Μαίρη Δημητρίου-Παύλου κ.α. ν. Arab Bank Plc, Συνενωμένες Αγωγές: 2259/06 και 2260/06, 30/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A609 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές: 2259/06 και 2260/06 Αρ. Αγωγής: 2259/06 Μεταξύ: Μαίρη Δημητρίου-Παύλου Ενάγουσας και Arab Bank Plc Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 2260/06 Μεταξύ: Χαρούλα Αριστοδήμου Ενάγουσας και Arab Bank Plc Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Ενάγουσες: Ο κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης (Δ.Θ.143). Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Γ. Χριστοδούλου, για Χρύσης Δημητριάδης & Σία (Δ.Θ.54). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγές συνενώθηκαν διά δικαστικού διατάγματος στις 15.2.08 «. με αρχηγό την αγωγή 2259/06». Με την αγωγή 2259/06, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων, ποσό £467.350,00 «. υπό μορφή απολεσθέντων μηνιαίων απολαβών .», ενώ η ενάγουσα στην αγωγή 2260/06 - και επί της ίδιας βάσης όπως η ενάγουσα στην αγωγή 2259/06 - ποσό £399.192,
- Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων (και εγκριθέν από το Δικαστήριο), πως οι ενάγουσες ήσαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους μόνιμες υπάλληλοι των εναγομένων (οι οποίου αποτελούν χρηματοοικονομικό οργανισμό με εργασίες σε παγκόσμια κλίμακα και που μεταξύ των ετών 2002 και 2005, πραγματοποιούσαν ζημιές). Η ενάγουσα στην αγωγή 2259/06 ήταν μέχρι το Μάρτιο 2005, υπεύθυνη υποκαταστήματος των εναγομένων στην Πάφο. Όταν το υποκατάστημα έκλεισε, τούτη μετατέθηκε προσωρινώς στο Κεντρικό Γραφείο των εναγομένων στην Πάφο. Η ενάγουσα ήταν ηλικίας 35 ετών, με την εργοδότηση της στους εναγομένους να αρχίζει τη 15.5.
- Λάμβανε μηνιαίο μισθό εκ €2.457,74, πλέον 13ο μισθό. Η ενάγουσα στην αγωγή 2260/06, ήταν κατά πάντα κρίσιμο χρόνο ταμίας στο Κεντρικό Κατάστημα των εναγομένων στην Πάφο, με την εργοδότηση της να αρχίζει την 15.6.
- Ήταν ηλικίας 36 ετών. Λάμβανε μηνιαίο μισθό εκ €2.141,51, συν 13ο μισθό. Αμφότερες οι ενάγουσες καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησης τους εκτελούσαν τα καθήκοντα τους ευσυνείδητα και συμφώνως των οδηγιών και εντολών των εναγομένων κατά τα προνοούμενα στους Γενικούς Κανονισμούς και στη Συλλογική Σύμβαση με την Ένωση Τραπεζιτικών Υπαλλήλων Κύπρου («ΕΤΥΚ») (βλ. Τεκμήρια 1-3). Οι ενάγουσες ήσαν μέλη της ΕΤΥΚ και με βάση τους όρους εργοδότησης τους, το όριο αφυπηρέτησης ήταν το 60ο έτος της ηλικίας τους. Οι εναγόμενοι με επιστολές τους ημερομηνίας 2.11.05 (βλ. Τεκμήρια 4-5), τερμάτισαν την εργοδότηση μιας εκάστης των εναγουσών λόγω πλεονασμού. Προηγήθηκαν του τερματισμού, ενημέρωση της ΕΤΥΚ με επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 12.11.04 (βλ. Τεκμήριο 18) και επιστολή των εναγομένων προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ίδιας ημερομηνίας). Το σύνολο των απολυθέντων υπαλλήλων των εναγομένων λόγω πλεονασμού, ανερχόταν στους
- Την απόλυση ενέκρινε η Γενική Συνέλευση της ΕΤΥΚ με τεράστια πλειοψηφία υπό τον όρο πληρωμής στους υπό απόλυση υπαλλήλους διαφόρων ωφελημάτων, όπως (α) πληρωμή όλων των δεδουλευμένων μισθών (β) τους μισθούς Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2005, κατά τους οποίους δεν θα προσέφεραν υπηρεσίες (ως πληρωμή αντί προειδοποίησης) (γ) τις οφειλόμενες άδειες (δ) φιλοδώρημα αφυπηρέτησης και επιπρόσθετο ποσό ίσο με τους μισθούς 8 εβδομάδων για κάθε έτος υπηρεσίας, νοουμένου ότι σε περίπτωση που το ποσό που θα αναλογούσε στον υπάλληλο ήταν μικρότερο των £15.000,00, τούτος θα ελάμβανε £15.000,00, ενώ το ποσό που θα πληρωνόταν δεν θα υπερέβαινε το 40% των κατά την 1.11.05 αναμενόμενων μισθολογικών απολαβών του μέχρι την αφυπηρέτηση. Τα ονόματα των 59 υπαλλήλων (στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι ενάγουσες), ήσαν γνωστά όταν η Γενική Συνέλευση της ΕΤΥΚ λάμβανε την απόφαση της. Μετά τον τερματισμό της εργοδότησης τους και συγκεκριμένα στις 22.12.05, οι ενάγουσες υπέγραψαν Δήλωση (Declaration) για την είσπραξη του ποσού των £84.744,77 (η ενάγουσα στην αγωγή 2259/06, ως το Τεκμήριο 6) και £68.347,10 (η ενάγουσα στην αγωγή 2260/06, ως το Τεκμήριο 7). Οι ενάγουσες στις 23.12.05 και ύστερα από την υπογραφή των Δηλώσεων (Τεκμήρια 6-7), παρέδωσαν προς τους εναγόμενους επιστολή διά των δικηγόρων τους, ως το Τεκμήριο 8, με την οποία πληροφορούσαν τους εναγόμενους για την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγουσών. Η ενάγουσα στην αγωγή 2259/06, υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό στις 15.12.05, ζητώντας πληρωμή λόγω πλεονασμού, με την αίτηση της να εγκρίνεται και αυτήν να εισπράττει το ανάλογο ποσό (βλ. Τεκμήριο 12). Το ίδιο έγινε και σε σχέση με την ενάγουσα στην αγωγή 2260/06, με τη διαφορά πως η δική της αίτηση είχε ημερομηνία 12.12.05 (βλ. Τεκμήριο 13). Πριν από την εξαργύρωση των επιταγών που έλαβαν οι ενάγουσες από το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό, απέστειλαν προς το τελευταίο (μέσω του δικηγόρου τους), επιστολή ημερομηνίας 2.5.07, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους (βλ. Τεκμήριο 21). Όλοι οι υπάλληλοι των εναγομένων κρατούνταν ενήμεροι για τις συναντήσεις που είχαν επί του συζητούμενου θέματος με κρατικούς και συντεχνιακούς αξιωματούχους καθώς και για τις προθέσεις τους αναφορικώς με τις απολύσεις (χωρίς να προσδιορίζονται συγκεκριμένα άτομα), διά αποστολής σε αυτούς αντίστοιχων ηλεκτρονικών μηνυμάτων (βλ. Τεκμήριο 17). Δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγουσών εισηγήθηκε ότι παρόλο που οι ενάγουσες υπέγραψαν τις Δηλώσεις (Τεκμήρια 6-7), δεν εμποδίζονται από του να αξιώνουν ως η αγωγή αφού δεν υφίσταται κώλυμα για κάτι τέτοιο. Πρότεινε, πως οι ενάγουσες ενεργούσαν στην κάθε περίπτωση υπό το κράτος ψυχικής πίεσης, εντάσσοντας την περίπτωση τους εντός των προνοιών του άρθρου 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Αυτό, διότι, οι σχέσεις που υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ τους και των εναγομένων ήταν τέτοιας φύσης που η συμπεριφορά των εναγουσών επηρεαζόταν καταλυτικώς από εκείνη των εναγομένων κατά τη λήψη της αποζημίωσης στις 22.12.
- Αυτό, προτάθηκε, εξάγεται αβίαστα από το περιεχόμενο της επιστολής του συνηγόρου των εναγουσών ακριβώς την επόμενη μέρα λήψης των χρημάτων, δηλαδή στις 23.12.
- Οι ενάγουσες, κατ' ουσίαν, δεν είχαν επιλογή παρά να υπογράψουν τη Δήλωση που αφορούσε στην περίπτωση τους, δοσμένου πως η υπηρεσία τους στους εναγόμενους είχε ήδη τερματιστεί από την 2.11.
- Μπορεί αυτός ο τερματισμός να διέκοψε τη σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου, αλλά τούτο ήταν μόνο τυπικό εφόσον μέχρι και την 22.12.05, οι ενάγουσες εξαρτιόνταν ακόμη από τους εναγόμενους για να λάβουν την προσφερόμενη αποζημίωση. Ήσαν άνεργες και για να πληρωθούν το ποσό που τους αναλογούσε, τους είχε παρανόμως ζητηθεί να αποποιηθούν τα νομικά τους δικαιώματα. Η επιστολή του δικηγόρου τους με ημερομηνία 23.11.05 (την επομένη της επίδικης πληρωμής), υποδηλοί πως η παραλαβή των χρημάτων έγινε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των εναγουσών και δεν αποτελούσε εκ των υστέρων σκέψη. Υπό αυτές τις περιστάσεις, τα πράγματα σαφώς είναι που καταδεικνύουν ότι οι ενάγουσες θα πρέπει να επιτύχουν στην αξίωση τους. Πέραν τούτου, η επίκληση από μέρους των εναγομένων τού πλεονασμού δεν δύναται να αποτελέσει νόμιμη αιτία τερματισμού επειδή η υπηρεσία των εναγουσών διεπόταν από τις Συμβάσεις-Τεκμήρια 1-3, στις οποίες υπάρχουν συγκεκριμένες πρόνοιες εν σχέσει με τις συνθήκες υπό τις οποίες τερματίζονται οι υπηρεσίες τους, με τον πλεονασμό να μη συμπεριλαμβάνεται σε αυτές. Κατ' επέκτασιν, έστω και αν τα οικονομικά δεδομένα των εναγομένων ικανοποιούσαν τη νομική κατάσταση του πλεονασμού, τούτοι δεν νομιμοποιούνταν να τερματίσουν νομίμως την εργοδότηση των εναγουσών μια και δεν τους παρεχόταν τέτοια δυνατότητα από τους όρους της επίμαχης εργοδότησης. Με δεδομένο συνεπώς τον παράνομο τερματισμό, οι ενάγουσες, πέρανε ο κ. Τριανταφυλλίδης, δικαιούνται στην έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων προέταξε πως η υπογραφή από μέρους των τελευταίων, των Δηλώσεων (Τεκμήρια 6-7), εναργώς είναι που δείχνει ότι τα πάντα έγιναν με την ελεύθερη βούληση των εναγουσών και σίγουρα όχι υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης και άλλων τινών, ως τούτες διατείνονται. Επιπλέον, ο τερματισμός της εργοδότησης τους ένεκα πλεονασμού ήταν δικαιολογημένος και καλώς θεμελιωμένος στα πραγματικά γεγονότα που ίσχυαν κατά τους κρίσιμους χρόνους, με συνεπόμενο (και ως μοναδική επιλογή), την απόρριψη και των δύο αγωγών. Αξιολόγησα καθετί που τέθηκε ενώπιον μου και αποτίμησα με την ίδια ιδιαίτερη προσοχή και τις αγορεύσεις των δικηγόρων. Συγκλίνω με τις θέσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγομένων και αποκλίνω, με κάθε σεβασμό, από εκείνες του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγουσών. Εξηγώ. Στη βάση των παραδεχτών γεγονότων και εγγράφων που καταχωρίσθηκαν ως τεκμήρια στη διαδικασία (και τα οποία αποτελούν συνακόλουθο εύρημα μου), προκύπτει πως υπήρξε εν προκειμένω γνήσια περίπτωση πλεονασμού. Οι ενάγουσες απολύθηκαν μαζί με 57 άλλους υπαλλήλους των εναγομένων κατόπιν διαβουλεύσεων και ενημερώσεων των εμπλεκόμενων αρμόδιων φορέων. Στις επιστολές τερματισμού (Τεκμήρια 4-5), εξηγήθηκε η επιλογή. Ακολούθησε η υποβολή των αιτήσεων από τις ενάγουσες προς το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό, με αυτές να εγκρίνονται και τις ενάγουσες να πληρώνονται. Πριν από την έγκριση των αιτήσεων, το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό ζήτησε και έλαβε συμπληρωμένα από τους εναγόμενους τα προβλεπόμενα έντυπα (μαζί με τα συναφή ερωτηματολόγια), όπου και αποτυπώθηκαν οι λόγοι απόλυσης των εναγουσών. Οι εναγόμενοι δήλωσαν υπευθύνως - και έχοντας υπόψη τις συνέπειες της νομοθεσίας για ψευδείς δηλώσεις ή παραστάσεις - ότι οι απολύσεις γίνονταν λόγω πλεονασμού. Μεταξύ αυτών, καταγράφηκε και ο περιορισμός των τομέων δραστηριοτήτων και όγκου εργασιών των εναγομένων και η προγραμματιζόμενη (τότε) αναδιοργάνωση τους με σκοπό τη στήριξη τους (βλ. Τεκμήρια 9-11). Οι αιτήσεις εγκρίθηκαν, δοθέντος ότι το Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό αποδέχθηκε όσα σχετικώς προέβαλαν οι εναγόμενοι. Οι ενάγουσες, με την υποβολή των αιτήσεων, είχαν συναινέσει με την ύπαρξη του πλεονασμού. Αν διαφωνούσαν, λογικό ήταν να μην καταθέσουν το αίτημα. Καμιά περίσταση ή γεγονός, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κατατείνει (πόσω δε μάλλον να αναδείχνει ή να αποδεικνύει), την ύπαρξη αθέμιτων πιέσεων και απειλών ή/και ψυχικής πίεσης σε βάρος των εναγουσών από μέρους των εναγομένων, ή προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση δυνητικώς υποστηρικτική της αξίωσης τους. Τα περί ψυχικής ταλαιπωρίας και δυσμενούς επηρεασμού του επιπέδου ζωής των εναγουσών και των οικογενειών τους και η έκθεση τους σε γενικό αρνητικό σχολιασμό - μα και η εκδοχή πως κατά το χρόνο πρόσληψης των εναγουσών στην υπηρεσία των εναγομένων, τούτες έλαβαν διαβεβαιώσεις και/ή βασίστηκαν επί διαβεβαιώσεων και παραστάσεων ότι, με την εξαίρεση των περιπτώσεων που καθάπτονταν δικής τους υπαιτιότητας, η υπηρεσία τους θα διαρκούσε μέχρι και το 60ο έτος της ηλικίας τους και πως, ούτως ή άλλως, δεν θα εγειρόταν ή θα υφίστατο θέμα ύπαρξης συνθηκών πλεονασμού - παρέμειναν σε επίπεδο δικογραφημένων ισχυρισμών και έωλα μαρτυρίας. Ομοίως, ανυποστήρικτοι παρέμειναν και οι θέσεις των εναγουσών περί διεξαγωγής της Γενικής Συνέλευσης της ΕΤΥΚ υπό συνθήκες ανεπίτρεπτης πίεσης και απειλών εκ μέρους των εναγομένων. Σε ό,τι αφορά στο ζήτημα του ορίου αφυπηρέτησης, η ύπαρξη συμβατικής πρόνοιας περί τούτου, δεν αποστερεί από τον εργοδότη του δικαιώματος τερματισμού της εργοδότησης του υπαλλήλου νωρίτερα, εάν υφίσταται προς τούτο νόμιμη αιτία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλάμπους και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Αγγλίας & Ουαλίας και Άλλων
(2004)1(Α) ΑΑΔ 90, Σαββίδης ν Συνομοσπονδίας Εργατών Κύπρου και Άλλων
(2004)1(Α) ΑΑΔ 57, Στυλιανίδης ν British American Insurance Co Ltd
(1990)1(Α) ΑΑΔ 517). Η απόλυση των εναγουσών λόγω πλεονασμού υπήρξε δικαιολογημένη, νόμιμη και πλήρως αποδειχθείσα. Οι ενάγουσες μετά την απόλυση τους, υπέγραψαν (με πλήρη αντίληψη του περιεχομένου τους), τις Δηλώσεις (Τεκμήρια 6-7), χωρίς καμιά επιφύλαξη, για πλήρη και τελική διευθέτηση κάθε απαίτησης τους, εισπράττοντας τα προειρημένα ποσά. Η υπογραφή των Δηλώσεων έγινε με την ελεύθερη βούληση τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κάρμιος και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Αγγλίας και Άλλων
(2006)1(Β) ΑΑΔ 769). Οι Δηλώσεις (Τεκμήρια 6-7), ήσαν απολύτως σαφείς, δίχως περιθώριο αμφισβήτησης, έχοντας υπογραφθεί ανεπιφύλακτα και νομίμως από τις ενάγουσες (βλ. κατ' αναλογίαν, Χατζηστυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1(Β) ΑΑΔ 989). Κατ' ακολουθίαν, οι ενάγουσες κωλύονται, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες που περιγράφηκαν, να προβάλλουν αξιώσεις αντίθετες με εκείνες που περιέχονται στις Δηλώσεις-Τεκμήρια 6-7 (βλ. κατ' αναλογίαν, Gallie v Lee
(1969)1 All ER 1062). Οι αγωγές χρήζουν απόρριψης, για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω. Οι αγωγές αποσυνενώνονται. Η αγωγή 2259/06 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή 2260/06 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καθόσον αφορά στα έξοδα που προέκυψαν μεταγενέστερα της έκδοσης του διατάγματος συνένωσης στις 15.2.08, επιδικάζεται υπέρ των εναγομένων ένα μόνο σύνολο εξόδων (το οποίο να υπολογιστεί στην αγωγή 2259/06). (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο