← Κύπρος

Σαϋπάρκο Λτδ κ.α. ν. Pittas Dairies Industries Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 12030/2003, 17/12/2015

Σαϋπάρκο Λτδ κ.α. ν. Pittas Dairies Industries Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 12030/2003, 17/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A566 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12030/2003 Μεταξύ:

  1. Σαϋπάρκο Λτδ
  2. Telmen Ltd Εναγουσών v.
  3. Pittas Dairies Industries Ltd
  4. Pittas Dairies Ltd
  5. Άθου Πίττα
  6. Μελή Κ. Πίττα
  7. Γιάννου Κ. Πίττα
  8. Ευαγγελίας Κ. Πίττα
  9. Αλέκου Γαβριηλίδη
  10. Ιωάννη Βραχίμη
  11. Unemec Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγομένης 1 ημ. 16 Νοεμβρίου 2015 για Τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 1 - Αιτήτρια: κ. Μ. Σπαστρής για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Χαραλάμπους για Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Δημητρίου για Ιωαννίδης & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη 1 ζητά την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και συγκεκριμένα την προσθήκη νέας παρ. 42Α. Στην υφιστάμενη παρ. 42 της υπεράσπισης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι λόγω πυρκαγιάς στο επίδικο έργο, ήτοι το νέο γαλακτοκομείο της Εναγομένης 1, αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς και ή κατέστη αδύνατη η ολοκλήρωση του συμβολαίου και ή υπήρξε ανωτέρα βία (force majeure) στο εν λόγω συμβόλαιο. Με την προτεινόμενη παρ. 42Α επιδιώκεται να εισαχθεί ισχυρισμός ότι ως αποτέλεσμα της πυρκαγιάς και ή της ολοκληρωτικής καταστροφής του έργου και ή επειδή αυτό κατέστη αδύνατο προς λειτουργία και ή ως αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε ανωτέρα βία (force majeure) και ή επειδή οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν τέτοιο γεγονός, οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν αποπληρωμή των εργασιών τους εφόσον το έργο δεν λειτούργησε. Η Εναγομένη 1 αποδίδει την παράλειψη δικογράφησης αυτού του ισχυρισμού σε καλόπιστο λάθος και ή αβλεψία και ή παραδρομή, κάτι το οποίο εντοπίστηκε κατά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους δικηγόρους της και την ίδια. Ισχυρίζεται επίσης ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία «καθότι ολοκληρώνει αποφασιστικά την υπεράσπιση», ότι η υπεράσπιση της ανωτέρας βίας (force majeure) υπάρχει ήδη στην υπεράσπιση και οι Ενάγουσες έχουν ήδη απαντήσει σε αυτή, και ότι αυτές μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα. Βασικός λόγος ένστασης είναι η υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 7.7.
  12. Η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία η οποία ολοκληρώθηκε στις 20.2.14 με την έκδοση της απόφασης των Διαιτητών στην οποία καθορίζονται τα ποσά τα οποία είναι πληρωτέα στις Ενάγουσες 1 και 2 αντίστοιχα λαμβάνοντας υπ΄ όψιν τις εκτελεσθείσες εργασίες. Η αγωγή παρέμεινε πλέον για ακρόαση όσον αφορά στο εναπομείναν θέμα της ευθύνης των Εναγομένων 2-
  13. Μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του μάρτυρα της Ενάγουσας 2, καθώς επίσης και η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα της Ενάγουσας 1, μεσολάβησε άλλη ενδιάμεση αίτηση (για διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης) και μετά ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ.11, και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ.704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ.223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ.560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπ΄ όψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.ά. v. A & G Leventis Ltd. κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως και για τους υπόλοιπους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο. Στην προκειμένη περίπτωση διαφωτιστική επίσης για το θέμα του χρόνου κατά τον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, είναι η υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Στις περιπτώσεις που υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην υπόθεση Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426, κρίθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, αναφέρθηκε ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην τροποποίηση της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Η πιο πρόσφατη υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 137/13 και 138/13, ημ. 20.3.14, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v.Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην προκειμένη περίπτωση είναι εμφανές από τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης ότι αυτή αναφέρεται σε γεγονότα, καθώς και νομική βάση υπεράσπισης τα οποία ήταν εξαρχής γνωστά στην Εναγομένη 1 και τους δικηγόρους της εφόσον η υπεράσπιση της ανωτέρας βίας (force majeure) περιλαμβάνεται στην υπεράσπιση της Εναγομένης 1 από το 2005. Μάλιστα η προτεινόμενη προσθήκη ουδόλως αφορά νέα δεδομένα, γεγονότα δηλαδή τα οποία προέκυψαν είτε μετά την αρχική υπεράσπιση είτε κατά τη μαρτυρία που προσάχθηκε στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής μέχρι στιγμής. Είναι δε, πρόδηλο πως η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε όχι μόνο αρκετά χρόνια μετά το αρχικό δικόγραφο αλλά κυρίως σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, και ειδικότερα μετά την έναρξη της δίκης, την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας 2 και της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα της Ενάγουσας 1, και μάλιστα αφού ήδη κατατέθηκαν έγγραφα ως Τεκμήρια, μέρος των οποίων εκ συμφώνου. Η Εναγομένη 1 επιδιώκει την τροποποίηση της υπεράσπισης της 12 έτη μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και 10 έτη μετά την καταχώριση της υπεράσπισης της. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω) όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση, δικαιολογώντας και εξηγώντας βάσιμα και πειστικά την καθυστέρηση αυτή. Ενόψει του χρόνου κατά τον οποίο υποβάλλεται η παρούσα Αίτηση και της φύσης της αιτούμενης τροποποίησης, κρίνω ότι οι λόγοι που προβάλλονται, ήτοι καλόπιστο λάθος, αβλεψία και παραδρομή, δεν αποτελούν επαρκή δικαιολογία και εξήγηση για τη μη συμπερίληψη των εν λόγω ισχυρισμών, που ήταν εν πάση περιπτώσει γνωστοί εξαρχής, εκ των προτέρων στην υπεράσπιση. Η "αλλαγή" των δικηγόρων της Εναγομένης 1, η οποία στην πραγματικότητα συνίσταται σε διορισμό και δεύτερου δικηγόρου για την εκπροσώπηση της μετά την προαναφερθείσα μαρτυρία, σαφώς και δεν αποτελεί βάσιμο λόγο και ικανοποιητική εξήγηση για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης αναπόφευκτα πλήττει τα δικαιώματα των Εναγουσών σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούσαν να θεραπευτούν με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επί τούτου το Δικαστήριο λαμβάνει υπ΄ όψιν τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.