FBME BANK LTD ν. Αρχής Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 5838/15, 17/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A565 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5838/15 FBME BANK LTD Εναγόντων και
- Αρχής Εξυγίανσης
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Ντίνου Χριστοφίδη
- Άντριου (Andrew) Ανδρονίκου Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου,
- Αίτηση Ημερομηνίας 24.11.15 Για Έκδοση Ενδιάμεσων Απαγορευτικών Διαταγμάτων ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Οι κ.κ. Γ. Ζ. Γεωργίου και Κ. Λαμπριανίδης, για Γιώργο Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και κ. Κ. Δαμιανός, για Μαρκίδης, Μαρκίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Δ.Θ.232). Για τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση: Η κ. Θ. Ραφτοπούλου, για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια ΔΕΠΕ (Δ.Θ.277). Για τον Εναγόμενο 4/Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ. Π. Κούρτελλος, για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Δ.Θ.19). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές εξαιτούνται: «Α) Ενδιάμεσο διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει και/ή να απαγορεύει κα/ή να εμποδίζει τους Καθ' ων η αίτηση 2 ή/και τους αξιωματούχους, διευθυντές, υπαλλήλους, αντιπροσώπους και εντολοδόχους αυτών από το να μεταφέρουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο μειώσουν και/ή αποξενώσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή επιβαρύνουν τα πιστωτικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς που τηρεί η Ενάγουσα ή/και το Υποκατάστημα της Ενάγουσας στην Κύπρου ή/και κρατώνται εις πίστην της Ενάγουσας ή/και του Υποκαταστήματος της Ενάγουσας από τους Καθ' ων η Αίτηση 2, μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Β) Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 - 4 και/ή τους αξιωματούχους, διευθυντές, υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εντολοδόχους αυτών, από του να πετάξουν, καταστρέψουν, διαγράψουν, τροποποιήσουν ή άλλως αλλοιώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε έγγραφο ή αντίγραφο εγγράφου (συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ηλεκτρονικού ή μαγνητικού αρχείου, ανεξάρτητα από την μορφή αυτού, στο οποίο καταγράφονται ή αποθηκεύονται πληροφορίες συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων ή ηλεκτρονικών αρχείων που αποθηκεύονται σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό υπολογιστή, κασέτα, δισκέτα (floppy disk), δίσκο (drive), σκληρό δίσκο (hard drive), ψηφιακό δίσκο (CD/DVD) ή αλλού) και/ή οποιεσδήποτε πληροφορίες που να σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα πιστωτικά υπόλοιπα που ανήκουν ή/και που κρατούσαν εις πίστην της Ενάγουσας ή/και του Υποκαταστήματος της Ενάγουσας και που είναι κατατεθειμένα στην Καθ' ης η Αίτηση 2 επ' ονόματι της Ενάγουσας ή/και του Υποκαταστήματος της Ενάγουσας μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό». Η αίτηση εδράζεται νομικώς (και μεταξύ άλλων), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και πραγματικώς, επί της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης του Ayoub-Farid Michel Saab, εκτελεστικού διευθυντή και κατόχου του 50% των μετοχών των εναγόντων/αιτητών. Εκεί - με παραπομπή (και) σε 26 επισυνημμένα τεκμήρια - διασαφηνίζονται (με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης), οι λόγοι για τους οποίους οι ενάγοντες/αιτητές θεωρούν αδήριτη την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση εγείρουν ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων. Οι συγκεκριμενοποιημένες ενστάσεις των εναγομένων 1, 2/καθ' ων η αίτηση και του εναγόμενου 4/καθ' ου η αίτηση, αποτυπώνονται στο σώμα των αντίστοιχων Ειδοποιήσεων Περί Πρόθεσης Ένστασης και αιτιολογούνται στις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις. Αρχικώς, η αίτηση είχε καταχωρισθεί ως μονομερής (στις 24.11.15), πλην όμως το Δικαστήριο (με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 26.11.15), αποφάσισε την επίδοση της προς τους καθ' ων η αίτηση. Κατά τη χθεσινή ακροαματική διαδικασία, οι ενάγοντες/αιτητές - μετά από δήλωση του συνηγόρου του εναγόμενου 3/καθ' ου η αίτηση, πως αναλαμβάνει «. υποχρέωση ότι ο πελάτης μου δεν θα προβεί στις πράξεις ή παραλείψεις που αφορούν το (Β)» (εννοεί το (Β) της επίδικης αίτησης) - απέσυραν το αιτητικό αυτό εναντίον του εν λόγω εναγόμενου /καθ' ου η αίτηση (που ήταν και το μόνο που στρεφόταν εναντίον του τελευταίου). Ως εκ τούτου, η ακροαματική διαδικασία προχώρησε για τους υπόλοιπους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση. Κατά την εκδοχή των εναγόντων/αιτητών, τούτοι συνεισφέρουν στο Ταμείο Προστασίας Καταθετών από της δημιουργίας του συμφώνως των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
- Σκοπός του Ταμείου Προστασίας Καταθετών είναι η προστασία των καταθετών πιστωτικών ιδρυμάτων μέχρι του ποσού των €100.000,00, στην περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο διατηρούνται οι καταθέσεις αδυνατεί να αποπληρώσει τις καταθέσεις των καταθετών. Περί την 16.11.15, οι ενάγοντες/αιτητές είχαν κατατεθειμένα σε λογαριασμό στο όνομα τους που διατηρείται με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (εναγόμενη 2/καθ' ης η αίτηση), συνολικό ποσό ύψους €161,240.000,00 (βλ. Τεκμήριο 20 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Από αυτό, ποσό €12,467.577,00 αποτελεί, ως λέγουν, τα εκ του νόμου προβλεπόμενα κατώτατα αποθεματικά που οφείλει να διατηρεί το κυπριακό υποκατάστημα των εναγόντων/αιτητών («το υποκατάστημα»). Ένα ποσό της τάξης των €137,681.130,39 (από τα κεφάλαια που διατηρούνται με την εναγόμενη 2/καθ' ης η αίτηση προς όφελος των εναγόντων/αιτητών), παραχωρήθηκαν εθελοντικώς από τους τελευταίους προς την εναγόμενη 2/καθ' ης η αίτηση στις 18.7.15 και 19.11.15, από λογαριασμό που οι ενάγοντες/αιτητές διατηρούσαν στο εξωτερικό, με την προϋπόθεση πως τα κεφάλαια θα χρησιμοποιούνταν από την εναγόμενη 2/καθ' ης η αίτηση για την ικανοποίηση των λειτουργικών εξόδων του υποκαταστήματος. Την 19.11.15, οι ενάγοντες/αιτητές έλαβαν επιστολή από την εναγομένη 2/καθ' ης η αίτηση (βλ. Τεκμήριο 24 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), στην οποία η εναγόμενη 2/καθ΄ης η αίτηση καθόρισε την πρόθεση της να ανακαλέσει την τραπεζική άδεια του υποκαταστήματος ένεκα (μεταξύ άλλων), μειωμένης ρευστότητας. Ισχυρίζονται επί τούτω οι ενάγοντες/αιτητές, πως καθίσταται εμφανές από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής πως η εναγομένη 2/καθ' ης η αίτηση σκοπεύει να ανακαλέσει την άδεια του υποκαταστήματος και μετέπειτα να το εκκαθαρίσει. Τούτο, θα ενεργοποιήσει το Ταμείο Προστασίας Καταθετών και θα επιτρέψει στην εναγομένη 2/καθ' ης η αίτηση να οικειοποιηθεί τα κεφάλαια τα οποία κατακρατεί παρανόμως. Μάλιστα, οι σχεδιασμοί αυτοί της εναγόμενης 2/καθ' ης η αίτηση τροχοδρομήθηκαν με προμελετημένο τρόπο, από καιρό και αυτό συνάγεται (πάντα κατά τις θέσεις των εναγόντων/αιτητών) και από το περιεχόμενο της επιστολής-Τεκμήριο
- Καθίσταται φανερό για τους ενάγοντες/αιτητές, πως προεξάρχουσα έγνοια της εναγομένης 2/καθ' ης η αίτηση είναι η προστασία του ταμιευτικού της συμφέροντος και όχι το δημόσιο συμφέρον ή η προστασία των καταθετών εντός του πλαισίου των αφορούντων νομοθετικών ρυθμίσεων. Η εναγομένη 2/καθ' ης η αίτηση (με τη συνδρομή των υπολοίπων εναγομένων/καθ' ων η αίτηση), έχει δεσμεύσει παρανόμως και κατακρατεί τα κεφάλαια των εναγόντων/αιτητών για να χρηματοδοτήσει το Ταμείο Προστασίας Καταθετών στην περίπτωση εκκαθάρισης (των εναγόντων/αιτητών). Περιπλέον, οι εναγόμενοι 2, 4/καθ' ων η αίτηση χρησιμοποίησαν μέρος των κεφαλαίων αυτών για να προβούν σε πληρωμές ύψους €125.000,00, τις οποίες δεν μερίμνησαν να αποκαλύψουν προηγουμένως προς τους ενάγοντες/αιτητές. Η περί ης ο λόγος πληρωμή, παραμένει αδικαιολόγητη «. και έκφανση απατηλής συμπεριφοράς, κακής πίστης και προφανούς κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους των Καθ' ων 2 και 4» (κατά τη γραπτή αγόρευση των εναγόντων/αιτητών). Συνιστά έτερη θέση των τελευταίων πως τα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν, διότι μόνο έτσι θα καταστεί εφικτή η προστασία των δικαιωμάτων τους από την καταχρηστική συμπεριφορά των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και πως εάν τα επίδικα κεφάλαια δεν παγοποιηθούν και παραμείνουν στη διάθεση της εναγομένης 2/καθ' ης η αίτηση, θα διασπαθιστούν διά πληρωμών που δεν προβλέπονται από την ισχύουσα και εφαρμοζόμενη στην περίπτωση νομοθεσία. Λόγω της ανάκλησης της τραπεζικής του άδειας, το υποκατάστημα θα τεθεί υπό εκκαθάριση και ο εκκαθαριστής που θα διοριστεί για τους σκοπούς της εκκαθάρισης, όντας διορισμένος από τους εναγόμενους 1, 2/καθ' ων η αίτηση, θα είναι πολύ αμφίβολο (αν όχι αδύνατον), ότι θα στραφεί εναντίον των εντολέων του και πιο συγκεκριμένα, κατά της εναγομένης 2/καθ' ης η αίτηση επιδιώκοντας επιστροφή κεφαλαίων των εναγόντων/αιτητών που χρησιμοποιήθηκαν (ή θα έχουν χρησιμοποιηθεί), για τη (φερόμενα) παράνομη χρηματοδότηση του Ταμείου Προστασίας Καταθετών. Βάσει αυτών των προτασσόμενων γεγονότων, οι ενάγοντες/αιτητές περαίνουν πως ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για έκδοση των διαταγμάτων. Κατά τη γνώμη των εναγομένων 1, 2/καθ' ων η αίτηση, δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Επεκτείνοντας την άποψη τους, οι εναγόμενοι 1, 2/καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία τονίζοντας (ανάμεσα σε άλλα), πως οι ενάγοντες/αιτητές είχαν μεταφέρει εκουσίως (την 18.7.14), στο λογαριασμό του υποκαταστήματος ποσό ύψους €100.000,
- Η μεταφορά αυτή έλαβε χώραν προτού τεθεί υπό εξυγίανση το υποκατάστημα και αποσκοπούσε στο να είναι άμεσα διαθέσιμο για την αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων του υποκαταστήματος και των συναφών λειτουργικών του εξόδων. Ακολούθως, την 19.11.14 ο ίδιος λογαριασμός πιστώθηκε με άλλο ποσό, και πάλι με οδηγίες των εναγόντων/αιτητών αλλά και με τη σύμφωνη γνώμη του ειδικού διαχειριστή στην Κύπρο. Ο λογαριασμός του υποκαταστήματος χρησιμοποιείται (και) για την αποπληρωμή των καταθετών με βάση το ανώτατο όριο ανάληψης που καθορίζεται από καιρού εις καιρόν αναλόγως της διαθέσιμης ρευστότητας του υποκαταστήματος. Νομίμως είναι που το ποσό των €161.240,00 βρίσκεται σήμερα κατατεθειμένο (εις πίστην του υποκαταστήματος), αποτελών περιουσιακό στοιχείο του τελευταίου κατά τα προνοούμενα στον Περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο 158/
- Συνεπώς, τα όσα κατά τους ενάγοντες/αιτητές συνθέτουν τις βάσεις αγωγής τους συγκρούονται με τα ανά χείρας γεγονότα μια και (εκτός των άλλων), το υποκατάστημα λειτουργεί σε αυτόνομη βάση με δικά του ξεχωριστά λογιστικά βιβλία και οικονομικές καταστάσεις που τυγχάνουν ετήσιου ελέγχου από εξωτερικούς ελεγκτές. Στις οικονομικές καταστάσεις (όπως και σε άλλες που υποβάλλει το υποκατάστημα σε τακτική βάση προς την εναγομένη 2/καθ' ης η αίτηση), παρατίθενται όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένου του υπολοίπου των καταθέσεων του με την τελευταία. Ποσώς, λοιπόν, τεκμηριώνεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η όποια ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Πέραν τούτου - και σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - είναι άποψη των εναγόντων/αιτητών πως ο λόγος για τον οποίο θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον έγκειται στο ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης του υποκαταστήματος τα κεφάλαια θα χρησιμοποιηθούν για να πληρωθεί το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων, με επακόλουθο το τελευταίο να βρεθεί σε καλύτερη και πιο προνομιακή κατάταξη από εκείνη που προβλέπεται στη σχετική νομοθεσία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση και με δοσμένο πως το υποκατάστημα βρίσκεται υπό εξυγίανση, εφαρμόζεται (ως υποστηρίζουν οι εναγόμενοι 1,2/καθ' ων η αίτηση), ειδικώς το άρθρο 4 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13, εκτός του ότι η τήρηση των υπολοίπων στο λογαριασμό του υποκαταστήματος δεν αποτελεί εξασφάλιση για το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων, με τα υπόλοιπα να είναι ελεύθερα οποιασδήποτε επιβάρυνσης. Με βάση το άρθρο 5 των Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών, σε περίπτωση ενεργοποίησης του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων, η Διαχειριστική Επιτροπή του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων θα πρέπει να αποζημιώσει τους ασφαλισμένους καταθέτες του υποκαταστήματος. Ενόψει τούτου, θα καταστεί και η ίδια πιστωτής του υποκαταστήματος σε αντικατάσταση των ασφαλισμένων καταθέσεων που θα αποζημιωθούν. Με βάση το άρθρο 4 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/13, σε περίπτωση εκκαθάρισης ιδρύματος που βρίσκεται υπό εξυγίανση, ποσά οφειλόμενα προς το Ταμείο Προστασίας Καταθετών καταβάλλονται συμφώνως της σειράς προτεραιότητας που προβλέπει το άρθρο 4 του ιδίου νομοθετήματος. Κατ' ακολουθίαν, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι 1, 2/καθ' ων η αίτηση, οι ενάγοντες/αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, καίτοι οι ισχυρισμοί τους (και) επί αυτής της πτυχής, είναι εν πάση περιπτώσει γενικοί και αόριστοι δίχως να συνοδεύονται από μαρτυρία πώς η ζημιά που υποτίθεται ότι θα ανακύψει, θα είναι ανεπανόρθωτη. Αντιθέτως, αυτό που εξάγεται είναι πώς (σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής), οι ζημιές των εναγόντων/αιτητών θα είναι μετρήσιμες σε χρήμα, υπό την αίρεση πάντοτε απόδειξης τους (και με δεδομένη την ικανότητα των εναγομένων 1, 2/καθ' ων να την ικανοποιήσει). Συναποτελεί αντίληψη του εναγόμενου 4/καθ' ου η αίτηση, ότι οι ενάγοντες/αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο με συνεπόμενο η πράξη τους αυτή να συγκρούεται με την καλή πίστη που συνοδεύει αιτήματα όπως αυτά που ζητούνται σήμερα. Πιο συγκεκριμένα, δεν αποκάλυψαν πως το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε ενδιάμεση αίτηση των εναγόντων/αιτητών στην Προσφυγή 1024/14 (FBME BANK LTD v Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Άλλης), που είχε καταχωρισθεί εναντίον του διατάγματος εξυγίανσης, μαζί με ενδιάμεση αίτηση για αναστολή του υπό αναφορά διατάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση στις 8.8.14, στη βάση ότι δεν φανερώνεται οποιαδήποτε παρανομία από πλευράς της Αρχής Εξυγίανσης και ότι (από το υλικό που είχε στη διάθεση της η τελευταία), της ήταν επιτρεπτό να καταλήξει στην επίδικη απόφαση, χωρίς να προκύπτει πως οι ενάγοντες/αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων (εκεί) διαταγμάτων. Ανεξαρτήτως τούτου, οι ενάγοντες/αιτητές δεν πέτυχαν να στοιχειοθετήσουν στο ζητούμενο βαθμό, τις νομοθετικές προϋποθέσεις που τίθενται για το σκοπό αυτό από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Η παρούσα αγωγή (και αίτηση), καταχωρίσθηκαν χωρίς την άδεια της Αρχής Εξυγίανσης και του ειδικού διαχειριστή, ως ορίζει η σχετική νομοθεσία. Αντικείμενο και των δύο δικονομικών διαβημάτων απαρτίζουν ενέργειες και πράξεις διοικητικής εσωτερικής φύσης εκπορευόμενων από δράσεις της δημόσιας διοίκησης αποτελούντων διοικητικές πράξεις ώστε η προώθηση τους να «. συνεπάγεται κίνδυνο σύγκρουσης της αστικής δικαιοδοσίας μετά τής ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Επομένως, τα Δικαστήρια πολιτικής δικαιοδοσίας δεν συνθέτουν το κατάλληλο βήμα εκδίκασης της αγωγής, με τις θεραπείες που ζητούνται στην τελευταία να αντιμάχονται, έτσι κι αλλιώς, το τεκμήριο νομιμότητας που διέπει τη δράση της δημόσιας διοίκησης. Εκτός των άλλων - και κατά τα ίδια πρότυπα της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξαν οι εναγόμενοι 1, 2/καθ' ων η αίτηση - η πράξη των εναγόντων/αιτητών να μεταφέρουν το επίδικο ποσό οικειοθελώς στο υποκατάστημα, εξοβελίζει κάθε υποψία ύπαρξης αλλότριων κινήτρων από μέρους των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Μήτε και δόθηκε μαρτυρία (επαρκής για ό,τι επί του παρόντος ενδιαφέρει), ώστε να θεμελιώσει (στην έκταση που ισχύει εδώ), πως η μη έκδοση των διαταγμάτων θα αντικόψει την όποια πιθανότητα απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Περί των ισχυρισμών των εναγόντων/αιτητών για το ποσό των €125.000,00 (συσχετισμένων τούτων με την απόδοση αθέμιτων ελατήριων από μέρους του εναγόμενου 4/καθ' ου η αίτηση), ο ευπαίδευτος δικηγόρος του τελευταίου καταγράφει στο κείμενο της αγόρευσης του και τα ακόλουθα: «
- Ξανά και ξανά επιχειρούν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων οι Αιτητές. Πλέον δε η νομική βάση την οποία έχουν επιστρατεύσει ξεπερνά κάθε όριο. Καταλήγω σημειώνοντας την αρνητική εντύπωση που δημιουργούν αναφορές ηθικού περιεχομένου του ομνύοντος για τους Αιτητές. Ειδικά σε ότι αφορά τον Ε.Δ. υπάρχει παρεκτροπή, επίθεση στο ήθος και την προσωπικότητα ως και τον επαγγελματισμό του. Φθάνουν μέχρι να τον κατηγορήσουν πέραν της συνομωσίας μετά της ΚΤΚ και σε κλοπή. Βεβαίως η συμπάθεια των Αιτητών για το λαό της Κύπρου αποτιμάται σε μισό δισεκατομμύριο, αυτό που αξιώνουν - και είναι δικαίωμα των - ως αποζημίωση στο πλαίσιο διαιτησίας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο πατερναλιστικός λόγος ωστόσο αποτελεί πλεονασμό.
- Ενδεικτικός των στρεβλώσεων που επιχείρησαν οι Αιτητές είναι ο ισχυρισμός στην Ε.Δ. Saab (παρ. 42) που αφορούν στο ποσό των Ευρω 125.000 και ούτε λίγο ούτε πολύ υπαινίσσονται κλοπή. Παραθέτω αντί άλλου σχολιασμού την απάντηση του Ε.Δ. στις παρ. 44, 45, 47, 49: «44.With respect to paragraph 42 of the Saab Affidavit I hereby state that the amount of €125.000 (Euro one hundred and twenty five thousand) debited from the Branch's account with CBC was not related to payments made wither to myself or my company, i.e. Hacker Young. I totally reject all allegations made in the aforementioned paragraph supporting that the amount of €125.000 payment to Hacker Young. As I have stated above until now I have performed my duties without having being paid for the provided services. Regarding Exhibit '21' of the Saab Affidavit I wish to state that all emails disclosed therein concern emails sent by employees of the Branch requesting information for the aforementioned amount, these emails have no sequence while the Applicants fail, deliberately or not, to disclose possible responses to these emails. Besides the emails between them have a time lapse of approximately 3 weeks which reinforces even more the argument that emails have been exchanged in the meantime which the Applicants to do not disclose, possibly in order to mislead the honorable Court. 45.Concerning the reference made in paragraph 42 to the invoice I have submitted for payment on the 20/10/2015, I wish to state that this verifies the allegation made above that until today I have been fully conducting by duties without payment for my services. 46.. ...............................................................
- I honestly believe that the suspicions referred in paragraph 44 of the Saab Affidavit that the funds of the Branch have been used by the CBC and myself for our own purposes which do not relate to the Branch or its depositors is totally unfounded and groundless. It is rather a fabricated allegation just to make a negative impression and the result of vivid imagination. The amount of €125.000 transferred unto my name in my capacity as the SA of the Branch from which amount of €100.000 has been debited, despite the groundless allegations of the Applicants that this was misused and/or not used for the benefit of the Branch or its depositors, was used as a set off within the framework of the civil action 1511/2015 of the District Court of Nicosia, Barrington London Ltd ν
- FBME Bank Ltd via its Special Administrator Dinos Christofides
- Ayoub Farid Saab
- Fadi Saab ("the Barrinston's claim"). The above amount was paid ori behalf of the Defendants 1 to the Plaintiffs (in that civil action) in order to have the case withdrawn asainst them. Although the aforementioned civil action has not yet been withdrawn against the Branch this is a matter considered^ as settled since we are awaitins for the withdrawal, such instructions have been already provided to my lawyers whereas I am advised that the only pending issue are the legal fees.
- Needless to indicate, the affiant as the Defendant 2 in the aforesaid action is well aware of the proceedings. Moreover the the Barrington's claim results not out of my actions. It was the FBME's shareholders initiative to appoint the aforesaid as part of the Bank's engagement with the US Department of Treasury following the Financial Crimes Enforcement Network (FinCEN) Notice of Proposed Rulemaking and Notice of Findings, dated 15 July 2014 FinCen notice. FBME had announced that will be responding to the issues raised in these notices, which has led it to the commissioning of this independent investigation. Obviously even the initiative of appointing an independent investigator their fees not settled led to the initiation of legal proceedings against the Branch. To verify the above I attached and marked as EXHIBIT "7" the respective announcement of FBME dated 7 August appearing in their website.
- With regards to paragraph 45 of the Saab Affidavit I repeat the content of the above paragraph and further my lawyers inform me that the wish of the Applicants to find out where the amount of €125,000 was used and the purpose of the transfer, has no legal basis and no legal background since a respective prayer has not been added to the Application. In any case I have disclosed above how the said amount was used and the purpose of the allocation of the funds and I honestly believe that this was spent in order to serve the benefits of the branch and not for any collateral purpose as the allegations of the Applicants. Still, the fabricated allegations are a mere example of twisting reality and facts and where not convenient failing to disclose the same». (υπογραμμίσεις δικές μας). Οι αιτούμενες θεραπείες ζητούνται υποβάλλω καταχρηστικά και η αιτούμενη έννομη προστασία στοχεύει αμέσως ή εμμέσως κατά τρόπο αντικανονικό στο να αποσοβήσει και/ή ματαιώσει τους σκοπούς έκδοσης του Διατάγματος Κ.Δ.Π.356/2014 και συνακόλουθα της πράξης διορισμού Ε.Δ. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παρέμβει (interfere) κατά τρόπο νομικά τρωτό σε μέτρα εξυγίανσης που αφορούν στην FBME BANK LIMITED (Cyprus Branch) τα οποία, λήφθηκαν δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013 και σκοπούν στην προαγωγή δημόσιας ωφελείας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Οι Αιτητές έχουν προωθήσει την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process), η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides) και υπηρετεί αλλότριους του δικαίου σκοπούς. Οι μηχανισμοί του δικαίου αποτελούν μόνο εργαλείο προώθησης οικονομικού συμφέροντος - όχι αθέμιτο το τελευταίο- αλλά η ανάμιξη του με την αγωνία των Αιτητών για τον κυπριακό λαό είναι αχρείαστη». Αποτίμησα καθετί που τέθηκε ενώπιον μου και αξιολόγησα προσηκόντως και με κάθε σεβασμό τις πολύ ικανές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων. Προσεγγίζοντας τα πράγματα (που εδώ ενδιαφέρουν), είχα κατά νουν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων όπως και τα όσα πολύ ευσύνοπτα αναλύονται επί τούτω στη Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited, ΠΕ 145/11, ημ. 13.6.13, ως εξής: «. Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C.Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω κατάληξη, που βασίζεται μόνο στα δικόγραφα, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα έπρεπε κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στην υπόθεση Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 99: «Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μας υπήρχε το υλικό να θεμελιώσει και τις δύο προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc [1984] 1 All Ε.R.225, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση (serious question to be tried) θεωρείται «one for which there is some supporting material».Ο όρος είναι ο ίδιος και στο άρθρο 32». Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης». Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας». Συγκλίνω με τις θέσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και αποκλίνω από εκείνες των εναγόντων/αιτητών. Εξηγώ. Καταρχάς, οι ενάγοντες/αιτητές (παραπλανητικώς), απέκρυψαν από το Δικαστήριο την εκκρεμοδικία τους ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή 1024/14 (FBME BANK LTD v Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Άλλης). Τόσο το ενδιάμεσο διάβημα ημερομηνίας 25.7.14, όσο και η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτελούσαν στοιχεία με δυνητική αξία για ό,τι εδώ ενδιαφέρει. Αποτελούσε το πράγμα, αντικειμενικώς ορώμενο, ουσιώδες γεγονός, αν μη τη άλλο, για την αντίδραση της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε ζητήματα παρεμφερή με τα ενεστώτα. Συγκροτούσε το γεγονός, σημαντική έκφανση του τι εδώ συζητούμε και κάλλιστα θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί η ένταξη του εντός της θεματικής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ιδιαίτερα, της πρώτης προϋπόθεσης (περί ύπαρξης καλής βάσης αγωγής). Δεν το αποκάλυψαν οι ενάγοντες/αιτητές και είχαν υποχρέωση να το πράξουν, όχι μόνο στο μονομερές στάδιο (βλ. πιο πρόσφατα, Γεωργίου ν Σταύρου και Άλλου, Έφεση 32/12, ημ. 8.12.15), αλλά και έπειτα, σε όλα τα διαδικαστικά στάδια (ως ξεχωριστό καθήκον πλέον) μη παραπλάνησης του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Boreh v Republic of Djibouti
(2015)EWHC 769 (Comm)). Η μνεία του Ayoub-Farid Michel Saab (στην παράγραφο 48 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), ότι παρέθεσε εκεί μια σύνοψη των σχετικών γεγονότων και πως η όποια παράλειψη αποκάλυψης οποιουδήποτε γεγονότος ή πληροφορίας από μέρους του δεν έγινε σκόπιμα, δεν περισώζει τα πράγματα. Ούτε αμβλύνει (η γενική αυτή τοποθέτηση), το καθήκον του ομνύοντα (ή του οποιουδήποτε ομνύοντα), να προβαίνει σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση (και να μην παραπλανεί ούτως ή άλλως), αφήνοντας το ζύγιασμα της όποιας σημαντικότητας και βαρύτητας τους στο Δικαστήριο. Για το λόγο αυτό και μόνο, η αίτηση χρήζει απόρριψης. Ασχέτως της πιο πάνω κατάληξης (και ίσως εκ του περισσού), φρονώ πως δεν αποδείχθηκαν ούτε και τα προαπαιτούμενα του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Διευκρινίζω. Σε σχέση με τη θεματολογία της καλής βάσης αγωγής, παρατηρώ - και ας μου επιτραπεί η μερική παράφραση του σκεπτικού τής αδελφού Δικαστού Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), στην Ερωτοκρίτου ν Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και Άλλων, Αρ. Αγωγής 1481/13, ημ. 20.12.13 (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού) - πως η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων (ως ενδιάμεσων θεραπειών), θα ισοδυναμούσε με παράβαση των εφαρμοζόμενων νόμων και κανονισμών και ότι ένεκα τούτου δεν μπορούν να εκδοθούν στο πλαίσιο μιας ενδιάμεσης διαδικασίας όπως η παρούσα όπου τα πράγματα κρίνονται μόνο εκ πρώτης όψεως (ως ενδείξεις δικαιωμάτων) και δίχως να είναι επιτρεπτή (για αυτονόητους λόγους), η όποια ανάλυση (ή η διατύπωση ευρημάτων), κατά τρόπο που ενδεχομένως να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης κατά τη δίκη. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να παρεμποδίσει (ενδιαμέσως), την ισχύ και εμβέλεια νόμων και κανονιστικών πράξεων της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής Εξουσίας, που κρίθηκαν αρμοδίως ως απαραίτητα μέτρα αποσόβησης συναφών (με ό,τι εδώ εξετάζεται), κινδύνων και καταστάσεων, κατά τα προνοούμενα στο Περί Πώλησης Εργασιών του Υποκαταστήματος της FBME Bank Ltd στην Κύπρο Διάταγμα (ΚΔΠ 356/14) και άλλα τινά). Με όλα τούτα υπ' όψιν - σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες τοποθετήσεις, πρωτίστως του κ. Κούρτελλου (ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου 4/καθ' ου η αίτηση), που εντρύφησε επί του ζητήματος - καταλήγω πως δεν καταδείχθηκε (σε αυτό το στάδιο τουλάχιστον), ότι ενυπάρχει στην προκειμένη περίπτωση καλή βάση αγωγής των εναγόντων/αιτητών εναντίον οιουδήποτε των εναγομένων/αιτητών. Αναφορικώς με τους ισχυρισμούς των εναγόντων/αιτητών για τον τρόπο λειτουργίας του εναγόμενου 4/καθ' ου η αίτηση (που δεν αντεξετάστηκε), εν σχέσει με το ζήτημα του ποσού των €125.000,00, ή έστω της δικαιολόγησης του και τα περί (μη) εντοπισμού των €25.000,00 - με δηλώσεις που τείνουν να οδηγήσουν το μυαλό στην ύπαρξη δόλου ή απάτης από μέρους του συγκεκριμένου εναγόμενου (και κατά προέκταση, των υπολοίπων εναγομένων/καθ' ων η αίτηση) - αποφαίνομαι πως αποτελούν, απλώς, απόρροια συνειρμών, εικασιών και υποψιών/υπονοιών των εναγόντων/αιτητών, παντελώς ανίσχυρων και γενικών για να οδηγήσουν σε οποιαδήποτε αποδεκτή κατάληξη επί του αναλυόμενου (επιτρεπτή ως εκ του ενδιάμεσου σταδίου της παρούσας διαδικασίας). Οι ενάγοντες/αιτητές είχαν υποχρέωση προωθώντας την αίτηση, να παρουσιάσουν πλήρη και επαρκή στοιχεία σχετικά με τα όσα δόλια και άλλα παρεμφερή καταλογίζουν (ή αφήνουν να νοηθεί) εναντίον του εναγόμενου 4/καθ' ου η αίτηση (και των υπολοίπων καθ' ων η αίτηση). Η γενικότητα των τοποθετήσεων των εναγόντων/αιτητών δεν αρκεί και υστερεί κατά πολύ από τις λεπτομέρειες που θα έπρεπε να είχαν δώσει ώστε να οδηγηθούν ίσως τα πράγματα προς την κατεύθυνση που (τούτοι) επιθυμούν (βλ. κατ' αναλογίαν, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited, ΠΕ 145/11, ημ. 13.6.13). Δεν αποδείχθηκε η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση και υιοθετώντας τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν συναφώς (και τα έχω συνοψίσει), κρίνω πως οι θέσεις των εναγόντων/αιτητών για την πιθανότητα μη απόδοσης πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο ως εκ της μη έκδοσης των διαταγμάτων, χαρακτηρίζονται, με κάθε σεβασμό, από ασάφεια και αοριστία, πόρρω απέχουσες από τα όσα η νομολογία προβλέπει επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Papapetrou Bros Ltd v Παπαπέτρου
(2003)1(Α) ΑΑΔ 741), είτε αυτές οι θέσεις ήθελαν ενταχθεί εντός των παραμέτρων κατάδειξης ζημιών ή βλαβών, είτε συναρτηθεί (ευρύτερα), με άλλες επιπτώσεις στα δικαιώματα των εναγόντων/αιτητών (βλ. κατ' αναλογίαν, Highgate Primary School v Φυλακτίδη και Άλλης
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 317, 324). Δεν αποδείχθηκε ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων/αιτητών και υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο