ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αγωγή αρ.: 2048/13, 11/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A558 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2048/13 Μεταξύ: ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ Ενάγοντα και ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου, 2015 Αίτηση για αποκλεισμό και διαγραφή της ανταπαίτησης Για τον Ενάγοντα: κος Βαρνάβα Για τον εναγόμενο: κα Σίγαρ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση προωθείται από τον ενάγοντα. Το αντικείμενο τούτης είναι διττό. Ζητείται εν προκειμένω αποκλεισμός και/ή διαγραφή της ανταπαίτησης. Το δισυπόστατο του αιτήματος έγκειται στο ότι· ο μεν αποκλεισμός της ανταπαίτησης ζητείται δυνάμει της Δ.21 κ.10 των περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επί τω ότι η εκδίκαση των δύο, αγωγής και ανταπαίτησης, δεν είναι πρόσφορη, ενώ η διαγραφή εδράζεται στη Δ.27 κ.3 των περι Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εδράζεται στο λόγο πως η ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα (cause of action). Τα πιο πάνω είναι όσα συνιστούν τη νομική βάση της αίτησης, συνεπώς παρέλκει ανάγκη επανάληψης τούτης. Προστίθεται μόνο πως η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο ενάγων. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζεται πιο κάτω. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος αντιτίθεται στην αίτηση και προτάσσει αριθμό λόγων ένστασης. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη ή/και ανεπαρκή νομική βάση και αποτελεί κακόπιστο και καταχρηστικό διαδικαστικό διάβημα καθ΄ ότι ο Αιτητής απέτυχε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ικανοποιητική μαρτυρία ώστε να αποδείξει ως είχε καθήκον, την ουσιαστική προϋπόθεση που τίθεται από την σχετική Νομοθεσία και καθοριστική Νομολογία για την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σε αυτόν ανεπανόρθωτης ζημιάς ή βλάβης στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα εν λόγω Διατάγματα.
- Η Αίτηση του Αιτητή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή πάσχουσα ή/και είναι αντίθετη με τις σχετικές πρόνοιες και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της σχετικής Νομοθεσίας, και δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι υπάρχει άμεση συνάφεια από πλευράς γεγονότων μεταξύ της απαίτησης, της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης.
- Τα ζητήματα που εγείρονται στην ανταπαίτηση του Εναγομένου είναι άρρηκτα συνδεμένα με την υπεράσπιση και η συνεκδίκαση είναι πρόσφορη, ενώ ο διαχωρισμός θα προκαλέσει δυσχέρεια και σπατάλη χρόνου του Σεβαστού Δικαστηρίου και έξοδα.
- Η Αίτηση του Αιτητή για διαγραφή της ανταπαίτησης του Εναγομένου λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος δεν ευσταθεί καθότι δεν παρατίθεται κανένας ουσιαστικός ισχυρισμός και/ή η μαρτυρία και εναπόκειται στο Σεβαστό Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα αυτό στα πλαίσια της ουσίας της παρούσας αγωγής. Πριν οτιδήποτε άλλο ας δούμε τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών, ενέργεια η οποία θα αναδείξει και τα επίδικα θέματα. Το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου φανερώνει πως έρεισμα για την αξίωση του ενάγοντα παρέχει ο ισχυρισμός τούτου ότι την 29/4/2010 και ενόσω βρισκόταν στο διαμέρισμα του, απρόσκλητα και αναίτια εισήλθε σε αυτό ο εναγόμενος και του επιτέθηκε, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει σωματική βλάβη. Γι΄ αυτές τις σωματικές βλάβες ο ενάγων αξιοί παρά του εναγομένου το ποσό των €12000 ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος δεν αρνείται το επεισόδιο αφ΄ εαυτό. Εν τούτοις η συμπλοκή, με αυτό τον τρόπο χαρακτηρίζει το επεισόδιο ο εναγόμενος, οφείλεται στο ότι ο ενάγων ήταν εκείνος που του επιτέθηκε. Επεξηγεί ο εναγόμενος πώς και γιατί βρέθηκε στο διαμέρισμα του ενάγοντα. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι το εν λόγω διαμέρισμα ενοικιάζετο από τον ίδιο, δηλαδή τον εναγόμενο. Όταν όμως στη συνέχεια αγόρασε άλλο διαμέρισμα και εγκατέλειψε το επίδικο, μεσολάβησε με τον ιδιοκτήτη όπως το επίδικο διαμέρισμα ενοικιαστεί στον ενάγοντα. Επειδή όμως ο ενάγων ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση, ο εναγόμενος δέχθηκε όπως το ενοικιαστήριο έγγραφο παραμένει επ΄ ονόματι του, ενώ κοινή αντίληψη όλων, ιδιοκτήτη, ενάγοντα και εναγομένου, ήταν πως ο ενάγων ήταν εκείνος που θα αναλάμβανε την πληρωμή του ενοικίου. Εν τούτοις ο ενάγων δεν πλήρωσε τα ενοίκια, με αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης να στραφεί στον εναγόμενο ζητώντας του να μεσολαβήσει. Παρά τα τηλεφωνήματα του εναγομένου ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε. Ακολούθως ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος έλαβε δικαστικά μέτρα εναντίον του εναγομένου, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του στο πλαίσιο της υπόθεσης Ε231/09 για οφειλόμενα ενοίκια, που στο τέλος της ημέρας αναγκάστηκε να πληρώσει. Λόγω των πιο πάνω, τις πρωινές ώρες της 29/4/2010 αποφάσισε να επισκεφτεί τον ενάγοντα, συνοδευόμενος από τρεις φίλους του. Παρ΄ ότι χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος ουδείς απάντησε. Όταν όμως την έσπρωξε άνοιξε και έτσι εισήλθε στο διαμέρισμα. Τότε ήταν που αντίκρισε τον ενάγοντα, ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε το λόγο δια τον οποίο τον επισκέφθηκε ο εναγόμενος, δηλαδή τα οφειλόμενα ενοίκια, θύμωσε και επιτέθηκε στον εναγόμενο. Είναι η θέση του τελευταίου ότι ο ενάγων είναι που του επιτέθηκε και όχι το αντίστροφο. Συνεπώς απορρίπτει τους ισχυρισμούς και την αξίωση του ενάγοντα. Η ανταπαίτηση που εγείρει ο εναγόμενος φαίνεται να έχει δυο σκέλη. Το μεν πρώτο αφορά αυτή την ενοικίαση του διαμερίσματος. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι η ενοικίαση του διαμερίσματος από τον ενάγοντα, ενόσω όμως το ενοικιαστήριο έγγραφο ήταν στο όνομα του εναγομένου, ήταν πρϊον συμφωνίας των δύο, ενάγοντα και εναγομένου, η οποία όμως διαρρήχθηκε από τον ενάγοντα εφόσον δεν πλήρωσε τα ενοίκια. Το γεγονός λοιπόν ότι κλήθηκε ο ίδιος, δηλαδή ο εναγόμενος, να καταβάλει τα ενοίκια, είναι εκείνο που επικαλείται ως λόγο δια τον οποίο άξιοι το ποσό των €7.330 ως οφειλόμενα ενοίκια, πλέον δικηγορικά έξοδα που αναγκάστηκε καταβάλει στο πλαίσιο της υπόθεσης Ε231/
- Το δεύτερο σκέλος της ανταπαίτησης φείδεται όντως λεπτομερειών. Απλώς αναφέρεται εκεί ότι ο εναγόμενος υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και εξευτελισμό, επειδή ο ενάγων τον εγκαλεί (η λέξη που χρησιμοποιεί ο εναγόμενος είναι διασύρει) αδίκως στα δικαστήρια, τόσο σε ποινική όσο και αστική υπόθεση. Πέραν των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων αξίζει να δούμε και τους ισχυρισμούς των ομνυσάντων σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Ο ενάγων, ο οποίος ομνύει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αποκαλύπτει αλληλογραφία που φαίνεται να αντάλλαξαν τα μέρη μετά την καταχώριση της αγωγής και πριν την υποβολή της επίδικης αίτησης. Κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω εδώ πως δεν απασχόλησε τα μέρη το γεγονός ότι το σύνολο των επιστολών που αποκαλύπτονται από τον ενάγοντα, και εννοώ τις επιστολές που οι συνήγοροι του εναγομένου φέρονται να απέστειλαν στους συνηγόρους του ενάγοντα, φέρουν επιφύλαξη, δηλαδή στάληκαν άνευ βλάβης. Εφόσον το θέμα δεν τέθηκε από τους συνηγόρους, και δη την πλευρά του εναγομένου που έθεσε την επιφύλαξη, δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο. Δεν διαλανθάνει όμως την προσοχή μου ότι στην υπόθεση Electrometric Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1Α Α.Α.Δ 258,265, ανοικτό αφέθηκε το θέμα κατά πόσο ο κανόνας που αφορά άνευ βλάβης επικοινωνία εφαρμόζεται σε ενδιάμεση διαδικασία κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται στην κυρίως δίκη. Πέραν των πιο πάνω αν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε δια το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, σημειώνω ότι δεν έχουν να κάνουν με το επίδικο αίτημα και συνεπώς το περιεχόμενο τους δεν θα απασχολήσει. Η ουσία των ισχυρισμών του ενάγοντα συνίσταται ακριβώς στο ότι θεωρεί πως δεν είναι πρόσφορη η εκδίκαση της ανταπαίτησης μαζί με την απαίτηση, καθ΄ ότι θα καθυστερήσει τη διαδικασία και περαιτέρω, ότι η ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Στον αντίποδα ο εναγόμενος διατείνεται πως τα επίδικα θέματα αγωγής και ανταπαίτησης συνδέονται άρρηκτα. Αυτό γιατί η συμπλοκή των διαδίκων αφορά αυτά τα οφειλόμενα ενοίκια. Αν ήθελε αποκλειστεί η ανταπαίτηση, αναφέρει ο εναγόμενος, θα προκληθεί ταλαιπωρία και σπατάλη εξόδων και δικαστικού χρόνου, τη στιγμή που η μαρτυρία της επίδικης αγωγής αφορά και την ανταπαίτηση. Υπό αυτή την έννοια, ανφέρει ο εναγόμενος αν ήθελε αποκλειστέι η ανταπαίτηση μέρος της μαρτυρίας θα προσκομιστεί στο δικαστήριο εις διπλούν. Καταλήγει συναφώς ότι η εκδίκαση των δύο, αγωγής και ανταπαίτησης, δεν είναι απλώς πρόσφορη, είναι και επιβεβλημένη. Για ό,τι αφορά καλή αιτία αγωγής ο εναγόμενος δηλώνει πως έρεισμα παρέχει η συμφωνία των διαδίκων, γεγονός που μπορεί να επιβεβαιώσει ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος, καθώς και ο διαχειριστής της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το εν λόγω διαμέρισμα. Για την άλλη βάση ανταπαίτησης, δηλαδή ότι σύρεται στο δικαστήριο από τον ενάγοντα, δεν αναφέρει οτιδήποτε. Αναφέρθηκε ήδη ότι η αίτηση ζητά δυο θεραπείες και επικαλείται δυο διαφορετικές δικονομικές διατάξεις, εν προκειμένω τις Δ.21 κ.10 και Δ.27 κ.3. Η Η λογική του πράγματος επιβάλλει να εξεταστεί πρώτα το ζήτημα καλής βάσης αγωγής, εφόσον αν σε αυτό το πλαίσιο αποφασιστεί ότι η ανταπαίτηση ή μέρος τούτης δεν αποκαλύπτει καλή βάση, επίπτωση θα είναι η διαγραφή τούτης, γεγονός που θα καταστήσει τον αποκλεισμό, βάσει της Δ.21, ανευ αντικειμένου. Με αυτή λοιπόν τη σειρά σπεύδω να εξετάσω το αίτημα. Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο προσκρούει στις διατάξεις του κ.3 της Δ.27 επικεντρώνεται στο περιεχόμενο τούτου ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.246, 253). Στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω, υποδείχθηκε ότι η νομική υπόσταση δικογράφου κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (βλ. σελ. 255). Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε περαιτέρω ότι η διερεύνηση συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται τοιουτοτρόπως (βλ. σελ. 253). Η δε εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με φειδώ και μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Nagle v. Feilden
(1966)1 All E.R. 697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704, 711, λέχθηκε ότι 'It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable'. Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση In re Pelmako πιο πάνω, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος που έχει ο διάδικος να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του συντάγματος (βλ. σελ. 255). Όπως έχει ήδη αναφερθεί η επίδικη ανταπαίτηση έχει δύο σκέλη. Εκείνο που εδώ απασχολεί είναι ο ισχυρισμός περι άδικου διασυρμού του εναγομένου στο δικαστήριο και η συνακόλουθη προσβολή της προσωπικότητάς του, γεγονός που δικαιολογεί, σύμφωνα με τον εναγόμενο, επιδίκαση παραδειγματικών και τιμωρητικών αποζημιώσεων. Από τα συμφραζόμενα της 10ης παραγράφου της υπεράσπισης αφήνεται να νοηθεί πως το πραγματικό υπόβαθρο της ανταπαίτησης είναι αυτή ακριβώς η κατηγορία επίθεσης, δηλαδή η υπο κρίση αγωγή και ποινική υπόθεση που αφορά το ίδιο θέμα. Εν ολίγοις, επειδή ο εναγόμενος απορρίπτει ως αναληθή την κατηγορία επίθεσης θεωρεί τούτην ψευδός που πλήττει και προσβάλλει την προσωπικότητά του. Αυτός εν προκειμένω είναι ο λόγος του διασυρμού που επικαλείται. Επι του προκειμένου δεν είναι πολλά εκείνα που χρειάζεται να λεχθούν. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, παράγραφος 13.16 αναλύεται εκτενώς το προνόμιο που διέπει δικαστικές διαδικασίες. Αναφέρεται εκεί ότι· «Privilege of parties. No action will lie against a party to an action for any defamatory statement made by him in the documents brought into being for legal proceedings when being used for that purpose, e.g. a pleading, answer to a request for further information, or affidavit. Of course there is no privilege (other than that attaching to reports) for the publication of pleadings to other than the parties and the court and, therefore, "though a litigant is privileged in the statements he makes therein, he is not privileged if he sends his pleading to a newspaper for publication. If the pleadings so published are (defamatory), then the paper publishing them and the person sending them for publication are liable in damages" Nor is there absolute privilege for statements by a litigant to the media about the merits of his case». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η νομολογία του κοινού δικαίου αναγνωρίζει πως δικαστικές διαδικασίες διέπονται από προνόμιο. Ανάλογη όμως είναι και η προσέγγιση στην υπόθεση Γαληνιώτης v. Εκδοτικός Οίκος Δίας
(2011)1Α Α.Α.Δ 474, 486, ο λόγος της οποίας φανερώνει ότι δημόσια πολιτική έχει εμβολιάσει το δίκαιο και προστατεύει δικαστικές διαδικασίες. Λέχθηκε εκεί ότι· Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts - πιο πάνω - σελ. 163-164, το απόλυτο προνόμιο έχει αναγνωριστεί ως αναγκαία υπεράσπιση για λόγους δημόσιας πολιτικής, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ελευθερία του λόγου έχοντας υπόψη ότι τα Δικαστήρια στελεχώνονται από άτομα, ο έντιμος χαρακτήρας των οποίων δεν θα θέσει σε κίνδυνο ή κατάχρηση αυτό το προνόμιο. Αλλά και ό,τι λέγεται στη δικαστική διαδικασία, με την προϋπόθεση ότι μεταφέρεται σε δημοσίευμα ακριβοδίκαια, θεωρείται επίσης καλυπτόμενο από το απόλυτο προνόμιο. Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα στις σελ. 164-165, το δημοσίευμα δεν είναι ανάγκη να είναι verbatim αναδημοσίευση του τι λέχθηκε, αλλά είναι αρκετό εάν στη βάση του αποτελεί μια ακριβοδίκαιη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί («a fair account of what took place»). Παραλείψεις ή ανακρίβειες ήσσονος σημασίας θεωρούνται ότι δεν εξαλείφουν ή αναιρούν το προνόμιο. Η δε εφημερίδα δεν υποχρεούται να επαληθεύσει ότι οτιδήποτε ελέχθη από ένα συνήγορο ή ένα μάρτυρα είναι ακριβές». (η έμφαση δική μου). Απολύτως σχετικά είναι και τα ακόλουθα, αυτή τη φορά από το Annual Practice του 1955, στη σελίδα 422 όπου εξετάζεται η O.25 r.4, αντίστοιχα της Δ.27 κ.3. Αναφέρεται εκεί ότι· «. if the action be brought solely to obtain relief which the Court has no power to grant (Dreyfus v. Peruvian Guano Co., 41 Ch.. D.151; Wing v. Burn, 44 T.L.R. 258); or if relief be asked on a ground which is no ground for such relief the action dismissed. So where the Statement of Claim on the face of it discloses a perfectly good defence to the action; e.g., where the Statement of Claim in an action of libel or slander shows that the occasion of publication was absolutely privileged Llewellyn,
(1906)1 K. B. 487; Bottomley v. Brougham,
(1908)1 K. B. 584; Burr v. Smith and others,
(1909)2 K. B. 306; Beresford v. White
(1914), 30 T. L. R. 591, C.A)». (η έμφαση δική μου). Καταλήγω συνεπώς ότι εφόσον δημόσια πολιτική καθιστά τις δικαστικές διαδικασίες προνομιούχες, ο εναγόμενος δεν δικαιούται να επικαλείται τον ισχυρισμό του ενάγοντα, δηλαδή ότι δέχθηκε επίθεση από τον εναγόμενο, δια να υποστυλώσει ανταπαίτηση ότι αδίκως σύρεται στα δικαστήρια. Αυτό συνεπώς το σκέλος της ανταπαίτησης είναι παντελώς ανυπόστατο και ανίκανο να εκληφθεί καλή αιτία αγωγής. Επικουρικά αναφέρω πως αυτό φαίνεται να το δέχεται και ο εναγόμενος, εφόσον ουδέν αναφέρει στην αγόρευση του για αυτό το σκέλος της ανταπαίτησης. Ως εκ τούτου αυτή η πτυχή της ανταπαίτησης δεν μπορεί παρά να διαγραφεί. Το δεύτερο αλλά κύριο σκέλος της ανταπαίτησης, είναι η αξίωση του εναγομένου δια τα ενοίκια που ο ίδιος κατέβαλε στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος, ενώ η συμφωνία του με τον ενάγοντα ήταν πως εκείνος θα αναλάμβανε αποπληρωμή του ενοικίου. Επί του προκειμένου ο ενάγων διατείνεται πως η ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτει έγκυρη σύμβαση. Αν επρόκειτο, λέει, δια συμφωνία υπενοικίασης ή παροχής άδειας χρήσης, αυτό θα αναφερόταν στο ενοικιαστήριο έγγραφο και θα είχε εγερθεί στη διαδικασία που ο εναγόμενος διατάχθηκε να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια. Συνάγεται συμπέρασμα, σύμφωνα με τον ενάγοντα, ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού δεν ηγέρθη στην άλλη διαδικασία και συνεπώς η όποια προφορική συμφωνία ενοικίασης αντίκειται των διατάξεων του άρθρου 77 του Κεφ. 149. Προσθέτει δε ότι εφόσον το θέμα απασχόλησε προηγούμενη δικαστική διαδικασία, είναι res judicata. Εύλογα όσο και αν είναι τα σχόλια του ενάγοντα, εν τούτοις δεν είμαι διατεθειμένος σε αυτή τη συνοπτική διαδικασία να καταλήξω σε οιονδήποτε συμπέρασμα. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο κ.3 της Δ.27 δεν προσφέρεται για εξονυχιστική διερεύνηση του ζητήματος. Ζητούμενο δεν είναι το κατά πόσο ο διάδικος θα επιτύχει την αξίωση του, αλλά αν οι ισχυρισμοί που προβάλλει αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα. Όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice του 1958, σελίδα 575, το γεγονός ότι η υπόθεση του διαδίκου είναι ισχνή και ενδεχόμενο είναι να μην επιτύχει, δεν είναι λόγος διαγραφής τούτης. Ζητούμενο είναι μόνο κατά πόσο αποκαλύπτεται κάποια βάση αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση ο ισχυρισμός συμφωνίας των δύο, εναγομένου και ενάγοντα, ότι ο πρώτος θα διατηρούσε το ενοικιαστήριο έγγραφο επ΄ ονόματι του αλλά θα παραχωρούσε το διαμέρισμα στον τελευταίο με υποχρέωση να αναλάβει την καταβολή των ενοικίων, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων απέτυχε να πληρώσει τα ενοίκια και στο τέλος της ημέρας κλήθηκε ο εναγόμενος να τα πληρώσει, είναι αρκετό, γι΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, να αποκαλύψει βάση αγωγής. Ως εκ τούτου αυτή η πτυχή του αιτήματος απορρίπτεται. Εν τούτοις η διερεύνηση της αίτησης δεν τελματώνεται. Παραμένει για εξέταση το κατά πόσο η ανταπαίτηση, στην έκταση πλέον που αφορά τη συμφωνία και την επακόλουθη αποπληρωμή των ενοικίων από τον εναγόμενο, αρμόζει να ακουστεί στο πλαίσιο της αγωγής. Είναι βεβαίως γεγονός ότι ο κ.10 της Δ.21 εξοπλίζει το δικαστήριο με διακριτική εξουσία απόφασης του θέματος. Επί τούτου η θέση των μερών ταυτίζεται και ορθά βεβαίως εφόσον επιβεβαιώνεται από τη νομολογία (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 A.A.Δ 710). Στην υπόθεση Σιακόλας, πιο πάνω, αναγνωρίστηκε ότι ο σχετικός κανονισμός δεν προσδιορίζει τα κριτήρια που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσία του δικαστηρίου, εξυπακούεται όμως ότι αποβλέπει στην καλή απονομή της δικαιοσύνης, η οποία συναρτάται με απρόσκοπτη διεκπεραίωση της δίκης. Αναγνωρίζεται βεβαίως ότι σκοπός της ανταπαίτησης είναι η σύγχρονη και διεξοδική απόφαση των διαφορών των διαδίκων, ώστε να αποφεύγεται ο πολλαπλασιασμός των διαδικασιών ο οποίος επιφέρει σπατάλη χρήματος και πολύτιμου δικαστικού χρόνου, ενώ ενίοτε οδηγεί και σε συγκρουόμενες αποφάσεις. Υπο αυτή την έννοια η συνάφεια της ανταπαίτησης με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής δεν συνιστά προϋπόθεση, αν και βεβαίως αποτελεί παράγοντα που συναποτιμάται, εφόσον λογικό είναι ότι ανταπαίτηση που ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα της αγωγής πιθανό είναι να παρατείνει το χρόνο εκδίκασης της τελευταίας, κατά τρόπο που η συνεκδίκαση των δύο κρίνεται απρόσφορη. Παράγοντες που καθορίζουν την τύχη του αιτήματος είναι, μεταξύ άλλων, η πολυπλοκότητα της ανταπαίτησης, η καθυστέρηση που δυνατό να επιφέρει, ο αριθμός των μαρτύρων που θα κληθούν και γενικότερα η δυσχέρεια συνεκδίκασης των δύο (βλ. Aristo Developers Ltd v. Σπύρου
(2001)1 Α.Α.Δ 1379). Στην υπο κρίση τώρα περίπτωση είναι αντιληπτό ότι τα επίδικα θέματα της ανταπαίτησης ουδεμία σχέση έχουν με εκείνα της αγωγής. Αυτό γιατί η αγωγή αφορά το αστικό αδίκημα της επίθεσης, ενώ η ανταπαίτηση παραπέμπει σε συμφωνία των διαδίκων. Γεγονός είναι βεβαίως ότι και στις δυο περιπτώσεις βασικοί μάρτυρες θα είναι ο ενάγων και ο εναγόμενος, αυτό όμως δεν δικαιολογεί τη θέση του εναγομένου περι εξοικονόμησης χρόνου. Ο λόγος δια αυτό το συμπέρασμα οφείλεται στο ότι η εξέταση και αντεξέταση των δύο θα είναι πολύ μεγαλύτερη, ώστε να καλύψει τις δυο καθ΄ όλα διακριτικές και άσχετες βάσεις. Επιπλέον, η ένορκη δήλωση του εναγομένου φανερώνει πως χρειάζεται να κλητεύσει επιπρόσθετους μάρτυρες, όπως είναι ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και ο διαχειριστής της πολυκατοικίας. Αναπόφευκτη επίπτωση τούτου είναι η επιμήκυνση του χρόνου εκδίκασης της αγωγής, κατά τρόπο που καθιστά τη συνεκδίκαση των δυο απρόσφορη. Πέραν όμως των πιο πάνω ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τη θέση του εναγομένου οτι αγωγή και ανταπαίτηση έχουν κοινά θέματα. Επικαλείται δια τούτο το διαμέρισμα όπου έλαβε χώρα η συμπλοκή και πως αιτία αυτής ήταν τα οφειλόμενα ενοίκια. Είμαι της γνώμης πως αν αυτά τα θέματα έχουν κάποια σχέση με το αδίκημα της επίθεσης, παρεμφερής και επουσιώδης μόνο μπορεί να θεωρηθεί. Ζητούμενο στο πλαίσιο της αγωγής είναι κατά πόσο ό εναγόμενος επιτέθηκε στον ενάγοντα, και αν αυτό απαντάται καταφατικά, ποια ήταν η ζημιά που προκλήθηκε από την επίθεση. Αυτά τα ζητήματα δεν καθορίζονται και ούτε βεβαίως αναιρούνται από την αιτία επίθεσης και δη αν τα μέρη είχαν οιανδήποτε συμφωνία. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι τόσο σε δικανικό όσο και πραγματικό επίπεδο η ανταπαίτηση δεν συναρτάται με την αξίωση του ενάγοντα. Γι΄ αυτό το λόγο τυχόν συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή θα επιμηκύνει αδικαιολόγητα τη διαδικασία και θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα που ούτως ή αλλιώς δεν σχετίζονται. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η συνεκδίκαση των δυο δεν είναι πρόσφορη και γι΄ αυτό εκδίδω διάταγμα αποκλεισμού αυτής της πτυχής της ανταπαίτησης. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει. Στην έκταση που η ανταπαίτηση αφορά ταλαιπωρία και μείωση της προσωπικότητας του εναγομένου, διαγράφεται (strike out), στην έκταση που αφορά σύμβαση δια αποπληρωμή ενοικίων, εκδίδεται διάταγμα αποκλεισμού τούτης από την επίδικη αγωγή (βλ. Galip v. Suleyman)
(1963)2 C.L.R 129). Τα δε έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπερ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου, καταβλητέα όμως άμα την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο