← Κύπρος

FBME Bank Limited ν. Epiage Management Inc. κ.α., Αγωγή αρ.: 1593/2014, 8/12/2015

FBME Bank Limited ν. Epiage Management Inc. κ.α., Αγωγή αρ.: 1593/2014, 8/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A546 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ Αγωγή αρ.: 1593/2014 Μεταξύ: FBME Bank Limited Ενάγουσας -και-

  1. Epiage Management Inc.
  2. CB "EUROTRUST" (CJSC) Εναγόμενοι ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.11.2014 για παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Χ' Χάννα για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/Καθ'ης η Αίτηση: κ. Σ. Ηλιάδης για Γ. Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα είναι αλλοδαπή τράπεζα εγγεγραμμένη στην Κύπρο, όπου έχει την κεντρική διεύθυνση των εργασιών της. Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και η Εναγόμενη 2 ήταν Ρωσική Τράπεζα με έδρα την Μόσχα. Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 2 τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Από τον Μάρτιο του έτους 2014 διορίστηκε η αρμόδια Ρωσική Κρατική Αρχή ως Παραλήπτης της Εναγόμενης
  3. Στις 18.3.2014 η Ενάγουσα καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή εναντίον των Εναγομένων και στη συνέχεια αιτήθηκε και εξασφάλισε διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στις Εναγόμενες εκτός δικαιοδοσίας καθώς και διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στην Εναγόμενη 2, τόσο με βάση τη διπλωματική οδό, όσο και μέσω ταχυδρομείου. Το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 5.5.2015 είναι σχετικό. Με την εξεταζόμενη αίτηση, η Αιτήτρια επιδιώκει τον παραμερισμό του υπό αναφοράν διατάγματος, καθώς και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου στην Εναγόμενη 2, υποστηρίζοντας πως έγινε κατά παράβαση των προνοιών της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοσιαλιστικών Δημοκρατικών για Παροχή Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (στη συνέχεια «η διμερής Συνθήκη»). Αντιβαίνει, επίσης, στις πρόνοιες της Σύμβασης Περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (στη συνέχεια «η Σύμβαση της Χάγης»). Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Σ. Γιορδαμλή, ο οποίος υποστηρίζει πως δεν επιδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο στον Παραλήπτη της Εναγόμενης 2, ο οποίος είναι το μόνο αρμόδιο πρόσωπο για παραλαβή δικαστικών και άλλων εγγράφων μετά από το διάταγμα εκκαθάρισης της Εναγόμενης
  4. Όπως αναφέρει, η Εναγόμενη 2 τέθηκε υπό εκκαθάριση, με απόφαση των αρμοδίων Ρωσικών Δικαστηρίων ημερ. 27.3.2014 και διορίστηκε η αρμόδια Ρωσική Αρχή (State Corporation Agency for Deposit Insurance) ως Επίσημος Παραλήπτης της. Το γεγονός αυτό, υποδεικνύει, ήταν σε γνώση της Αιτήτριας όταν υπόβαλε την αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία γίνεται αναφορά σε διορισμό προσωρινού διαχειριστή της Εναγόμενης
  5. Από την ημερομηνία διορισμού του πιο πάνω Επίσημου Παραλήπτη της Εναγόμενης 2, αναφέρει εν συνεχεία ο Ε/Δ, όλη η αλληλογραφία πρέπει να απευθύνεται προς αυτόν (ήτοι την αρμόδια Ρωσική Αρχή) και όχι στην προηγούμενη διεύθυνση της Τράπεζας, η οποία δεν είναι πλέον έγκυρη. Ουδέποτε, ισχυρίζεται, επιδόθηκε η ειδοποίηση του κλητηρίου ή άλλο δικαστικό έγγραφο στην αναφερθείσα Ρωσική αρχή, η οποία διορίστηκε Παραλήπτης της Εναγόμενης
  6. Αντί αυτού, αναφέρει, η Ενάγουσα απέστειλε, μέσω των δικηγόρων της, επιστολή στην παλαιά διεύθυνση της Εναγόμενης 2, επισυνάπτοντας αντίγραφο της Ειδοποίησης του κλητηρίου, της αίτησης ημερ. 16.4.14 και του διατάγματος ημερ. 5.5.2014, τα οποία δεν περιήλθαν σε γνώση του Επίσημου Παραλήπτη. Μόλις, πρόσφατα, αναφέρει, πληροφορήθηκε από πρώην υπάλληλο της Εναγόμενης 2, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ότι εκκρεμεί εναντίον της δικαστική υπόθεση ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων και διόρισε αμέσως δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει, η επίδοση που έγινε, μέσω ταχυδιανομής, στην Εναγόμενη είναι παράτυπη και αντικανονική, αφού δεν επιτρέπεται η επίδοση δικαστικών εγγράφων στη Ρωσία μέσω ταχυδρομείου, τόσο με βάση τη Σύμβαση της Χάγης όσο και με τη διμερή Συνθήκη. Υποδεικνύει προς τούτο πως η Ρωσία έθεσε ρητή επιφύλαξη όσον αφορά το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, το οποίο επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, την επίδοση δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυδρομείου (Τεκμήριο 1). Υποστηρίζει, περαιτέρω, πως η Ενάγουσα όφειλε να επιδώσει τα δικαστικά έγγραφα στην Εναγόμενη και διά της διπλωματικής οδού, κάτι που παρέλειψε να πράξει, γεγονός που καθιστά αντικανονική την επίδοση και γι' αυτό το λόγο. Υποστηρίζει, τέλος, πως η Ενάγουσα όφειλε να επιδόσει και το διάταγμα σφράγισης μαζί με την αίτηση και την ένορκη δήλωση, παράλειψη η οποία οδηγεί και αυτή στην ακυρότητα της επίδοσης. Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του προϊσταμένου πιστώσεων, Κ. Κυριακίδη. Αφού αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας, υποστηρίζει πως η Ενάγουσα, συμμορφούμενη με το εκδοθέν διάταγμα, επέδωσε στην Εναγόμενη τα δικαστικά έγγραφα, τόσο διά της διπλωματικής οδού (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5) όσο και μέσω ταχυδιανομής (Τεκμήριο 6). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2, πως δεν ενημερώθηκε ο Επίσημος Παραλήπτης για τη διαδικασία, αναφέρει πως απέστειλε ο ίδιος προσωπικά στις 17.6.2014, όλα τα έγγραφα που είχαν αποσταλεί για επίδοση στον Danila Kolodiy, βοηθό διαχειριστή πτώχευσης, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, σε μορφή PDF (Τεκμήριο 7). Αναφέρει, περαιτέρω, ότι τα ίδια έγγραφα τα απέστειλε στο υπό αναφοράν πρόσωπο και με DHL, στις 18.8.2014 (Τεκμήριο 8). Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, οι δύο πλευρές καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρισε ένορκη δήλωση από Ρωσίδα δικηγόρο (D. Dyachenko) και η Καθ' ης, από τον κ. Κυριακίδη, επισυνάπτοντας περαιτέρω γνωμάτευση του Ρωσικού δικηγορικού οίκο Hogan Lovells. Οι δύο πλευρές υποστηρίζουν τις θέσεις των πελατών τους σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδοσης των δικαστικών εγγράφων. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στη νομολογία που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Ο συνήγορος της Αιτήτριας, υπέδειξε πως η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τους όρους του διατάγματος το οποίο επέτρεψε την επίδοση μέσω των αρμοδίων αρχών και μέσω ταχυδρομείου. Η Ενάγουσα, επεσήμανε, όφειλε να επιδώσει τα έγγραφα κα με τις δυο μεθόδους. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, πως η επίδοση μέσω ταχυδρομείου δεν είναι επιτρεπτή στη Ρωσία, εφόσον έχει διατυπώσει επιφύλαξη στη δυνατότητα επίδοσης μέσω ταχυδρομείου που προβλέπεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε, η Ενάγουσα γνώριζε για το διορισμό προσωρινού διαχειριστή της Αιτήτριας και όφειλε να επιδώσει προς αυτόν τα δικαστικά έγγραφα και όχι στην διεύθυνση που λειτουργούσε η Τράπεζα, προτού τεθεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Ο συνήγορος της Ενάγουσας υποστήριξε πως η Ενάγουσα συμμορφώθηκε με το διάταγμα, επιδίδοντας όλα τα δικαστικά έγγραφα, τόσο μέσω ταχυδρομείου, όσο και μέσω των αρμοδίων αρχών, όπως προβλεπόταν στο διάταγμα. Σε σχέση με την επίδοση με βάση τη διμερή Συνθήκη και τη Σύμβαση της Χάγης, υπόδειξε πως τα έγγραφα διαβιβάστηκαν στο Υπουργείου Δικαιοσύνης και προωθήθηκαν στις αρμόδιες αρχές της Ρωσίας για επίδοση στην Εναγόμενη
  7. Παραπέμποντας στη συνέχεια στο Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης Κυριακίδη, εισηγήθηκε πως η παράλειψη της Εναγόμενης 2 να εμφανιστεί ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου, παρότι κλήθηκε νομότυπα να εμφανιστεί για να παραλάβει τα έγγραφα, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της επίδοσης, με βάση το Ρωσικό δίκαιο, όπως επεξηγείται στη γνωμάτευση των Ρώσων Δικηγόρων (Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ Κυριακίδη). Αναφορικά με την εισήγηση της Αιτήτριας πως η Ενάγουσα όφειλε να είχε επιδώσει μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα και το διάταγμα για σφράγιση μαζί με την μονομερή αίτηση, υποστήριξε πως τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, με βάση τους θεσμούς και τη νομολογία. Η Ενάγουσα, συνέχισε ο συνήγορος, έχει διορίσει δικηγόρο και τυχόν παρατυπία δύναται να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64, εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση ερημοδικίας, ώστε να εδικαιολογείτο το παράπονο της για ελλιπή ενημέρωση. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία για επίδοση μέσω των ταχυδρομικών υπηρεσιών, παρά τις πρόνοιες της συνθήκης της Χάγης και της διμερούς Συνθήκης μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας. Νομική Πτυχή: Όπως είναι γνωστό, η επίδοση δικαστικών εγγράφων σε Ρώσους υπηκόους, στη Ρωσία, διέπεται από τις αναφερθείσες συνθήκες. Δεδομένου ότι η Ρωσία έχει εναντιωθεί στη δυνατότητα επίσης μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών, που προβλέπεται από το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, η μόνη μέθοδος επίδοσης σε Ρώσους υπηκόους είναι μέσω των αρμοδίων αρχών (διπλωματικής οδού), όπως προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης και τη διμερή Συνθήκη (πιο πάνω). Στην κρινόμενη υπόθεση, η επίδοση στην Εναγόμενη 2 Ρωσική Τράπεζα, έγινε μέσω υπηρεσίας ταχυδιανομής (courier). Με δεδομένη την ένσταση της Ρωσίας για την επίδοση μέσω ταχυδρομείου, δεν ήταν επιτρεπτή η επίδοση με αυτή τη μέθοδο, ούτε φυσικά και το σχετικό αίτημα της Ενάγουσας ήταν επιτρεπτό. Το Δικαστήριο, εκδίδοντας το διάταγμα, πιθανό να μην είχε υπόψη του τη σχετική επιφύλαξη της Ρωσίας. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, πως η Ενάγουσα όφειλε να είχε θέσει υπόψη του Δικαστηρίου την εκδηλωθείσα επιφύλαξη της Ρωσίας, όταν απευθύνθηκε μονομερώς για να επιτύχει την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Καταλήγω συνεπώς ότι, ενόψει της αναφερθείσας επιφύλαξης της Ρωσίας για την επίδοση εγγράφων μέσω ταχυδρομείου, δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοση διατάγματος που επέτρεπε την επίδοση δια διπλοσυστημένης επιστολής και/ή μέσω υπηρεσίας ταχυδιανομής, στην Εναγόμενη 2 στη Ρωσία. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Με το προσβαλλόμενο διάταγμα, επιτράπηκε η επίδοση τόσο διά της διπλωματικής οδού (με βάση τις αναφερθείσες διεθνείς Συμβάσεις), όσο και μέσω των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Όπως ορθά επεσήμανε ο συνήγορος της Αιτήτριας, οι δύο μεθόδοι αναφέρονται στο διάταγμα σωρευτικά και όχι διαζευκτικά. Όφειλε, συνεπώς, η Ενάγουσα να επιδώσει τα δικαστικά έγγραφα στην Εναγόμενη και μέσω των αρμοδίων αρχών. Η παράλειψη, επομένως της Ενάγουσας να επιδώσει στην Εναγόμενη 2, και μέσω της διπλωματικής οδού, καθιστά αντικανονική την επίδοση και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν έγινε με βάση τις δύο μεθόδους που καθόριζε το διάταγμα. Η προσπάθεια της Ενάγουσας να εισηγηθεί ότι έχει προβεί, εν τέλει, σε επίδοση και μέσω των αρμοδίων αρχών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επισημαίνεται ότι η ειδοποίηση την οποία έλαβε από το Υπουργείο δικαιοσύνης είναι μεταγενέστερη της αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης. Αξίζει, επίσης, να υποδειχθεί πως η Ενάγουσα απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για έκδοση απόφασης, λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης από την Εναγόμενη 2 (καθώς και από την Εναγόμενη 1), στηριζόμενη στην επίδοση που έγινε μέσω της υπηρεσίας ταχυδιανομής. Σχετική είναι η μονομερής αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 19.11.2014, που βρίσκεται εντός του φακέλου. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θεωρεί βάσιμη τη θέση της Αιτήτριας πως η Ενάγουσα όφειλε να δώσει την ορθή διεύθυνση της Εναγόμενης 2, με βάση τα δεδομένα, όπως είχαν διαμορφωθεί, μετά από το διορισμό του Προσωρινού Παραλήπτη της Εναγόμενης
  8. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την εισήγηση της Ενάγουσας ότι δεν όφειλε να απευθυνθεί προς αυτόν (τον Προσωρινό Διαχειριστή/Παραλήπτη) επειδή δεν έχει κοινοποιηθεί η αλλαγή στα επίσημα αρχεία της αρμόδιας Ρωσικής αρχής. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της για έκδοση του επίδικου διατάγματος, αναφέρεται στο γεγονός του διορισμού Προσωρινού Παραλήπτη. Αυτός, μάλιστα, φαίνεται να ήταν και ο λόγος που προχώρησε σε συμψηφισμό της κατάθεσης της Εναγόμενης 2, η οποία αποτελούσε εγγύηση για το χρέος της Εναγόμενης 1, με βάση την Έκθεση Απαίτησης. Έγινε, τέλος, εισήγηση πως το Δικαστήριο διατηρούσε εξουσία να εκδώσει το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης με διπλοσυστημένη επιστολή ή/και μέσω ταχυδιανομής. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, με βάση τις πρόνοιες της Δ.6 θ.θ.7,8 και 9 είναι δεδομένη. Το ζήτημα, όμως που εγείρεται στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι εάν το Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση σε Ρώσο υπήκοο, κατά παράβαση της διμερούς Σύμβασης. Θεωρώ πως τέτοια δυνατότητα δεν παρεχόταν (βλ. Heeren v. UWE Scaper κ.α.

(1995)1 Α.Α.Δ. 1069 και Εarlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Co Elecgroum. Steel Works
(2009)1 Α.Α.Δ. 1350. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου, και των άλλων δικαστικών εγγράφων, που έγινε μέσω υπηρεσίας ταχυδιανομής στην Εναγόμενη 2, στη Ρωσία, είναι αντικανονική και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να παραμεριστεί. Όπως, επίσης, υποδείχθηκε, το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία έκδοσης διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών. Δεν δικαιολογείται όμως η ακύρωση του διατάγματος στο μέρος που επιτρέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην Εναγόμενη 2, με βάση τις πρόνοιες των διεθνών συμβάσεων (της Χάγης και της διμερούς Συνθήκης). Εκδίδεται κατά συνέπεια διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται το τρίτο σκέλος του Διατάγματος ημερ. 5.5.2014, σε σχέση με τη δυνατότητα επίδοσης των δικαστικών εγγράφων με διπλοσυστημένη επιστολή και/ή μέσω υπηρεσίας ταχυδιανομής. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου και των συνοδευτικών εγγράφων στην Εναγόμενη 2, που έγινε μέσω υπηρεσίας ταχυδιανομής. Εναπόκειται στην Ενάγουσα να προωθήσει νέα επίδοση στην Εναγόμενη 2, με βάση το διάταγμα, στο μέρος που δεν έχει παραμεριστεί. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας. (Υπ.) ........... Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.