ΕVGENY AKSYONOV ν. V.M.H.Y. HOLDINGS LTD κ.α., Γενική Αίτηση αρ.: 419/15, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A582 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ.: 419/15 Μεταξύ: ΕVGENY AKSYONOV Αιτητή -και-
- V.M.H.Y. HOLDINGS LTD
- TECHSUN ENTERPRISES LTD Καθ'ων η Αίτηση -------------- Αίτηση ημερ. 6.11.2015 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Αλ. Τσιρίδης Για Καθ'ων η Αίτηση αρ. 1 και 2: κ. Α. Παφίτης -------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τη Γενική Αίτηση που καταχώρισε ο Αιτητής στις 6.11.2015, επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ'ων, καθώς και διάταγμα για αποκάλυψη, προς υποβοήθηση διαιτητικής διαδικασίας την οποία επρόκειτο να καταχωρίσει στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου («LCIA»). Με την εξεταζόμενη μονομερή αίτηση, εξασφάλισε στις 11.11.2015, παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ'ων, μέχρι του ποσού των 460.519.142 Ρωσικών Ρουβλιών (Παρακλητικά 1 και 3 της Αίτησης). Στο διάταγμα υπήρχε όρος με βάση τον οποίο ο Αιτητής όφειλε να καταχωρίσει την Αίτηση Διαιτησίας στο LCIA εντός 30 ημερών από την έκδοση του διατάγματος. Σε διαφορετική περίπτωση το διάταγμα θα έπαυε να ισχύει. Με την αίτηση εζητείτο και διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal το οποίο όμως δεν δόθηκε μονομερώς. Σημειώνεται ότι στις 17.11.2015, κατεχωρήθη η αίτηση Διαιτησίας, όπως βεβαιώνεται στην ένορκη δήλωση της Στ. Στυλιανού ημερομηνίας 17.11.2015, που καταχωρίστηκε γι' αυτό το σκοπό. Οι Καθ'ων καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση, υποστηρίζοντας πως δεν εδικαιολογείτο η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Η εκδοχή του Αιτητή με βάση την ένορκη δήλωση της Στ. Στυλιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, έχει ως ακολούθως: Ο Αιτητής, Ρώσος πολίτης, κατέχει ποσοστό 3,08% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής Τράπεζας Asian-Pasific Bank (στη συνέχεια «η Ρωσική Τράπεζα»). Οι Καθ'ων 1 και 2 είναι Κυπριακές Εταιρείες. Η πρώτη κατέχει ποσοστό 50.17% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής Τράπεζας, μέσω μιας Ρωσικής Εταιρείας («PPFIN») και η δεύτερη κατέχει ποσοστό 8.41% της Ρωσικής Τράπεζας. Οφέλιμοι ιδιοκτήτες των Καθ'ων είναι ο σημερινός διευθύνων σύμβουλος της Ρωσικής Τράπεζας, Α.V. Vdovin (Vdovin) και 3 άλλα πρόσωπα. Το έτος 2004, η Καθ'ης 1 είχε αγοράσει τη Ρωσική Τράπεζα και ο Vdovin ζήτησε από τον Αιτητή να αναλάβει τη διεύθυνση των εργασιών της Τράπεζας, ώστε να την οδηγήσει έξω από τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Αποδεχόμενος την πρόταση, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Τράπεζας και διετέλεσε Πρόεδρος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της κατά την περίοδο 1.1.2005 έως τον Ιούλιο του έτους
- Στα πλαίσια των συζητήσεων για την παραίτηση του από την πιο πάνω θέση, έλαβε κάποιες εγγυήσεις από τους μετόχους της Καθ'ης 1, ανάμεσα στις οποίες ήταν και το δικαίωμα που του αναγνωρίστηκε για πώληση των μετοχών του μέχρι την 1.9.2015, με βάση τη Συμφωνία Δικαιώματος Πώλησης ημερομηνίας 1.7.2013 (Τεκμήριο 2). Τα μέρη της υπό αναφοράν συμφωνίας ήταν ο Αιτητής από τη μια και από την άλλη οι Καθ'ων και η αναφερθείσα Ρωσική Εταιρεία PPFIN. Η ουσία της συμφωνίας αυτής ήταν ότι οι Καθ'ων και η PPFIN συμφώνησαν να αποκτήσουν τις μετοχές του Αιτητή σε καθορισθείσα στη συμφωνία τιμή, υπό κάποιες προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.1 του Τεκμηρίου
- Πέραν του Τεκμηρίου 2, υπεγράφη μεταξύ του Αιτητή και της Καθ'ης 1 η συμφωνία ημερ. 27.6.2013 υπό τον τίτλο "Head of Terms" (Τεκμήριο 5). Με βάση τους όρους του Τεκμ. 2, ο Αιτητής απέστειλε ειδοποίηση δικαιώματος πώλησης (Put Option Price) στις 21.7.2015 (Τεκμήριο 6), απαιτώντας από τους Καθ'ων να αγοράσουν τις μετοχές του στη Ρωσική Τράπεζα. Η Καθ'ης 1 απέρριψε την ειδοποίηση, με την επιστολή της ημερομηνίας 24.8.2015 (Τεκμήριο 7), υποστηρίζοντας ότι το δικαίωμα του Αιτητή για πώληση των μετοχών τελούσε υπό την αίρεση των προσπαθειών του να διευκολύνει την πώληση των κοινών μετοχών της Τράπεζας, κάτι που παρέλειψε να πράξει. Ο ισχυρισμός αυτός, υποστηρίζει ο Αιτητής, είναι αβάσιμος, αφού δεν περιέχεται κανένας τέτοιος όρος στο Τεκμήριο
- Σε κάθε όμως περίπτωση, υποστηρίζει πως είχε προβεί σε καλόπιστες προσπάθειες για πώληση των μετοχών της Τράπεζας. Μετά από την αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 7, ακολούθησε συνάντηση του Αιτητή με τον Vdovin στις 31.8.2015, κατά την οποία ο τελευταίος ανέλαβε να επιβεβαιώσει μέχρι τις 15.9.2015, κατά πόσο οι Καθ'ων θα συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις τους για αγορά των μετοχών του Αιτητή. Ουδεμία όμως ανταπόκριση υπήρξε γι' αυτό και ο Αιτητής απέστειλε στις 7.10.2015 νέα επιστολή με την οποία τους καλούσε να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους (Τεκμήριο 8). Στην πιο πάνω επιστολή, οι Καθ'ων απάντησαν μέσω τρίτου (Paradigma) στις 15.10.2015 (Τεκμήριο 9), υποστηρίζοντας ότι η αξίωση του δεν ήταν βάσιμη. Ο Αιτητής υποστηρίζει πως η άρνηση των Καθ'ων να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους ήταν αδικαιολόγητη, καθόσον η Ειδοποίηση Δικαιώματος Πώλησης υποβλήθηκε έγκυρα και με βάση τους όρους της συμφωνίας τους. Υπολογίζοντας, εν συνεχεία, την αξία ανά μετοχή, με βάση τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Τράπεζας (Τεκμήριο 10) και την έκθεση ελέγχου των ελεγκτών για το έτος 2015 (Τεκμήριο 11) και πολλαπλασιάζοντας την με το συνολικό αριθμό των Μετοχών Δικαιώματος Πώλησης, καταλήγει ότι η αξία των μετοχών ανέρχεται σε 460.519.142 ρούβλια, ποσό που διεκδικήθηκε στα πλαίσια της διαιτησίας στο Λονδίνο. Αφού παραθέτει στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των Καθ'ων (Τεκμήρια 12-18) καθώς και για την αξία των μετοχών που κατέχουν στην Ρωσική Τράπεζα, υποστηρίζει πως υπάρχει ορατός κίνδυνος να μην μπορέσει να εκτελέσει τη διαιτητική απόφαση. Όπως αναφέρει, η Τράπεζα αντιμετωπίζει αρνητική χρηματοοικονομική επίδοση και υπάρχει κίνδυνος να υποτιμηθεί η αξία της μετοχής της δραματικά στο προσεχές μέλλον. Με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, η Τράπεζα παρουσιάζει σήμερα αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα και υπάρχει ορατός κίνδυνος για περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης λόγω και της, κατ' ισχυρισμόν, επικίνδυνης επιχειρηματικής στρατηγικής την οποία ακολουθεί ο Vdovin, που είναι σήμερα Πρόεδρος του Δ.Σ. της Τράπεζας. Επισημαίνοντας τη διασύνδεση της οικονομικής δυνατότητας των Καθ'ων με την αρνητική οικονομική κατάσταση της Ρωσικής Τράπεζας, εφόσον η αξία των περιουσιακών τους στοιχείων συναρτάται με την αξία των μετοχών που κατέχουν στη Ρωσική Τράπεζα, εισηγείται πως τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ'ων δεν έχουν αντικειμενική αξία. Υπάρχει δε κίνδυνος αποξένωσης τους, λόγω και της περίπλοκης εταιρικής δομής τους, αφού, όπως υποστηρίζει, χρησιμοποιούν πολλές εταιρείες ως «οχήματα», για να κατέχουν μετοχές σε άλλες εταιρείες, γεγονός που καθιστά ευκολότερη την αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων. Με την ένσταση που καταχώρισαν οι Καθ'ων προβάλλονται πολλοί λόγοι για την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων και την απόρριψη της αίτησης ως προς το παρακλητικό που δεν έχει ικανοποιηθεί. Συνοπτικά οι λόγοι σχετίζονται με: α) έλλειψη δικαιοδοσίας β) τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, γ) την κατ' ισχυρισμόν απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, δ) την απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος και ε) την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Εγείρεται επίσης θέμα μη επάρκειας του ύψους της εγγύησης που καθορίστηκε από το Δικαστήριο. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μ. Τερψοπούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ'ων, η οποία παραθέτει την εκδοχή των Καθ'ων, ως ακολούθως: Ο Vdovin και οι συνεταίροι του, είναι ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Η Καθ'ης 1 είναι ένα από τα μέσα που χρησιμοποιούν για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες τους στη Ρωσία. Είναι παραδεκτό ότι ο Αιτητής εργάστηκε ως Γενικός Εκτελεστικός Διευθυντής της Τράπεζας από το έτος 2005 μέχρι το 2013, όταν έληξε το συμβόλαιο του, χωρίς να ανανεωθεί. Η εργασιακή σχέση του με την Τράπεζα έκτοτε διαφοροποιήθηκε. Ειδικότερα, η ενόρκως δηλούσα, κατέθεσε Συμφωνία Απασχόλησης Ορισμένου Χρόνου ημερομηνίας 1.7.2013 μεταξύ του Αιτητή και της Τράπεζας (Τεκμήριο 1) με βάση την οποία εργοδοτήθηκε στη θέση συμβούλου του νέου Γενικού Διευθυντή. Τη συμφωνία αυτή, υποδεικνύει, παρέλειψε να αποκαλύψει ο Αιτητής. Την ίδια ημέρα, αναφέρει, υπεγράφη και η συμφωνία Δικαιώματος Πώλησης (Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ Στυλιανού). Οι δύο αυτές συμφωνίες, συνεχίζει, υπεγράφησαν στη βάση της συμφωνίας ημερομηνία 27.6.2013 (Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ Στυλιανού). Εν ολίγοις, η θέση των Καθ'ων είναι πως μετά την μη ανανέωση της εργοδότησης του Αιτητή στη θέση του Γενικού Εκτελεστικού Διευθυντή της Τράπεζας, συμφωνήθηκε όπως ο Αιτητής συνεχίσει να εργάζεται ως σύμβουλος της Τράπεζας. Νοουμένου ότι θα προωθούσε την πώληση της Τράπεζας, η πλειοψηφία των μετόχων (Καθ'ων και PPFIN) θα αγόραζαν τις μετοχές του με βάση του όρους του Τεκμηρίου
- Επισημαίνει, εν προκειμένω, ότι η θέση που προβάλλεται μέσω της Ε/Δ Στυλιανού ότι ο Αιτητής δεν ανέλαβε υποχρέωση να προωθήσει την πώληση της Τράπεζας είναι αναληθής και παραπλανητική. Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της Καθ'ης 1, επισυνάπτει οικονομική κατάσταση του Ομίλου, υποδεικνύοντας πως εκτός από την Ρωσική Τράπεζα ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα, ακόμη μία οικονομικά εύρωστη Τράπεζα (Μ2Μ Private Bank) καθώς και αλυσίδες υπεραγορών και μισθώσεις ειδών εξοπλισμού (Azbuka Vkusa και Εχpo Leasing) με ετήσιο κύκλο εργασιών πέραν του 1,6 δις δολαρίων Αμερικής. Υποδεικνύει, περαιτέρω, πως με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της Καθ'ης 1, το έτος 2012, παρουσίασε κέρδη ύψους US$19.546.
- H ζημιά, επισημαίνει, που παρουσίασε το έτος 2013, οφείλεται στη σοβαρή υποτίμηση του Ρωσικού νομίσματος. Όσον αφορά τη Ρωσική Τράπεζα, παραπέμπει σε αξιολογήσεις Ρωσικών Οίκων (Τεκμήρια 5 και 6) με βάση τις οποίες η οικονομική κατάσταση της Τράπεζας αξιολογείται πολύ θετικά (Α+ stable) και την κατατάσσουν ανάμεσα στις 52 καλύτερες τράπεζες από το σύνολο των 741 που λειτουργούν στη Ρωσία (Τεκμήριο 6). Επισυνάπτει, περαιτέρω, επιστολή της αρμόδιας κρατικής αρχής της Ρωσίας, ημερομηνίας 13.8.2015, με βάση την οποία, η Τράπεζα συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των Τραπεζών οι οποίες μπορούν να λάβουν επιπλέον κεφαλαιοποίηση, γεγονός που, κατά την εισήγηση των Καθ'ων, υποδηλώνει τον σημαντικό της ρόλο στο Ρωσικό Τραπεζικό σύστημα. Αναφέρει, τέλος, πως πολύ πρόσφατα η PPFIN υπέβαλε αίτημα για εξαγορά κάποιων μετοχών της Τράπεζας (Τεκμήριο 4) στην τιμή των 934.206.319 Ρωσικών Ρουβλιών, στη βάση συμφωνίας δικαιώματος αγοράς, η οποία ήταν σε γνώση του Αιτητή, γεγονός που, επίσης, δεν αποκάλυψε. Με την συγκατάθεση των Καθ'ων και κατόπιν σχετικής αδείας του Δικαστηρίου, η πλευρά του Αιτητή κατέθεσε πρόσφατη αξιολόγηση της Ρωσικής Τράπεζας από τον Οίκο Fitch (Τεκμήριο 21) με επεξήγηση των βαθμίδων (Τεκμήριο 22). Με βάση το Τεκμήριο 21, η Τράπεζα τοποθετείται στη βαθμίδα «Β-». Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρόμενων θεμάτων νομολογία. Ο συνήγορος του Αιτητή, αφού παρέθεσε τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, εισηγήθηκε πως ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αίτησης διαιτησίας η οποία έχει πλέον κατατεθεί στο LCIA. Είναι, υποστήριξε, κατάλληλη περίπτωση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προς υποβοήθηση της διαιτητικής διαδικασίας, δυνάμει του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/
- Συνεχίζοντας ο συνήγορος, παρέπεμψε στους όρους 2, 3 και 4 της ΣΔΠ (Τεκμήριο 2), υποδεικνύοντας πως η ειδοποίηση απαίτησης πώλησης που απέστειλε ο Αιτητής, ήταν καθόλα έγκυρη, εφόσον μέχρι την 1.7.2015 δεν έγινε οποιαδήποτε προσφορά ή συναλλαγή εξόδου (exit transaction). Οι Καθ'ων, παραλείποντας να εκπληρώσουν την υποχρέωση εξαγοράς των μετοχών του, με την απόρριψη της ειδοποίησης του Αιτητή, παραβίασαν τη συμφωνία Τεκμήριο 2 και οφείλουν να αποζημιώσουν τον Αιτητή με την αξία των μετοχών του, όπως καθορίστηκε στη συμφωνία τους. Σε σχέση με τη θέση των Καθ'ων, ότι ο Αιτητής είχε αναλάβει την υποχρέωση να προωθήσει την πώληση της Τράπεζας, υποστήριξε πως ουδεμία τέτοια υποχρέωση είχε αναληφθεί από τον Αιτητή. Υποστήριξε επί του προκειμένου πως η λέξη facilitate δεν μεταφράζεται ορθά από τους Καθ'ων. Η ορθή ερμηνεία, εισηγήθηκε ο συνήγορος, παραπέμποντας στο λεξικό Μerriam-Webster, είναι να διευκολύνει (to make it easier) και όχι να προωθήσει, την πώληση, όπως εισηγούνται οι Καθ'ων. Η διευκόλυνση, εισηγήθηκε ο συνήγορος, διαφέρει από την προώθηση, η οποία εξυπακούει ενεργή πράξη, ενώ η διευκόλυνση δεν εξυπακούει κάποια ενέργεια. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε, ο Αιτητής στην πραγματικότητα προέβη σε ενέργειες για πώληση της Τράπεζας, παραθέτοντας προς τούτο τα ονόματα των εταιρειών με τις οποίες είχε επαφές. Καταλήγοντας ο συνήγορος, εισηγήθηκε πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει και το διάταγμα αποκάλυψης το οποίο είναι απαραίτητο για να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός των περιουσιακών στοιχείων καθώς και η αστυνόμευση εφαρμογής των διαταγμάτων παγοποίησης. Υπέδειξε τέλος πως οι λόγοι ένστασης είναι ανεδαφικοί και θα πρέπει να αγνοηθούν, τόσο γιατί δεν είναι βάσιμοι όσο και επειδή έθεσαν διαζευκτικούς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι επιτρεπτοί, στα πλαίσια μιας ένορκης δήλωσης. Ο συνήγορος των Καθ'ων έδωσε ιδιαίτερα έμφαση στην κατ' ισχυρισμόν παραπλάνηση του Δικαστηρίου, με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Υποστήριξε συναφώς, πως ο Αιτητής έδωσε με παραπλανητική εικόνα στο δικαστήριο, τόσο όσον αφορά το περιεχόμενο της ΣΔΠ όσο και αναφορικά με τη σχέση του Αιτητή με τους Καθ'ων. Ήταν η θέση του Αιτητή, επεσήμανε, πως ο Αιτητής δεν είχε υποχρέωση να προωθήσει την πώληση της Τράπεζας, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι η υποχρέωση των Καθ'ων για εξαγορά των μετοχών του Αιτητή τελούσε υπό αυτή την προϋπόθεση. Παραπλανητικό, σύμφωνα με τον συνήγορο, είναι και το υπόβαθρο που έθεσε ο Αιτητής με την αίτηση του, σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη το Τεκμήριο
- Ειδικότερα, υποστήριξε πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η θέση που περιέχεται στην Ε/Δ της κας Στυλιανού ότι η ΣΔΠ, υπεγράφη ως μέρος «αριθμού εγγυήσεων αποζημίωσης». Δεν ήταν αυτή η πραγματικότητα, εισηγήθηκε, αφού το συμβόλαιο του Αιτητή με την Τράπεζα ως Γενικός Εκτελεστικός Διευθυντής, είχε λήξει και δεν ανανεώθηκε. Υπέγραψε νέο συμβόλαιο με βάση το οποίο ο κύριος ρόλος του ήταν η προώθηση της πώλησης της Τράπεζας όπως προνοούσε και η ΣΔΠ. Παραπλανητική, εισηγήθηκε, είναι και η εικόνα που παρουσίασε ο Αιτητής για την οικονομική κατάσταση της Καθ'ης 1 και της Τράπεζας, σε μια προσπάθεια να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει κίνδυνος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση. Αναπτύσσοντας τους υπόλοιπους λόγους ένστασης εισηγήθηκε πως δεν έχει ικανοποιηθεί οποιαδήποτε από τις τρεις προϋποθέσεις ενώ, επιπρόσθετα, δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Υποδεικνύοντας, περαιτέρω, τα ανακριβή και παραπλανητικά στοιχεία που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Στ. Στυλιανού σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Καθ'ης 1 και της Τράπεζας, εισηγήθηκε πως δεν έχει καταδειχθεί ορατός κίνδυνος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση που δυνατό να επιτύχει ο Αιτητής στο LCIA εις βάρος των Καθ'ων. Εισηγήθηκε, τέλος, πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της υπόθεσης, παραπέμποντας στη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στον όρο 7.
- του Τεκμηρίου
- Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο Αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
- με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
- εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως υποδείχθηκε στην Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802, στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Στην κρινόμενη υπόθεση προέχει η εξέταση της θέσης των Καθ'ων για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αφού τυχόν αποδοχή της εισήγησης οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Αποτελεί αξίωμα, πολύ καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία μας, πως όταν ένας αιτητής απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, επιδιώκοντας θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου του, οφείλει να αποκαλύψει πλήρως όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επιδράσουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση της θεραπείας που επιδιώκεται. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Ltd κ.α.
(1996)1(A) Α.Α.Δ. 597, η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Όπως υποδείχθηκε επανειλημμένα, το καθήκον του διαδίκου για πλήρη αποκάλυψη, αφορά τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη χορήγηση ή μη της επιδιωκόμενης με μονομερή αίτηση θεραπείας και δεν εκτείνεται στην υποχρέωση αποκάλυψης γενικά όλων των γεγονότων που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με την υπόθεση (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α. (ανωτέρω), Harvadskeiy Prumysloy Hold A.S.K. Daventree Resourses Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801 και Χρίστου Ευσταθίου v. Dicran Ouzounian & Co Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A38, Π.Ε. 292/2010 ημερ. 20.1.2014). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. v. Adeona Holdings Ltd, Π.Ε. E6/2014, ημερ. 27.02.2015, αφού επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές, παρατέθηκαν και τα ακόλουθα σχόλια: «Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brinks-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Έχοντας εξετάσει προσεκτικά το ογκώδες μαρτυρικό υλικό που τέθηκε με την αίτηση καθώς και τη σχετική μαρτυρία που περιέχεται στην ένσταση, θεωρώ δικαιολογημένα τα παράπονα των Καθ'ων για μη παρουσίαση της ορθής εικόνας σε σχέση με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, σε συνάρτηση και με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ο Αιτητής. Ο ισχυρισμός του Αιτητή πως δεν υπήρχε όρος στη Συμφωνία ότι η «παραχώρηση του δικαιώματος αναφορικά με τις μετοχές ήταν υπό την αίρεση των προσπαθειών (του ΕΑ) να διευκολύνει την πώληση των κοινών μετοχών με δικαίωμα ψήφου της Τράπεζας», όπως διατυπώθηκε στις παραγράφους 5.13, 5.14 και 5.15 της Ε/Δ Στ. Στυλιανού, είναι άκρως παραπλανητικος. Πρόκειται για ένα ουσιώδες ζήτημα στην όλη διαφορά των διαδίκων. Η υποχρέωση του Αιτητή για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη δεν ατόνησε επειδή ανέφερε τη θέση που περιέχεται στην απορριπτική απάντηση των Καθ'ων στην ειδοποίηση που τους είχε αποστείλει. Είναι ακριβώς εδώ που έγκειται η παραπλάνηση. Παραθέτοντας τη θέση των Καθ'ων, υποστήριξε πως τέτοιος όρος δεν περιέχεται στο Τεκμήριο 2 (βλ. παρα. 5.14 και 5.15 της Ε/Δ Στυλιανού), κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στο προοίμιο της Συμφωνίας, όπως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος των Καθ'ων, αναφέρεται ότι η υποχρέωση των Καθ'ων (και της PPFIN) τελούσε και υπό αυτή την υποχρέωση του Αιτητή. Ειδικότερα, στο προοίμιο (c) υπάρχει η ακόλουθη αναφορά: «Ιn Consideration of EA's efforts to facilitate the sale of the common voting shares of the Bank owned by the Majority Shareholders and other existing shareholder of the Bank, to a third-party buyer by 1 July 2015 and also in consideration of EA's obligations to sell his common voting shares of the Bank jointly with the Majority Shareholders, as set forth herein below, the Majority Shareholders wish to grant the Put Option and tag-along rights to EA in respect of common voting shares of the Bank owned by him on the terms and conditions specified herein below». Ο συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε πως το αντάλλαγμα είναι αυτό που αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος του προοιμίου και όχι οι προσπάθειες του Αιτητή για διευκόλυνση της πώλησης των μετοχών της Τράπεζας. Δεν είναι ρόλος του παρόντος Δικαστηρίου να δώσει ερμηνεία στην συμφωνία, έργο που θα επιτελέσει το LCIA ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η επίλυση της επίδικης διαφοράς. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην απλή διαπίστωση ότι στη συμφωνία καταγράφεται και αυτή η υποχρέωση του Αιτητή. Την οποία όχι μόνο αποσιώπησε, αλλά δήλωσε ρητά πως «ο ισχυρισμός της VMHY είναι αβάσιμος αφού δεν περιέχετο κανένας τέτοιος όρος στη Συμφωνία Δικαιώματος Πώλησης». Ο συνήγορος υποστήριξε επίσης πως σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής κατέβαλε προσπάθειες για πώληση των μετοχών της Τράπεζας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο. 5.15 της Ε/Δ Στυλιανού. Η παράγραφος 5.15, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος, έχει ως ακολούθως: 5.15 Προς αποφυγή αμφιβολιών, ακόμη και εάν (κάτι το οποίο δεν γίνεται δεκτό), ο Αιτητής είχε την υποχρέωση να διεξάγει «προσπάθειες για να διευκολύνει την πώληση των κοινών μετοχών με δικαίωμα ψήφου της τράπεζας», ο Αιτητής στην πραγματικότητα το έπραξε καλόπιστα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Υπό μορφή παραδείγματος, το 2013 και το 2014 ο Αιτητής ανέλαβε μία σειρά από επαγγελματικές συναντήσεις με επίκεντρο την πώληση των μετοχών της Τράπεζας που κατέχονταν από την Πλειοψηφία των Μετόχων- πιθανοί αγοραστές (και συμμετέχοντες στις συναντήσεις αυτές) ήταν η Τράπεζα του Kharbin (Κίνα)· η Russian Credit Bank (Ρωσία)· η China Construction Bank (Κίνα)· και η Alfa-Bank (Ρωσία).» Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται αυτή τη θέση. Εν πρώτοις, γιατί ο Αιτητής, συνεχίζοντας να παραπλανεί, αρνούμενος την ύπαρξη του όρου, αναφέρει γενικά πως κατέβαλε καλόπιστες προσπάθειες, παραθέτοντας κάποια ονόματα, χωρίς να δώσει στοιχεία για τυχόν προσφορές ή άλλες λεπτομέρειες για τις ενέργειες του σε σχέση την πώληση των μετοχών της Τράπεζας. Θεωρώ πως η πιο πάνω αναφορά, υπολείπεται κατά πολύ της μαρτυρίας που όφειλε να παρουσιάσει ο Αιτητής για να καταδείξει ότι έχει υλοποιήσει την υποχρέωση του για διευκόλυνση της πώλησης (to facilitate the sale). Η ερμηνευτική δε ανάλυση την οποία εισηγήθηκε ο συνήγορος δεν μπορεί να βοηθήσει την υπόθεση του Αιτητή, ο οποίος είχε πρωταρχική υποχρέωση να αποκαλύψει το γεγονός και ακολούθως να παραθέσει τη δική του ερμηνευτική ή άλλη ανάλυση του σχετικού όρου. Αντ' αυτού, παρασιώπησε την ύπαρξη της υποχρέωσης του αυτής, επιχειρώντας, μέσω της αγόρευσης, να δώσει ερμηνεία στη σχετική πρόνοια, την οποία παρέλειψε να αποκαλύψει. Υπάρχει, όμως, ακόμη μια παράμετρος στην παρουσίαση της όλης υπόθεσης από τον Αιτητή. Εισηγήθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση, πως οι βασικές συμφωνίες που υπογράφηκαν ήταν τα Τεκμήρια 2 και 5. Παρόλο που ανάφερε πως συνέχισε να διατηρεί τη θέση συμβούλου της Τράπεζας μετά τον Ιούνιο του έτους 2013 που τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του από τη θέση του Προέδρου του Εκτελεστικού Συμβουλίου, παρέλειψε να αναφερθεί στη νέα Συμφωνία Απασχόλησης την οποία υπέγραψε με την Τράπεζα την 1.7.2013 (Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ Τερψοπούλου). Αξίζει να αναφερθεί ότι η υπό αναφοράν συμφωνία αποτελεί συνέχεια και συνδέεται με τη Συμφωνία Head of Terms (Τεκμήριο 5) στην οποία γίνεται αναφορά για την εργοδότηση του Αιτητή. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως στο Τεκμήριο 5 γίνεται αναφορά στο ρόλο του Αιτητή σε σχέση με την προοπτική πώλησης των μετοχών της Τράπεζας. Εν κατακλείδι, κρίνεται ορθή η θέση των Καθ'ων πως ήταν στην ολότητα της παραπλανητική η εικόνα που παρουσίασε ο Αιτητής, τόσο όσον αφορά το αντάλλαγμα της επίδικης συμφωνίας, όσο και σε σχέση με τις περιστάσεις της συνομολόγησης της. Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγείται κάποιος που διαβάζει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι πως οι Καθ'ων ανέλαβαν να εξαγοράσουν τις μετοχές του Αιτητή, ως μέρος της αποζημίωσης του, επειδή έπαυσε να εργοδοτείται ως Εκτελεστικός Διευθυντής της Τράπεζας. Εάν αποκάλυπτε τον ακριβή όρο της Συμφωνίας Τεκμήριο 2, πιθανότατα το δικαστήριο να εκτιμούσε με διαφορετικό φακό τη δύναμη της υπόθεσης του Αιτητή, γεγονός που θα μπορούσε να είχε επίδραση στην κρίση του για την έκδοση ή μη του προσβαλλόμενου διατάγματος. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω, χωρίς δισταγμό, ότι ο Αιτητής παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον που όφειλε για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Εκτιμώ πως τα πιο πάνω στοιχεία, αντικειμενικά κρινόμενα, εάν είχαν αποκαλυφθεί, θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αιτήσεως. Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί αναπόδραστα σε ακύρωση του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση δεν θα εδικαιολογείτο, κάτω από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω διαπίστωση, το δικαστήριο θεωρεί πως οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν δικαιολογούν τη διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ. Δεν φαίνεται να είναι περίπτωση που κάποιος κινδυνεύει να απωλέσει τα όποια δικαιώματα του από την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί προς όφελος του στο LCIA. Κάτω από το σύνολο των περιστάσεων και της μαρτυρίας που έχει κατατεθεί εκατέρωθεν, τόσο η Καθ'ης η Αίτηση 1 όσο και η Ρωσική Τράπεζα, παρουσιάζονται να είναι ενεργοί οργανισμοί, με ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Δεν διαφαίνεται κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ του Αιτητή. Ούτε καταδείχθηκε από τη μαρτυρία πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας των Καθ'ων. Πρόκειται για υποθέσεις και εικασίες του Αιτητή, που δεν δημιουργούν αντικειμενικό κίνδυνο. Δεδομένου, μάλιστα, ότι πρόσφατα η ΡΡFIN, έχει τροχιοδρομήσει να εξαγοράσει τις μετοχές άλλου μετόχου της Ρωσικής Τράπεζας (βλ. Τεκμ. 4Α Ε/Δ Τερψοπούλου). Έστω και αν πρόσφατα υποβαθμίστηκε η πιστοληπτική ικανότητα της Ρωσικής Τράπεζας από τον Οίκο Fitch, η Καθ'ης 1 παρουσιάζεται να είναι μια ενεργή εταιρεία, έχοντας συμφέροντα σε πολλούς άλλους κερδοφόρους οργανισμούς. Δεν υπάρχει συνεπώς αντικειμενικός κίνδυνος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί η οποιαδήποτε απόφαση που δυνατό να επιτύχει υπέρ του ο Αιτητής, στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται. Όσον αφορά το Παρακλητικό 2 που αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης, ενόψει και της επικουρικής φύσης του, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Η Αίτηση κατά συνέπεια απορρίπτεται και τα διατάγματα ημερομηνίας 11.11.2015 ακυρώνονται, με έξοδα εις βάρος του Αιτητή και υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............ Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο