← Κύπρος

Ανδριάνα Κλαΐδη ή αλλιώς Α. Κλαΐδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 7526/12, 30/12/2015

Ανδριάνα Κλαΐδη ή αλλιώς Α. Κλαΐδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 7526/12, 30/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A603 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7526/12 Μεταξύ: Ανδριάνα Κλαΐδη ή αλλιώς Α. Κλαΐδη Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ. Λ.Γ. Λουκαΐδης (Δ.Θ.445). Για τον Εναγόμενο: Η κ. Έ. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου: «(Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Δικαστής του Ποινικού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Λοΐζος Μουγιής κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή κατ' επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων του συμπεριφέρθηκε στις 11/9/2012 και στις 24/9/12 προς την Ενάγουσα κατά τρόπο που παραβιάζει τα εξής ανθρώπινα δικαιώματα της: Ι) Το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής της ζωής. ΙΙ) Το δικαίωμα απαγόρευσης ταπεινωτικής μεταχείρισης. ΙΙΙ) Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. ΙV) Το δικαίωμα αποτελεσματικής θεραπείας για την παραβίαση των πιο πάνω ανθρωπίνων δικαιωμάτων. V) Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης. (Β) Γενικές, ειδικές (€8,500) και τιμωρητικές αποζημιώσεις για την παραβίαση των πιο πάνω δικαιωμάτων. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη παρεμπίπτουσα ή/και δίκαιη θεραπεία ήθελε κρίνει πρέπουσα το Δικαστήριο. (Δ) Νόμιμο Τόκο. (Ε) Έξοδα της παρούσας αγωγής πλέον Φ.Π.Α.». Αποτελεί εκδοχή της ενάγουσας πως στις 11.9.12, εμφανίστηκε εκ μέρους πελάτη της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας φορώντας «. μακριά μαύρη φούστα με ένα μαύρο blazer και άσπρο πουκάμισο.» Η δικαστική αίθουσα ήταν μεστή δικηγόρων και διαδίκων. Όταν ο Δικαστής που θα εκδίκαζε την υπόθεση («ο Δικαστής»), είδε την ενάγουσα να είναι ενδεδυμένη με φούστα, άρχισε να προβαίνει δημοσίως σε προσβλητικές παρατηρήσεις προς αυτήν, λέγοντας ότι δεν θα της επέτρεπε να εμφανιστεί καθότι (ως εξειδίκευσε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας), «.είσαι ένας άνδρας . δεν δέχομαι μασκαρέματα στο Δικαστήριο .». Με τη δήλωση του αυτή (διατείνεται η ενάγουσα), ο Δικαστής έθεσε εν αμφιβόλω τη σεξουαλική της ταυτότητα, με το περιστατικό να ταξινομείται ως «. τέτοιας φύσεως που [ο δικαστής] όφειλε να το ερευνήσει περαιτέρω συναντώντας την ενάγουσα στο γραφείο του». Παρόμοιο συμβάν εκτυλίχθηκε και στις 24.9.12, όταν και πάλι ο ίδιος Δικαστής, άνευ προβληματισμού για το θέμα της ταυτότητας της ενάγουσας, δεν της επέτρεψε να εμφανιστεί ενώπιον του σε άλλη υπόθεση πελατών της, αναφέροντας προς αυτήν: «Είσαι ένας άνδρας. Δεν επιτρέπεται να εμφανίζεσαι ενώπιον μου για τους ίδιους λόγους που σου είπα προηγουμένως». Ο εναγόμενος αρνείται τα όσα προτείνει η ενάγουσα, ισχυριζόμενος ότι ο λόγος που δεν επιτράπηκε σε αυτήν να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν επειδή δεν ήταν ορθώς ενδεδυμένη βάσει των ισχυουσών Εγκυκλίων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πως εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τη δικογραφημένη αξίωση της. Για να στοιχειοθετήσει την απαίτηση της η ενάγουσα προσέφερε τη δική της ένορκη (και γραπτή) μαρτυρία. Ο εναγόμενος για επίρρωση της υπεράσπισης του παρουσίασε τη μαρτυρία των Θεόδωρου Ιωαννίδη (ΜΥ1) και Φωτεινής Λάρκου (ΜΥ2). Συνοψίζω κατωτέρω τη μαρτυρία της ενάγουσας και των υπόλοιπων μαρτύρων, υπογραμμίζοντας ταυτοχρόνως ότι όλες οι περικοπές από τα πρακτικά στην παρούσα απόφαση αποδίδονται αυτούσιες, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Η ενάγουσα περιέγραψε τα όσα στηρίζουν κατά την πεποίθηση της το παράπονο της εναντίον του εναγόμενου, αποσύροντας την απαίτηση για επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων ύψους €8.500,00, ως απολεσθέντα δικηγορικά έσοδα κατά τις δύο επίδικες ημερομηνίες. Ο Θεόδωρος Ιωαννίδης (ΜΥ1), έδωσε μαρτυρία ως ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, αποσαφηνίζοντας διάφορα διαβήματα της ενάγουσας για εγγραφή της ως δικηγόρου με το όνομα «Αντριάνα Κλαΐδη» ενόσω τούτη ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο των Δικηγόρων ως «Άντρος Κλαΐδης». Δήλωσε πως η ενάγουσα ύστερα από το (πρώτο) επίδικο περιστατικό (στις 11.9.12) - και κατόπιν ενέργειας υπαλλήλου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου που επισυνέβη εν αγνοία του μάρτυρα και των υπόλοιπων μελών του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου - είχε εξασφαλίσει Βεβαίωση από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο στις 19.9.12 (βλ. Τεκμήριο 2), στην οποία καταγραφόταν ότι «. η κυρία ΑΝΔΡΙΑΝΝΑ ΚΛΑΪΔΗ δικηγόρος έχει εγγραφεί στο Μητρώο Δικηγόρων που ασκούν τη δικηγορία στις 6/3/1997 με αριθμό Μητρώου 2499 και ανανεώνει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από το 1997 μέχρι και 2012». Μόλις ο μάρτυς έλαβε γνώση περί της έκδοσης της Βεβαίωσης-Τεκμήριο 2, ζήτησε γραπτώς από την ενάγουσα (διά επιστολής ημερομηνίας 21.9.12), να προμηθεύσει τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο με «. τα απαραίτητα έγγραφα τα οποία θα βεβαιώνουν την αλλαγή του ονόματος σας και του φύλου σας και θα ενεργήσουμε αμέσως» (βλ. Τεκμήριο 3). Ο μάρτυς απέστειλε κοινοποίηση της επιστολής αυτής προς την Ανώτερη Πρωτοκολλητή Μαρία Χριστοδούλου πληροφορώντας την ότι η άδεια που είχε εκδοθεί με την αλλαγή του ονόματος της ενάγουσας «. εξεδόθη εν αγνοία του Προέδρου και του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου από υπαλλήλους του Δικηγορικού Συλλόγου και ουδεμίαν ισχύ έχει. Τις συνθήκες έκδοσης της εν λόγω άδειας θα εξετάσει το Διοικητικό Συμβούλιο και θα προχωρήσει με τη λήψη αναγκαίων μέτρων» (βλ. Τεκμήριο 4). Εν συνεχεία, ο μάρτυς κατέθεσε τα πρακτικά συνεδρίας της Εκτελεστικής Επιτροπής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ημερομηνίας 26.9.12, όπου αναφέρονται τα περί επίπληξης της υπαλλήλου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου που είχε αρχικώς εκδώσει τη Βεβαίωση-Τεκμήριο 2, δίχως προγενέστερη έγκριση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (βλ. Τεκμήριο 5). Είπε περιπλέον, πως μετά από τη δεύτερη επίδικη περίπτωση (ημερομηνίας 24.9.12), το Διοικητικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου έλαβε απόφαση (στις 11.10.12), να αποστείλει επιστολή προς την ενάγουσα με την οποία να την καλεί να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα ώστε να σημειωθούν οι αλλαγές που επιθυμούσε στο μητρώο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 6). Τέλος, ο μάρτυς αναφέρθηκε και στο γεγονός ότι στις 13.6.13, το Διοικητικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου απεφάσισε «. όπως ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αμμοχώστου υπογράψει τη Δήλωση/ βεβαίωση του Δικηγόρου δικηγόρου Άντρου Κλαίδη και σε αυτή να αναγράφεται η λέξη Ανδριάνα αντί Αντρος, όπως μέχρι τώρα ίσχυε, με την προϋπόθεση ότι ο συγκεκριμένος δικηγόρος έχει εξασφαλίσει όλα τα έγγραφα του και στα οποία αναγράφεται πλέον η λέξη «Ανδριάνα». Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, εφ' όσον έχει ενώπιον του όλα τα έγγραφα υπογεγραμμένα από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αμμοχώστου, θα προβεί στην ανανέωση της άδειας του συγκεκριμένου ατόμου» (βλ. Τεκμήριο 7). Τούτο και έγινε. Η Φωτεινή Λάρκου (ΜΥ2), Πρωτοκολλητής του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κατέθεσε (ως Τεκμήριο 8), το επίσημο δικαστικό πρακτικό ημερομηνίας 11.9.12 (στην υπόθεση 11080/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας), διασαφηνίζοντας πως τούτο ετοιμάστηκε από την στενογράφο του Δικαστή. Κρίνεται ενδεδειγμένη η παράθεση (του ουσιώδους μέρους), του εν λόγω πρακτικού ώστε να καταστεί εναργέστερη η θεματολογία που θα ακολουθήσει. Το πρακτικό (που είχε καταχωριστεί και προηγουμένως ως Τεκμήριο 1, κατά την αντεξέταση της ενάγουσας), διαλαμβάνει τα πιο κάτω, στο βαθμό που ενδιαφέρουν: «. (Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης) κατηγορούμενος: Ο δικηγόρος μου θα έρθει σε 15 λεπτά. κα Οικονόμου για κο Κλαίδη: Είμαστε στο Οικογενειακό. (Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπόθεσης σε κατοπινό στάδιο όπου και εμφανίζεται ο κος Κλαίδης). κος Κλαίδης: Εμφανίζομαι κύριε Πρόεδρε. Δικαστήριο προς κο Κλαίδη: Δεν θα σας επιτρέψω να εμφανισθείτε κύριε Κλαίδη λόγω της ενδυμασίας σας. κος Κλαίδης: Θα εμφανισθεί η κα Οικονόμου. κα Οικονόμου: Αντιλαμβάνομαι ότι είναι ορισμένη για γεγονότα και ποινή, λόγω του γεγονότος ότι έγινε αλλαγή δικηγόρου θέλουμε λίγο χρόνο. κα Οικονόμου: Δεν υπάρχει ένσταση. Δικαστήριο: Το αίτημα κρίνεται δικαιολογημένο η υπόθεση αναβάλλεται και ορίζεται για γεγονότα και ποινή στις 09.10.2012 η ώρα 08:
  2. Ο κατηγορούμενος 2 να είναι παρών με την ίδια εγγύηση. Δίδονται οδηγίες όπως ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όσον αφορά τον κατηγορούμενο
  3. .». Στις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι υποστήριξαν ότι η μαρτυρία (και ερμηνεία των προκυπτόντων γεγονότων), δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα με προσοχή τόσο την ικανή επιχειρηματολογία των συνηγόρων όσο και την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης τους στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις όποιες μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου

(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σε αντίθεση με την εξαιρετική εντύπωση που μου δημιούργησαν οι μάρτυρες Υπεράσπισης (και σε αυτούς θα επιστρέψω κατοπινά), η ενάγουσα μού προξένησε αρνητική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Η (σύντομη) μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από υπερβολή, ασάφεια, αοριστία, ασυνέπεια και αντιφατικότητα, εκτός του ότι (η μάρτυς), μερικές φορές δεν απαντούσε ευθέως κατά την αντεξέταση, παρότι (κρίνοντας από άλλες απαντήσεις κατά τη μαρτυρία της), κάλλιστα θα μπορούσε να το έπραττε. Διευκρινίζω. Η ενάγουσα, μολονότι αποδίδει στον Δικαστή (αλλά και στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης), ιδιαίτερη μομφή, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια στη μαρτυρία της σε ποιες ακριβώς υποθέσεις είναι που εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστή κατά τις επίδικες ημερομηνίες και συνέβηκαν όλα όσα λέγει στην αγωγή της. Προέβη σε συγκεκριμενοποιημένη ημερολογιακή αναφορά για πρώτο επεισόδιο, υποβάλλοντας πως τούτο έγινε στις 11.9.12 «. στο Ποινικό Δικαστήριο Λάρνακας .», χωρίς όμως να θυμάται σε ποια ακριβώς υπόθεση είναι που έγινε τούτο. Παρέθεσε στην αντεξέταση ότι «δεν ήταν μόνο εκείνη η υπόθεση που εμφανιζόμουν εκείνη την πρώτη ημερομηνία», προτάσσοντας (πέραν της απώλειας μνήμης) και ως επιπρόσθετη αιτιολογία για την αδυναμία της να εξειδικεύσει με επάρκεια, το ότι ο Δικαστής σχολίασε την εμφάνιση της εκτός πλαισίου κάποιας υπόθεσης, μόλις τούτη εισήλθε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Σε αυτό θα επανέλθω. Όταν της υποβλήθηκε από την κ. Φλωρέντζου πως το Πρακτικό (Τεκμήριο 1) - που ακολούθως κατατέθηκε και ως Τεκμήριο 8 στην επίσημη μορφή του, μη διαφέροντας από το αρχικό αντίγραφο Πρακτικό (Τεκμήριο 1) - εμπεριέχει όλα όσα σχετικώς διαμείφθηκαν κατά την επίδικη ημερομηνία (11.9.12), ενώπιον του Δικαστηρίου, η ενάγουσα ανέφερε απλώς ότι διαφωνεί και πως το περί ου ο λόγος πρακτικό «. δεν περιλαμβάνει αυτά που λέχθηκαν από τον κ. Μουγή». Στην επανεξέταση μάλιστα, τόνισε με έμφαση ότι τα όσα παρουσίασε ως συστατικά στοιχεία του παραπόνου της για τη συγκεκριμένη ημερομηνία «ίσως [να] καταγράφηκ[αν] στις άλλες υποθέσεις που ανέφερα» (και τις οποίες η ενάγουσα δεν υπέδειξε με οποιαδήποτε ακρίβεια, περιοριζόμενη κατά την αντεξέταση σε αναφορά ονομάτων πελατών της που αντιμετώπιζαν ποινικές υποθέσεις κατά το χρόνο εκείνο στο ίδιο Δικαστήριο). Σε ό,τι καθάπτεται του δεύτερου επίδικου περιστατικού, η ενάγουσα το ενέταξε ημερολογιακώς «Την ή περί την 24/9/2012», δίχως, ξανά, να μπορεί να δώσει στοιχεία αναφορικώς με τον αριθμό της υπόθεσης ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε δυνητικώς να αποβεί βοηθητικό προς αποκρυστάλλωση της κατάστασης που επιχείρησε να προαγάγει. Σημειώνεται δε, πως ποτέ κατά την αντεξέταση της Φωτεινής Λάρκου (ΜΥ2), υπεβλήθη σε αυτήν ότι υπήρχαν άλλα δικαστικά πρακτικά που αφορούσαν σε εμφάνιση της (ενάγουσας) ενώπιον του Δικαστή στις 11.9.12 ή και στις 24.9.12 (ή περί την ημερομηνία αυτή). Θα επανέλθω και επί αυτής της πτυχής. Δεν διαφεύγει την προσοχή, ότι το τι αμέσως αναλύεται αφορά στη βαρύτητα της μαρτυρίας της ενάγουσας και ότι οι όποιες εγγενείς αδυναμίες στη μαρτυρία αυτή, δεν μπορεί να αποτελέσουν έρεισμα για κατάταξη της ως αναξιόπιστης. Δεν είναι όμως τούτο που εξετάζεται. Αυτό είναι στοιχειώδες. Το τι τώρα αναδιπλώνεται, είναι η μερική αποτύπωση της πολύ αρνητικής συνολικής εικόνας που δημιούργησε η ενάγουσα ως μάρτυς στο Δικαστήριο και ο επιφανειακός τρόπος με τον οποίο εκδήλωσε την εκδοχή της, με ορατή και αισθητή κατά τη δίκη τη διάθεση και ροπή της προς την ανακρίβεια. Η έλλειψη ακριβολογίας από μέρους της συγκροτεί έκφανση που σαφώς και ενδιαφέρει τα τρέχοντα, διότι στην απουσία προπαντός άλλης συμπλέουσας, έγγραφης ή προφορικής μαρτυρίας, η ακρίβεια στις περιγραφές της ως προς τα καθέκαστα μετρά πολύ και υπέχει εξέχουσας σημασίας, εφόσον επί των λόγων της είναι που καλεί το Δικαστήριο να βασιστεί και να εκδώσει απόφαση εναντίον του εναγόμενου. Υπάρχουν όμως και άλλα. Η ενάγουσα ρωτήθηκε στην αντεξέταση εάν κατά το χρόνο του πρώτου περιστατικού (στις 11.9.12), υπήρχε καταχωρισμένο «. στην Κυπριακή Δημοκρατία οποιονδήποτε έγγραφο το οποίο να δηλώνει τον γυναικείο σας προσανατολισμό .», με αυτήν να επικεντρώνεται στα περί της υποβολής αίτησης προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο για αλλαγή του ονόματος της. Απέφυγε να απαντήσει απεριφράστως και τη δεύτερη φορά που της τέθηκε παρόμοια ερώτηση, ως προς το κατά πόσο δηλαδή, το 2012, ήταν καταχωρισμένη «. ως θηλυκού γένους ή όχι .», επικεντρωνόμενη αυτή τη φορά στο ζήτημα της τροποποίησης του ονόματος της και όχι στο αντικείμενο του ερωτήματος, το οποίο επεδίωκε να ανιχνεύσει το αν η καταχώρηση αφορούσε στο θηλυκό ή στο αρσενικό γένος. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης, η ενάγουσα επανήλθε επί του θέματος προβαίνοντας σε απότμηση της σημασίας του ζητήματος της μεταβολής του ονόματος της σε «Ανδριάνα Κλαΐδη», από την όποια γενετήσια ταξινόμηση είχε (ή θα μπορούσε να έχει) το πράγμα. Καθόλου δεν εντυπωσιάστηκα με τον τρόπο που η ενάγουσα παρέθεσε (και επί αυτής της συνιστώσας), τη μαρτυρία της. Δεν είναι μόνο αυτά. Στη γραπτή της Κατάθεση-Έγγραφο Α, η ενάγουσα αφηγήθηκε (ως μέρος της κυρίως εξέτασης της) - και επανέρχομαι στο μέρος αυτό της μαρτυρίας της υπό διαφορετική αξιολογική οπτική - ότι «.Μόλις εισήλθα στην αίθουσα του Δικαστηρίου που δίκαζε ο εν λόγω δικαστής κλήθηκαν οι υποθέσεις στις οποίες ενεργούσα ως δικηγόρος και πλησίασα την έδρα του δικαστηρίου για να υπερασπίσω τους πελάτες μου σύμφωνα με την πρακτική που ισχύει στα Κυπριακά Δικαστήρια. .» (η υπογράμμιση δική μου). Κατά την αντεξέταση, η ενάγουσα προέταξε μια παντελώς διαφορετική και αντιφατική εκδοχή. Ανέδειξε, πως όταν μπήκε στην αίθουσα και «. χωρίς να τοποθετήσω οποιονδήποτε φάκελο να την επιληφθεί (Σημείωση Δικαστηρίου: εννοώντας η ενάγουσα τον Δικαστή) μου φώναξε και έγιναν αυτά τα πράγματα όπως αναφέρονται στην παράγραφο 5 και 6 της γραπτής μας δήλωσης. Δεν είχαν φωνάξει οποιανδήποτε υπόθεση» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθώ περισσότερο παρά μόνο να τονίσω ότι η συζητούμενη τούτη αντιφατικότητα κατατάσσεται ως ουσιώδης μια και (με τη δεύτερη αυτή άποψη της ενάγουσας ως προς τα επισυμβάντα), απέδωσε ή επιχείρησε να αποδώσει στον Δικαστή ιδιαίτερο ζήλο και εγρήγορση (ή μάλλον προκατάληψη), στο να την ψέξει για την εμφάνιση της στο Δικαστήριο πριν καν τούτη επιχειρήσει να δηλώσει την εμφάνιση της ενώπιον του. Είναι η αντίληψη της ενάγουσας, ότι τα όσα αποτυπώνονται στο Πρακτικό-Τεκμήριο 8, δεν αντανακλούν την αλήθεια των πραγμάτων, σε αντίθεση με τα όσα η ίδια (η ενάγουσα) περιγράφει στη μαρτυρία της και πιο συγκεκριμένα στη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο Α, όπου επισήμανε (ως μέρος της κυρίως εξέτασης της), ότι: «.
  1. Ο εν λόγω Δικαστής στρεφόμενος αμέσως προς εμένα άρχισε να προβαίνει σε προσβλητικές παρατηρήσεις και συγκεκριμένα μου είπε τα εξής: «Δεν επιτρέπεται να εμφανιστείς ενώπιον μου και απαγορεύεται να εμφανιστείς ενώπιον μου». Τότε αντέδρασα ρωτώντας τον λόγο για τον οποίο ο Δικαστής έκανε αυτή την δήλωση. Αυτός απάντησε λέγοντας: «διότι φοράς μια φούστα και διότι είσαι ένας άντρας και δεν δέχομαι μασκαρέματα στο Δικαστήριο μου». Τότε απάντησα: «Μόλις προ ολίγου εμφανίστηκα ενώπιον άλλου Δικαστού χωρίς κανένα πρόβλημα».
  2. Ο Δικαστής συνέχισε να λέει: «είσαι ένας άντρας, είσαι ένας άντρας». Έκανε μια μικρή διακοπή και είπε: «Έμαθα ότι είσαι εγγεγραμμένος και καταχωρημένος στο μητρώο σαν Άντρος Κλαΐδης». Τότε είπα: «παραβιάζετε τα ανθρώπινα μου δικαιώματα». Αυτός είπε ξανά: «Είσαι ένας άντρας και δεν επιτρέπεται να εμφανίζεσαι με τέτοιαν ενδυμασία». Ταράχτηκα πολύ, αισθάνθηκα εξευτελισμένη λόγω της στάσης του Δικαστή ενώπιον όλων στην αίθουσα του Δικαστηρίου οι οποίοι άρχισαν να με κοροϊδεύουν και είπα ότι: «Έχετε μόλις τώρα αποκαλύψει δημοσίως προσωπικά δεδομένα της ιδιωτική μου ζωής». Αντέδρασε απότομα ζητώντας μου να βγω αμέσως έξω από το Δικαστήριο. Εγώ απάντησα: «Όπως επιθυμείτε εντιμότατε, με την άδεια σας».». Εντούτοις, στο Πρακτικό-Τεκμήριο 8, δεν γίνεται απολύτως καμία αναφορά στα όσα η ενάγουσα θέτει στη μαρτυρία της πως συνέβησαν τη μέρα εκείνη εντός της δικαστικής αίθουσας. Έχω ήδη αγγίξει την παράμετρο αυτή υπό άλλη θεώρηση. Θα τη διευρύνω. Θα μπορούσε λοιπόν να συζητήσει κανείς ότι ένα από τα πρόσωπα που ευλόγως αναμενόταν (με την ευρεία έννοια του όρου), να κλητευόταν ως μάρτυς για την ενάγουσα, ήταν ο παρευρισκόμενος στη δικαστική αίθουσα κατηγορούμενος-πελάτης της (Σάββας Σαββίδης), ή και η δικηγόρος Αφροδίτη Οικονόμου που εμφανίστηκε εκ μέρους της (ενάγουσας) στην επίδικη διαδικασία την 11.9.12 (μετά που ο Δικαστής εκφράστηκε πως δεν θα της επέτρεπε να εμφανιστεί λόγω ενδυμασίας). Δεν είχε ασφαλώς υποχρέωση η ενάγουσα να παρουσιάσει την επιπρόσθετη αυτή μαρτυρία ή και να αναπτύξει το συναφή χειρισμό από τη στιγμή που αγώγιμο δικαίωμα στη δικογραφία δεν απαιτεί κατά το νόμο επίρρωση με ενισχυτική μαρτυρία. Μολαταύτα, η συζητούμενη επιλογή ποσώς συνέτεινε στην υποβοήθηση του εγχειρήματος της να αποδείξει την απαίτηση και όσα την απαρτίζουν. Το Πρακτικό-Τεκμήριο 8, απέχει κατά παρασάγγας από τις θέσεις που προώθησε στην παρούσα διαδικασία διά της μαρτυρίας της. Δεν εξηγήθηκε αξιόπιστα η εκτροπή. Μηδέ και η ενάγουσα επιχείρησε έστω διόρθωση του επίδικου πρακτικού μέσω της θεσμοθετημένης και νομολογιακώς εμπεδωμένης διαδικασίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρουδή v Global Consolidated Resources Ltd, ΠΕ 188/10, ημ. 4.6.15). Ούτε και αυτή η παράληψη αιτιολογήθηκε με εγκυρότητα. Έτσι, το Πρακτικό-Τεκμήριο 8, στην απουσία άλλων αποδεκτών και αξιόπιστων μεταβλητών, παραμένει ως η μόνη αυθεντική αντανάκλαση των όσων συνέβηκαν στο Δικαστήριο κατά τον επίδικο χρόνο που αφορά στο (πρώτο) περιστατικό ημερομηνίας 11.9.12 και ως η μοναδική αξιόπιστη βάση επί της οποίας θα μπορούσε να θεμελιωθεί η δικαστική κρίση (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοντού v Global Capital Ltd, ΠΕ 187/09, ημ. 29.1.13). Για το (δεύτερο) περιστατικό στις 24.9.12 (ή γύρω από αυτή την ημερομηνία), η ενάγουσα υποβάλλει πως είχε εμφανιστεί ως δικηγόρος ενώπιον του ίδιου Δικαστή ντυμένη με φούστα (όπως κατά το πρώτο περιστατικό). Ο Δικαστής (βάσει της μαρτυρίας της), την επέπληξε «.και είπε τα εξής: «Είσαι ένας άντρας. Δεν επιτρέπεται να εμφανίζεσαι ενώπιον μου για τους ίδιους λόγους που σου είπα προηγουμένως». Εγώ απάντησα: «Με όλο το σέβας έχω ένα πιστοποιητικό που εκδόθηκε από το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο με το όνομα «κ. Ανδριάνα Κλαΐδη». Ο Δικαστής γέλασε ειρωνικά και απάντησε: «Χα, έχεις λάθος, έχω ελέγξει από το Ανώτατο Δικαστήριο και το όνομα σου δεν άλλαξε στο μητρώο. Πρέπει να βγεις έξω από το Δικαστήριο και αν μου φέρεις ένα πιστοποιητικό από το Ανώτατο Δικαστήριο τότε βλέπουμε». Πάλι η αίθουσα του Δικαστηρίου ήταν γεμάτη από κόσμο (δικηγόροι και άλλοι) και όλοι γέλασαν για το περιστατικό. Έφυγα με αισθήματα εξευτελισμού και τάση αυτοκτονίας». Η ενάγουσα, εκτός της τοποθέτησης αυτής, δεν εξήγησε για ποιό λόγο δεν παρουσίασε το επίσημο πρακτικό της διαδικασίας ημερομηνίας 24.9.12, ως έπραξε με το Πρακτικό-Τεκμήριο 8 (και ανεξαρτήτως της τρωτής μεθόδου που διάλεξε να αποδείξει τα πράγματα στη δίκη). Ούτε και παρουσίασε άλλη μαρτυρία δυνητικώς υποστηρικτική της εκδοχής της. Θίχτηκε και αυτό παραπάνω, με άλλη επικέντρωση. Ισχυρίστηκε προσέτι (με αναφορά στις παραγράφους 17 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης), ότι έπειτα από το δεύτερο υποτιθέμενο περιστατικό στις 24.9.12 - και αφού ο Δικαστής αποφάσισε να εξαιρεθεί εξ αφορμής της «. εκκρεμούσης εναντίον του δικαστικής διαδικασίας» - οι υποθέσεις της στάλθηκαν για εκδίκαση σε άλλον Δικαστή, ο οποίος «συνέχισε επίσης να υιοθετεί μίαν ανάρμοστη συμπεριφορά έναντι της ενάγουσας αναφορικά με την ταυτότητα του φύλου της καλώντας την με το αντρικό της όνομα «Άντρος» και απευθυνόμενος σ' αυτήν με το «κύριε» με έναν αχρείαστο επαναληπτικό τρόπο που ισοδυναμούσε στην ουσία με κοροϊδία». Καμιά μαρτυρία προσφέρθηκε από την ενάγουσα επί τούτω, αν και το σύνολο της εκδοχής της αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Ανεξήγητο παρέμεινε και το γιατί είναι που ενεγράφη στο Μητρώο των Δικηγόρων το 1997 ως άνδρας, τη στιγμή που ήταν (και ένιωθε) γυναίκα από το 1992 και δεν προέβη εγκαίρως στα κατάλληλα διαβήματα ώστε να επιφέρει τις προσήκουσες αλλαγές στο Μητρώο των Δικηγόρων - το οποίο τηρείται από τον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 6
(1)του Περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2 - με βλέψη να τροχοδρομήσει την κατάσταση προς την επιθυμούμενη κατεύθυνση. Μήτε και διευκρίνισε πώς, ενώ από την 20.12.04 (που επιτράπηκε η χρήση παντελονιού ως μέρος της ενδυμασίας των γυναικών δικηγόρων από το Ανώτατο Δικαστήριο διά της Εγκυκλίου 102), άρχισε να ενδύεται με φούστα μόλις το 2012, ασχέτως αν αλλού στη μαρτυρία της προώθησε πως εμφανιζόταν «. από το 2005 με τακούνι» (χωρίς ομολογουμένως να ισχυριστεί ότι φορούσε συγχρόνως και φούστα). Προέβαλε ότι κατά τις εμφανίσεις της ενώπιον των Δικαστηρίων χρησιμοποιούσε το όνομα «Α. Κλαΐδη» και όχι το όνομα «. Αντριάνα, δηλαδή ούτε το Άντη, ούτε το Άντρος Κλαΐδη κατά την καταχώρηση ήταν Α. Κλαΐδη η εμφάνισή μου». Επεσήμανε, πως «Και τώρα με φωνάζουν κύριε και δεν έχω κανένα πρόβλημα». Επεξήγησε, ότι «. δεν έχει καμία σχέση με το όνομα, αν είσαι άνδρας ή γυναίκα έχει το δικαίωμα ο κάθε πολίτης σε ευρωπαϊκή χώρα να ντύνεται με τον τρόπο που θέλει. Από τη στιγμή που παρέχεται σε γυναίκες να εμφανίζονται με φούστες, ταυτόχρονα έχουν το ίδιο δικαίωμα και οι άντρες δικηγόροι», για να καταλήξει, ότι «.Δεν έχω κόμπλεξ ούτε να με αποκαλούν Άντρο ή Αντριάνα ή Άντη και δεν είμαστε εδώ για το γεγονός αν είμαι άνδρας ή γυναίκα ή οτιδήποτε. Είμαστε εδώ για τα συνταγματικά δικαιώματά μου να εμφανίζομαι στο Δικαστήριο με τον τρόπο που επιθυμώ και να μην με ταπεινώνει ο οποιοσδήποτε δικαστής. . Φαίνεται δεν καταλάβεις το επιχείρημά μου, έχουμε τα συνταγματικά δικαιώματα να εμφανίζομαι με φούστα, με τακούνι είτε είμαι άνδρας, είτε είμαι γυναίκα. Αυτός είναι ο λόγος που είμαστε σήμερα στο Δικαστήριο». Καθίσταται σαφές, πως με αυτά η ενάγουσα μετατόπισε συν τοις άλλοις και τη βάση της αγωγής της υπό την έννοια ότι αποσύνδεσε το παράπονο της από το φύλο της και τους συνακόλουθους ισχυρισμούς της περί επίθεσης του Δικαστή εναντίον της σεξουαλικής της ταυτότητας. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή της ενάγουσας. Οι μάρτυρες Υπεράσπισης ήσαν σταθεροί, σαφείς και συγκεκριμένοι στις απαντήσεις τους πέραν του ότι η όλη τους συμπεριφορά στο εδώλιο ήταν υποδειγματική από πάσης απόψεως. Δεν τέθηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ζήτημα όσον αφορά στην αξιοπιστία τους, οπότε δεν χρειάζεται να πω κάτι περισσότερο. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω, η αγωγή χρήζει απόρριψης, αφού δεν συνοδεύεται από (άλλη) αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία. Μολοντούτο και χάριν ολοκληρωμένης αντιμετώπισης της υπόθεσης, θα ενασχοληθώ με τις επιμέρους εισηγήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας (αλλά και με εκείνες που αναδύονται από τη μαρτυρία της) και με τις οποίες (με κάθε σεβασμό), δεν συμφωνώ. Επεξηγώ. Ως ευσύνοπτα γράφει ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τάκης Ηλιάδης στο σύγγραμμα του, Δικηγορική Δεοντολογία, ΑΡΛΟ Λτδ, 2007, σελ. 124-125: «Δ. Καθήκοντα προς το Δικαστήριο (ι) Τήρηση Κανονισμών Δεοντολογίας που εφαρμόζονται ενώπιον των Δικαστηρίων (Κ. 33
(1)) Η συμπεριφορά του δικηγόρου μέσα στα Δικαστήρια καθορίζεται στον Κανονισμό 33
(1)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, ο οποίος προνοεί ότι «Ο δικηγόρος που εμφανίζεται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου οφείλει να τηρεί τους κανόνες δεοντολογίας που έχουν εφαρμογή ενώπιον του Δικαστηρίου». Ο νέος αυτός Κανονισμός που είναι γενικής μορφής καθορίζει ότι ο δικηγόρος θα πρέπει να τηρεί τους Κανονισμούς Δεοντολογίας που εφαρμόζονται ενώπιον των Δικαστηρίων. Οι Κανονισμοί αυτοί είναι εκείνοι που συμπεριλαμβάνονται στα εδάφια 33
(2)μέχρι 33
(13)που αναλύονται πιο κάτω. Όμως η τήρηση των Κανονισμών Δεοντολογίας που εφαρμόζονται μέσα στα Δικαστήρια συμπεριλαμβάνει και διάφορες πτυχές της παρουσίας του δικηγόρου μέσα στα Δικαστήρια, που αν και δεν έχουν τη συνηθισμένη μορφή κανονιστικών διατάξεων, εντούτοις με τον χαρακτήρα των εγκυκλίων, δικαστικών αποφάσεων και δικηγορικής συμπεριφοράς που έχει σταδιακά καθιερωθεί, συνιστούν υποχρεώσεις προς τις οποίος ο δικηγόρος θα πρέπει να συμμορφώνεται». Οι ως άνω περιγραφόμενες από τον συγγραφέα πτυχές (της παρουσίας των δικηγόρων κατά τη δικαστική διαδικασία), περιλαμβάνουν κατ' αυτόν (και πολύ σωστά), τη δικηγορική περιβολή ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τούτη καθορίζεται πια (και το προσθέτω σημειώνοντας τη μεταβολή που έκτοτε έλαβε χώραν), στην Εγκύκλιο 111 του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 3.2.10, με την οποία καταργήθηκαν όλες οι προηγούμενες. Η εν λόγω εγκύκλιος (που ίσχυε κατά τους κρίσιμους χρόνους), προβλέπει και τα εξής: «Α. Περιβολή Δικαστών εντός του Δικαστηρίου: 1.Εντός του Δικαστηρίου οι Δικαστές θα φέρουν δικαστική τήβεννο, μαύρο σακάκι, άσπρο πουκάμισο, άσπρο κολάρο καθώς και το ειδικό περιλαίμιο (bands). Οι Γυναίκες Δικαστές, εκτός των πιο πάνω, δύνανται να φέρουν φούστα ή παντελόνι, σκούρου χρώματος. 2.Η πιο πάνω περιβολή δεν είναι αναγκαία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ήτοι κατά την περίοδο από 1η Ιουνίου μέχρι 30η Σεπτεμβρίου, αμφοτέρων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων. Αυτή την περίοδο, οι άνδρες Δικαστές θα φέρουν μαύρο σακάκι, άσπρο πουκάμισο, ειδικό περιλαίμιο (bands) ή γραβάτα σκούρου χρώματος. Οι Γυναίκες Δικαστές, θα φέρουν μαύρο κοστούμι (με φούστα ή παντελόνι) και άσπρο κλειστό πουκάμισο. Διευκρινίζεται ότι σε πολυμελείς συνθέσεις, οι Δικαστές θα φέρουν το ειδικό περιλαίμιο. Β. Περιβολή Δικηγόρων εντός του Δικαστηρίου:
  1. Δικηγόροι που εμφανίζονται ενώπιον των Δικαστηρίων θα φέρουν τη δικηγορική τήβεννο, μαύρο σακάκι, άσπρο πουκάμισο, άσπρο κολάρο καθώς και το ειδικό περιλαίμιο (bands). Οι Γυναίκες Δικηγόροι, εκτός των πιο πάνω, δύνανται να φέρουν φούστα ή παντελόνι σκούρου χρώματος.
  2. Η πιο πάνω περιβολή δεν είναι αναγκαία: (α) κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ήτοι κατά την περίοδο από 1η Ιουνίου μέχρι 30η Σεπτεμβρίου, αμφοτέρων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων. (β) κατά τις εμφανίσεις των Δικηγόρων (ανεξαρτήτως περιόδου) ενώπιον των Επαρχιακών Δικαστηρίων και των Δικαστηρίων Ειδικής Δικαιοδοσίας, όταν η εμφάνιση δεν αφορά ακρόαση. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, δηλ. 2(α) και 2(β) ανωτέρω, οι άνδρες Δικηγόροι θα φέρουν μαύρο σακάκι, άσπρο πουκάμισο, γραβάτα σκούρου χρώματος ή ειδικό περιλαίμιο (bands). Οι γυναίκες Δικηγόροι, μαύρο κοστούμι (με φούστα ή παντελόνι) και άσπρο πουκάμισο κλειστό. Διευκρινίζεται ότι όλοι οι Δικηγόροι (άνδρες και γυναίκες) σε όλες τις εμφανίσεις τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και των Κακουργιοδικείων, εξαιρουμένης της καλοκαιρινής περιόδου, θα φέρουν την υπό το σημείο Β §1 περιγραφόμενη περιβολή. Γ. Εάν δικηγόρος εμφανιστεί ενώπιον Δικαστή χωρίς να είναι κατάλληλα ενδεδυμένος πρέπει να επιστηθεί η προσοχή του στο γεγονός αυτό από το Δικαστή και να του παρασχεθεί χρόνος να ενδυθεί κατάλληλα». Η επιβολή περιορισμών στον τρόπο συμπεριφοράς των δικηγόρων ενώπιον των Δικαστηρίων - χωρίς, εννοείται, οποιαδήποτε αντισυνταγματική διάκριση λόγω κοινότητας, φυλής, χρώματος, θρησκείας, γλώσσας, φύλου, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, πλούτου, κοινωνικής τάξης ή οιουδήποτε άλλου λόγου βάσει του Άρθρου 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. γενικώς, Α Ν Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Τυπογραφεία Καΐλα, 2001, σελ. 173-180, Κ Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα & Ελευθερίες, Νομική Βιβλιοθήκη ΑΕΒΕ, 2015, σελ. 446-467) - δεν είναι άγνωστη στο Δίκαιο, ή αυτομάτως και κρισίμως περιοριστική στην ενάσκηση του λειτουργήματος των δικηγόρων και του κεφαλαιώδους ρόλου που διαδραματίζουν ως μεσάζοντες μεταξύ κοινωνίας και Δικαστηρίων. Δεδομένου πάντα, πως οι περιστολές αυτές σταχυολογούνται, ανά περίπτωσιν, ως δικαιϊκώς εύλογες και επιβαλλόμενες (βλ. κατ' αναλογίαν, Amihalachioaie v Moldova, Application No. 60115/00, ημ. 20.7.04, Lindos Constructions Ltd v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 ΑΑΔ 17), στο πλαίσιο (και) της αναγκαιότητας διασφάλισης του κύρους της Δικαστικής Εξουσίας (βλ. γενικώς, Λ-Α Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Νομική Βιβλιοθήκη ΑΕΒΕ, 2013, σελ. 427-429). Στην Kara v The United Kingdom, Application No. 36528/97, ημ. 22.10.98, ο αιτητής - που ήταν αμφισεξουαλικός τραβεστί (bisexual male transvestite) - υπηρετούσε σε δημοτική αρχή τού Λονδίνου. Κατά την εργοδότηση του (και από καιρού εις καιρόν), ντυνόταν με γυναικεία ρούχα, συμπεριλαμβανομένων και φορεμάτων. Ως παρεπόμενο της ένδυσης του αυτής, ο αιτητής έτυχε εσωτερικού ελέγχου όπου και του υποδείχθηκε πως το ντύσιμο του εν ώρα εργασίας ανησυχούσε την εργοδότρια δημοτική αρχή. Ο αιτητής αποφάσισε εθελουσίως να μην ντύνεται με γυναικεία ρούχα στη δουλειά του. Ωστόσο, η όλη του συμπεριφορά ετέθη υπό επόπτευση. Σε μεταγενέστερο στάδιο έτυχε εκτενέστερης εσωτερικής έρευνας. Στη συνέχεια, έλαβε επιστολή από το αρμόδιο τμήμα με την οποία καλείτο να τερματίσει την ένδυση του με γυναικεία ρούχα κατά τη διάρκεια της εργασίας του εξαιτίας τού ότι η συμπεριφορά του συγκρουόταν με τον ισχύοντα Κώδικα Συμπεριφοράς της δημοτικής αρχής. Η τελευταία, δεν είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους καθορισμένη γραπτή πολιτική για τον τρόπο ενδυμασίας των υπαλλήλων της. Απαιτείτο όμως από όλο το υπαλληλικό προσωπικό να είναι (μεταξύ άλλων) πρεπόντως ενδεδυμένο. Μετά ταύτα, η δημοτική αρχή υιοθέτησε και γραπτή πολιτική ενδυμασίας στο χώρο εργασίας με πρόθεση τη βελτίωση του προφίλ της κατά τις συναλλαγές της με το κοινό, τους επιχειρηματίες και τις κρατικές υπηρεσίες. Αυτή η πολιτική εφαρμοζόταν το ίδιο για τους άνδρες και τις γυναίκες υπαλλήλους. Ο αιτητής προσέφυγε σε πρωτοβάθμιο όργανο επίλυσης εργατικών διαφορών (Industrial Tribunal), ισχυριζόμενος δυσμενή διάκριση σε βάρος του ένεκα φύλου, κατά παράβαση του Άρθρου 1 του Sex Discrimination Act
  1. To πρωτοβάθμιο όργανο απέρριψε το παράπονο, αποφαινόμενο ότι η δημοτική αρχή (γνησίως και βασίμως), θεώρησε πως η ενδυμασία του αιτητή παραβίαζε την πολιτική της. Τούτος, εφεσίβαλε την απόφαση σε δευτεροβάθμιο σώμα επίλυσης εργατικών διαφορών (Employment Appeal Tribunal). Η έφεση απορρίφθηκε, με τον αιτητή να τυγχάνει και προτροπής ότι τυχόν καταφυγή του στο Αγγλικό Εφετείο θα αποδεικνυόταν ατελέσφορος. Ως εκ τούτου, κατέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιμένοντας πως η πολιτική της δημοτικής αρχής για την ενδυμασία των υπαλλήλων παραβίαζε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής του ζωής, κατά παράβαση του Άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»), το δικαίωμα του να εκφράζεται διά της ενδυμασίας του ως ήθελε, κατά παράβαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (Ελευθερία Έκφρασης), εξοβελίζοντας συνάμα (η επίδικη πολιτική) και το δικαίωμα του για αποτελεσματική θεραπεία βάσει του Άρθρου 13 της ΕΣΔΑ (Δικαίωμα Πραγματικής Προσφυγής), αλλά και το δικαίωμα του να μην υπόκειται σε δυσμενή διάκριση, κατά παράβαση του Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ (Απαγόρευση των Διακρίσεων). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (European Commission of Human Rights), έκρινε αβάσιμο το παράπονο - παρόλο που θεώρησε την επιβολή ορίων στον τρόπο ενδυμασίας ως παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ατόμου - και τούτο γιατί εν προκειμένω η απόφαση της δημοτικής αρχής ήταν δικαιολογημένη βάσει του Άρθρου 8.2 της ΕΣΔΑ, όντας αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία προς εξασφάλιση καθορισμένων και αναλογικών επιζητήσεων. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απέρριψε και τους ισχυρισμούς περί παραβίασης του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης του αιτητή (που δεν είναι επίδικο γεγονός στη δική μας περίπτωση), υπογραμμίζοντας πως δεν είχε αποδειχθεί ότι οι επίδικοι ενδυματολογικοί κανονισμοί απέτρεψαν τον αιτητή από το να εκφράσει συγκεκριμένη γνώμη ή ιδέα διά της ενδυμασίας του κατά την ώρα της εργασίας του. Για τα περί δυσμενούς διάκρισης, αποφασίστηκε πως οι αιτιάσεις του αιτητή δεν κατέδειξαν πώς άλλα πρόσωπα σε ανάλογη ή παρόμοια κατάσταση με αυτόν απολάμβαναν ευνοϊκής μεταχείρισης, ενώ απορρίφθηκε και το επιχείρημα του περί καταπάτησης του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, δοθέντος ότι δεν απέδειξε συζητήσιμη υπόθεση για παραβίαση οιουδήποτε δικαιώματος του βάσει της ΕΣΔΑ. Πιο συγκεκριμένα (και για όλα αυτά), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επισήμανε τα ακόλουθα στην απόφαση της (τα οποία παραθέτω για ακόμη καλύτερη κατανόηση του υπό συζήτηση σκεπτικού): «
  2. The applicant complains that the dress code policy imposed by Hackney Council effectively preventing him from wearing a dress at work constitutes an arbitrary interference with his private life contrary to Article 8 of the Convention which provides as relevant: "
  3. Everyone has the right to respect for his private and family life.
  4. There shall be no interference by a public authority with the exercise of this right except such as is in accordance with the law and is necessary in a democratic society . for the protection of the rights and freedoms of others". The Commission finds that constraints imposed on a person's choice of mode of dress constitute an interference with the private life as ensured by Article 8 para. 1 of the Convention (see McFeeley v. the United Kingdom No. 8317/78, Dec. 15.5.80, D.R. 20, p. 91). It is therefore necessary to examine whether this interference was justified under Article 8 para. 2, for which three conditions must be satisfied: the interference must be "in accordance with the law", it must pursue one or more of the legitimate aims enunciated in paragraph 2 of Article 8 and it must be "necessary in a democratic society" to achieve any one of those legitimate aims (Eur. Court HR, Olsson judgment of 24 March 1988, Series A no. 130, p. 29, para. 59, referring to Eur. Court HR, W v. UK judgment of 8 July 1987, Series A no. 121, p. 27, para. 59). The Commission recalls that the Council's restriction on the choice of mode of dress of its employees was based on its internal policy which was confirmed by the Industrial Tribunal to be lawful. Accordingly, the Commission considers that the interference was "in accordance with the law" within the meaning of Article 8 para. 2 of the Convention. The Commission further recalls that the aim of its dress policy as stated by the Council in April 1994 was to enable it to enhance its image in its dealings with the public, the business community and representatives of Government. Accordingly, the Commission considers that the interference could be said to pursue the legitimate aim of "the protection of the rights of others", in the sense of protecting its own proper functioning and carrying out of its duties on behalf of the public. As to whether the interference was "necessary in a democratic society", the Commission recalls that this phrase corresponds to the existence of a "pressing social need" in particular, the interference must be proportionate to the legitimate aim pursued (Eur. Court HR, Beldjoudi v. France judgment of 26 March 1992, Series A no. 234, p. 27, para. 74). The Contracting States however, have a certain margin of appreciation in assessing whether such a need exits, but this goes hand in hand with a European supervision (Eur. Court HR, Silver and others v. the United Kingdom judgment of 25 March 1983, Series A no. 61, pp. 37-38, para. 97). The Commission notes that the rules as to the mode of dress at work affected the applicant during work hours on work premises and that at other times he remained at liberty to dress as he wished. The Commission considers that employers may require their employees to conform to certain dress requirements which are reasonably related to the type of work being undertaken eg. safety helmets, hygienic coverings, uniforms. This may also involve requiring employees, who come into contact with the public or other organisations to conform to a dress code which may reasonably be regarded as enhancing the employer's public image and facilitating its external contacts. While the applicant has disputed that the Council provided support for its claims that the way he dressed prejudiced its external image and the extent to which he came into contact with members of the public and the representatives of other bodies in his daily work, the Commission notes that the applicant did not deny that he had contacts outside his own office and it is satisfied that the requirements in this case, that employees dress "appropriately" to their gender, may be reasonably regarded by the employer as necessary to safeguard their public image. Having regard to the circumstances of the case, any restrictions on the applicant's ability to dress at work in the manner which he perceives as expressing his personality and fostering personal relationships was not disproportionate. The Commission finds that the interference in this case may be regarded as necessary in a democratic society for the aim of protecting the rights of others within the meaning of Article 8 para. 2 of the Convention. This complaint must therefore be rejected as manifestly ill-founded within the meaning of Article 27 para. 2 of the Convention.
  5. The applicant complains that the restriction on his mode of dress constitutes an interference with his right to freedom of expression in violation of Article 10 which provides as relevant : "
  6. Everyone has the right to freedom of expression. This right shall include freedom to hold opinions and to receive and impart information and ideas without interference by public authority and regardless of frontiers". The Commission finds that although the right to freedom of expression may include the right for a person to express his ideas through the way he dresses (No. 11674/85, Dec. 3.3.86, D.R. 46, p. 245 at p. 247), it has not been established on the facts of this case that the applicant has been prevented from expressing a particular opinion or idea by means of his clothing. The Commission concludes, therefore, that an examination of this complaint as it has been submitted fails to disclose any appearance of a violation of Article 10 of the Convention. It follows that this part of the application must also be rejected as being manifestly ill founded within the meaning of Article 27 para. 2 of the Convention.
  7. The applicant further complains of a violation of Article 14 when read in conjunction with Articles 8 and 10 of the Convention. Article 14 of the Convention provides: "The enjoyment of the rights and freedoms set forth in this Convention shall be secured without discrimination on any ground such as sex, race, colour, language, religion, political or other opinion, national or social origin, association with a national minority, property, birth or other status." The case-law of the Convention organs establishes that it is not every difference in treatment which constitutes discrimination within the meaning of Article 14 of the Convention. It must be established that other persons in an analogous or relevantly similar situation enjoy preferential treatment and that there is no reasonable or objective justification for this distinction (see eg. Eur. Court HR, Van der Mussele judgment of 21 November 1982, Series A no. 70, Fredin v. Sweden (No. 1) judgment of 18 February 1991 Series A no. 192, p. 19, para. 60). The Commission recalls that the applicant claims that he has been sanctioned for dressing as a "female" whereas the same restrictions have not been applied to women who have been permitted to wear masculine clothes at work. The Commission notes that this complaint was considered by the Industrial Tribunal which accepted the evidence of the Council that, in respect of the example relied on by the applicant of a woman wearing black trousers and a white shirt, this style of dress was smart and wholly appropriate to the job which she did. It found no indication that the policy of requiring appropriate dress was not applied to both genders. The Commission observes that the range of dress which is considered appropriate for a woman may be wider than that available to a man. However, that does not disclose any basis on which the Commission may find that the applicant was subjected to a different rule on the basis that he was a man, rather than a woman. The Commission concluded that the applicant's complaints disclose no appearance of discrimination on the ground of sex. They must therefore be rejected as manifestly ill founded within the meaning of Article 27 para. 2 of the Convention.
  8. The applicant also complains under Article 13 of the Convention which provides that: "Everyone who's rights and freedoms as set forth in this Convention are violated shall have an effective remedy before a national authority notwithstanding that the violation has been committed by persons acting in an official capacity". The Commission recalls that Article 13 does not require a remedy under domestic law in respect of any alleged violation of the Convention. It only applies if the individual can be said to have an arguable claim of a violation of the Convention (Eur. Court HR, Boyle and Rice v. the United Kingdom judgment of 27 April 1988, Series A no. 131, p. 23, para. 52). The Commission finds that the applicant cannot be said, in light of its findings above to have an arguable claim of a violation of his Convention rights. It follows that this complaint must be rejected as manifestly ill-founded within the meaning of Article 27 para. 2 of the Convention. For these reasons, the Commission, by a majority, DECLARES THE APPLICATION INADMISSIBLE». Επαναβεβαιώνεται από τα ανωτέρω η στοιχειώδης αρχή δικαίου -φυόμενη τόσο από το Άρθρο 14 της ΕΣΔΑ όσο και από το Άρθρο 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας - πως η οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση (σε σχέση και με το σεξουαλικό προσανατολισμό, η έννοια του οποίου αναμφιβόλως καλύπτεται από το Άρθρο 14 της ΕΣΔΑ), δεν αποτελεί αυτομάτως και απαρεγκλίτως απαγορευμένη διάκριση, νοουμένου ότι η αφορούσα διαφορετική μεταχείριση συνοδεύεται από αντικειμενική και εύλογη δικαιολόγηση. Η τελευταία, προϋποθέτει την επιδίωξη θεμιτού σκοπού και την ύπαρξη εύλογης αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και της επιδιωκόμενης στόχευσης και αυτό, ακριβώς, είναι που βρίσκεται στον πυρήνα του δικαστικού ελέγχου (βλ. Λ-Α Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Νομική Βιβλιοθήκη ΑΕΒΕ, 2013, σελ. 500-509). Ο Δικαστής σε αμφότερα τα περιστατικά (υπό την διατυπωθείσα αίρεση τού ακριβούς των ημερομηνιών και των υποθέσεων στις οποίες τούτες κατ' ισχυρισμόν αφορούν), ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, τηρώντας προς τούτο (και ως συνάγεται από το σύνολο της αξιόπιστης μαρτυρίας αλλά και κατά μαχητό τεκμήριο που δεν ανατράπηκε), την Εγκύκλιο 111 του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είχε υποχρέωση να την εφαρμόσει και τo έπραξε δεόντως (βλ. κατ' αναλογίαν, St George' s Car Hire Limited v Έπαρχου Λεμεσού
(1995)2 ΑΑΔ 96). Δεν ενήργησε παράνομα ή εκδικητικά αλλά ούτε και στοχοποιημένα εναντίον της ενάγουσας. Αυτό θα ήταν αδιανόητο. Μέλημα του, ως εξάγεται (και) από το Πρακτικό-Τεκμήριο 8, ήταν η διασφάλιση του κύρους της δικαστικής διαδικασίας. Ουδέποτε έθιξε τη γενετήσια ταυτότητα ή το σεξουαλικό προσανατολισμό της ενάγουσας, μετατρέποντας την τουτέστιν σε αντικείμενο αμφισβήτησης ή χλευασμού. Η προειδοποίηση του προς την ενάγουσα για την ενδυματολογική της αστοχία έγινε δημοσίως, δίχως αυτό να απαγορεύεται από την Εγκύκλιο 111 του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή από οποιοδήποτε άλλο κανόνα πρακτικής. Η ενάγουσα - που γνώριζε τους σχετικούς κανονισμούς εμφάνισης ενώπιον Δικαστηρίου (ως παραδέχτηκε εναντίον του συμφέροντος της κατά την αντεξέταση) - δεν είχε κατά το πρώτο περιστατικό (στις 11.9.12), αλλάξει την καταχώρηση της στο Μητρώο των Δικηγόρων ώστε να περιγράφεται ως γυναίκα δικηγόρος ή όπως και να έχει το πράγμα, ως «Αντριάνα Κλαΐδη». Ούτε και κατά το δεύτερο παρουσιαζόμενο ως περιστατικό (την ή περί την 24.9.12), αποδείχθηκε ότι υπήρξε έγκυρη αλλαγή των στοιχείων της ενάγουσας στο Μητρώο των Δικηγόρων, ή ότι η παράτυπη αλλαγή των στοιχείων που είχε σημειωθεί στο μητρώο αυτό (ως την εξήγησε ο Θεόδωρος Ιωαννίδης (ΜΥ1)), κατέστη δημοσίως, θεσμικώς και δεσμευτικώς γνωστή για τον Δικαστή ώστε να τίθεται εδώ θέμα διαφορετικής συνειρμικής προσέγγισης, ξέχωρα πάντοτε από το γεγονός (και ας μην υποβιβάζεται η σημαντικότητα της διάστασης αυτής), ότι τα όσα εξέφρασε η ενάγουσα εν σχέσει (και με αυτό) το φερόμενο επεισόδιο, παρέμειναν μετέωρα αξιόπιστου υποβάθρου. Κατά τα άλλα, καθιστώ ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου τα υπόλοιπα αναφερθέντα από τους μάρτυρες που κατέθεσαν για τον εναγόμενο, ως έχουν συνοψισθεί. Στη βάση των όσων προσπάθησα να αναλύσω (με κατά νουν και το καθοδηγητικό σκεπτικό στην Kara v The United Kingdom, Application No. 36528/97, ημ. 22.10.98, με τις ανάλογες αναπροσαρμογές) - όχι όμως μόνο γι' αυτό - η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προέταξε στην Έκθεση Απαίτησης για το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής της ζωής (Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ), της ίσης μεταχείρισης (Άρθρο 14 της ΕΣΔΑ), της αποτελεσματικής θεραπείας (Άρθρο 13 της ΕΣΔΑ), της «. απαγόρευσης ταπεινωτικής μεταχείρισης» (κατά παράβαση, ως αντιλαμβάνομαι, του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ) και της «. πρόσβασης στο Δικαστήριο» (σε αντίθεση, ως κατανοώ, του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ) [βλ. γενικώς για τα δύο τελευταία άρθρα της ΕΣΔΑ, Λ-Α Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Νομική Βιβλιοθήκη ΑΕΒΕ, 2013, σελ. 99-125 και 191-251]. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.