Αναφορικά με την Εταιρεία A. & M.M. Constructions Ltd, Αίτηση Αρ.: 209/2015, 10/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A555 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, προσ.Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 209/2015 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Και Αναφορικά με την Εταιρεία A. & M.M. Constructions Ltd Και Αναφορικά με την Αίτηση της Ρίτα Noubar Τασταριαν, εκ Λευκωσίας Αιτήτρια Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2015 Για την Αιτήτρια: κ. Στέφανος Α. Σκορδής και κα Νικολέττα Α. Παπαμιχαήλ Για A.& M.M. Constructions Ltd: κ.κ. Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία Εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο πάνω Αιτήτρια Ρίτα Noubar Τασταριαν ζητά από το Δικαστήριο: Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η επαναφορά της επωνυμίας της Εταιρείας Α. & Μ.Μ. CONSTRUCTIONS LTD (HE 169431) στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και/ή η επαναφορά της εν λόγω εταιρείας στο καθεστώς «εγγεγραμμένη» στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Β. Διάταγμα που να ακυρώνει την διαγραφή της επωνυμίας της ως άνω εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και/ή ακυρώνον την διαγραφή της ως άνω εταιρείας από το εν λόγω μητρώο από την ημερομηνία που αυτή διενεργήθηκε και/ή αναδρομικά. Γ. Οδηγίες του Δικαστηρίου για την κατάταξη της εταιρείας και/ή των μετόχων και/ή αξιωματούχων αυτής και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται όπως η εταιρεία επαναφερθεί στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στο ίδιο ακριβώς καθεστώς (ήτοι με τους ίδιους μετόχους, αξιωματούχους και εγγεγραμμένο γραφείο) ως τα τελευταία που διατηρούσε πριν την διαγραφή της. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.10, Δ.48 Θ.Θ. 1,2, 3, 4, 5, 6 και 7, Δ.57, Δ.64, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 327 και 373, στις αρχές τις επιεικείας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη Δήλωση της κας Ρίτας Noubar Τασταρίαν. Σύμφωνα με την ομνύουσα, κατά τις 2.10.2009 ηγέρθη εναντίον της από τους Λούκα Ψωμά και Ελένη (Έλλη) Ψωμά, η Αγωγή υπ' αρ. 5794/2009 (στο εξής αναφερόμενη ως «η αγωγή»), με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, οι οποίες κατ' ισχυρισμό προκλήθηκαν στην κατοικία του κατά την ανέγερση της κατοικίας της Αιτήτριας, στην Λευκωσία. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της αγωγής. Αμφισβητεί την ευθύνη της σε σχέση με τις εν λόγω ζημιές καθώς επίσης και το ύψος τους και σε κάθε περίπτωση ισχυρίζεται ότι οι ισχυριζόμενες ζημιές προκλήθηκαν εξαιτίας πράξεων, παραλείψεων και της αμέλειας που επέδειξε η Εταιρεία Α.&Μ.Μ. CONSTRUCTIONS LTD (στο εξής αναφερόμενη ως «η Εταιρεία») η οποία δυνάμει συμφωνίας ανέγειρε κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής την οικία της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η Εταιρεία έχει δηλώσει στο παρελθόν έτοιμη να αναλάβει πλήρως τις ευθύνες της για τυχόν ζημιές τις οποίες προκάλεσε στην κατοικία των Εναγόντων. Στα πλαίσια της αγωγής εκδόθηκε διάταγμα, με το οποίο χορηγήθηκε άδεια έκδοσης και επίδοσης Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου προς την Εταιρεία (Τεκμήριο 2). Η εν λόγω Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου επιδόθηκε στους Τριτοδιάδικους στις 13.10.2010 και οι Τριτοδιάδικοι καταχώρησαν Εμφάνιση στις 2.11.
- Ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση στις 5.12.2014, κατά την εν λόγω ημερομηνία, η δικηγόρος της Εταιρείας - Τριτοδιαδίκων ενημέρωσε τους δικηγόρους της ότι η Εταιρεία έχει διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι η Εταιρεία απέστειλε επιστολή στον Έφορο Εταιρειών στις 27.8.2014 και ζητούσε την διαγραφή της από το μητρώο του Εφόρου. Η ομνύουσα πιστεύει ότι η διαγραφή της Εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, έγινε κακόπιστα και με μοναδικό σκοπό να μην μπορέσει να προχωρήσει στην εκδίκαση της προαναφερόμενης αγωγής εναντίον της και να αποφύγει έτσι τις ευθύνες της για οποιεσδήποτε ζημιές τυχόν προκάλεσε στην οικία των εναγόντων στην αγωγή. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η μη επανεγγραφή της επωνυμίας της Εταιρείας στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών θα έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί του συνταγματικού δικαιώματος για προώθηση της απαίτησης εναντίον τους αφού η Αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον μιας διαγραμμένης Εταιρείας. Η Αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής και το Δικαστήριο κατά την πρώτη φορά που ορίστηκε ενώπιον του ζήτησε όπως αυτή επιδοθεί τόσο στον Έφορο Εταιρειών όσο και σε κάποιον προ της διαγραφής αξιωματούχο της Εταιρείας. Η Αίτηση πράγματι επιδόθηκε και εκ μέρους της υπό επαναφορά Εταιρείας εμφανίστηκαν οι Δήμος και Λια Γεωργιάδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ο Έφορος Εταιρειών δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία αν και η Αίτηση του επιδόθηκε δεόντως. Στις 5.11.2015 η Εταιρεία καταχώρησε ειδοποίηση για την πρόθεση Ένστασης στην Αίτηση η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.10, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7,στα άρθα 327 και 373 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 ως και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στις Αρχές της επιείκειας. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
- Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει κανένα σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την επαναφορά της επωνυμίας της Καθ' ής η Αίτηση Εταιρείας στο καθεστώς «εγγεγραμμένη» στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών
- Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση της ως υπεράσπιση της είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση πέραν από αόριστους ισχυρισμούς.
- Η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό.
- Το αιτούμενο διάταγμα θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
- Η Καθ' ής η Αίτηση προέβηκε σε όλες τις δυνατές προσπάθειες για επίλυση των διαφορών
- Η Αιτήτρια οφείλει στην Καθ' ής η Αίτηση το τελευταίο διατακτικό πληρωμής που είναι μεγαλύτερο από την Απαίτηση των Εναγόντων στην υπ' αρ. 5794/09 αγωγή.
- Η Καθ' ής η Αίτηση δεν ενέργησε κακόπιστα για τη διαγραφή της και ούτε προσπάθησε να αποφύγει τις ευθύνες της. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Αντώνη Μαλτέζου ενός εκ των Διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση. Παραδέχεται την έγερση της αγωγής αρ. 5794/2009 καθώς και το ότι η Εταιρεία κλήθηκε σε αυτή από την εναγομένη ως τριτοδιάδικος. Περαιτέρω αναφέρει ότι η Εταιρεία ανέλαβε την ανέγερση της οικίας της Αιτήτριας δυνάμει σχετικής συμφωνίας. Σε διάφορες ημερομηνίες η Εταιρεία δήλωσε πρόθυμη να αναλάβει να επιδιορθώσει οποιαδήποτε μικροπροβλήματα αλλά τόσο η Αιτήτρια όσο και οι Ενάγοντες στην αγωγή επανειλημμένα αρνήθηκαν να επιτρέψουν την είσοδο στην οικία τους σε άτομα της Εταιρείας. Ο Ενόρκως Δηλων αναφέρεται σε διάφορες συναντήσεις και αλληλογραφία τόσο με τους Ενάγοντες στην αγωγή όσο και με την Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση. Στις 11.3.2009 επετράπη σε άτομα της Εταιρείας να εισέλθουν τόσο στην οικία των Εναγόντων όσο και στην οικία της Αιτήτριας για αξιολόγηση των ζημιών οπότε και επετεύχθη προφορική συμφωνία όλων των εμπλεκομένων για τη διεξαγωγή εργασιών καθαριότητας και/ή επιδιόρθωσης μικροπροβλημάτων. Παρά την συμφωνία αυτή και παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της Εταιρείας τελικά η Αιτήτρια δεν επέτρεψε την είσοδο στην οικία της. Η Αιτήτρια ανέφερε εν τέλει μέσω των δικηγόρων της ημερομηνίας 3.8.2011 ότι δεν προτίθετω να καταβάλει προς την Εταιρεία το υπολειπόμενο ποσό που της όφειλε για την ανέγερση της κατοικίας της, καθ' ότι η Εταιρεία δεν ολοκλήρωσε την ανέγερση της κατοικίας της Αιτήτριας και ότι προξένησαν ζημιές στη κατοικία του γείτονα. Ισχυρίζεται ότι υπήρξε υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη και/ή μη φυσιολογική καθυστέρηση για την επιδιόρθωση των ζημιών η οποία οφείλεται αποκλειστικά στην Αιτήτρια και τους Ενάγοντες στην αγωγή. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι τυχόν ζημιές που προκλήθηκαν κατά την ανέγερση της οικίας της Αιτήτριας στην οικία αυτής και στους Ενάγοντες ξεχωριστά να είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερες απ' ότι το 2008 - 2009, χρονολογία κατά την οποία η Εταιρεία προσφέρθηκε γραπτώς και προφορικώς να προβεί στις απαραίτητες επιδιορθώσεις. Συνεπώς η Εταιρεία δεν αναγνωρίζει ότι έχει οποιοδήποτε χρέος προς την Αιτήτρια και/ή τους Ενάγοντες. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας αναφέρει ότι περί τα τέλη του 2013 ο κύκλος εργασιών της ήταν μηδαμινός και λόγω αδυναμίας της να πληρώνει την εισφορά €350 τον χρόνο στον Έφορο Εταιρειών, €140 στο Σύνδεσμο Εργοληπτών, εργατικά και κατά προέκταση Κοινωνικές Ασφαλίσεις, αποφασίστηκε από τους αξιωματούχους η διαγραφή της επωνυμίας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών. Με γραπτή δήλωση προς το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 7.4.2014 η Εταιρεία πληροφορούσε τον τερματισμό της δραστηριότητας της ως εργοδότης, η οποία έγινε αποδεκτή με επιστολή Επαρχιακού Λειτουργού ημερ. 9.4.
- Στις 12.8.2014 αιτήθηκε στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομών και Τεχνικών Έργων τη διαγραφή της εταιρείας από το μητρώο Εγγεγραμμένων Εργοληπτών. Η αίτηση έγινε δεκτή και στις 10.10.2014 το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων απέστειλε επιστολή προς την Εταιρεία ότι διαγράφεται από το Μητρώο Εργοληπτών λόγω αποχώρησης του από τη θέση του Τεχνικού Διευθυντή της Εταιρείας. Στο μεταξύ, στις 27.8.2014 με σχετική επιστολή στον Έφορο Εταιρειών ζήτησαν τη διαγραφή από το μητρώο Εταιρειών αφού η Εταιρεία δεν διεξήγαγε εργασία και στις 12.1.2015 εκδόθηκε πιστοποιητικό από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη ότι η εταιρεία διαγράφτηκε από το μητρώο εταιρειών. Ισχυρίζεται τέλος ότι η Αιτήτρια χρωστά στην Εταιρεία το τελευταίο Διατακτικό πληρωμής για την ανέγερση της κατοικίας της, ποσό το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο από την απαίτηση. Η εταιρεία αιτήθηκε να διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών με μόνο λόγο ότι δεν είχε κύκλο εργασιών λόγω της οικονομικής κρίσης και όχι για να αποφύγει οποιεσδήποτε ευθύνες όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια αλλά ούτε για να στερήσει από πιστωτές το δικαίωμα να προχωρήσουν για είσπραξη του λαβείν τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση (Petition) έχει ως κύρια νομική βάση της το άρθρο 327
(7)του Κεφ. 113 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
(7)Αν εταιρεία ή οποιοδήποτε μέλος ή πιστωτής της αισθάνεται δυσαρεστημένος από το ότι η εταιρεία διαγράφτηκε από το μητρώο, το Δικαστήριο μετά από αίτηση που κάνει η εταιρεία ή μέλος ή πιστωτής πριν από την πάροδο είκοσι ετών από τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή ήταν σε λειτουργία, ή διαφορετικά ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο μητρώο, να διατάξει την επαναφορά της επωνυμίας της εταιρείας στο μητρώο, και με την παράδοση επίσημου αντιγράφου του διατάγματος στον έφορο για εγγραφή η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφτηκε και το δικαστήριο δύναται με το διάταγμα να δώσει τέτοιες οδηγίες και να εκδώσει τέτοιες διατάξεις που θεωρεί δίκαιες για την κατάταξη της εταιρείας και όλων των άλλων προσώπων στην ίδια θέση κατά το δυνατό, ωσάν η επωνυμία της εταιρείας δεν είχε διαγραφεί.» Η πιο πάνω διάταξη αφορά περιπτώσεις που η εταιρεία έχει διαγραφεί από το μητρώο όχι ως αποτέλεσμα εκκαθάρισής της αλλά όταν εταιρεία δεν διεξάγει εργασία ή δεν λειτουργεί ή συνεπεία παράλειψης καταχώρησης στον έφορο οποιουδήποτε εγγράφου που απαιτείται από το νόμο π.χ. ετήσιες εκθέσεις. Όπως προκύπτει και από τα δεδομένα της παρούσας Αίτησης ακόμα και η ίδια η Εταιρεία μπορεί να προκαλέσει την διαγραφή της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με επιστολή προς τον τελευταίο. Πλέον η δυνατότητα αυτή έχει λάβει και νομοθετική κάλυψη με το άρθρο 327(2Α) του Κεφ. 113 (που προστέθηκε με τον τροποποιητικό νόμο ν. 89(Ι)/2015)το οποίο προνοεί ότι ο έφορος εταιρειών δύναται να διαγράψει εταιρεία από το μητρώο κατόπιν αίτησης των συμβούλων της η οποία παραδίδεται στον έφορο εταιρειών στον καθορισμένο τύπο. Με βάση το άρθρο 327
(7)λοιπόν το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επαναφέρει το όνομα της εταιρείας στο μητρώο κατόπιν αίτησης της εταιρείας, μέλους ή πιστωτή. Σημειώνω ότι όταν πρόκειται για εταιρεία η οποία διαγράφηκε κατόπιν εκκαθάρισης και διάλυσης εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 326 του Κεφ. 113 που αφορα εξουσία του Δικαστηρίου να κυρήξει την διάλυση άκυρη. Επανερχόμενος στις πρόνοιες της διάταξης 327
(7)του Κεφ. 113 σημειώνω ότι στην Κύπρο δεν φαίνεται να υπάρχει εκτενής νομολογία που να την ερμηνεύει. Η έρευνα του Δικαστηρίου οδήγησε στην απόφαση Logicom Ltd v. P.G. Caresys Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 877 στην οποία με παρέπεμψαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας. Σε εκείνη την απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματεύτηκε το κατά πόσον πιστωτής μιας εταιρείας μπορεί να έχει locus standi στο να υποβάλει αίτηση επαναφοράς εταιρείας. Αποφασίστηκε ότι αίτημα πιστωτή για επανεγγραφή στο Μητρώο Εταιρειών εταιρείας, της οποίας το όνομα διεγράφη, μπορεί να γίνει αποδεκτό για να μπορέσει ο αιτητής να προχωρήσει με μέτρα προς είσπραξη του λαβείν του. Λέχθηκαν τα εξής: «Όπως έχουμε ήδη πει, μας έχει αναφερθεί νομολογία η οποία υποστηρίζει τη θέση του, ότι δηλαδή αίτημα πιστωτή για επανεγγραφή στο Μητρώο Εταιρειών εταιρείας, της οποίας το όνομα διεγράφη, μπορεί να γίνει αποδεκτό για να μπορέσει ο αιτητής να προχωρήσει με μέτρα προς είσπραξη του λαβείν του. Και αυτό, καθώς υποδεικνύεται, γιατί μια εταιρεία μπορεί με δικό της αίτημα να διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών, με σκοπό να στερήσει από τους πιστωτές της το δικαίωμα να προχωρήσουν είτε με αγωγή είτε με αίτηση διάλυσης της για να εισπράξουν το λαβείν τους.» Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου γίνεται παραπομπή στην πρωτόδικη απόφαση In the matter of Waikiwi Shipping Co. Ltd J.S.C.
(1981)Parts 1-2, p.147 η οποία πραγματεύεται την πιο πάνω διάταξη. Σε εκείνη την υπόθεση θα αναφερθώ στην συνέχεια της απόφασης μου. Χρήσιμη καθοδήγηση έλαβα επίσης από αγγλικές αποφάσεις στις οποίες επίσης θα αναφερθώ. Φύση και σκοπός της Αίτησης Επαναφοράς Σημαντικό θεωρώ να εξεταστεί κατά προτεραιότητα ποια είναι η φύση και ο χαρακτήρας Αίτησης δυνάμει του άρθρου 327
(7)του Κεφ. 113. Στην Re Portrafram Ltd
(1986)2 BCC 99,160 που αφορούσε αίτηση επαναφοράς δυνάμει του άρθρου 353 του Companies Act 1948, και μετέπειτα άρθρου 653 του Companies Act 1985 τα οποία είναι πανομοιότυπα με το άρθρο 327
(7)του Κεφ. 113 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Such applications are usually determined in chambers and are usually conducted by the applicants on the one side and the Treasury Solicitor on behalf of the registrar of companies on the other side. They are proceedings which do not, on the face of them, lead to the determination of any issue at all. They are a curious form of quasi-administrative proceedings whereby the court, on being satisfied of various matters, exercises a power given by Parliament to resuscitate, by restoration to the register, a company which is then, by Act of Parliament, deemed to have continued to exist at all times. No orders are made in favor of any person for money, declarations of right, injunctions or other substantive relief of any sort at all. The applications are regularly and frequently made and are habitually decided without the intervention of any extra person.» Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο μόνος αναγκαίος διάδικος σε Αίτηση δυνάμει του άρθρου 327
(7)του Κεφ. 113 είναι ο Έφορος Εταιρειών. Η διαδικασία πρέπει να διεκπεραιώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για μια ιδιότυπη διαδικασία οιονεί διοικητικής φύσης στην οποία αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για τις προϋποθέσεις στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω τότε διατάζει την επαναφορά του ονόματος της εταιρείας στο μητρώο. Κατά κανόνα, δεν είναι επιθυμητή η έντονη αντιδικία. Στην διαδικασία αυτή δεν αποφασίζονται δικαιώματα και υποχρεώσεις ούτε παρέχονται θεραπείες έξω από το πλαίσιο της διάταξης 327
(7)του Κεφ. 113. Τυχόν ενστάσεις στην Αίτηση επαναφοράς θα μπορούσαν να προβληθούν από τον Έφορο Εταιρειών ο οποίος στην παρούσα υπόθεση επέλεξε να μην εκπροσωπηθεί παρόλο ότι του επιδόθηκε δεόντως η Αίτηση. Μόνο όπου το Δικαστήριο θεωρεί ότι επηρεάζονται άμεσα τα δικαιώματα κάποιου τρίτου προσώπου μπορεί να επιτρέψει παρέμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι την Αίτηση υποβάλλει πιστωτής ή καλύτερα ενδεχόμενος πιστωτής το Δικαστήριο θεώρησε ορθότερο να ακούσει την θέση των αξιωματούχων της υπό επαναφορά Εταιρείας προτού διατάξει την επαναφορά. Τούτο όμως δεν δημιουργεί κανόνα ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει σε κάθε περίπτωση. Εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει επίδοση ή παρέμβαση άλλου προσώπου πέραν από τον εκάστοτε Αιτητή και τον Έφορο Εταιρειών. Το βασικό κριτήριο είναι το κατά πόσον επηρεάζονται ή όχι δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις του προσώπου το θα προστεθεί ως διάδικος στην διαδικασία. Σχετική είναι η υπόθεση Re Blenheim Leisure (Restaurant) Limited (No.1) [2000] BCC 554 όπου λέχθηκε ότι παρέμβαση τρίτου προσώπου μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις πρέπει να επιτρέπεται. Λέχθηκαν ειδικότερα τα ακόλουθα: «I should add that it will still be for the court to decide in any particular case whether or not to allow intervention. It could I think quite properly only allow intervention in cases where the order for restoration itself would or might directly affect the rights of the intervener. This is such a case. In most cases restoration does not affect rights or obligations. For example a debtor whose creditor is struck off is not directly affected by any decision to restore since the debt exists before and after restoration. All that changes is the identity of the creditor.» Αναφορά πρέπει να γίνει και στον σκοπό της επίδικης διάταξης. Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Waikiwi Shipping (ανωτέρω) λέχθηκε ότι ο σκοπός της πιο πάνω διάταξης είναι να επαναφερθεί η Εταιρεία στο μητρώο για όλους τους σκοπούς και όχι μερικώς (γίνεται παραπομπή στην In Re Lindsay Bowman Ltd. 1969 1 WLR 1443). Όπως ανέφερε ο Πικής Π.Ε.Δ όπως ήταν τότε, οι όροι τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να θέσει όταν διατάζει επαναφορά δεν πρέπει αμέσως ή εμμέσως να καταστρατηγούν την πρόθεση του νομοθέτη. Πολύ σημαντική κατά την κρίση μου είναι η αναφορά στην πιο πάνω διάταξη ότι «με την παράδοση επίσημου αντιγράφου του διατάγματος στον έφορο για εγγραφή η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφτηκε». Από εδώ προκύπτει και ο σκοπός αυτής της διάταξης, ήτοι η επανατοποθέτηση της εταιρείας στην ίδια θέση ωσάν να μην μεσολάβησε η διαγραφή. Δηλαδή η επαναφορά του ονόματος της εταιρείας λειτουργεί αναδρομικά (βλ. Tyman's Ltd. v. Craven
(1952)1 All ER 613). Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη ότι «το δικαστήριο δύναται με το διάταγμα να δώσει τέτοιες οδηγίες και να εκδώσει τέτοιες διατάξεις που θεωρεί δίκαιες για την κατάταξη της εταιρείας και όλων των άλλων προσώπων στην ίδια θέση κατά το δυνατό, ωσάν η επωνυμία της εταιρείας δεν είχε διαγραφεί» είναι ακριβώς συμπληρωματική της γενικής πρόνοιας εντός της ίδιας διάταξης «ότι η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ωσάν η επωνυμία της δεν διαγράφτηκε». Όπως αντιλαμβάνομαι την συγκεκριμένη συμπληρωματική πρόνοια αυτή τέθηκε ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο στις κατάλληλες περιπτώσεις να επαναφέρει την εταιρεία όσο το δυνατό πιο κοντά στην ίδια θέση που βρισκόταν και σε κατάλληλες περιπτώσεις που κρίνει δίκαιο να εκδώσει σχετικές διαταγές. Για παράδειγμα στην Tyman's Ltd (ανωτέρω) το Δικαστήριο αντιμετώπισε κάποια αίτηση που καταχωρήθηκε από την εταιρεία στις 23.7.1951 σε σχέση με ενοικίαση κάποιων υποστατικών. Η αίτηση αυτή σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία έπρεπε να είχε υποβληθεί μέχρι τις 24.7.1951. Στις 23.7.1951 που είχε υποβληθεί όμως η εν λόγω αίτηση η εταιρεία ήταν διαγραμμένη από το μητρώο. Ενώ εκκρεμούσε η Αίτηση είχε εξασφαλιστεί διάταγμα από άλλο Δικαστήριο με το οποίο επαναφέρθηκε το όνομα της εταιρείας στο μητρώο. Αποφασίστηκε κατ' έφεση ότι η τελευταία πρόταση στην σχετική πρόνοια του νόμου (που είναι πανομοιότυπη με αυτή του άρθρου 327
(7)του Κεφ. 113) παρέχει ειδική εξουσία στο Δικαστήριο να δώσει τέτοιες οδηγίες, όπου αυτό κρίνεται δίκαιο, για να επιτευχθεί η επαναφορά της εταιρείας στην ίδια θέση καθ' όσον αφορά την εταιρεία και τρίτα πρόσωπα. Σκοπός των εν λόγω διατάξεων είναι να δώσουν στην Εταιρεία μια ευκαιρία την οποία υπό κανονικές συνθήκες θα είχε χάσει π.χ. η ανανέωση ενός συμβολαίου κατά τον χρόνο που η εταιρεία ήταν διαγραμμένη από το μητρώο. Έτσι στα γεγονότα εκείνης της περίπτωσης κρίθηκε ότι η Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 23.7.1951 μπορούσε να προχωρήσει προς εκδίκαση της ουσίας της αφού η εταιρεία είχε επαναφερθεί αναδρομικά και δόθηκαν σχετικές οδηγίες. Ένα άλλο παράδειγμα για να γίνει καλύτερα κατανοητή η εμβέλεια της πρόνοιας του άρθρου 327
(7), είναι όταν το δικαίωμα κάποιου πιστωτή παραγράφεται στο διάστημα μετά την διαγραφή μιας εταιρείας αλλά πριν την επαναφορά της. Εάν σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο, μπορεί παράλληλα με το διάταγμα επαναφοράς να εκδώσει διάταγμα όπως η περίοδος κατά την οποία ήταν διαγραμμένη η εταιρεία να μην προσμετρά στην περίοδο παραγραφής της αξίωσης του πιστωτή εναντίον της Εταιρείας. Τέτοια ήταν η περίπτωση στην Re Donald Kenyon
(1956)3 All E.R.
- Προϋποθέσεις Επαναφοράς Οι περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει την εξουσία για επαναφορά της εταιρείας είναι δύο. Ειδικότερα το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την επαναφορά της επωνυμίας της εταιρείας στο μητρώο αν: α) ικανοποιείται ότι η εταιρεία κατά τον χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή η εταιρεία ήταν σε λειτουργία, ή β) κρίνει ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο μητρώο ανεξαρτήτως των εργασιών της. Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, ήτοι η διεξαγωγή εργασίας εκ μέρους της εταιρείας, θεωρώ ότι, αφορά όχι μόνο την συνέχιση των συνήθων εργασιών της εταιρείας αλλά και την είσπραξη και διανομή περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Ακόμα και μια εταιρεία υπό εκούσια εκκαθάριση για παράδειγμα μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεχίζει τις εργασίες της καθ' όσον αφορά την είσπραξη οφειλών και διανομή τελικού μερίσματος στους μετόχους. Παραπέμπω σχετικά στην Re Outlay Assurance Society, L.R. 34 Ch. D. 479; 36 W.R.
- όπου επαναφέρθηκε στο μητρώο εταιρεία που βρισκόταν υπό εκούσια εκκαθάριση (όχι διαλυμένη) κατά τον χρόνο της διαγραφής της. Κρίθηκε ότι υπήρχαν περιουσιακά στοιχεία να ρευστοποιηθούν και με αυτή την έννοια η επιχείρηση της εταιρείας συνεχιζόταν από τη στιγμή του ψηφίσματος για εκούσια εκκαθάριση. Λέχθηκαν τα εξής: «I see no reason why I should not make an order in that form. There are assets of the company still to be realized, and in a certain sense the business of the company has been going on ever since the resolution to wind up, and an action against their principal debtors has been pending for nearly six years. At any rate the company is still alive, and there are assets to be recovered.» Στην Re Blenheim Leisure (Restaurants) Ltd (No.2) [2000] BCC 821 εξετάστηκε ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Λέχθηκαν τα εξής: «It is not normally the appropriate occasion for considering in any detail or in any depth the prospects of the relevant company establishing anything of value, even where that is the only reason put forward for the restoration. As with any general rule there may be exceptions and it seems to me appropriate to examine the prospects in a little detail, (a) where it contended, and it appears that there is real force in the contention, that the company has no real prospect of establishing anything of value for its members if it is restored, and/or (b) where there is a real and justified competing interest to that of the company or its members to be taken into account. This is, I accept, one of those exceptional cases. Even in such cases, however, it is normally wrong to consider the prospects of the company or its members establishing anything of value in great detail.» Στην υπόθεση Re Priceland Ltd [1997] BCC 207 at 215B-C λέχθηκαν τα εξής: «It seems to me that purpose of the section is to give the court the widest possible powers to restore. The words 'carrying on business or in operation' in s. 653
(2)should be read together and in the light of that purpose. What the section is directing the court to do is to look back to the time of dissolution. If, at that time, the company was completely dormant, this particular avenue for giving jurisdiction to the court is not made out. On the other hand if the company was carrying on any activity at all, then the court's power to restore is brought into play.» Συνοψίζοντας τα πιο πάνω φαίνεται ότι στα πλαίσια εξέτασης της πρώτης εκ των δύο διαζευκτικών περιπτώσεων δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί σε βάθος κατά πόσον η υπό επαναφορά εταιρεία θα έχει κάποια αξία αν επαναφερθεί. Αρκεί να καταδειχθεί ότι η εταιρεία έχει προοπτική να έχει κάποια αξία στους ίδιους τους μετόχους της εταιρείας ή σε τρίτους π.χ. πιστωτές. Σε τέτοια περίπτωση ο γενικός κανόνας θα είναι η επαναφορά στο μητρώο. Ο ουσιώδης χρόνος διερεύνησης των εργασιών και/ή λειτουργίας της υπό επαναφορά εταιρείας είναι ο χρόνος κατα τον οποίο η εταιρεία διαγράφηκε από το μητρώο. Όσον αφορά την δεύτερη διαζευκτική προϋπόθεση, αυτή παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να διατάξει την επαναφορά Εταιρείας ασχέτως των δραστηριοτήτων της. Για αυτό τον σκοπό το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην Re Priceland Ltd (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την City of Westminster Assurance Co v Registrar of Companies (unreported, 28 June 1996 (CA): «It was submitted on behalf of the appellant that it is not just to restore the company to the register because the application is made for an ulterior purpose. It is not made in order to obtain the distribution of the assets of the company, since the company appears to be without assets. Nor is it intended to restore the company to the register so that a liability may be enforced against the company, for the same reason. The respondent's object is to enforce a liability against a guarantor. In my judgment that is not outside the scope of the section. The section is intended to provide a remedy for a person who has a claim, whether against the company or a third party, which can be enforced only if the company is restored to the register. He is a person who, being a creditor of the company, has a legitimate grievance if the company is dissolved and he is no longer able to enforce the liability. It does not matter whether he seeks to enforce the claim against the company itself or whether he needs to establish the company's liability in order to make a claim against a third party such as the company's insurer or guarantor.' Επομένως η δεύτερη διαζευκτική προϋπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο ευρύτατη διακριτική ευχέρεια να επαναφέρει την εταιρεία όταν περιστάσεις, άλλες από την εργασία ή την λειτουργία της, το απαιτούν. Για παράδειγμα θα ήταν ιδιαίτερα αυστηρό να απορριφθεί ένα τέτοιο αίτημα στην περίπτωση διαγραφής εταιρείας λόγω αποτυχίας υποβολής κάποιου εγγράφου που απαιτείται από το νόμο (δυνάμει του 327
(6)του Κεφ. 113) ή λόγω παράλειψης πληρωμής του ετήσιου τέλους που προβλέπεται στο άρθρο 391,(δυνάμει του 327
(3)όταν παρουσιάζεται καλός λόγος για την παράλειψη. Όπως θα εξηγήσω πιο κάτω και η παρούσα περίπτωση εντάσσεται στις περιπτώσεις που είναι δίκαιο όπως η Εταιρεία επαναφερθεί στο μητρώο. Η υπό κρίση περίπτωση Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει σε βάθος τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν σε σχέση με την ουσία της αγωγής αρ. 5794/2009. Για την επαναφορά της Εταιρείας αρκεί μόνο το γεγονός ότι εκκρεμεί η εν λόγω αγωγή και το ότι η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει ότι προωθεί μέσω της διαδικασίας τριτοδιαδίκου αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εταιρείας. Είναι γνωστό βέβαια ότι η διαδικασία τριτοδιαδίκου υπέχει μορφή αγωγής της εναγόμενης εναντίον του τριτοδιαδίκου. (Βλ. Nικήτα ν. Medcon Construction Limited και Άλλου,
(1997)1 Α.Α.Δ. 643) Με την επιστολή της εταιρείας ημερομηνίας 27.8.2014 με την οποία η Εταιρεία ζητούσε την διαγραφή της από το μητρώο, ο Έφορος εταιρειών θεώρησε ότι η εταιρεία δεν διεξάγει πλέον εργασία και προχώρησε στην διαγραφή της δυνάμει των προνοιών του άρθρου 327 του Κεφ.
- Όπως ήδη αναφέρθηκε, με την τελευταία τροποποίηση του Κεφ. 113 με το νόμο ν.89(I)/2015 προστέθηκε μάλιστα ειδική πρόνοια στο εδάφιο (2Α) του άρθρου 327 η οποία προνοεί ότι ο έφορος εταιρειών δύναται να διαγράψει εταιρεία από το μητρώο κατόπιν αίτησης των συμβούλων της η οποία παραδίδεται στον έφορο εταιρειών στον καθορισμένο τύπο. Όμως αυτή η δυνατότητα της Εταιρρείας και των συμβούλων της, ήτοι με δικό τους αίτημα να προκαλούν την διαγραφή της Εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σημαίνει αυτόματα ότι μπορούν να αποστερήσουν και το δικαίωμα της Αιτήτριας να πετύχει την έκδοση και εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης εναντίον της Εταιρείας. Κατ' επέκταση της στερούν το δικαίωμα εάν και εφόσον εξασφαλίσει δικαστική απόφαση να προωθήσει διαδικασία εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των σχετικών προνοιών του Κεφ.
- Είναι βέβαια γνωστό ότι η διαδικασία εκκαθάρισης εταιρείας αποτελεί τον τρόπο προστασίας και διασφάλισης της περιουσίας της εταιρείας εάν υπάρχει ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος προνοεί προς όφελος όλων των πιστωτών (βλ. Δημήτρης Αυξεντίου & Υιος (Γεωργικά Μηχανήματα) Λίμιτεδ ν. Hellenic Bank Public Company Limited Πολιτική Έφεση Αρ. 368/2009, ημερ. 20.11.2014). Η διαγραφή της εταιρείας με πράξη της ίδιας της εταιρείας αποστερεί την δυνατότητα κάθε πιστωτή ή ενδεχόμενου πιστωτή να επιδιώξει την είσπραξη του λαβείν του. Αυτό κατά την κρίση μου δεν πρέπει να επιτραπεί. Συν τοις άλλοις προσκρούει και στο άρθρο 30 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει την πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η πιο πάνω προσέγγιση συμβαδίζει και με τα λεχθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Logicom Ltd v. P.G. Caresys Ltd (ανωτέρω) ότι δηλαδή το αίτημα πιστωτή μπορεί να γίνει αποδεκτό για να μπορέσει ο αιτητής να προχωρήσει με μέτρα προς είσπραξη του λαβείν του. Επισημαίνω επίσης και τις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 που προνοούν για δικαίωμα του πιστωτή να καταχωρήσει και να προωθήσει αίτηση έρευνας προς εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση ή οποιοδήποτε συμφέρον έχει σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία στη φύλαξη ή κάτω από τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία, ή αναφορικά με τυχόν οφειλές τρίτου προσώπου σ' αυτόν, με σκοπό την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου δυνάμει του και με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου ή με οποιαδήποτε επιβάρυνση, διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο πιστωτής στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού. Εάν η εταιρεία παραμείνει διαγεγραμμένη τότε η Αιτήτρια θα στερηθεί όλων των «εφοδίων» που της παρέχει η νομοθεσία για να εισπράξει το λαβείν της αν και εφόσον αυτό αποκρυσταλλωθεί μέσω δικαστικής απόφασης στην αγωγή αρ. 5794/
- Προτού ολοκληρώσω την παρούσα απόφαση, αναφορά πρέπει να γίνει στο επιχείρημα των συνηγόρων της Εταιρείας ότι η Αιτήτρια δεν είναι πιστωτής εντός της έννοιας του άρθρου 327
(7)καθότι υπάρχει όπως ισχυρίζεται ουσιαστική αμφισβήτηση της οφειλής. Παραπέμπει σχετικά στην υπόθεση Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. CJ Kyprianou Promotions Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 991 σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «πιστωτής» εντός της έννοιας των άρθρων 213
(1)του Κεφ. 113. Θεωρώ ότι η χρήση του όρου «πιστωτής» στο άρθρο 327
(7)είναι εντελώς διαφορετική και ευρύτερη από αυτή του «πιστωτή» ο οποίος νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης Εταιρείας δυνάμει του άρθρου 213. Η ερμηνεία που δίνεται από τη νομολογία στον όρο «πιστωτής» στα πλαίσια του άρθρου 213 λαμβάνει υπόψη αυτό που έχει επανειλημμένα τονιστεί στη νομολογία ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Η διάταξη του άρθρου 327
(7)είναι εντελώς διαφορετικής φύσης. Όπως ήδη λέχθηκε στα πλαίσια αυτής της αίτησης το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει σε βάθος την θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος ή οφειλής από την Εταιρεία προς την Αιτήτρια. Οποιαδήποτε επιχειρήματα που αφορούν την θεμελίωση αγώγιμων δικαιωμάτων ή την βασιμότητα υπεράσπισης σε αγωγές θα πρέπει να αφήνονται να αποφασιστούν από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τέτοια δικονομικά διαβήματα εκκρεμούν και όχι από το Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση δυνάμει του άρθρου 327
(7)του Κεφ. 113. Μάλιστα δε όπως υποδείχθηκε πιο πάνω η έντονη αντιδικία είναι ανεπιθύμητη σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Το θέμα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τον σκοπό της διαδικασίας του άρθρου 327
(7)που επεξηγήθηκε πιο πάνω, ήτοι η επανατοποθέτηση της εταιρείας στην ίδια θέση ωσάν να μην μεσολάβησε η διαγραφή. Το κατά πόσον κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πιστωτής εντός της έννοιας του άρθρου 327
(7)εξαρτάται πάντοτε από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μια αγωγή η οποία εκκρεμεί για 6 τουλάχιστον έτη ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι το λιγότερο άδικο να μην μπορεί να θεωρηθεί ως «πιστωτής» εντός του άρθρου 327
(7)η Αιτήτρια η οποία απαιτεί εναντίον της εταιρείας στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής και στο παρά πέντε στερείται του δικαιώματος να διαγνωστούν τα δικαιώματα της από αρμόδιο Δικαστήριο όπως επιτάσσει το άρθρο 30 του Συντάγματος. Το κατά πόσον υπάρχει ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον της Εταιρείας είναι θέμα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της αγωγής και όχι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ενώπιον μου δεδομένα κρίνω ότι είναι δίκαιο όπως το όνομα της εταιρείας επαναφερθεί στο μητρώο στην ίδια θέση που ήταν ωσάν να μην μεσολάβησε η διαγραφή δυνάμει της δέυτερης διαζευκτικής προϋπόθεσης του άρθρου 327
(7)του Κεφ. 113. Εν όψει της κατάληξης αυτής παρέλκει η εξέταση κατά πόσον η εταιρεία διεξάγει εργασία ή βρίσκεται σε λειτουργία. Επισημαίνω μόνο την αναφορά του ίδιου του Διευθυντή της Εταιρείας ότι η Αιτήτρια χρωστά στην Εταιρεία το τελευταίο Διατακτικό πληρωμής για την ανέγερση της κατοικίας της, ποσό το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο από την απαίτηση στην αγωγή. Διερωτούμαι ποιος τελικά ήταν ο σκοπός της διαγραφής της Εταιρείας από το μητρώο εφόσον η ίδια η Εταιρεία ισχυρίζεται ότι έχει περιουσιακά στοιχεία προς είσπραξη. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται όπως το όνομα της A. & M.M. Constructions Ltd να επαναφερθεί στο Μητρώο Εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών. Όλα τα πρόσωπα τίθενται στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν προτού διαγραφεί το όνομα της εταιρείας από το Μητρώο Εταιρειών. Επίσημο αντίγραφο του παρόντος διατάγματος να επιδοθεί στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή. Εν όψει του ότι η Εταιρεία επέλεξε να εμφανιστεί και να εκπροσωπηθεί στην διαδικασία καταχωρόντας Ένσταση καθώς επισης και το γεγονός ότι είναι η ίδια η Εταρεία που με την πράξη της προκάλεσε την διαγραφή της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών αναγκάζοντας την Αιτήτρια να προχωρήσει με την παρούσα αίτηση, κρίνω δίκαιο όπως επιβαρυνθεί με τα έξοδα της Αίτησης. Συνεπώς τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της A. & M.M. Constructions Ltd. (Υπ.) .................................... Χρ. Ρασπόπουλος, προσ.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο