Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου ν. Χριστάκη Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2270/2008, 15/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A562 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2270/2008 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου Ενάγοντος Και
- Χριστάκη Γεωργίου
- Μελή Ιωάννου Κυριάκου
- Παναγιώτη Ιωάννου Κυριάκου
- Κώστα Ευσταθίου Λουκά
- Γεωργίου Μιχαήλ Κίκα
- Ειρήνης Σπύρου Γρούτα
- Μάριου Γεωργίου Κουπεπίδη
- Παναγιώτη Νικολάου Σάββα Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.1.2010 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου Ενάγοντος Και
- Χριστάκη Γεωργίου
- Μελή Ιωάννου Κυριάκου
- Παναγιώτη Ιωάννου Κυριάκου
- Κώστα Ευσταθίου Λουκά
- Γεωργίου Μιχαήλ Κίκα
- Ειρήνης Σπύρου Γρούτα
- Μάριου Γεωργίου Κουπεπίδη
- Σωτήτη Νικολάου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγιώτη Νικολάου Σάββα Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Μ. Κυριακίδης Για Εναγόμενο 1: κ. Χ Τσαγγαρός Για Εναγόμενο 2: Καμία Εμφάνιση Για Εναγόμενο 3: κα Σ. Ανδρέου Για Εναγόμενο 4: κ. Σ. Καραολής Για Εναγόμενο 5: κ. Π. Λάμνησος Για Εναγόμενο 7: κα Ζ. Σουρουλλά Για Εναγόμενο 8: κ. Κ. Παπαϊωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι πωλήσεις και μεταβιβάσεις κάποιων μεριδίων ακίνητης ιδιοκτησίας που αναφέρεται λεπτομερώς στην Έκθεση Απαίτησης από την αποβιώσασα Ελέγκω Κύπρου Χωματένου προς τους Εναγόμενους, είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή είναι παράνομοι και/ή έγιναν κατόπιν παρανομίας και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλαστογραφίας και/ή χρήσεως πλαστών πληρεξουσίων εγγράφων. Η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και ενώ κατέθετε ο πρώτος μάρτυρας του Ενάγοντος (Μ.Ε. 1) κ. Αιμίλιος Τσίγγης, υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, επιχειρήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντος να κατατεθούν ως τεκμήρια κάποια πληρεξούσια έγγραφα. Η κατάθεση των εν λόγω εγγράφων προσέκρουσε στην Ένσταση κάποιων εκ των Εναγομένων τους οποίους τα προς κατάθεση έγγραφα φαίνεται ότι αφορούσαν. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση από έδρας, δεν επέτρεψε την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων καθότι δεν αποκαλύπτονταν με την Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που ο Ενάγοντας κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 8.1.
- Το σχετικό διάταγμα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων σε σχέση με τον Ενάγοντα είχε εκδοθεί στις 19.10.
- Με αυτό διατάχθηκε ο Ενάγοντας να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη όλων των εγγράφων τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής και τα οποία ευρίσκονται στην κατοχή και/ή την φύλαξη του εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος. Το διάταγμα επιδόθηκε αλλά ο Ενάγοντας παρέλειψε να προβεί σε Ένορκη Δήλωση εντός του καθορισθέντος στο διάταγμα χρόνου. Ακολούθησε η καταχώριση εκ μέρους του Ενάγοντος αίτηση ημερομηνίας 7.11.2013 με την οποία ο Ενάγοντας ζήτησε επέκταση του χρόνου καταχώρισης Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων για περίοδο 30 ημερών από την ημέρα του διατάγματος. Η Αίτηση εγκρίθηκε και ως εκ τούτου ο χρόνος καταχώρισης Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων επεκτάθηκε για 30 ημέρες από 17.12.
- Τελικά η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε εντός της πιο πάνω προθεσμίας, ήτοι στις 8.1.
- Σε αυτή αποκαλύπτονται μεταξύ άλλων, 8 αντίγραφα πληρεξουσίων εγγράφων εκ των οποίων τα 7 ταυτοποιούνται με αριθμούς ενώ το ένα δεν φέρει οποιοδήποτε διακριτικό γνώρισμα. Σε σχέση με τα αντίγραφα αναφέρεται ρητά στην Ένορκη δήλωση ότι τα πρωτότυπα θα προσαχθούν στην δίκη από το Κτηματολόγιο. Η κυρίως εξέταση του Μ.Ε.1 ούσα μακροσκελής δεν ολοκληρώθηκε σε μια δικάσιμο. Η υπόθεση αναβλήθηκε για συνέχιση της ακρόασης και ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1 σε άλλη ημερομηνία. Ο Ενάγοντας προφανώς για να επιχειρήσει εκ νέου να καταχωρήσει τα σχετικά τεκμήρια προχώρησε αυτοβούλως σε καταχώριση τριών συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων χωρίς προηγουμένως να υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα στο Δικαστήριο. Οι δύο από αυτές τις ένορκες δηλώσεις καταχωρήθηκαν στις 26.10.2015 ενώ η τρίτη στις 24.11.
- Στην μια εκ των Ενόρκων δηλώσεων ημερομηνίας 26.10.2015 ο Ενάγοντας αναφέρει ότι αποτελεί συμπληρωματική προς την αρχική Ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.1.2014 επειδή εξ αβλεψίας δεν συμπεριλήφθηκαν σε αυτή στοιχεία ή έγιναν λάθη κατά την δακτυλογράφηση. Στην άλλη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 26.10.2015 ο Ενάγοντας αποκαλύπτει πέραν των 10 εγγράφων τα οποία ουδεμία σχέση φαίνεται να έχουν με την αρχική Ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.1.2014 τα οποία όπως αναφέρεται περιήλθαν στην κατοχή του δικηγόρου του μετά την αρχική Ένορκη Δήλωση. Με την Τρίτη Ένορκη Δήλωση ο Ενάγοντας προβαίνει σε διόρθωση μιας λανθασμένης ημερομηνίας που αναγράφηκε σε σχέση με ένα έγγραφο που περιέχεται στην δεύτερη εκ των πιο πάνω Ενόρκων Δηλώσεων. Δεν θα επεκταθώ στις διορθώσεις που επιχειρεί ο Ενάγοντας να κάμει σε σχέση με την αρχική του Ένορκη Δήλωση. Ούτε θα αναφερθώ στα νέα έγγραφα που επιθυμεί να αποκαλύψει. Το θέμα που προέκυψε και πρέπει να εξεταστεί προτού προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης είναι κατά πόσον δικαιωματικά ο Ενάγοντας προέβη σε καταχώριση συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθότι εάν η απάντηση είναι αρνητική τότε οι καταχωρηθείσες Ένορκες Δηλώσεις αποκάλυψης πρέπει να αγνοηθούν. Έχω ακούσει με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν στο Δικαστήριο. Συνοπτικά αναφέρω ότι η θέση της πλευράς των Εναγομένων είναι ότι προτού καταχωρηθούν οι Ένορκες Δηλώσεις έπρεπε να είχε ζητηθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Κατά την εξέταση τέτοιας Αίτησης το Δικαστήριο θα ασκήσει δικαστική κρίση κατά πόσον θα επιτρέψει την κατάθεση τους αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Από την άλλη, η πλευρά του Ενάγοντος ανέφερε ότι δεν απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Το διάταγμα που εκδόθηκε αφορούσε γενική αποκάλυψη και όχι ειδική. Ως εκ τούτου η υποχρέωση του Ενάγοντος για Ένορκη αποκάλυψη εγγράφων είναι συνεχής ακόμη και μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Νομική Πτυχή H Δ.28 κ.1 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοούν τα ακόλουθα: «1.Οιοσδήποτε διάδικος μπορεί, χωρίς να καταχωρήσει ένορκη δήλωση, να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για διάταγμα που να διατάσσει οιονδήποτε άλλο διάδικο σε οιονδήποτε ζήτημα να αποκαλύψει ενόρκως τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή του ή έλεγχο του και που σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα. Κατά την ακρόαση τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί είτε να αρνηθεί ή να την αναβάλει, αν ικανοποιηθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν είναι αναγκαία ή δεν είναι αναγκαία σε τέτοιο στάδιο του ζητήματος ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα είτε γενικό είτε περιορισμένο για ορισμένη κατηγορία εγγράφων, που θα κρίνει το Δικαστήριο ή Δικαστής ότι είναι αναγκαίο νοουμένου ότι η αποκάλυψη δεν θα διατάσσεται όταν και ότε το Δικαστήριο ή Δικαστής θα είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαία είτε για την δίκαια περίπτωση του ζητήματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Αν εκδοθεί διάταγμα για αποκάλυψη, τέτοιο διάταγμα θα ειδικεύει το χρόνο εντός του οποίου ο διάδικος που διατάσσεται θα καταχωρήσει την ένορκο δήλωση.»
- Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν αίτησης από οιονδήποτε διάδικο στη ζήτημα, σε οιονδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα αν μια ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα που να ζητεί από οιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσο οιονδήποτε ειδικό έγγραφο η έγγραφα ή οιαδήποτε τάξη ή τάξεις εγγράφων που ειδικεύεται ή καθορίζεται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του και αν δεν ήταν ή ήσαν στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του πότε τα αποξενώθηκε και τι απέγιναν. Τέτοια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει ότι εξ όσων κάλλιον πιστεύει ο ενόρκως δηλών ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχο του το ειδικό ή ειδικά έγγραφα ή τη τάξη ή τάξεις εγγράφων που ειδικεύονται να καθορίζονται στην αίτηση και ότι σχετίζονται με τα ζητήματα της υπόθεσης ή σε μερικά ή σε ένα από αυτά.» Όμως όπως φαίνεται από το ίδιο το λεκτικό της η Δ.28 θ.11 έχει χρησιμότητα όταν η αίτηση στοχεύει στην αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων για τα οποία ο αιτητής πιστεύει ότι ο αντίδικος του τα είχε στην κατοχή του αλλά δεν τα απεκάλυψε με ένορκη δήλωση κάτω από τη γενική αποκάλυψη που προνοείται από τη Δ.28 θ.
- Παραπέμπω σχετικά στην Τ.Β.F (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)ΑΑΔ 153 στην οποία επικροτήθηκε η ακόλουθη άποψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου: «O δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 θ.
- Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ.11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ.11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση.» Ως εκ τούτου δεν θα με απασχολήσει περισσότερο η Δ.28 Θ. 11 καθότι δεν αφορά καθόλου το θέμα που προέκυψε στην παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση είχε εκδοθεί ένα διάταγμα για γενική απόκάλυψη εγγράφων. Αυτή μπορεί να ζητηθεί δυνάμει της Δ.28 Θ.
- Σύμφωνα με τη νομολογία, η αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δύναται να εξετάσει το θέμα μέσω των δικογράφων, ενόρκων δηλώσεων ή και οποιασδήποτε διαδικασίας μέσα στην ίδια την αγωγή και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει υποδειχθεί η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης. Συνήθως ζητείται μετά το κλείσιμο της δικογραφίας οπότε τα επίδικα θέματα θα έχουν καθοριστεί με ακρίβεια. Επιπλέον στοχεύει στην ορθή παρουσίαση της υπόθεσης, την αποφυγή αχρείαστων εξόδων και την αποτροπή αιφνιδιασμού κατά την διάρκεια της δίκης. Με άλλα λόγια η αποκάλυψη εγγράφων συμβάλλει στην δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Για αυτόν ακριβώς το λόγο η νομολογία έχει υποδείξει ότι το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων αν κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της εκδίκασης της υπόθεσης για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. (βλ. Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα έγγραφα που αποκαλύπτονται πρέπει να περιγράφονται με επαρκή λεπτομέρεια, για τον προσδιορισμό τους ώστε να είναι δυνατή η ανγνώριση τους στην περίπτωση που το Δικαστήριο διατάξει οποιοδήποτε απ' αυτά προσαχθεί για επιθεώρηση. Έχει υποδειχθεί ότι η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της δίκης. Στην Αγγλική απόφαση Vernon v. Bosley (Νο. 2)
(1997)1 All E.R. 614 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα αναφέρεται ότι υπάρχει συνεχής και αδιάκοπη υποχρέωση των διαδίκων και των δικηγόρων τους να αποκαλύπτουν τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους έστω και αν αυτά έχουν ξεχαστεί ή αγνοηθεί, ή υποτίθεται πως δεν υπήρχαν εξ αρχής. Σε σχέση με ξεχασμένα έγγραφα γίνεται παραπομπή στην Mitchell v. Darley Μain Colliery Co
(1884)1 Cab & EL 215 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 216 -217: "Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly - discovered document simply because he has not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material would, in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness, and if by reason of such conduct, unnecessary expense is entailed upon the party entitled to discovery, such unnecessary expense ought to be visited upon the party who ought to give it." Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στο The Supreme Court Practice 1987, Vol.1 para. 24/1/2 όπου αναφέρονται τα εξής: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edition, Volume 12 στη σελ. 30 στο κεφάλαιο" Disclosure of Documents" παρ. 43 αναφέρονται τα ακόλουθα:
- Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice." Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958 σελ. 713-714 και 716, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η Δ.28 Θ.1 των Κυπριακών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι «Αν εκδοθεί διάταγμα για αποκάλυψη, τέτοιο διάταγμα θα ειδικεύει το χρόνο εντός του οποίου ο διάδικος που διατάσσεται θα καταχωρήσει την ένορκο δήλωση». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο καθόρισε, ως όφιελε, όταν εξέδωσε το αρχικό διάταγμα χρόνο 30 ημερών ώστε ο Ενάγοντας να συμμορφωθεί. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο του δόθηκε αργότερα παράταση χρόνου με αίτηση που ο ίδιος ο Ενάγοντας καταχώρησε δυνάμει της Δ.57 Θ.
- Εάν γινόταν αποδεκτή η θέση του Ενάγοντος ότι μπορεί όποτεδήποτε χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων είτε προβάλλοντας ως αιτιολογία την αβλεψία είτε ότι κάποιο έγγραφο εμφανίστηκε ή περιήλθε στην κατοχή του αργότερα, είτε μη προβάλλοντας καθόλου αιτιολογία, τούτο θα εξουδετέρωνε ακριβώς την πρόνοια για καθορισμό χρόνου στο διαταγμα για αποκάλυψη. Επίσης θεωρώ ότι κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε σύγκρουση με τις πρόνοιες της Δ.28 Θ.
- η οποία προνοεί ότι ο διάδικος ο οποίος διατάχθηκε να αποκαλύψει έγγραφα δεν το πράξει τότε δεν θα μπορεί να χρησιμοποιήσει έγγραφο το οποίο δεν αποκάλυψε ως μαρτυρία εκτός εάν δώσει επαρκή αιτιολογία στο Δικαστήριο για την παράλειψη. Εάν καθοριζόταν ένας γενικός κανόνας όπως τον αντιλαμβάνεται ο Ενάγοντας, ότι δηλαδή μπορεί ένας διάδικος όποτε θέλει να καταχωρεί Ένορκες Δηλώσεις αποκάλυψης είτε αποκαλύπτοντας νέα έγγραφα είτε διορθώνοντας αναφορές σε έγγραφα που ήδη αποκαλύφθηκαν τούτο θα διάνοιγε την οδό για οποιοδήποτε διάδικο είτε εκούσια είτε ακούσια, να αποκρύπτει έγγραφα μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και να προβαίνει σε αποκάλυψη τους την τελευταία στιγμή ακόμα και την ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας καταλαμβάνοντας εξ απροόπτου τους αντιδίκους. Τούτο κατά την άποψη μου θα ήταν ανεπίτρεπτο. Θεωρώ ότι καθορισμός χρόνου στο διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων κατ' επιταγή της Δ.28 Θ.1 σκοπό έχει ακριβώς να θέσει κάποιο χρονικό περιορισμό στους διαδίκους ώστε να μην προβαίνουν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων κατά το δοκούν και δη λίγες μέρες πριν την έναρξη της ακρόασης ή και κατά την διάρκεια της ακρόασης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Τυλληρή v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2271 «Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη». Τούτο εντάσσεται ακριβώς στον γενικό σκοπό της αποκάλυψης που είναι η αποφυγή αιφνιδιασμού του αντιδίκου και η δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Επίσης στην υπόθεση Δ. Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798) λέχθηκε ότι η τμηματική αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι ενδεδειγμένη ή πρόσφορος για σκοπούς της εύρυθμης λειτουργίας της διαδικασίας. Για αυτό ακριβώς τον λόγο υπάρχει πληθώρα πρωτόδικων αποφάσεων που καταπιάνονται με αιτήματα διαδίκων να καταχωρήσουν συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, επιπρόσθετα δηλαδή της αρχικής που καταχώρησαν. Συνήθως τέτοια αίτημάτα υποβάλλονται αφότου έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Εκείνη είναι η στιγμή που ένας διάδικος αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να προωθήσει την υπόθεση του όπως θα ήθελε είτε διότι εξ αβλεψίας, ή εσκεμμένα, ή εξ αμελείας παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη εγγράφων. Έτσι στην Αγωγή Ναυτοδικείου Oscar Shipping PTE Ltd v. Του φορτίου επί του Πλοίου Asphodel (Αρ. 2),
(2012)1 Α.Α.Δ. 2771 o Κραμβής Δ. επανέλαβε την γενική αρχή ότι από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ' εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Απέρριψε όμως την Αίτηση των Εναγόντων να καταχωρήσουν περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. H Αίτηση είχε υποβληθεί μετά την έναρξη της ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης και προτού κλείσει η υπόθεση των εναγόντων. Λέχθηκαν τα εξής: «Εν πάση περιπτώσει, τα πράγματα ίσως να ήταν διαφορετικά αν η υπό κρίση αίτηση υποβαλλόταν στα αρχικά στάδια της ακροαματικής διαδικασίας και όχι σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ (Αρ. 2)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες δεν ισχυρίστηκαν ότι τον Ιούνιο 2012 που καταχώρησαν την ένορκη δήλωση αποκάλυψης δεν κατείχαν τα έγγραφα τα οποία ζητούν τώρα να αποκαλύψουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε λέγουν ότι τελούσαν υπό πλάνη ή παρανόηση για την υπόθεση ούτε ότι είχαν λανθασμένη αντίληψη ότι τα έγγραφα δεν ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα. Αυτό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται είναι ότι εκ λάθους δεν γίνεται αναφορά στην αγωγή για την εργοδότηση του πλοίου μετά την 20.11.2011, στοιχείο που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί σχετικό και να προσμετρήσει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος όταν μάλιστα η αίτηση για τροποποίηση της αγωγής έχει απορριφθεί.» Έχω την άποψη ότι ο Ενάγοντας όφειλε προτού καταχωρήσει τις Ένορκες Δηλώσεις τις οποίες καταχώρησε, όφειλε να δώσει την ευκαιρία στους αντιδίκους του να ακουστούν. Με τον τρόπο που ενήργησε τους στέρησε το δικαίωμα να προβάλουν τις θέσεις τους για τυχόν επηρεασμό τους από την περαιτέρω αποκάλυψη μάλιστα δε κατά το στάδιο της ακρόασης. Συνεπεία τούτου κρίνω ότι οι Ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν παράτυπα και ως εκ τούτου δεν θεωρούνται ως νομότυπη αποκάλυψη εγγράφων εντός της έννοιας της Δ.28 Θ.
- [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο