← Κύπρος

Γαβριήλ Λύτρα κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 4108/15, 2/12/2015

Γαβριήλ Λύτρα κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 4108/15, 2/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A537 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4108/15 Μεταξύ:

  1. Γαβριήλ Λύτρα
  2. Χρήστου Λύτρα Εναγόντων και
  3. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  4. Παναγιώτα (Γιώτα) Λύτρα
  5. Κλεοπάτρα Λύτρα Κατσιάρη
  6. Savva Frangous & Associates Ltd
  7. Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου,
  8. Αίτηση Ημερομηνίας 8.8.15 για Έκδοση/Οριστικοποίηση Απαγορευτικών Διαταγμάτων Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Ε. Μάνουλος, για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη (Δ.Θ.143). Για Εναγόμενους 2, 3/Καθ' ων η Αίτηση: Η κ. Β. Καρακασίδου, για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ (Δ.Θ.36). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απευθείας από την Έδρα) Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αποτελεί η οριστικοποίηση (ή ακύρωση) των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 19.8.15, τα οποία εκδόθηκαν ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της αφορούσας ενδιάμεσης (και μονομερούς τότε) αίτησης των εναγόντων/αιτητών ημερομηνίας 18.8.
  9. Τα αντίστοιχα διατάγματα (Α) και (Β), ως συντάχθηκαν στις 20.8.15, έχουν ως ακολούθως : «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους εναγόμενους 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση, όπως προβούν εις οιανδήποτε ενέργεια σε σχέση με τους εναγομένους 5 μέχρι και της πλήρους εκδικάσεως της ανωτέρω αγωγής και ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους εναγόμενους 2 και 3/Καθ' ων η αίτηση, όπως προβούν εις οιανδήποτε ενέργεια με βάση και/ή ως αποτέλεσμα των αλλαγών που διενεργήθεισαν την 07.03.14 εις τους εναγομένους 5 και που αφορούν τους εναγομένους 2 και 3 και κοινοποιήθηκαν εις το αρμόδιο τμήμα των εναγομένων 1 υπό των εναγομένων 4 την 08.05.14 μέχρι και της πλήρους εκδικάσεως της ανωτέρω αγωγής και ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από τον Χρήστο Λύτρα, ενός των εναγόντων/αιτητών. Εκεί, διευκρινίζονται οι λόγοι για τους οποίους η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων εθεωρείτο (και εξακολουθεί να θεωρείται) ως αδήριτη για τους ενάγοντες/αιτητές. Οι εναγόμενοι 2 και 3/καθ' ων η αίτηση («οι καθ' ων η αίτηση»), εγείρουν ένσταση στη συνέχιση ισχύος των διαταγμάτων, για 21 λόγους τους οποίους αποτυπώνουν στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ενστάσεως. Οι λόγοι τούτοι - που επεξηγούνται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση της Παναγιώτας (Γιώτας) Λύτρα (εναγόμενης 2/καθ' ης η αίτηση) με παραπομπή (και) σε σειρά τεκμηρίων - άπτονται, μεταξύ άλλων, θέσεων περί του νομικώς και ουσιαστικώς αβάσιμου του αιτήματος, του ελλιπούς και λανθασμένου της νομικής του βάσης, του παράτυπου και αντικανονικού του, καθώς και άλλων παρεμφερών αιτιάσεων. Οι συνήγοροι αγόρευσαν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήσαν περιεκτικοί. Εφοδίασαν μάλιστα το Δικαστήριο και με κείμενο της αγόρευσης τους, κάτι που συνέτεινε όχι μόνο στο να καταστεί ακόμη πιο κατανοητή η επιχειρηματολογία τους αλλά και στο να αχθεί το Δικαστήριο στην απόφανση του αμέσως. Εισηγούνται οι ενάγοντες/αιτητές πως πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, με συνεπόμενο να δικαιολογείται η συνέχιση ισχύος των διαταγμάτων, δοσμένης και της απουσίας λόγων που να τείνουν να ανατρέψουν την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo). Αντίθετη είναι η άποψη των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, που λέγουν πως τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν, όχι μόνο επειδή δεν υφίσταται, όπως έχω αντιληφθεί, καμιά από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αλλά και διότι οι ενάγοντες/αιτητές προσπάθησαν, στο μονομερές στάδιο, να εξαπατήσουν και παραπλανήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να πετύχουν την έκδοση των διαταγμάτων. Αποτίμησα καθετί που συζητήθηκε πριν από λίγο κατά την ακρόαση της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη (και) την ένορκη και γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Προσεγγίζοντας τα πράγματα (που εδώ ενδιαφέρουν), είχα κατά νουν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων όπως και τα όσα πολύ ευσύνοπτα αναλύονται επί τούτω στη Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited, ΠΕ 145/11, ημ. 13.6.13, ως ακολούθως: «. Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C.Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω κατάληξη, που βασίζεται μόνο στα δικόγραφα, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα έπρεπε κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στην υπόθεση Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 99: «Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μας υπήρχε το υλικό να θεμελιώσει και τις δύο προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc [1984] 1 All Ε.R.225, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση (serious question to be tried) θεωρείται «one for which there is some supporting material».Ο όρος είναι ο ίδιος και στο άρθρο 32». Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης». Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας». Καμία από τις εισηγήσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει συγκλίνοντα. Ιδιαίτερα (αλλά όχι περιοριστικώς), εκείνες που αφορούν στο ζήτημα της μη προσήκουσας αποκάλυψης στο μονομερές στάδιο. Τίποτε δεν αναδύεται σε σχέση με την πτυχή αυτή από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από την δικηγόρο των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Εξηγώ περαιτέρω. Ο ομνύων Χρήστος Λύτρας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δικαιολογεί τα όσα αναφέρει εκεί με παραπομπή σε συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1-
  1. Διατείνονται συναφώς οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση, πως: «Υπάρχει ισχυρισμός ότι στις 03/08/2015 περιήλθε σε γνώση του κύριου Χρήστου Λύτρα, ο οποίος έκανε την ένορκο δήλωση ότι «χωρίς τη συγκατάθεση την δική μου και του έτερου αιτητή ως προνοεί η σχετική νομοθεσία» είχαν υποβληθεί στις 07/03/2014 στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών τα έντυπα των αλλαγών του Συνεταιρισμού. Αυτά αναφέρει η παράγραφος 4 της ενόρκου δηλώσεως. Στην ίδια ένορκο δήλωση το ίδιο πρόσωπο έχει επισυνάψει σχετικό έντυπο του Γραφείου του Εφόρου Εταιρειών το οποίο λήφθηκε ηλεκτρονικά, όπως ο ίδιος λέει στις 14/04/
  2. Όπως ο ίδιος εξηγεί στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως. Αυτό το οποίο συνάγεται αβίαστα από τα πιο πάνω είναι ότι τουλάχιστον στις 14/04/2014 οι αιτητές κατείχαν το έντυπο το οποίο ομιλεί για αλλαγή συνεταιρισμού με ημερομηνίας 08/04/
  3. Ομοίως ομιλούσε το ίδιο έντυπο περιλαμβάνει και πιστοποιητικό συνεταίρων, όπως αυτοί φαίνονται μετά την αλλαγή στις 08/04/2014». Διαφωνώ με την τοποθέτηση της δικηγόρου των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση πως από τα όσα προτάσσονται ως σχετικά με το υπό ανάλυση, προκύπτει αθέμιτη συμπεριφορά από μέρους των εναγόντων/αιτητών, πόσω δε μάλλον τέτοιας εμβέλειας που να δικαιολογεί την άνευ ετέρου ακύρωση των διαταγμάτων, και τούτο διότι (στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), καταγράφονται, κρίνω, με επαρκή σαφήνεια τα σημαντικά γεγονότα από τα οποία εκπορεύονται ή εδράζονται οι δηλώσεις του Χρήστου Λύτρα. Ακόμη όμως και αν κάποιος ήθελεν συζητήσει πως ενυπάρχει κάποια μικρή, έστω, ασυνέπεια μεταξύ των δηλωθέντων από τον υπό αναφορά ομνύοντα και των επισυνημμένων τεκμηρίων (στην ίδια ένορκη δήλωση), και πάλι, στη βάση του τι παρατηρώ αντικειμενικώς, το επιχείρημα περί μη ουσιώδους αποκάλυψης παραμένει εν τοις πράγμασι έωλο καθότι δεν υποστηρίζεται από την κατάλληλη μαρτυρία. Δεν συμφωνώ επίσης με την άλλη θέση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, πως δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία - όπως φέρ' ειπείν «το έγγραφο του Συνεταιρισμού» - ώστε να δύναται εξαχθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλή βάση αγωγής. Υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία για κρίση επί του συζητούμενου, ασχέτως εάν η επισύναψη του υπό αναφορά εγγράφου (που φαίνεται να αφορά στον επίμαχο συνεταιρισμό), θα μπορούσε ίσως να θεμελίωνε ακόμη περισσότερο - και στο βαθμό που τούτο αφορά σε ενδιάμεση διαδικασία - το επίδικο αίτημα. Επιπροσθέτως, δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε και η έτερη θέση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση πως τα επίδικα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν, διότι «. η βλάβη για την οποία γίνεται παράπονο έχει παύσει πριν τη Δίκη, ήτοι δηλαδή έχει καταστεί η υπόθεση άνευ αντικειμένου» (ως θέτει το ζήτημα η δικηγόρος των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση στη γραπτή της αγόρευση). Εκτός του ότι ο λόγος αυτός δεν αποτυπώνεται με την απαραίτητη ενάργεια στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ενστάσεως - όπως, αυστηρώς ομιλούντες και ο προηγούμενος λόγος με τον οποίο μόλις καταπιάστηκα - τούτος (ο λόγος), στερείται ερείσματος, μιας και τα επίδικα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσιδίκως σε αυτό το δικονομικό στάδιο, ή (υπό μια άλλη οπτική), στην έκταση που επιβάλλεται να γίνει ώστε να οδηγηθεί κανείς στην κατάληξη που επιδιώκει η συνήγορος. Κατά τα άλλα, η αίτηση κατατάσσεται ως απολύτως αποδεκτή σε ό,τι αφορά τόσο στη νομική της βάση όσο και στο επιτρεπτό της ένορκης δήλωσης που το συνοδεύει. Καμιά από τις υπόλοιπες ενστάσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, για τους λόγους που εξήγησα αναλύοντας την πεμπτουσία των αντιρρήσεων της συνηγόρου τους. Υφίστανται όλες οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος (Β), ως τούτες προαναφέρθηκαν (με αναφορά και στη εφαρμοζόμενη νομολογία που παρέθεσα). Τούτο δικαιολογείται περαιτέρω και από τη στάθμιση του ισοζυγίου της ευχέρειας και την ανάγκη εδώ για διατήρηση, ως αποφαίνομαι, της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων βάσει των όσων περιστοιχίζουν το αίτημα. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα (Α), είναι εξαιρετικά γενικό, υπέχον δραστικότητας πολύ μεγαλύτερης από εκείνη που προφανώς εννοεί, με αποτέλεσμα η εξακολούθηση της ισχύος του να ενδέχεται να προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση. Αυτό τουλάχιστον υποδεικνύει η νομολογία, με προεξάρχουσα την καλώς εμπεδωμένη Hubbard v Pitt
(1976)QB 142. Γνωρίζουμε - και επεκτείνω - πως ένα παρεμπίπτον διάταγμα πρέπει να είναι σαφές και συγκεκριμένο έτσι ώστε το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται να γνωρίζει επακριβώς τι πρέπει να κάνει (ή να αποφύγει να κάνει), επειδή οι κυρώσεις (για παράδειγμα), της όποιας παρακοής του δικαστικού διατάγματος είναι αναντιρρήτως δραστικές, με το Δικαστήριο να διατηρεί πάντοτε την ευχέρεια τροποποίησης ή ακύρωσης τέτοιων διαταγμάτων στην κατάλληλη περίπτωση ανεξαρτήτως ακόμη και της όποιας γνώμης των επηρεαζόμενων διαδίκων. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η παρούσα. Εν πάση περιπτώσει, το διάταγμα (Α), μπορεί (σε κάποιο βαθμό), να σταχυολογηθεί και ως ουσιαστικά αχρείαστο πλέον δεδομένης της εξακολούθησης ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος (Β), αυτό όμως δεν αποτέλεσε, εννοείτε, αίτιο για ακύρωση του διατάγματος (Α). Το απαγορευτικό διάταγμα υπό (Α), ακυρώνεται. Το διάταγμα (Β), καθίσταται απόλυτο μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/αιτητών και εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά το ¼, ένεκα της ακύρωσης του διατάγματος (Α), για τους λόγους που παρατέθηκαν, έχοντας βεβαίως το Δικαστήριο θέσει προηγουμένως το θέμα της ευρύτητας του διατάγματος (Α) σε αμφότερους τους δικηγόρους κατά τις αγορεύσεις για να τοποθετηθούν σχετικώς, με τον δικηγόρο των εναγόντων/αιτητών να μην εκφράζει ιδιαίτερη άποψη για το ζήτημα. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες (για συμπλήρωση της δικογραφίας), στις 15.1.16, η ώρα 9.00 πμ. Να ακολουθηθούν αυστηρώς οι θεσμοί για να δυνηθεί το Δικαστήριο να προχωρήσει τάχιστα (και ως οφείλει), στην ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας της. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.