας, ως υπεργολάβος της εταιρείας σε έργο που ανέλαβε η τελευταία κατόπιν συμφωνίας με την Α.Η.Κ. Με βάση τα αναφερόμενα στη συμφωνία (τεκμήριο 2 στην ένσταση) οι εργασίες της αιτήτριας ανέρχονται σε €1.531.645,60, ποσό που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Τα διάφορα ποσά που η εταιρεία κατέβαλε στην αιτήτρια δυνάμει της συμφωνίας φαίνονται στο τεκμήριο 3 της ένστασης, το οποίο αποτελείται από τραπεζικές επιταγές και τραπεζικές αποδείξεις κατάθεσης χρημάτων σε λογαριασμό. Εντούτοις, γεγονός είναι ότι η εταιρεία εξακολουθεί να οφείλει στην αιτήτρια κάποιο ποσό. Ποιο το ύψος τούτου του ποσού και πως προέκυψε, δεν αποφαίνομαι για την ώρα εφόσον εδώ είναι που έγκειται η διαφιλονικία των μερών και συνεπώς σχολιάζεται πιο κάτω. Γεγονός όμως είναι ότι το οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει τις €5000 που προβλέπεται στο άρθρο 212(α). Εν κατακλείδι, γεγονός είναι ότι την 7/4/2014 η αιτήτρια επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας επιστολή, εν προκειμένω statutory demand, ημερομηνίας 31/3/2014, με την οποία απαιτούσε καταβολή του ποσού των €607.463,80, εντός τριών εβδομάδων. Η ένορκη δήλωση επίδοσης του statutory demand είναι το τεκμήριο 1 στο petition. Η εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με τα αναφερόμενα στο statutory demand. Απάντησε όμως τούτο με επιστολή που ο δικηγόρος της απέστειλε στην αιτήτρια. Η εν λόγω επιστολή είναι ημερομηνίας 26/4/2014 και είναι τεκμήριο 2 στο petition και τεκμήριο 6 στην ένσταση. Το περιεχόμενο της απαντητικής επιστολής της εταιρείας σχολιάζεται πιο κάτω. Όλα τα ανωτέρω συνιστούν γεγονότα που προκύπτουν από αναμφισβήτητη και αναντίλεκτη μαρτυρία και ως εκ τούτου καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Προτού προχωρήσω σε οτιδήποτε περαιτέρω κρίνω σκόπιμο να σταθώ, έστω για μια στιγμή, στις προμνησθείσες διαπιστώσεις, ώστε να διερευνήσω τη δυναμική τους σε δικανικό πλέον επίπεδο. Έχω ήδη αναφέρει τι είναι εκείνο που καλείται να αποδείξει ένας αιτητής όταν το petition εδράζεται στα άρθρα 211(ε) και 212(α) και δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Διαπιστώνω εντούτοις ότι στην προκείμενη περίπτωση η αιτήτρια απέδειξε ο,τι είχε να αποδείξει. Η επίδοση του statutory demand στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Περι τούτου σχετικό είναι το τεκμήριο 1 στο petition. Τέλος, γεγονός είναι και το ότι η εταιρεία δεν ικανοποίησε την απαίτηση του statutory demand εντός τριών εβδομάδων, καθώς επίσης ότι το οφειλόμενο ποσό υπερβαίνει το ποσό των €5000 που αποτελεί την ελάχιστη, σύμφωνα με το νόμο, οφειλή ώστε να επιτραπεί η εκκαθάριση εταιρείας. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα ικανοποιούν τις υποχρεώσεις που επωμίζεται η αιτήτρια και δικαιολογούν, πλέον, αναφώνηση του γνωστού 'όπερ έδει δείξαι'. Η διερεύνηση όμως δεν σταματά εδώ. Απλώς η προσοχή μετατίθεται πλέον στους ισχυρισμούς της εταιρείας που στην προκείμενη περίπτωση διατείνεται ότι το χρέος προς την αιτήτρια τελεί υπο αμφισβήτηση (bona fide dispute). Είναι τούτος ένας ισχυρισμός που καλείται η εταιρεία να αποδείξει. Αυτό γιατί καίτοι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει το petition είναι απέριττο και εν πολλοίς εξ ακοής, έχει λεχθεί ότι ικανοποιεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη της αίτησης και είναι αρκετό ώστε να χρήζει απάντησης (βλ. Re Gold Hill Mines
(1883)23 Ch. D.210, 214 όπου ο· Lindley L.J ανέφερε 'The statutory affidavit strictly is no proof of anything. It is hearsay as to almost everything alleged in it, but it is sufficient to require an answer'. Το εν λόγω απόσπασμα επαναλήφθηκε και στην Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All E.R.408, 412 και στην Mann v. Goldstein
(1968)2 All E.R. 769). Διαπιστώνεται συναφώς ότι η εταιρεία είναι εκείνη που οφείλει να απαντήσει το statutory affidavit ή καλύτερα να υπερασπιστεί τους ισχυρισμούς τούτου. Υποδεικνύεται όμως ότι το βάρος που σε τέτοια περίπτωση μετατίθεται στην εταιρεία, δεν είναι τίποτα άλλο από αποδεικτικό (evidential). Έχοντας λοιπόν αυτά κατά νου στρέφω την προσοχή μου στους ισχυρισμούς που προβάλλει η εταιρεία. Είναι εν προκειμένω η θέση της εταιρείας ότι δεν οφείλει και δεν υποχρεούται να πληρώσει το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση (statutory demand) της αιτήτριας, δηλαδή το ποσό των €607.463,
- Επικαλείται τη συμφωνία των μερών, δηλαδή το τεκμήριο 2 στην ένσταση, και υποδεικνύει ότι η αμοιβή της αιτήτριας είχε συμφωνηθεί σε €1.531.645,
- Μέχρι σήμερα, υποστηρίζει η εταιρεία, κατέβαλε στην αιτήτρια το ποσό των €1.473.705,
- Οι πληρωμές που έκανε είναι το τεκμήριο 3 στην ένσταση. Όσο για το υπόλοιπο, αναφέρει, επιχείρησε να έλθει σε επαφή με την αιτήτρια. Προς τούτο της απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 18/7/2013, εν προκειμένω το τεκμήριο 4 στην ένσταση, με την οποία την καλούσε να επιβεβαιώσει ότι το μέχρι τότε οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν σε €115.462,
- Εντούτοις, παρά τις προσπάθειες της εταιρείας για επιβεβαίωση της οφειλής η αιτήτρια δεν ανταποκρίθηκε. Παρ΄ όλα αυτά η εταιρεία συνέχισε να καταβάλλει στην αιτήτρια διάφορα ποσά, έτσι που το σημερινό υπόλοιπο, ως φαίνεται στον ισολογισμό της εταιρείας (βλ. τεκμήριο 5 στην ένσταση) ανέρχεται σε €71.365,
- Είναι δια αυτό το λόγο, αναφέρει η εταιρεία, που μέσω του δικηγόρου της απάντησε την έγγραφη απαίτηση (statutory demand) που της απέστειλε η αιτήτρια και ισχυρίστηκε ότι το οφειλόμενο ποσό ήταν πολύ μικρότερο. Διατείνεται όμως η εταιρεία πως η αιτήτρια ουδέποτε απαίτησε το οφειλόμενο ποσό, δηλαδή το ποσό των €71.365,
- Όσο δε για το ποσό που αναφέρεται στην έγγραφη απαίτηση, ρητά δηλώνει ότι δεν το αποδέχεται. Προσθέτει δε ότι μετά που έλαβε την έγγραφη απαίτηση της αιτήτριας για καταβολή ποσού €607.463,80, έδωσε οδηγίες στους ελεγκτές της να μελετήσουν τη συμφωνία και τις πληρωμές που έγιναν. Οι τελευταίοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το ακριβές ποσό που οφείλεται από την εταιρεία προς την αιτήτρια, είναι εκείνο των €72.889,
- Εντούτοις το εν λόγω ποσό δεν θα μπορούσε να καταβληθεί στην αιτήτρια εφόσον η τελευταία δεν εξέδωσε τιμολόγια για ποσό €462.441,22 που της έχει καταβάλει η εταιρεία, κάτι που αν πράξει θα καταστήσει την εταιρεία δικαιούχο επιστροφής ΦΠΑ ύψους €28.326,
- Μάλιστα αυτή η θέση των ελεγκτών της εταιρείας γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια και σχετικό είναι το τεκμήριο 7 στην ένσταση. Επιπλέον, είναι η θέση της εταιρείας πως δεν είναι αφερέγγυα ή ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και ενδεικτικά αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας αξίας €103.521 (σχετικοί είναι οι τίτλοι ιδιοκτησίας τεκμήριο 9 στην ένσταση) και κινητής περιουσίας, ήτοι εξοπλισμό, μηχανήματα, οχήματα και άλλα, αξίας €370.997 (σχετικό είναι το τεκμήριο 10). Παρουσιάζει δε ισολογισμούς (τεκμήριο 11), ώστε να καταδείξει πως για το έτος 2013 ο κύκλος εργασιών της έκλεισε στο ποσό των €1.243.956,98 και για το πρώτο εξάμηνο του 2014 στο ποσό των €508.
- Τέλος, η εταιρεία υποστηρίζει ότι η συμφωνία των μερών προβλέπει πως πάσα διαφορά παραπέμπεται σε διαιτησία και συνεπώς η αιτήτρια όφειλε, πριν οτιδήποτε άλλο, να αποταθεί σε διαιτητή και όχι να καταχωρίσει την επίδικη αίτηση. Στον αντίποδα η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας άπτεται μέρους των ισχυρισμών της εταιρείας. Δέχεται η αιτήτρια τη συμφωνία των μερών (τεκμήριο 2 στην ένσταση), διατείνεται όμως ότι πέραν της εν λόγω συμφωνίας τα μέρη συμφώνησαν, για το ίδιο πάντα έργο, επιπλέον (extra) εργασίες. Η δε αξία τούτων ανέρχεται σε €493.239,
- Ως εκ τούτου η συνολική αξία των συμφωνημένων, ως αναφέρει η αιτήτρια, εργασιών, ανέρχεται σε €2.024.885,
- Διατείνεται δε πως αυτό είναι παραδεκτό από την εταιρεία, γεγονός που αποδεικνύεται από τηλεομοιότυπο που η τελευταία απέστειλε στην αιτήτρια. Το εν λόγω τηλεομοιότυπο είναι το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σχολιάζει δε το τεκμήριο 4 στην ένσταση, δηλαδή την επιστολή ημερομηνίας 18/7/2013 που η εταιρεία απέστειλε στην αιτήτρια και αναφέρει πως η επιστολή που παρουσίασε η εταιρεία (τεκμήριο 4 στην ένσταση) είναι παραποιημένη. Η παραποίηση, σύμφωνα με την αιτήτρια, έγκειται στο ότι η επιστολή δεν δήλωνε παραδοχή οφειλής ύψους €115.468,19, αλλά καλούσε την αιτήτρια να επιβεβαιώσει ότι εκείνη ήταν που όφειλε το εν λόγω ποσό στην εταιρεία. Προς ενίσχυση των πιο πάνω παρουσίασε την επιστολή που της έστειλε η εταιρεία (βλ. τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Ο ομνύων τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας ρητά αναφέρει ότι δεν αμφισβητούνται τα ποσά που η εταιρεία δηλώνει ότι κατέβαλε. Ό,τι όμως αμφισβητείται είναι το ύψος του συμφωνηθέντος ποσού για την εκτέλεση του έργου. Σύμφωνα με την αιτήτρια τούτο ανέρχεται σε €2.024.885,33 και όχι σε €1.531.645,
- Εν κατακλείδι, η αιτήτρια σχολιάζει τον ισχυρισμό της εταιρείας δια υποχρέωση παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία, λέγοντας ότι εδώ η διαφορά δεν εδράζεται στη συμφωνία αλλά σε τιμολόγια που εκδόθηκαν για εργασίες που εκτελέστηκαν και τα οποία παραμένουν απλήρωτα. Απ΄ όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η έγγραφη απαίτηση της αιτήτριας προσκρούει σε ουσιαστική αμφισβήτηση (bona fide or substantial dispute) της οφειλής, από την εταιρεία. Περιττό βεβαίως να λεχθεί ότι μια αίτηση εκκαθάρισης δεν προσφέρεται δια να αποφασιστεί το εύλογο ή μη μιας οφειλής. Αν τούτο χρειάζεται επιβεβαίωση, αρκεί να παραπέμψω στον Buckley, πιο πάνω, σελίδα 451, όπου αναφέρεται ότι· A winding up petition is not a legitimate means of seeking to enforce payment of a debt which is bona fide disputed by the company. A petition presented ostensibly for a winding up order but really to exercise pressure will be dismissed, and under circumstances may be stigmatized as a scandalous abuse of the process of the Court. Επίσης στην υπόθεση Χατζηγιάννης v. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 B Α.Α.Δ 991, 999, λέχθηκε ότι· Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797). Τι είναι όμως εκείνο που ισχύει στη δοσμένη περίπτωση; Αναφέρθηκε ήδη ότι το petition υποστηρίζεται από statutory affidavit, το οποίο δεν αποκαλύπτει πολλά, έστω και αν χρήζει απάντησης. Η προσοχή λοιπόν επικεντρώνεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας, ιδιαίτερα εφόσον γεγονός είναι ότι η εταιρεία οφείλει κάποιο ποσό που υπερβαίνει το θεσμοθετημένο ποσό των €5.
- Διατείνεται η αιτήτρια ότι το θέμα εδώ δεν αφορά τη συμφωνία των μερών (τεκμήριο 2 στην ένσταση), αλλά τιμολόγια που δεν έχουν πληρωθεί και αυτός είναι ο λόγος που δεν τυγχάνει εφαρμογής η πρόνοια της συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία. Επί του προκειμένου έχω την άποψη ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να τοποθετηθεί με ασφάλεια. Και εξηγώ· Η εταιρεία αμφισβητά την έκδοση τιμολογίων (βλ. 6η παράγραφο ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση). Μάλιστα αυτό είναι και το περιεχόμενο της επιστολής των εγκεκριμένων ελεγκτών της εταιρείας προς την αιτήτρια (τεκμήριο 7 στην ένσταση). Παρ΄ ότι όμως δόθηκε άδεια στην αιτήτρια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε τιμολόγια. Δεν παραγνωρίζω το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που σύμφωνα με την αιτήτρια συνιστά παραδοχή της εταιρείας ότι συμφωνηθήκαν επιπρόσθετες εργασίες, οι οποίες αύξησαν το συμφωνηθέν ποσό σε πέραν των €2.000.
- Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ομολογώ ότι δεν συμμερίζομαι τα συμπεράσματα της αιτήτριας. Το εν λόγω έγγραφο φαίνεται να είναι ισολογισμός. Λέγω φαίνεται γιατί δεν επεξηγήθηκε οτιδήποτε σχετικό, όπως ούτε οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ετοιμάστηκε και στάληκε. Όπως δε αναφέρεται στο πάνω μέρος του εγγράφου, εν προκειμένω στα στοιχεία αποστολής, αποτελεί μια μόνο σελίδα από 5 που έχουν σταλεί. Το ίδιο το έγγραφο (τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση) δεν επεξηγεί τη φύση του. Αναφέρει μόνο αριθμούς και δεν εξηγά πως και γιατί προκύπτει το ποσό των €2.024.885,33, που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι το τελικό ποσό που συμφωνήθηκε. Εν ολίγοις, αδύνατη είναι η αξιοποίηση του εν λόγω τεκμηρίου, ποσο δε μάλλον να εξαχθεί από αυτό θετικό συμπέρασμα ότι τα μέρη συμφώνησαν περαιτέρω εργασίες που αύξησαν το συμφωνηθέν ποσό. Πότε τις συμφώνησαν και περαιτέρω, πότε εκτελέστηκαν και ποια τα τιμολόγια που εκδόθηκαν και δεν πληρώθηκαν, δεν αναφέρθηκε στο δικαστήριο. Επιπλέον, με δεδομένο ότι η εταιρεία έκανε λόγο σε μια συμφωνία που διέπει τη σχέση της με την αιτήτρια, καθώς επίσης σε πληρωμές που προέβη (βλ. τεκμήριο 3 στην ένσταση) και τέλος, ότι η αιτήτρια δεν έκδωσε τιμολόγια για ποσό €462.441,22, δεν κατανοώ γιατί η αιτήτρια δεν παρουσίασε τυχόν δεύτερη συμφωνία ή σχετική αλληλογραφία, ή έστω οδηγίες της εταιρείας να προβεί σε επιπρόσθετες εργασίες. Περαιτέρω, σε απάντηση του ισχυρισμού της εταιρείας περι μη έκδοση τιμολογίων, δεν είχε παρα μόνο να παρουσιάσει το σύνολο των τιμολογίων, ώστε να αποδείξει την έκδοση τούτων και κατ΄ επέκταση ότι δεν έχουν εξοφληθεί. Εντούτοις δεν έπραξε κάτι τέτοιο, περιορίστηκε σε ένα αορίστου περιεχομένου έγγραφο, όπως είναι το τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτή όμως η επιλογή δεν βοηθά την αίτηση και δη τη θέση ότι το όποιο υπόλοιπο οφείλεται δυνάμει τιμολογίων που δεν έχουν εξοφληθεί. Ανούσιος κρίνω πως είναι και ο ισχυρισμός για παραποίηση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4 στην ένσταση. Στην πραγματική του διάσταση η αιτήτρια δικαιολογημένα αναφέρει ότι το έγγραφο που της απεστάλη (τεκμήριο 2 στη συμπληρωματική), διαφέρει από το τεκμήριο 4 στην ένσταση. Εντούτοις τα οποια συμπεράσματα από την επιστολή της εταιρείας προς την αιτήτρια, δεν είναι αυτά που η τελευταία διατείνεται, δηλαδή πως η εταιρεία επιχείρησε να ξεγελάσει την αιτήτρια ζητώντας της να συμφωνήσει ότι εκείνη είναι, δηλαδή η αιτήτρια, που όφειλε το ποσό των €115.468,
- Καιτοι αυτό όντως είναι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 στη συμπληρωματική, αλλά και του τεκμηρίου 4 στην ένσταση (εφόσον στο κάτω μέρος όπου αναγράφεται η επιβεβαίωση, η φράση παραμένει η ίδια, δηλαδή· 'Συμφωνούμε με το πιο πάνω αναφερόμενο υπόλοιπο των €115.462,19 προς όφελος σας τις 18 Ιουλίου 2013'), τα πραγματικά γεγονότα άλλα είναι που αποκαλύπτουν. Μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής η εταιρεία συνέχισε να πληρώνει την αιτήτρια, καταβάλλοντας μάλιστα ποσό πέραν των €40.
- Συνάγεται από αυτό ότι η εν λόγω επιστολή απλώς συντάχθηκε με προχειρότητα και όχι με επιτήδευση, ώστε αδίκως να δεσμευτεί η αιτήτρια. Αν πρόθεση της εταιρείας ήταν να ξεγελάσει την αιτήτρια δεν θα συνέχιζε να πληρώνει τα οφειλόμενα ποσά. Τι είναι λοιπόν εκείνο που αναδεικνύουν όλα τα πιο πάνω; Για σκοπούς αυτής της διαδικασίας είμαι πεπεισμένος ότι η αξίωση της αιτήτριας, δηλαδή το ποσό που αναφέρεται στο statutory demand, ήτοι €607.463,80, τελεί υπο ουσιαστική αμφισβήτηση (bona fide dispute ή substantial dispute). Δεν αποφαίνομαι βεβαίως ως προς το ποια δυνατό να είναι η έκβαση της αξίωσης και ούτε είναι έργο του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται το petition να αποφανθεί για το εύλογο της αξίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο η διερεύνηση περιορίζεται σε όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και επιπλέον, κατά πόσο ευλόγως και ουσιωδώς αμφισβητείται η αξίωση. Στην υπο κρίση περίπτωση κρίνω ότι η αμφισβήτηση είναι εύλογη και ουσιαστική. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η εταιρεία δέχεται πως οφείλει κάποιο ποσό και συγκεκριμένα το ποσό των €72.889,45 (βλ. τεκμήριο 4 στην ένσταση). Εις επίμετρον, δεν παραγνωρίζω ότι το δικαστήριο κέκτηται διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης έστω και αν διαπιστώσει καλόπιστη αμφισβήτηση (βλ. Brinds Ltd v. Offshore Oil NL
(1986)2 B.C.C. 908, 916). Επίσης στην Re Tweeds Garages Ltd
(1962)1 All E.R. 121, 124 λέχθηκε ότι· "Is the company to be entitled to say: "It is not disputed that you are a creditor but the amount of your debt is disputed and you are not, therefore, entitled to an order? I think not." Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση εδώ. Στο υπο κρίση petition η εταιρεία δεν αμφισβητεί απλώς το ύψος του ποσού. Διατείνεται περαιτέρω ότι δεν εκδόθηκαν τιμολόγια, δηλαδή η όποια οφειλή δεν κατέστη πληρωτέα. Για σκοπούς της παρούσας αυτό επιβεβαιώνεται από τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου, ιδιαίτερα εφόσον η αιτήτρια δεν προσκόμισε τα σχετικά τιμολόγια. Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί ότι η αιτήτρια δεν είναι καν πιστωτής, λόγος που αρκεί για απόρριψη της αίτησης. Έστω όμως ότι λανθάνομαι και η αιτήτρια είναι πιστωτής της εταιρείας. Και πάλιν η αίτηση διέπεται από τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση In re London and Paris Banking Corporation
(1874)23 Ch. D. 444, 474. Αναφέρθηκε εκεί ότι· The exact point came before Lord Romilly again in the case of Re Brighton Clup and Norfolk Hotel Company. In that case, the builder who had built the hotel-and I suppose a man who builds an hotel is in quite as favourable a position as a man who furnishes an office-served the company whith a statutory notice to pay him a balance of £3854 claimed by him. The company did not pay, and at the expiration of three weeks he presented a petition for winding up the company. The claim was disputed by the company. It was admitted that more than £50 was due to the petition, put no tender was made. The counsel for the petition contended that there being a clear debt of above £50 and a default (they used this word instead of the word in the statute, which is "neglect") for more than three weeks after demand for payment, there ought to be an order, or that, at all events, the petition ought to stand over until the petitioner had either substantiated his claim, or had failed in doing so. The Master of the Rolls, without calling upon the Respondents, said
(2): "This is a novel experiment, and if I acceded to the application the consequence would be very serious to public companies. The meaning of the Act is this-if a debt above £50, which is not bona fide contested, be not paid or arranged within three weeks after demand, the Court may order the company to be wound up. It is not sufficient for a company to say 'We dispute the dept;' they must shew some reasonable ground for doing so. This is a bona fide contested debt, and though more than £50 appears to be due, I do not think that it is such a case as was intended by the Act . The whole of the evidence which has been laid before me clearly establishes that this is a contested question of account between the company and the petitioner, although something is due to him which would exceed the £50 mentioned by the statute. This, however, is not the case within the statute: for what should I have to do if I made the order? I could do nothing but take an account between these parties. If I made the order, I should still say to the company, Provided you pay what is due to the petitioner, I will stop the proceeding". He then dismissed the petition with costs. Αυτή κρίνω ότι είναι η ενδεδειγμένη προσέγγιση και εδώ. Η εταιρεία δεν είναι γενικά ανίκανη ή αφερέγγυα, γεγονός που επιμαρτυρείται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 9 εως 11. Ούτε και είναι αυτή η εισήγηση εφόσον το υπόμνημα δεν εδράζεται στο άρθρο 212 (γ), αλλά περιορίζεται στο άρθρο 212 (α). Εντούτοις τα διαπιστωμένα γεγονότα αποκαλύπτουν ότι η αμφισβήτηση της εταιρείας στην αξίωση της αιτήτριας είναι εύλογη και ουσιαστική και συνεπώς δεν υπάρχει παράλειψη (neglect) συμμόρφωσης με το statutory demand. Στην ουσία η διαφορά αφορά λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, με την εταιρεία εύλογα να υποστηρίζει ότι κατέβαλε μεγαλύτερο ποσό απ΄ εκείνο που αναφέρεται στα εκδοθέντα τιμολόγια. Η δε αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποδείξει την οφειλή. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι το δικαστήριο με ένα μόνο τρόπο οφείλει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Αυτός δεν είναι άλλος από απόρριψη της επίδικης αίτησης και μη διατάραξη των υποθέσεων μιας φερέγγυας κατά λοιπά εταιρείας. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπερ της εταιρείας και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο