ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, τώρα μετονομασθείσα σε CNP ASFALISTIKI LIMITED ν. ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 5147/2008, 21/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A575 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5147/2008 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και
- ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LTD
- Ανδρέας Κωνσταντίνου, εκ Κάτω Λακατάμιας
- Άντρη Θεοφάνους, εκ Κάτω Λακατάμιας Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 3/12/13 ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, τώρα μετονομασθείσα σε CNP ASFALISTIKI LIMITED Ενάγουσας και 1.ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LTD 2.Ανδρέας Κωνσταντίνου, εκ Κάτω Λακατάμιας 3.Άντρη θεοφάνους, εκ Κάτω Λακατάμιας Εναγομένων Ημερομηνία: 21.12.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Θ. Ιωαννίδης, με κα Α. Κοζάκου, κα Μηνά και κ. Σιβιτανίδη, για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Δ. Καΐλης, για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 κεχωρισμένως και αλληλεγγύως: (α) €37.336,72σ. ως οφειλόμενα ασφάλιστρα. (β) Τόκο 9% επί του πιο πάνω ποσού από 22/7/
- (γ) Έξοδα και ΦΠΑ. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ Είναι παραδεκτό γεγονός στην όψη της δικογραφίας ότι:
- Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με το νόμο, με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται κυρίως με ασφαλιστικές εργασίες.
- Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με έδρα τη Λευκωσία.
- Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερ. 13/12/2004, γενομένης στη Λευκωσία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα διόρισε την Εναγόμενη 1 ως ασφαλιστικό της σύμβουλο για την σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων με την Ενάγουσα και για την είσπραξη των ασφαλίστρων των ασφαλιστικών συμβολαίων, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της συμφωνίας.
- Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθησαν την Εναγόμενη 1 για την τήρηση όλων των όρων της συμφωνίας.
- Η Ενάγουσα με επιστολή της, ημερ. 11/03/2008, προς την Εναγόμενη 1, τερμάτισε την συμφωνία ημερ. 13/12/2004 και την κάλεσε να καταβάλει το τότε οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο 9%. Τα επίδικα θέματα στη βάση της δικογραφίας αναφύονται από τους εξής ισχυρισμούς:
- Η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας για ό,τι συνέβη προ του τερματισμού της συμφωνίας ήταν ότι꞉ · (βλ. παρα 13 της Έκθεσης Απαίτησης (Ε/Α)) «Η Εναγόμενη 1 εισέπραξε και κατεκράτησε ασφάλιστρα, τα οποία έπρεπε να αποδώσει στην Ενάγουσα και/ή ο λογαριασμός της είχε χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας την 11/03/2008 ποσό €64.039,40 σεντ (Λεπτομέρειες ανάλυσης του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 ευρίσκονται στα χέρια της).» · [παρα. 14 της Ε/Α] «Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να αποδώσει στην Ενάγουσα τα ασφάλιστρα τα οποία κατακρατούσε, παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας και έπαυσε να εκτελεί τα καθήκοντα του που απορρέουν από την συμφωνία και παρέβη ουσιώδεις όρους της συμφωνίας.»
- Οι δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας για το τί συνέβη μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, ο οποίος όπως προανέφερα έγινε στις 11.3.2008, είναι ότι: · (Βλ. παρα. 16 της Ε/Α) «Η Εναγόμενη 1 κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι του χρέους της και άφησε χρεωστικό υπόλοιπο την 22/07/2008 €37.336,72 σεντ, το οποίο αμέλησε και/ή παρέλειψε να εξοφλήσει παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας.» · (βλ. παρα. 16Α της Ε/Α) «Μετά τον τερματισμό της συνεργασίας της η Εναγόμενη 1 εξακολουθούσε να εισπράττει ασφάλιστρα από ασφαλισμένους πελάτες, χωρίς να το γνωρίζει η Ενάγουσα, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να ανέλθει σε €37.336,
- Την είσπραξη των ασφαλίστρων η Ενάγουσα την πληροφορήθηκε εκ των υστέρων από τους ασφαλισμένους της.» · (βλ. παρα. 18 της Ε/Α) «Οι Εναγόμενοι παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας δεν κατέβαλαν οιονδήποτε ποσόν, δια τούτο η Ενάγουσα ήγειρε την παρούσα αγωγή [...]».
- Από την άλλη, η Εναγόμενη 1 αποδέχεται ότι κατήρτισε και/ή συνομολόγησε ασφαλιστικά συμβόλαια, ισχυρίζεται όμως ότι δεν έπρεπε να αποδώσει τα ασφάλιστρα στην Ενάγουσα, διότι η υποχρέωση της Εναγομένης 1 σύμφωνα με τους όρους και/ή πρόνοιες της Συμφωνίας ήταν να πληρώνει στην Ενάγουσα τα ασφάλιστρα που λάμβανε μέσα σε 90 ημέρες από την 1η του μηνός που ακολουθεί τον μήνα έκδοσης του σχετικού τιμολογίου και άρα, κατά/ή περί το μήνα Μάρτιο του έτους 2008, η Εναγόμενη 1 έπρεπε να αποδώσει στην Ενάγουσα τα ασφάλιστρα του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2007, κάτι που έπραξε δεόντως και/ή εμπρόθεσμα.
- Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει και/ή αποφασίσει και/ή αποδειχθεί ότι υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας, τότε αυτό στις 11/3/2008 δεν ανερχόταν στο ποσό των Ευρώ 64.039,40, ως λανθασμένα και/ή εσφαλμένα ισχυρίζεται η Ενάγουσα στην παρα. 13 της Ε/Α, αλλά στο ποσό των Ευρώ 48.512,34 (σχετική η παρα. 5 της Ε/Υ).
- Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπήρξαν ειδοποιήσεις της Ενάγουσας για απόδοση ασφαλίστρων και ότι η Εναγομένη 1 εκτελούσε πλήρως τα καθήκοντα της ως αυτά προβλέπονται από τη Συμφωνία.
- Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται από τη συμπεριφορά της και/ή τις υποσχέσεις της να ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 παρέβη τους ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας για τους πιο κάτω λόγους: · (βλ. παρα. 7(α) της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ»))꞉ «Η Ενάγουσα ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε και/ή προειδοποίησε και/ή γνωστοποίησε στην Εναγόμενη 1 την ισχυριζόμενη δυσαρέσκεια της και/ή την ισχυριζόμενη απαρέσκειά της περί της ισχυριζόμενης παραβίασης των όρων της Συμφωνίας.». · (βλ. την παρα. 7(β) της Ε/Υ) «Κατά/ή περί τα τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2008 και/ή περί τις αρχές του μηνός Μαρτίου του έτους 2008 η Ενάγουσα απέστειλε έγγραφο και/ή έντυπο και/ή επιστολή στον Έφορο Ασφαλίσεων με την οποία αποδεχόταν και/ή ενέκρινε την ανανέωση της εγγραφής της Εναγομένης 1 στο Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης επ' ονόματι της.» · (βλ. την παρα. 7(γ) της Ε/Υ) «Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δόθηκαν στις 5/3/2008 σε εκπρόσωπο της Εναγομένης 1 από την Ενάγουσα στόχοι που θα έπρεπε να επιτύχει και/ή να φέρει εις πέρας για το επερχόμενο έτος κάτι που επίσης την εμποδίζει να ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα της.». · (βλ. την παρα. 7(δ) της Ε/Υ) «Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά με τα πιο πάνω η Εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι ο κύκλος εργασιών της με την Ενάγουσα για το έτος 2007 ανερχόταν στο ποσό των Ευρώ 194.515,01 περίπου κάτι που εμποδίζει την Ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 1 ασκούσε πλημμελώς τα καθήκοντα της.»
- Οι Εναγόμενοι αποδέχονται ότι η Συμφωνία τους με την Ενάγουσα τερματίστηκε με επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 11/3/2008, αρνούνται όμως ότι η επιστολή αυτή κοινοποιήθηκε στους Εναγομένους 2 και 3 και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι για τους λόγους που έχουν αναφέρει ανωτέρω ο τερματισμός ήταν αντισυμβατικός και/ή κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας (βλ. παρα. 8 της Ε/Υ).
- Αν, παρά την πιο πάνω θέση των Εναγομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ενάγουσα νόμιμα και/ή ορθά προχώρησε στον τερματισμό της Συμφωνίας, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό το οποίο οφείλουν προς την Ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 2.065,64 και όχι στο ποσό των Ευρώ 37.336,72 το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή.
- Συγκεκριμένα, oι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, από το ποσό των Ευρώ 48.512,34 (βλ. την παρα. 5 της Ε/Υ, πιο πάνω) θα πρέπει να αφαιρεθεί- · το ποσό των Ευρώ 2.906,42 το οποίο αφορά ανανεώσεις συμβολαίων χωρίς την έγκριση της Εναγομένης 1, · το ποσό των Ευρώ 6.928,99 το οποίο συνιστά και/ή αντιπροσωπεύει την προμήθεια της Εναγομένης 1 επί των ασφαλίστρων, και · το ποσό των Ευρώ 36.611,29 το οποίο αντιπροσωπεύει ακυρώσεις ασφαλίστρων.
- Στην παρα. 10Α της Ε/Υ, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν κατηγορηματικά την παρα. 16Α της Ε/Α και ισχυρίζονται πως αυτό το πράγμα, δηλαδή η συνέχιση είσπραξης ασφαλίστρων και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ήταν αντικειμενικώς αδύνατο. Μετά τον τερματισμό της συνεργασίας της Ενάγουσας με την Εναγομένη 1, η Ενάγουσα πληροφόρησε γραπτώς όλους τους πελάτες γι' αυτό. Οι Εναγόμενοι δεν μπορούσαν και/ή δεν είχαν την δυνατότητα και/ή το δικαίωμα να συνεχίζουν να εισπράττουν ασφάλιστρα, αφού η συνεργασία τερματίστηκε και/ή όλες οι ασφάλειες του χρόνου από τις 12/03/2008 ακυρώθηκαν και/ή οι Εναγόμενοι παρέδωσαν όλα τα έντυπα της Ενάγουσας σε αυτήν. Αντίθετα, χωρίς την σύμφωνη γνώμη των Εναγομένων, η Ενάγουσα μετά τον τερματισμό της συνεργασίας με τους Εναγομένους, προέβαινε σε ανανεώσεις ασφαλιστικών συμβολαίων πελατών των Εναγομένων, επ' ονόματι της, και ταυτόχρονα χρέωνε τους Εναγομένους. Επίσης, τα επιστραφέντα ασφάλιστρα που προέκυψαν από τις ακυρώσεις συμβολαίων ουδέποτε δόθησαν πίσω στους Εναγομένους.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Εναγόμενοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας με έξοδα εναντίον της. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Ενάγουσα έφερε ένα μόνο μάρτυρα, τον κ. Πανίκο Γιάγκου (στο εξής «ο ΜΕ1»), ο οποίος, ως δήλωσε, υπηρετεί στο Λογιστήριο της Ενάγουσας τα τελευταία 15 χρόνια και έχει πείρα 25 χρόνων στον ασφαλιστικό τομέα γενικά. Είναι απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών Αθηνών στη διοίκηση επιχειρήσεων με ειδικότητα στη λογιστική. Ανάμεσα στα καθήκοντα του στο Λογιστήριο της Ενάγουσας είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση των εργασιών των ασφαλιστικών αντιπροσώπων της Ενάγουσας, γι' αυτό έχει υπό την φύλαξή του τους φακέλλους των ασφαλιστικών αντιπροσώπων. Παρακολουθεί όλες τις ασφαλιστικές τους εργασίες και οι οποίες περιλαμβάνουν πληρωμές, προμήθειες, χρεοπιστώσεις και γενικά όλες τις οικονομικές δοσοληψίες των αντιπροσώπων της Ενάγουσας, οι οποίες σχετίζονται με τα ασφαλιστικά συμβόλαια. Μεταξύ των ασφαλιστικών συμβούλων που ο ΜΕ1 παρακολουθούσε και ήλεγχε ήταν και η Εναγόμενη αρ.
- Ο ΜΕ1 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το «Έγγραφο Α»), καθώς και αριθμό άλλων τεκμηρίων στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Υιοθέτησε ουσιαστικά το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης («Ε/Α») και επιβεβαίωσε ότι μέχρι και τη μέρα της ακρόασης, και παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το χρέος τους. Για τούτο, η Ενάγουσα εμμένει να αξιώνει απόφαση ως η Ε/Α. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι παρουσίασαν δύο μάρτυρες꞉ τον κ. Ανδρέα Κωνσταντίνου που είναι ο Εναγόμενος αρ. 2 (στο εξής «ο ΜΥ1») και τον κ. Κώστα Αγαθαγγέλου (στο εξής «ο ΜΥ2»). Ο κ. Ανδρέας Κωνσταντίνου (ΜΥ1) ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και είναι Εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητά του ως εγγυητής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 έναντι της Ενάγουσας. Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, αφού τα χειριζόταν προσωπικά. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, κατατεθείσας στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Ζ, καθώς και αριθμό άλλων τεκμηρίων στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τους όρους της σύμβασης διαμεσολάβησης που η Εναγόμενη 1 είχε συνάψει με την Ενάγουσα, λόγω της πολύχρονης πείρας του στον ασφαλιστικό κλάδο. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι η προσωπική του συνεργασία με την Ενάγουσα ξεκίνησε το 1996, δηλαδή πολύ πριν τη σύναψη της επίδικης σύμβασης διαμεσολάβησης, υπό την προσωπική του ιδιότητα ασφαλιστικός διαμεσολαβητής για την Ενάγουσα και εξακολουθούσε να είναι τέτοιος καθ' ον χρόνο προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Εισηγήθηκε ο ΜΥ1 ότι ο τερματισμός της σύμβασης έγινε κατά τρόπο αντισυμβατικό και αυθαίρετο. Αμφισβήτησε, περαιτέρω, ο ΜΥ1 την ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, τιμολογίων και χρεωστικών σημειώσεων που παρουσίασε ο ΜΕ1 για να αποδείξει την αξίωση της Ενάγουσας. Ο κ. Κώστας Αγαθαγγέλου (ΜΥ2) είναι Ανώτερος Επιθεωρητής Λογαριασμών στην Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών. Εργάζεται στην ίδια Yπηρεσία από το
- Πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα, που ως φάνηκε στην πορεία της δίκης, κλήθηκε από τους Εναγόμενους στο Δικαστήριο για να επεξηγήσει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τη σχέση ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Ο ΜΥ2 είχε στην κατοχή του το φάκελο της Εναγομένης 1, ο οποίος όμως περιείχε έγγραφα από το Μάρτη του 2014 και μετά. Δεν είχε στην κατοχή του το φάκελο που αφορά την επίδικη περίοδο του
- Όλη η προσφερθείσα μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα σχετικά τεκμήρια, ως κατατέθησαν από τους μάρτυρες, βρίσκονται στο φάκελο του δικαστηρίου. Θα αναφερθώ μόνο σε εκείνα τα τμήματα της μαρτυρίας και των τεκμηρίων, τα οποία θεωρώ ουσιώδη για τη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Πιο κάτω σκιαγραφώ τη δοθείσα μαρτυρία και επιχειρώ να προσδιορίσω τα παραδεκτά γεγονότα και/ή έγγραφα στη βάση της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας που δόθηκε κατά την ακρόαση. Παράλληλα, επισημαίνω τα σημεία στα οποία δόθηκε αντικρουστική μαρτυρία την οποία θα αξιολογήσω στη συνέχεια. · Είναι παραδεκτό ότι η επίδικη συμφωνία διαμεσολάβησης που η Ενάγουσα συνήψε με την Εναγόμενη 1, με εγγυητές τους Εναγόμενους 2 και 3, περιέχεται στο έγγραφο που κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Αμφότεροι οι διάδικοι, ως η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ1, αναγνωρίζουν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού η εν λόγω συμφωνία ήταν έγκυρη και δεσμευτική και ότι, συνεπακόλουθα, τα δικαιώματα και/ή οι υποχρεώσεις τους είναι ορθό να διαγνωσθούν στη βάση των όρων της εν λόγω συμφωνίας που αυτοί συνυπόγραψαν. · Είναι παραδεκτό γεγονός, στη βάση της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας του ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη 1 παρέλαβε την επιστολή τερματισμού, ημερ. 11.3.2008 (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α). Ό,τι αμφισβητείται από την Υπεράσπιση είναι αν αυτή κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και
- Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη επιστολή, η οποία να φανερώνει κοινοποίηση της επιστολής τερματισμού στους Εναγόμενους 2 και 3, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητές, ούτε απόδειξη ταχυδρομείου που να δείχνει την αποστολή της. Ωστόσο, όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 που προσήλθε ως μάρτυρας (ΜΥ1) υπάρχει η δήλωσή του ότι αυτός παρέλαβε την επιστολή τερματισμού εκ μέρους της Εναγομένης 1 και συνεπώς έλαβε γνώση για το περιεχόμενό της. · Το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού είναι παραδεκτό. Σε αυτήν αναφέρεται ότι꞉ «Σύμφωνα με τον Όρο 11.δ.i της πιο πάνω Συμφωνίας σας με την Εταιρεία μας, τερματίζουμε άμεσα την πιο πάνω Συμφωνία και σας καλούμε όπως꞉
- Τακτοποιήσετε τα χρεωστικά σας υπόλοιπα προς την Εταιρεία μας που σήμερα είναι €64.039,
- Παραδώσετε άμεσα στην Εταιρεία τα βιβλιάρια Καλυπτικών Σημειωμάτων, άλλα έγγραφα και περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας μας που κατέχετε.». · Είναι παραδεκτό ενόψει του πιο πάνω περιεχομένου της επιστολής ότι ουδεμία γραπτή προειδοποίηση συμμόρφωσης δόθηκε για τον τερματισμό. Ο τερματισμός της σύμβασης ήταν με άμεση ισχύ από 11.3.
- · Είναι παραδεκτό ότι η Εναγόμενη 1, συμμορφούμενη με την επιστολή τερματισμού παρέδωσε στην Ενάγουσα στις 12.3.2008, δηλαδή την επαύριο του τερματισμού όσα έγγραφα (μπλοκ καλυπτικών σημειωμάτων, προτάσεων ασφάλισης όλων των κλάδων, εντολές αλλαγής, δελτία αποστολής και μια εγκυκλοπαίδεια), όπως αυτά περιγράφονται στην επιστολή ημερ. 12.3.2008 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Ζ που κατέθεσε ο ΜΥ
- Ό,τι αμφισβητείται από την Ενάγουσα είναι αν η Εναγόμενη 1 επέστρεφε όλα όσα όφειλε να επιστρέψει. · Είναι παραδεκτό ότι, ναι μεν η Εναγόμενη 1 επέστρεψε κάποια έντυπα ή έγγραφα στις 12.3.2008 ως πιο πάνω αναφέρθηκε, πλην όμως αυτή δεν αποδέχθηκε τον τερματισμό ως νόμιμο. · Είναι παραδεκτό ότι, σε επιστολές του δικηγόρου της Εναγομένης 1, ημερ. 20.3.2008, αφενός προς την Τράπεζα Κύπρου και αφετέρου προς την Ενάγουσα (σχετικά τα Τεκμήρια 4Α και 4Β υπό Έγγραφο Α που κατέθεσε ο ΜΕ1), η Εναγόμενη 1 διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι ο μονομερής τερματισμός ήταν αυθαίρετος και αντίθετος με τους όρους της σύμβασης διαμεσολάβησης, γι' αυτό και η Εναγόμενη 1 έδωσε οδηγίες να σταματήσει η πληρωμή των μεταχρονολογημένων επιταγών που αυτή είχε εκδώσει προς όφελος της Ενάγουσας στις 4.3.2008 συνολικού ποσού €8.
- Στην επιστολή ως το Τεκμήριο 4Β, η Εναγόμενη 1 επιφύλαξε τα δικαιώματα της να αξιώσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που θα είχε από τον ισχυριζόμενα αυθαίρετο τερματισμό, αλλά εν τέλει ουδεμία ανταπαίτηση ήγειρε. · Περαιτέρω, στην επιστολή ως το Τεκμήριο 4Β υπό Έγγραφο Α, ο τότε δικηγόρος της Εναγόμενης 1 ισχυριζόταν ότι, βασιζόμενη σε γραπτή διαβεβαίωση της Ενάγουσας, ημερ. 4.3.008, η Εναγόμενη 1 πλήρωσε τα δικαιώματα ανανέωσης της εγγραφής της στο Μητρώο των διαμεσολαβητών. Απόδειξη για την πληρωμή των δικαιωμάτων αυτών κατέθεσε ο ΜΥ1 ως το Έγγραφο Η. · Είναι παραδεκτό ότι με επιστολή ημερ. 26.3.2008, ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, ο συνήγορος της Ενάγουσας αρνήθηκε ότι δόθηκε οποιαδήποτε τέτοια έγγραφη διαβεβαίωση στην Εναγόμενη 1 και απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου της, υπεραμυνόμενος της νομιμότητας του τερματισμού της σύμβασης. · Είναι παραδεκτό ότι ο όρος 11.δ.i που μνημονεύθηκε στην επιστολή τερματισμού, ως φαίνεται στη σύμβαση ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, προβλέπει ότι - «Χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας, την οποία η Εταιρεία μπορεί να έχει εναντίον του Ασφαλιστικού Συμβούλου, η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε, δίδοντας γραπτή ειδοποίηση στον Ασφαλιστικό Σύμβουλο, να τερματίσει την παρούσα Συμφωνία, περιλαμβανομένης και τυχόν ανανέωσης της, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις꞉ i. Αμέσως εάν ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος παραβεί οποιουσδήποτε από τους όρους ή προϋποθέσεις της παρούσας Συμφωνίας.». · Το πρώτο επίδικο θέμα αναφύεται μέσα από το παράπονο της Εναγόμενης 1 ότι η επιστολή τερματισμού δεν ανέφερε ρητά το λόγο τερματισμού, ήτοι ποιους όρους της σύμβασης παραβίασε η Εναγόμενη. Είναι επίδικο θέμα αν υπήρξε παραβίαση τέτοιου όρου που να έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να τερματίσει αμέσως τη σύμβαση, ήτοι χωρίς προειδοποίηση συμμόρφωσης. · Ο ΜΕ1 δήλωσε ότι, εξ όσων ο ίδιος γνώριζε, υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο παραβιάσεις δύο τουλάχιστον ουσιωδών όρων της σύμβασης, ήτοι - o καθυστέρηση στην απόδοση στην Ενάγουσα των ασφαλίστρων που η Εναγόμενη 1 εισέπραττε από τους πελάτες της Ενάγουσας, κατά παράβαση του όρου 7.ι της συμφωνίας και του όρου 7.ιζ.x. που παραπέμπει στο άρθρο 185 του Νόμου, και o παρουσίαση από την Εναγόμενη 1 ενός ζημιογόνου χαρτοφυλακίου, κατά τρόπο που συνιστούσε μη συνετό ή επαγγελματικό δεοντολογικό τρόπο άσκησης των εργασιών της, κατά παράβαση του όρου 7.ιζ.vii της συμφωνίας. · Για να αποδείξει ότι υπήρχαν συστηματικά καθυστερημένα ασφάλιστρα και τα μεγέθη αυτών, ο ΜΕ1 κατέθεσε το Έγγραφο Δ, το οποίο απεικονίζει Συγκεντρωτική κατάσταση του Λογαριασμού της Εναγόμενης 1 για το έτος 2008, με αναλυτικά στοιχεία ανά μήνα υπό την εξής μορφή꞉ Μήνας Υπόλοιπο από μεταφορά Ασφάλιστρα Προμήθεια Καθαρή παραγωγή Πληρωμές Απαιτήσεις Άλλα Υπόλοιπο προς μεταφορά Πληρωτέα Καθ. Παραγωγή Καθυστερημένο πληρωτέο ποσό Ολικό πληρωτέο ποσό · Δεδομένου του ισχυρισμού του ΜΥ1 ότι το Μάρτιο 2008 οφειλόμενα και πληρωτέα ήταν τα ασφάλιστρα της παραγωγής του Νοεμβρίου 2007, κατατέθηκε η αντίστοιχη Συγκεντρωτική Κατάσταση για το έτος 2007, ως το Έγγραφο ΙΒ. Σε αυτην επισυνάφθηκαν και προηγούμενες καταστάσεις για τα έτη 2006 και
- · Για να αποδείξει ότι η Εναγόμενη 1 είχε συστηματικά ζημιογόνο χαρτοφυλάκιο, ο ΜΕ1 κατέθεσε το "Profit and Loss Analysis" της Εναγόμενης 1 (Έγγραφο Β) το οποίο δίδει την εικόνα για τα έτη 2006, 2007 και για την περίοδο από 1.1.2008 μέχρι 21.3.
- · Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε προσωπικά την επιστολή τερματισμού, ημερ. 11.3.2008, ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, από την Ενάγουσα στις 11.3.2008 όταν τον κάλεσαν στα γραφεία της σε συνάντηση με τους υπεύθυνους τμηματάρχες της, οι οποίοι του ανέφεραν ότι ο λόγος τερματισμού ήταν οι πολλές απαιτήσεις (claims) που είχαν οι πελάτες της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα δυνάμει των ασφαλιστικών τους συμβολαίων. Ήταν, δηλαδή, η θέση του ΜΥ1 πως ό,τι του γνωστοποιήθηκε εκείνη τη στιγμή ως λόγος τερματισμού ήταν η παρουσίαση ζημιογόνου χαρτοφυλακίου. · Αμφισβητεί ο ΜΥ1 ότι η ύπαρξη ζημιογόνου χαρτοφυλακίου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του όρου 7.ιζ.vii της συμφωνίας ή/και ότι αποτελεί λόγο τερματισμού δυνάμει της συφωνίας. Εισηγείται ο ΜΥ1 ότι το μόνο που μπορούσε να υποστεί εξαιτίας του ζημιουγόνου χαρτοφυλακίου ήταν να μεταβληθεί το % προμήθειας που θα λάμβανε από την Ενάγουσα βάσει του άρθρου 10, 3η παραγραφος, της επίδικης συμφωνίας. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι꞉ «Ταυτόχρονα και ανάλογα με τον Δείκτη Ζημιάς (Πραγματοποιηθείσες Ζημιές (Incurred Claims) δια των Κερδηθέντων Ασφαλίστρων (Earned Premiums) του Ασφαλιστικού Συμβούλου για την τριετία, η Εταιρεία θα μεταβάλει τις προμήθειες του για το επόμενο έτος βάσει της αντίστοιχης κατηγορίας του στον επισυνημμένο Πίνακα Μεταβολής Βασικών Προμηθειών με Βάση το Δείκτη Ζημιάς του Χαρτοφυλακίου «Γ».». · Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε του αναφέρθηκε ζήτημα καθυστερημένων υπολοίπων. Τον εν λόγω ισχυρισμό ο ΜΥ1 λέγει ότι τον άκουσε πρώτη φορά από τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο και πιστεύει πως είναι εκ των υστέρων σκέψεις της Ενάγουσας με σκοπό να διαφανεί νόμιμη αιτία τερματισμού. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, αν υπήρχε θέμα καθυστερημένων υπολοίπων, σίγουρα θα γινόταν πριν τον τερματισμό κάποια γραπτή ειδοποίηση για απόδοση ασφάλιστρων, κάτι που δεν έγινε. · Κοινό έδαφος αποτελεί πως το ποσό που ζητείτο με την επιστολή τερματισμού να πληρώσει η Εναγόμενη 1 δεν αποτελούσε στο σύνολό του ποσό καθυστερημένων ασφαλίστρων. Ήταν το κατ' ισχυρισμόν συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά ή περί τις 11.3.2008, συνεπεία του τερματισμού της σύμβασης. · Το δεύτερο επίδικο θέμα συναρτάται ακριβώς με το ερώτημα αν το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα ως οφειλόμενο μετά τον τερματισμό επαληθεύεται από τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε ο ΜΕ
- Ο ΜΥ1 παραδέκτηκε ότι η Εναγόμενη 1 παραλάμβανε κάθε χρόνο τις Συγκεντρωτικές καταστάσεις ως τα Έγγραφα Δ και ΙΒ, ανωτέρω. Αρνήθηκε όμως ο ΜΥ1 ότι οι εν λόγω καταστάσεις επιβεβαιώνουν το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι αυτός έκανε πάρα πολλές προσπάθειες τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και ο λογιστής της Εναγομένης 1, αλλά είναι τόσες πολλές οι ανακρίβειες, οι λανθασμένες και παράνομες χρεώσεις της Ενάγουσας, που είναι αδύνατον να καταλήξει κάποιος σε ακριβές οφειλόμενο ποσό. · Το τρίτο επίδικο θέμα αφορά στη νομιμότητα του λογιστικού χειρισμού του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 που έκανε η Ενάγουσα μετά τον τερματισμό. Το θέμα συνδέεται με το ερώτημα αν ήταν νόμιμο να ανανεώνει ή να ακυρώνει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια των πελατών εξ ονόματός της η Ενάγουσα και να χρεωπιστώνει το λογαριασμό της Εναγόμενης 1 μετά τον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας. · Όσον αφορά τις ανανεώσεις συμβολαίων, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι, κατά συνήθη πρακτική, οι ανανεώσεις γίνονται αυτόματα για να έχει συνεχή κάλυψη ο πελάτης, εφόσον η ασφαλιστική εταιρεία δεν έχει λάβει ειδοποίηση ακύρωσης συμβολαίου. Δεν ακυρώνει η εταιρεία χωρίς να λάβει γραπτή οδηγία του πελάτη. Αυτή η πρακτική υιοθετήθηκε από την Ενάγουσα για τα συμβόλαια πελατών που είχαν συναφθεί μέσω της Εναγομένης, ανεξάρτητα από τον τερματισμό της συμφωνίας συνεργασίας με την Ενάγομενη στις 11.3.2008 εκτός για όσα συμβόλαια της είχε επιστρέψει η Εναγόμενη 1 την ειδοποίηση περί μη ανανέωσης ή μέχρις ότου λάμβανε τέτοια ειδοποίηση από αυτήν. · Περιέγραψε ο ΜΕ1 τη διαδικασία ανανέωσης ως εξής꞉ Δύο μήνες πριν από τη λήξη ενός ασφαλιστικού συμβολαίου εκδίδεται από την εταιρεία τόσο η ειδοποίηση ανανέωσης όσο και η βεβαίωση ανανέωσης. Αυτά αποστέλλονται και παραδίδονται στον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο και έχει μπροστά του 2 μήνες να διεκπεραιώσει την εργασία, δηλαδή να αναφέρει τυχόν αλλαγές που επιθυμεί ο πελάτης ή απλά να προβεί σε ανανέωση ή ακύρωση του συμβολαίου. Σε περίπτωση που η ασφαλιστική εταιρεία έστελνε στον αντιπρόσωπο τις ειδοποιήσεις για ανανέωση και δεν λάμβανε απάντηση από αυτόν, τότε προχωρούσε και ανανέωνε την 1η εκάστου μηνός μέχρις ότου λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση για αλλαγές ή για ακύρωση, στην οποία περίπτωση πραγματοποιούσε την οδηγία που λάμβανε από τον αντιπρόσωπο. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε στο Έγγραφο Στ για να δείξει ότι, για όσες ανανεώσεις συμβολαίων έγιναν έχαν γίνει την 1.3.2008, οι αντίστοιχες χρεώσεις ασφαλίστρων αντιλογίστηκαν με πιστώσεις στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 άπαξ και εκείνη επέστρεψε τα ασφαλιστήρια συμβόλαια στην Ενάγουσα. · Αμφισβητεί ο ΜΥ1 την αξιοπιστία του Εγγράφου Στ και προς τούτο κατέθεσε για σύγκριση τα Τεκμήρια 6, 7 και 8 υπό Έγγραφο Ζ. Η θέση του ΜΥ1 είναι ότι υπήρξαν αδικαιολόγητες και παράνομες χρεώσεις μετά τον τερματισμό. · Όσον αφορά τις ακυρώσεις συμβολαίων των πελατών, το πραγματικό υπόβαθρο ως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ως εξής꞉ o Είναι παραδεκτό ότι την ίδια μέρα που η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία με την Εναγόμενη 1, γνωστοποίησε το γεγονός αυτό με επιστολή ημερ. 11.3.2008 προς τον Έφορο ως το Έγγραφο Γ. o Στη συνέχεια η Ενάγουσα απέστειλε νέα επιστολή στην Εναγόμενη 1 στις 24.4.2008 ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, με την οποία της ζητούσε να της κοινοποιήσει όλα τα υπόλοιπα των πελατών και να τα εξοφλήσει. o Δεν αρνήθηκε την παραλαβή αυτής της επιστολής ο ΜΥ1 ούτε αρνήθηκε την παράλειψη της Εναγομένης 1 να απαντήσει σε αυτήν, παραμόνο ισχυρίσθηκε ότι εφόσον η συμφωνία διαμεσολάβησης είχε τερματισθεί, αυτός δεν μπορούσε / δεν δικαιούταν ούτε καν να απαντήσει την εν λόγω επιστολή. o Με δεδομένο ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση στην επιστολή της Ενάγουσας από την Εναγόμενη, η Ενάγουσα προχώρησε, ως ήταν παραδεκτό, στις 9.6.2008 και ενημέρωσε την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών, με επιστολή ως το Έγγραφο Ε, ότι θα έστελνε επιστολές στους διαφόρους πελάτες της για να τους πληροφορήσει ότι τερμάτισε τη συμφωνία διαμεσολάβησης με την Εναγόμενη 1, υιοθετώντας το εξής λεκτικό επιστολής και ότι θα ακύρωνε τα συμβόλαιά τους꞉ «Επικοινωνούμε μαζί σας για να σας πληροφορήσουμε ότι η Εταιρεία μας έχει διακόψει τη συνεργασία της με τους ασφαλιστικούς σας διαμεσολαβητές Asfalistikos Aetos Agents & Consultants Co. Ltd. από τη Λευκωσία (οδός Κατσώνη αρ. 18Γ, Αχίλλειον 2) και, κατά συνέπεια, οποιεσδήποτε ενέργειες, πράξεις ή αποφάσεις τους δεν μας δεσμεύουν πλέον. Επειδή οι πιο πάνω δεν έχουν εμβάσει σε μας ασφάλιστρα που έχουν εισπράξει και/ή αρνούνται να μας δώσουν στοιχεία των πελατών που έχουν εξοφλήσει ή πλήρωσαν μέρος των ασφαλίστρων τους, είμαστε υποχρεωμένοι να θεωρήσουμε ότι δεν έχετε εξοφλήσει τα ασφάλιστρα σας σε σχέση με το πιο πάνω Ασφαλιστήριο σας και ως εκ τούτου με την παρούσα σας δίδεται η υπό του πιο πάνω Ασφαλιστηρίου προβλεπόμενη ειδοποίηση ακύρωσης επτά ημερών και σας καλούμε όπως μας επιστρέψετε το Πιστοποιητικό Ασφάλισης οπότε και θα πιστωθείτε με την ανάλογη επιστροφή ασφαλίστρων. Στην περίπτωση που έχετε εξοφλήσει ή πληρώσατε μέρος των ασφαλίστρων σας στους πιο πάνω, παρακαλούμε όπως επικοινωνήσετε μέσα στην πιο πάνω προθεσμία με τα Κεντρικά μας γραφεία στη Λευκωσία (οδός Βυζαντίου 45, Στρόβολος, Λευκωσία) τηλέφωνο 22887600 για να μας ενημερώσετε και να συμφωνήσουμε ανάλογα τον περαιτέρω χειρισμό της ασφαλιστικής σας κάλυψης. Με εκτίμηση». Αρχικά, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα δεν είχε κανένα δικαίωμα μετά τον τερματισμό να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια των πελατών που είχαν συναφθεί μέσω της Εναγομένης
- Παρέπεμψε στη νομοθεσία για να εισηγηθεί ότι η διαφορά που οδήγησε στον τερματισμό έπρεπε να επιλυθεί μόνο μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 χωρίς να επηρεασθούν τα δικαιώματα των πελατών. · Η Ενάγουσα αιτιολόγησε το δικαίωμά της να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που είχαν συναφθεί με πελάτες μέσω της Εναγομένης 1, δίδοντας προειδοποίηση 7 ημερών, στη βάση του όρου 8 του πρότυπου ασφαλιστήριου συμβολαίου μηχανοκινήτων οχημάτων ως το Έγγραφο Ι (βλ. σελ. 16, σημείο 8 αυτού), το οποίο προβλέπει τα εξής꞉ «
- Ακύρωση Ασφαλιστηρίου Η Εταιρεία δικαιούται να ακυρώσει το Ασφαλιστήριο αποστέλλοντας ειδοποίηση επτά ημερών, με συστημένη επιστολή, στον Ασφαλισμένο στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του. Σε αυτή την περίπτωση η Εταιρεία θα επιστρέφει στον Ασφαλισμένο τα κατά αναλογία μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα.». · Ήταν, εν πάση περιπτώσει, η θέση του ΜΥ1, ότι ανεξάρτητα από το αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να ακυρώσει τα συμβόλαια δυνάμει του πιο πάνω όρου, εντούτοις η Εναγόμενη 1 είχε λάβει διαβεβαιώσεις από λειτουργό της Ενάγουσας ότι δεν θα το έπραττε. Ότι δηλαδή θα διατηρούσε σε ισχύ μέχρι τη λήξη τους όσα συμβόλαια βρίσκονταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Διαμαρτυρήθηκε η Εναγόμενη 1 με επιστολή ημερ. 13.6.2008 προς τον Έφορο Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Ζ, όταν διαπίστωσε ότι δεν τηρήθηκε αυτή η διαβεβαίωση. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε έγγραφη μαρτυρία για τυχόν αντίδραση ή απάντηση του Εφόρου στην εν λόγω επιστολή. · Περαιτέρω, ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι, από την στιγμή που εν τέλει η Ενάγουσα ακύρωσε όλα τα συμβόλαια των ασφαλιζομένων, η επιστροφή ασφαλίστρων προς τους πελάτες θα έπρεπε να γίνει μέσω της Εναγομένης 1, δηλαδή το μόνο που μπορούσε η Ενάγουσα να κάνει ήταν να πιστώσει τον λογαριασμό της Εναγομένης 1 για το ποσό που θα έπρεπε να επιστραφεί στον πελάτη. Και από εκεί και πέρα το ζήτημα θα αφορούσε τον ασφαλιζόμενο και την Εναγομένη
- · Από την άλλη, ο ΜΕ1 εξήγησε τη λογιστική διεργασία που γινόταν στην περίπτωση ακύρωσης των ασφαλιστήρων συμβολαίων ως εξής꞉ Όταν εκδίδεται ένα συμβόλαιο ασφάλισης, αμέσως χρεώνεται ο λογαριασμός του αντιπροσώπου με το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων ενός έτους, αν είναι ετήσιο (σπάνια είναι για πιο μικρή περίοδο), και ταυτόχρονα γίνεται και πίστωση της συμφωνημένης προμήθειας. Όταν ακυρώνεται ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο αντιστρέφονται οι λογιστικές εγγραφές, δηλαδή πιστώνεται ο λογαριασμός του αντιπροσώπου με το ποσό των ασφαλίστρων και, ταυτόχρονα, γίνεται και η χρέωση της προμήθειας. Όπως όμως εξήγησε ο ΜΕ1, μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη, εφόσον οι πελάτες ανταποκρίνονταν στην επιστολή της Ενάγουσας ως το Έγγραφο Ε, ανωτέρω, και προσκόμιζαν εντός της προθεσμίας των 7 ημερών αποδείξεις ότι είχαν εξοφλήσει την Εναγόμενη 1 με τα ασφάλιστρα ολόκληρου του έτους, τότε, νοουμένου ότι αυτοί επέστρεφαν στην Ενάγουσα και τα πιστοποιητικά ασφαλισης ώστε να γίνει η ακύρωση των συμβολαίων τους, το λογιστικό αποτέλεσμα της ακύρωσης ήταν να πιστώνεται η Εναγόμενη με το επιστρεπτέο ποσό ασφαλίστρων. Εφόσον όμως οι πελάτες αυτοί επιθυμούσαν να κάνουν νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια με την Ενάγουσα από την ημερομηνία ακύρωσης, τότε το ποσό ως η αναλογία των ασφαλίστρων για το υπόλοιπο του έτους μετά την ημερομηνία ακύρωσης, που είχε ήδη εισπραχθεί από την Εναγόμενη πριν την ακύρωση και για το οποίο ο αντιπρόσωπος είχε ήδη πιστωθεί από την Ενάγουσα, έπρεπε να επιστραφεί στον πελάτη από την Ενάγουσα. Για το λόγο αυτό, όταν η Ενάγουσα προχωρούσε με την έκδοση του νέου συμβολαίου από την ημερομηνία ακύρωσης, αφενός χρέωνε τον αντιπρόσωπο με το ασφάλιστρο και αφετέρου πίστωνε τη νέα μερίδα του πελάτη με το αναλογούν ποσό από την ημερομηνία ακύρωσης. Έδωσε ο ΜΕ1 το εξής παράδειγμα αναφορικά με ένα συμβόλαιο του οποίου τα ασφάλιστρα ανέρχονταν σε 120 ευρώ το χρόνο και το οποίο ακυρώθηκε στους 6 μήνες: «Έρχεται ο πελάτης κοντά μας και λέει ότι θέλω να μου επαναφέρετε το συμβόλαιο για τους επόμενους 6 μήνες, όχι μέσω του αντιπροσώπου που τερματίσατε, αλλά μαζί σας. Και του λέμε στοιχίζει 60 ευρώ. Θέλω να με πληρώσετε. Και λέει μου ο πελάτης, εγώ κρατώ απόδειξη του αντιπροσώπου 120 ευρώ. Επλήρωσα. Και είναι εκεί που του λέω, από τη στιγμή που εγώ δεν είσπραξα λεφτά από τον αντιπρόσωπο, πρέπει να σου τα δώσει ο αντιπρόσωπος. Η πίστωση που έχει πάρει ο αντιπρόσωπος, τα 60 ευρώ, τη δικαιούται ο πελάτης. Άρα, έρχομαι, εγώ δεν είσπραξα τίποτα από τον αντιπρόσωπο, χρεώνω τον αντιπρόσωπο με 60 ευρώ, πιστώνω τη μερίδα του πελάτη με 60 ευρώ. Και εξισώνεται. Εκείνο που μου χρωστούσε πάντα ο αντιπρόσωπος. Και παραμένει τα 60 ευρώ που μου χρωστούσε πάντα.». Καταληκτικά, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι ο πιο πάνω λογιστικός χειρισμός της Εναγομένης 1 και των πελατών «ήταν συμβατική υποχρέωση της εταιρείας προς τον πελάτη». Ήταν για τον ίδιο λόγο η θέση του ΜΕ1 ότι οι χρεώσεις που έγιναν στο λογαριασμό της Εναγομένης μετά τις ακυρώσεις των συμβολαίων, ενόψει των αποδείξεων των πελατών ότι εκείνη είχε ήδη πληρωθεί από αυτούς, «ήταν καθόλα νόμιμες τόσο για προστασία της εταιρείας όσο κυρίως και για το όφελος των πελατών». · Για να αποδείξει το ποσό των €37.336,72 που η Ενάγουσα αξιώνει με την παρούσα αγωγή ως οφειλόμενο, μετά το πιο πάνω λογιστικό ξεκαθάρισμα από τις ακυρώσεις ή/και ανανεώσεις των ασφαλιστηρίων συμβολαίων των πελατών, ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού της Εναγομένης ημερ. 31.12.2009 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. · Ο ΜΥ2 δεν θέλησε να τοποθετηθεί για τη νομιμότητα ή μη του τερματισμού της σύμβασης του ασφαλιστικού αντιπροσώπου, αφού αναγνώρισε ότι εναπόκειται στο Δικαστήριο να το κρίνει. · Τη θέση αρχής ότι τα δικαιώματα των ασφαλιζομένων δεν επηρεάζονται από τη λυση της συμφωνίας μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, υπέδειξε ως ορθή ο ΜΥ2, παραπέμποντας ειδικά στο άρθρο169
(6)του περί Ασφαλιστικών Εργασιών και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2002, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε (βλ. Ν.35(Ι)/2002έως 132(Ι)/2013), στο εξής «ο Νόμος», στο οποίο άρθρο προβλέπεται ότι꞉ «169
(6)Παράβαση των όρων της συμβάσεως από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των ασφαλισμένων. · Όταν υπεδείχθη στον ΜΥ2 o όρος 8 του πρότυπου ασφαλιστήριου συμβολαίου μηχανοκινήτων οχημάτων ως το Έγγραφο Ι, αυτός δεν θέλησε να τοποθετηθεί για τη συμβατότητά του με το άρθρο 169
(6)του Νόμου, επειδή δεν είναι στην αρμοδιότητά του η μελέτη ασφαλιστηρίων συμβολαίων και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να διατυπώσει γνώμη ως προς τη συμβατότητα με το Νόμο των ασφαλιστήριων συμβολαίων που εξέδιδε η Ενάγουσα προς τους πελάτες της. Για τον ίδιο λόγο δεν θέλησε να τοποθετηθεί για το αν η Ενάγουσα είχε έναντι των πελατών της συμβατικό δικαίωμα να τερματίσει τα ασφαλιστήρια των πελατών μετά τον τερματισμό της συνεργασίας με την Εναγόμενη 1 που ήταν ο διαμεσολαβητής κατά τη σύναψή τους. · Επί της ουσίας της αντιδικίας για ό,τι επακολούθησε του τερματισμού, ο ΜΥ2 κατέστησε σαφές πως αυτή θα πρέπει να ειδωθεί και να κριθεί στο πλαίσιο των όρων της γραπτής σύμβασης διαμεσολάβησης που συνήψε η Ενάγουσα με την Εναγόμενη 1. Τούτο διότι δεν ρυθμίζεται νομοθετικά, και συνεπώς δεν επιλύεται στο Νόμο, το θέμα της επιστροφής και λογιστικής διαχείρισης των ασφαλίστρων των πελατών ή/και των προμηθειών του ασφαλιστικού συμβούλου συνεπεία τερματισμού της σύμβασης διαμεσολάβησης. · Διευκρίνισε συγχρόνως ο ΜΥ2 ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις διατάξεις του Νόμου που καθιστούν ποινικό αδίκημα την παροχή υπηρεσιών από ασφαλιστικό σύμβουλο εξ ονόματος ή για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία τερματίστηκε η συνεργασία τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.
- Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΕ1 Η γενική εντύπωσή μου για τη μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν θετική. Είμαι ικανοποιημένη ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν ειλικρινής, αληθής και αξιόπιστη. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη꞉ (α) Το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 στηρίζεται σε προσωπική και άμεση γνώση των γεγονότων και, αφετέρου, τεκμηριώνεται με την έγγραφη μαρτυρία, τη συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), τις συγκεντρωτικές καταστάσεις λογαριασμού της Εναγομένης 1 (Έγγραφα Δ και ΙΒ), την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού με τις ημερήσιες χρεωπιστώσεις από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2008 (Έγγραφο Στ) και την αντίστοιχη αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ημερ. 31.12.2009 που δείχνει ως υπόλοιπο το αξιούμενο στην παρούσα αγωγή ποσό (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). (β) Το γεγονός ότι ο ΜΕ1 ανέλυσε και επεξήγησε ενδελεχώς τα έγγραφα που είχε ενώπιον του στο Δικαστήριο και παρουσίασε με σοβαρότητα τις θέσεις του, αναδεικνύοντας τη μακρά επαγγελματική πείρα που είχε στον κλάδο της ασφάλισης και ειδικότερα στην υπηρεσία της Ενάγουσας. (γ) Είμαι, επίσης, ικανοποιημένη ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος έχει απόλυτη συνοχή με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας και ότι δεν τις αντιστρατεύεται. (δ) Ο ΜΕ1 απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης κατά την αντεξέτασή του, χωρίς να πέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή να ισχυρισθεί άγνοια για οποιαδήποτε πτυχή της υπόθεσης. Η όλη έμφαση στην αντεξέταση του ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης εστιάστηκε, αφενός, στο περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού που ήταν σιωπηρό ως προς το ποιον όρο της συμφωνίας είχε παραβιάσει η Εναγόμενη 1 και, αφετέρου, στην κατ' ισχυρισμό αντιφατική συμπεριφορά της Ενάγουσας να θέτει στην Εναγόμενη στις 4.3.2008 νέους στόχους παραγωγής για το έτος 2008 και λίγες μέρες αργότερα, στις 11.3.2008 να της τερματίζει τη σύμβαση. Ωστόσο, διαφάνηκε ότι στο πιο καίριο σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ1, ότι δηλαδή δόθηκε εκ των προτέρων ενημέρωση στην Εναγόμενη 1, σε κατ' ιδίαν συναντήσεις που είχε ο ΜΕ1 με τον ΜΥ1, για τον επερχόμενο κίνδυνο τερματισμού της σύμβασης λόγω των συστηματικών καθυστερήσεων πληρωμής των ασφαλίστρων, δεν αντεξετάστηκε ρητά και ξεκάθαρα ο ΜΕ
- Μάλιστα, έδειξε ο συνήγορος Υπεράσπισης να αναγνωρίζει ως λόγο τερματισμού την ύπαρξη καθυστερημένων οφειλών, σε αντίθεση με τον λόγο τερματισμού που αφορούσε στην ύπαρξη ζημιογόνου χαρτοφυλακίου, τον οποίο χαρακτήρισε ως «εκ των υστέρων σκέψη» του ΜΕ1 για να δικαιολογήσει τον τερματισμό. Δηλαδή, αντίθετα και αντιφατικά προς τη θέση που ήγειρε ο ΜΥ1 κατά τη δική του κυρίως εξέταση για πρώτη φορά, ότι του είχε γνωστοποιηθεί κατ' ιδίαν ως λόγος τερματισμού η ύπαρξη πολλών απαιτήσεων που καθιστούσαν ζημιογόνο το χαρτοφυλάκιο της Εναγομένης 1, παρατηρώ ότι ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 καθ' ον χρόνο τον αντεξέταζε ότι ήταν εκ των υστέρων σκέψη του ΜΕ1 ο ισχυρισμός ότι η εμφάνιση ζημιογόνου χαρτοφυλακίου αποτέλεσε λόγο τερματισμού της συμφωνίας. Το ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ο συνήγορος Υπεράσπισης αρνήθηκε μία εκδοχή που, εν συνεχεία, προώθησε ως δική του εκδοχή ο Εναγόμενος (ο τελευταίος προφανώς επειδή διέκρινε ότι ίσως να τον συνέφερε) αποτελεί ουσιώδη αντίφαση ανάμεσα στη μαρτυρία του ΜΥ1 και το δικονομικό χειρισμό της αντεξέτασης του ΜΕ1, η οποία αντίφαση απομειώνει την αξιοπιστία της εκδοχής του ΜΥ
- Ομοίως, παρατηρώ ότι ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε ούτε σε ό,τι αφορά τη δήλωσή του ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τον τερματισμό, οι Εναγόμενοι του ανέφεραν σε τηλεφωνικές συνομιλίες τους ότι ήθελαν να γίνει ένας διακανονισμός για το ποσό και ότι σκοπός τους ήταν να κερδίζουν χρόνο χωρίς να αρνούνται την υποχρέωση να πληρώσουν. Οσο αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ1 για το λογιστικό χειρισμό που έγινε μετά τον τερματισμό, κρίνω ότι αυτή υποστηρίζεται πλήρως από τα έγγραφα που παρουσίασε και αναφέρομαι ειδικότερα στα Έγγραφα Δ και Στ. Ειδικότερα προκύπτει από το Έγγραφο Δ ότι δεν υπήρξαν χρεώσεις με ασφάλιστρα νέας παραγωγής μετά την ημερομηνία τερματισμού. Η σχετική στήλη του εν λόγω πίνακα μιλά από μόνη της. Περαιτέρω, το Έγγραφο Στ αποδεικνύει με καθαρότητα το λογιστικό χειρισμό που έγινε στην περίπτωση των ακυρώσεων των συμβολαίων και αποδεικνύει ότι έγιναν οι πιστώσεις για την επιστροφή των ασφαλίστρων, ως ήταν η θέση του ΜΕ1, στη βάση της αρχής ότι τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα κατακρατούνται και τα μη δεδουλευμένα επιστρέφονται, με αντίστοιχη χρέωση των προμηθειών. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως αληθή και αξιόπιστη στην ολότητά της. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΥ1 Ο ΜΥ1 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν άντεξε η μαρτυρία του στη βάσανο της αντεξέτασης. Κατ΄ αρχάς, αντιφατικά προς τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε του είχε λεχθεί οτιδήποτε περί καθυστερημένων ασφαλίστρων, προώθησε τον ισχυρισμό ότι όποτε πήγαινε κοντά του ο εισπράκτορας της Ενάγουσας «ήταν για τα καθυστερημένα» και τα πλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές. Επομένως, το ότι υπήρχαν καθυστερημένα οφειλόμενα υπόλοιπα σαφώς και το γνώριζε. Αμφισβήτησε τις καταστάσεις λογαριασμού χωρίς να έχει ο ίδιος προσωπικά τα προσόντα λογιστή για να τις επεξεργαστεί, αλλά ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο στηρίζεται σε υπολογισμούς και ελέγχους που άσκησε μαζί με το λογιστή του. Ποιος ήταν αυτός ο λογιστής, δεν το αποκάλυψε στο Δικαστήριο ο ΜΥ1 ούτε προσήλθε οποιοσδήποτε λογιστής της Εναγομένης 1 ως μάρτυρας για να υποστηρίξει τα λεγόμενά του. Κάθε φορά που ο συνήγορος της Ενάγουσας του υποδείκνυε, με παραπομπή στην έγγραφη μαρτυρία που βρισκόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι θέσεις της Ενάγουσας ήταν ορθές και ακριβείς αφού ανταποκρίνονταν στα στοιχεία που ήταν καταγεγραμμένα στις καταστάσεις λογαριασμού ή στις χρεωστικές σημειώσεις, ενώ οι δικές του θέσεις (ήτοι του ΜΥ1) δεν ευσταθούσαν, ο ΜΥ1 το παραδεχόταν και προσπαθούσε να ελιχθεί και να εισηγηθεί άλλο λόγο για τον οποίον αυτός διαφωνούσε με τις θέσεις της Ενάγουσας. Εφόσον αντικρουόταν και εκείνος ο λόγος από το συνήγορο της Ενάγουσας, ο ΜΥ1 κατέφευγε σε επανάλειψη κατά τρόπο γενικόλογο και αόριστο, χωρίς τεκμηρίωση με αριθμούς ή άλλα δεδομένα, των προηγούμενων θέσεων του. Χαρακτηριστικά είναι τα εξής παραδείγματα꞉ Παράδειγμα πρώτο꞉ Κατ' ισχυρισμόν εσφαλμένη καταγραφή της καθαρής παραγωγής (Βλ. την παρα. 14 του Εγγράφου Ζ). Θέλοντας να δείξει ότι η χρέωση του λογαριασμού της Εναγομένης 1 γινόταν χωρίς τη δέουσα επιμέλεια, ο ΜΥ1 κατέθεσε στο πλαίσιο της παρα. 14 της γραπτής του δήλωσης το συγκεντρωτικό τιμολόγιο του μηνός Φεβρουαρίου 2008 (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ), όπου, ως η θέση του, φαίνεται ότι το ποσό της καθαρής παραγωγής ήταν Ευρώ 13.702,82, γεγονός το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το ποσό των Ευρώ 16.169,92, το οποίο καταγράφεται στο Έγγραφο Δ που κατέθεσε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο. Βάσει αυτού του παραδείγματος ασυμφωνίας, ο ΜΥ1 εισηγείται ότι ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 εσφαλμένα χρεώθηκε με το επιπλέον ποσό των Ευρώ 2.467,10 σ. Αντεξετάστηκε ο ΜΥ
- Του υπεδείχθη από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι δεν είναι ορθό να συγκρίνει κανείς τα στοιχεία του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Ζ με τα στοιχεία του Εγγράφου Δ, αφού, όπως φαίνεται από τον τίτλο του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Ζ, αυτό αποτυπώνει μόνο τη Χρεωστική Σημείωση για τις Ανανεώσεις Ασφαλιστηρίων Μηνός Φεβρουαρίου ("DEBIT NOTE. You have been debited with the undermentioned Renewed Policies for the Month February 2008"), ενώ το Έγγραφο Δ αφορά το σύνολο της παραγωγής για το μήνα Φεβρουάριο
- Αναγνωρίζοντας προφανώς ότι ήταν ορθή η επισήμανση του συνηγόρου της Ενάγουσας, ο ΜΥ2 υπαναχώρησε και έστρεψε αλλού την προσοχή, λέγοντας ότι αυτός παρουσίασε το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ, όχι για να συγκρίνει το εκεί αναγραφόμενο ως καθαρό πληρωτέο ποσό μηνός Φεβρουαρίου (€13.702,82σ) με την καθαρή παραγωγή του ιδίου μηνός ως το Έγγραφο Δ (€16.169,92), αφού αυτός δεν συμφωνεί ούτε με το ένα ούτε με το άλλο ποσό, αλλά για να αναδείξει κάτι άλλο꞉ ότι δήθεν είναι εσφαλμένη η μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος ανέφερε ότι όλες οι ανανεώσεις γίνονται κάθε 1η μηνός, αφού αντίθετα, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ, οι ανανεώσεις δεν γίνονταν μόνο κάθε 1η μηνός, αλλά σε διάφορες ημερομηνίες, και ότι το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ περιλάμβανε ακόμη και χρεώσεις για ανανεώσεις συμβολαίων τα οποία δεν είχαν ανανεωθεί. Ο συνήγορος της Ενάγουσας παρέπεμψε τότε τον ΜΥ1 στο Έγγραφο Στ για να του δείξει ότι, από τα μέσα της σελίδας 7 μέχρι και τη σελίδα 11, καταγράφονται σε αυτό αναλυτικά όλα τα ανανεωμένα συμβόλαια με ημερομηνία ανανέωσης την «1/02», ήτοι την 1η Φεβρουαρίου. Πράγματι, το ότι οι εν λόγω καταχωρήσεις αφορούν σε «ανανεώσεις» δηλώνεται με τη χρήση του κωδικού αριθμού «2» στη 2η στήλη του πίνακα. Όλες οι άλλες πράξεις για το μήνα Φεβρουάριο καταγράφονται με διαφορετική ένδειξη κωδικού αριθμού (όπου «
- New Policy,
- Endorsement,
- Payment at Laiki Insurance,
- Payment at C.P.B., 6 Refund / Other,
- Corrections / Reversals, 8 Direct Debit,
- Standing Order) και είναι πράγματι ορθό ότι όλες εκείνες οι άλλες καταχωρήσεις, πλην των ανανεώσεων, αρχίζουν μετά την «1/02», και συγκεκριμένα αρχίζουν από 6 Φεβρουαρίου και έπειτα. Επεσήμανε επίσης ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι όλες οι χρεώσεις ημερ. 1/2/2008 για τις ανανεώσεις συμβολαίων, οι οποίες καταγράφονται στις σελ. 8 έως 11 του Έγγραφου Στ, συμποσούνται σε €13.702 (που είναι η διαφορά αν αφαιρεθεί το αρχικό υπόλοιπο την 1.2.2008, ήτοι το ποσό €56.386,72σ., από το τελικό υπόλοιπο την ίδια ημερομηνία το οποίο ανήλθε σε €70.089,54σ.). Θέλησε, δηλαδή, ο συνήγορος της Ενάγουσας να δείξει στον ΜΥ1 ότι συνάδει το Τιμολόγιο / η Χρεωστική Σημείωση ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ με την ανάλυση ως φαίνεται στο Έγγραφο Στ, και ότι, επομένως, αποδεικνύεται ότι η Ενάγουσα δεν εξέδιδε αντιφατικό τιμολόγιο ή αντιφατική χρεωστική σημείωση προς την Εναγόμενη 1 για τις ανανεώσεις συμβολαίων μηνός Φεβρουαρίου
- Δεδομένης της λεπτομερούς ανάλυσης ως φαίνεται στο Έγγραφο Στ, ο ΜΥ1 υπαναχώρησε περαιτέρω και διατήρησε μόνο τη θέση ότι «Υπάρχουν ανανεώσεις χρεωμένες που δεν έγιναν». Ισχυρίστηκε, συγχρόνως, ότι «υπάρχουν συμβόλαια, τα οποία τα ανανέωσαν από μόνοι τους, χωρίς τη συγκατάθεση του πελάτη και τη στιγμή που είχε ζητηθεί να μην ανανεωθούν». Σημειωτέον ότι αυτή η θέση του ΜΥ1 στηρίχθηκε σε μια κατάσταση «Λάθος Χρεώσεων» που ο ίδιος ετοίμασε και παρουσίασε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Ζ. Παράδειγμα δεύτερον꞉ Κατ' ισχυρισμόν καταχώρηση χρεώσεων για τις οποίες δεν εκδόθηκε ποτέ τιμολόγιο προς την Εναγόμενη 1 (βλ. την παρα. 15 του Εγγράφου Ζ). Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι είναι πεπεισμένος ότι στο συγκεντρωτικό τιμολόγιο Φεβρουαρίου του 2008, υπάρχουν χρεώσεις για τις οποίες ουδέποτε στάληκε τιμολόγιο στην Εναγόμενη
- Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι ο ίδιος ετοίμασε λίστα με τις λανθασμένες χρεώσεις του μήνα Φεβρουαρίου του 2008, την οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Ζ. Οι χρεώσεις αυτές ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ 6.307,75σ. Αντεξετάσθηκε ο ΜΥ1 από το συνήγορο της Ενάγουσας και ως προς αυτή του τη θέση. Ο εν λόγω συνήγορος υπέδειξε στον ΜΥ1 ότι, με δεδομένο πως τα ονόματα πελατών, τα οποία αναγράφονται στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Ζ, δεν έχουν κωδικό και αριθμό, δεν μπορεί να γίνει εξακρίβωση των στοιχείων ούτε στις καταστάσεις λογαριασμού ούτε πουθενά και γι' αυτό του υπέβαλε ότι τα στοιχεία είναι λανθασμένα. Αναγνώρισε ο ΜΥ1 την αδυναμία του Τεκμηρίου 2 ως εκ της μη καταγραφής των κωδικών αριθμών των συμβολαίων των πελατών. Επιχείρησε όμως να δείξει ότι εκείνος μπορούσε, για παράδειγμα, να εντοπίσει στο Έγγραφο Στ ότι είχε γίνει χρέωση για τον Στυλιανού Ανδρέα με ποσό 480,98σ. χωρίς οι Εναγόμενοι να ζητήσουν ανανέωση. Κρίνω ότι το παράδειγμα αποδείχθηκε ακατάλληλο ή αβάσιμο αφού, αφενός, το Έγγραφο Στ δεν αναφέρει ονόματα πελατών και, αφετέρου, το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Στ δεν περιλαμβάνει το όνομα του Στυλιανού Ανδρέα. Πέραν αυτού, το ποσό των 480,98σ φαίνεται να χρεώθηκε την 1/5/2008 και συνεπώς δεν επιδρά στην ορθότητα των ποσών για το μήνα Φεβρουάριο ως περιέχονται στη Χρεωστική Σημείωση ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ζ ή/και στο Έγγραφο Στ όσον αφορά το μήνα Φεβρουάριο
- Εν πάση περιπτώσει ο συνήγορος της Ενάγουσας επεσήμανε στον ΜΥ1 ότι στη σελ. 44 του Εγγράφου Στ φαίνεται ότι έγιναν επιστροφές για όσα συμβόλαια δεν ανανεώθηκαν. Υπαναχώρησε για ακόμη μία φορά από την αρχική του θέση ο ΜΥ1, λέγοντας ότι «Έχουν επιστραφεί μειωμένα». Παράδειγμα τρίτον꞉ Κατ' ισχυρισμόν χρεώσεις με την ασαφή αιτιολογία ότι αφορούσαν σε «μεταφορές» (βλ. την παρα. 29 του Εγγράφου Ζ). Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι στο Έγγραφο ΣΤ (σελ.46-48) και στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, υπάρχουν καθαρές χρεώσεις (αφού αφαιρεθούν οι όποιες πιστώσεις) ύψους Ευρώ 14.463,07σ. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι αυτές οι χρεώσεις δεν δικαιολογούνται από πουθενά, ενώ στις πλείστες εξ' αυτών έχουν την γενική αναφορά «Transfer». Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη για το αν αφορούν σε ασφαλιστικά συμβόλαια, σε ποιους πελάτες αναφέρονται και για ποιο λόγο υπήρξαν αυτές οι χρεώσεις. Αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 επί της ανωτέρω δήλωσής του και του υποβλήθηκε ότι η χρήση του όρου «transfer» γίνεται με αναφορά σε συγκεκριμένο αριθμό και είδος συμβολαίου και για συγκεκριμένα ποσά. Είναι αυταπόδεικτο στην όψη του Εγγράφου Στ ότι δίδονταν τα στοιχεία που ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος. Προχώρησε ο συνήγορος της Ενάγουσας και υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι «Είναι όλα αυτά τα συμβόλαια που εφέρναν οι πελάτες και ελέγαν ότι έπιασες τα χρήματα, που είχαν ακυρωθεί». Δεν διαφώνησε ο ΜΥ1 παραμόνο επανέλαβε τις θέσεις του περί παράνομου τερματισμού και περί των διαβεβαιώσεων που κατ' ισχυρισμόν είχε λάβει ότι τα συμβόλαια των πελατών δεν θα ακυρώνονταν. Παράδειγμα τέταρτον꞉ Χρέωση προμηθειών λόγω ακύρωσης ασφαλιστήριων συμβολαίων πελατών (βλ. την παρα. 33 και 35 του Εγγράφου Ζ). Παρατήρησε ο ΜΥ1 ότι, όταν η Ενάγουσα ακύρωνε ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο πελάτη της Εναγομένης 1, πίστωνε την επιστροφή ασφαλίστρου και ταυτόχρονα χρέωνε την Εναγομένη 1, με την υποτιθέμενη αναλογία της προμήθειας για την περίοδο ισχύος του συμβολαίου. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι, σύμφωνα με το Έγγραφο ΣΤ, από την σελίδα 22 αυτού και συγκεκριμένα από την ημερομηνία 03/06/2008 μέχρι και την σελίδα 46 και την ημερομηνία 19/06/08, πριν την γραμμή με την αναγραφή Payment at the bank, υπάρχουν χρεώσεις στον λογαριασμό της Εναγομένης 1 που αφορούσαν την προμήθεια, ύψους Ευρώ 6.928,99σ. Ήταν, όμως, η θέση του ΜΥ1 ότι, εφόσον ο τερματισμός της συμφωνίας διαμεσολάβησης ήταν, κατά την γνώμη του, παράνομος και εφόσον η επιλογή ακύρωσης των συμβολαίων ήταν πρωτοβουλία της Ενάγουσας, η χρέωση της εκάστοτε προμήθειας στον λογαριασμό της Εναγομένης 1 ήταν λανθασμένη. Στο Έγγραφο Δ φαίνεται στον μήνα Ιούνιο στη στήλη ασφάλιστρα το ποσό των Ευρώ 37.406,00, το οποίο αφορά την επιστροφή ασφαλίστρων και την πίστωση αυτών στον λογαριασμό της Εναγομένης
- Δίπλα από την στήλη αυτή, βρίσκεται και η προμήθεια την οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 για το ποσό των Ευρώ 7.220,
- Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι το ποσοστό της προμήθειας της Εναγομένης 1, βάσει της συμφωνίας ημερ. 13/12/2004, αλλά και των διαφόρων τιμολογίων που πίστωναν την Εναγομένη 1, ανερχόταν σε 17%. Συνεπώς, ως η θέση του ΜΥ1, το ποσό που θα έπρεπε να χρεωθεί η Εναγομένη 1 με την επιστροφή ασφαλίστρων θα ήταν το 17% το ποσού της πίστωσης. Με βάσει μαθηματικό υπολογισμό που έκανε ο ΜΥ1, το 17% του ποσού Ευρώ 37.406,00σ είναι Ευρώ 6.359,02σ. Το ποσό, όμως, που χρεώθηκε η Εναγόμενη 1 είναι Ευρώ 7.220,54σ., δηλαδή Ευρώ 861,52σ. περισσότερα από όσο έπρεπε. Αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 αναφορικά με τις ανωτέρω δηλώσεις του. Παραδέχθηκε τότε ο ΜΥ1 ότι το ποσοστό προμήθειας που δικαιούταν η Εναγόμενη ήταν διαφορετικό αναλόγως του τύπου του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Το 17% ήταν για ασφαλιστήρια μηχανοκινήτων οχημάτων, αλλά όχι απαραιτήτως για ασφαλιση πυρός ή για άλλες κατηγορίες ασφαλιστηρίων. Πράγματι, στη συμφωνία συνεργασίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, επισυνάπτεται Πίνακας Μεταβλητών Προμηθειών «Β» και Πίνακας Μεταβολής Βασικών Προμηθειών με βάση το Δείκτη Ζημιάς Χαρτοφυλακίου, όπου επιβεβαιώνεται ότι ευσταθεί η επισήμανση του συνηγόρου της Ενάγουσας προς τον ΜΥ
- Έπεται ότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι όφειλε η Ενάγουσα να χρεώσει στην Εναγόμενη 1 σταθερό ποσοστό προμήθειας 17% ανεξαρτήτως του τύπου συμβολαίων για τα οποία επεστράφηκε το ασφάλιστρο. Σημειωτέον ότι, όταν ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ήταν η Ενάγουσα εκείνη που παρέλειψε να εξηγήσει στην Εναγόμενη για ποιους τύπους συμβολαίων χρέωσε την πρόμηθεια, ο συνήγορος της Ενάγουσας τον διέψευσε παραπέμποντάς τον στη σελ. 41 του Εγγράφου Στ και εντεύθεν όπου δίδεται ρητά η περιγραφή των διαφόρων τύπων συμβολαίων για τα οποία χρεώθηκε προμήθεια. Πράγματι παρατηρώ ότι τα συμβόλαια προσδιορίζονται ανά κατηγορία (π.χ. home, accident and illness, shop, employers liability, theft, public liability). Έπεται, ότι δεν ευσταθεί η θέση του ΜΥ1 ως αναπτύχθηκε κατά απόλυτο τρόπο στην παρα. 35 της γραπτής του δήλωσης. · Παράδειγμα πέμπτον꞉ χρέωση για την εταιρεία PINGSMART LTD (βλ. παρα. 41 του Εγγράφου Ζ). O MY1 επεσήμανε ότι υπάρχει ένα τιμολόγιο της Ενάγουσας, ημερ. 24/03/08 για την εταιρεία PINGSMART LTD (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ζ), όπου αυτή φαίνεται να έχει μηδενικό υπόλοιπο έναντι δύο ασφαλιστικών συμβολαίων με ημερομηνία λήξης την 17/06/
- Απεναντίας, στην κατάσταση λογαριασμού, ημερ. 19/04/08, που στάληκε από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη (βλ. το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Ζ), για την ίδια εταιρεία (PINGSMART LTD), για τα ίδια συμβόλαια, φαίνεται να χρεώνεται η Εναγομένη 1 με Ευρώ 442,51 και Ευρώ 130,
- Διερωτήθηκε ο ΜΥ1 πως γίνεται να συμβαίνει αυτό, εφόσον η συνεργασία της Εναγόμενης με την Ενάγουσα είχε τερματιστεί και εφόσον δεν είχε αποστείλει η Εναγόμενη στην Ενάγουσα οποιαδήποτε ειδοποίηση για ανανέωση. Αντεξετάστηκε ο ΜΥ1 ως προς τα πιο πάνω λεγόμενά του. Παραδέκτηκε ο ΜΥ1 ότι το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ζ αναφέρεται σε "endorsements" που σημαίνει ότι αφορά σε περιπτώσεις όπου έγινε αλλαγή όρων χωρίς χρεώσεις. Όσον αφορά το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Ζ, το οποίο τιτλοφορείται "Agent List of Renewable Policies", υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι δεν έγινε καμία χρέωση για ανανέωση των εν λόγω συμβολαίων, όπως εσφαλμένα ισχυρίστηκε ο ΜΥ1, και ότι τούτο προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι στην τελευταία στήλη του Τεκμηρίου 7 που τιτλοφορείται "Account Balance", το υπόλοιπο παραμένει πάντα το ίδιο, δεν αυξάνεται. Τούτο περαιτέρω αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ στη σελ. 22 του Εγγράφου Στ φαίνεται να έγινε χρέωση ποσού 357,10 την 1/6/2008 για το ασφαλιστήριο με αρ. 6121-3100253, όπως φαίνεται στη σελ. 46 του Εγγράφου Στ το ίδιο ποσό για το ίδιο ασφαλιστήριο εν τέλει πιστώθηκε στις 19/6/2008 και έτσι αντιλογίστηκε. Τέτοιος αντιλογισμός έγινε για κάθε συμβόλαιο που αναφέρεται στο Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Ζ. Άρα, κατέληξε ο συνήγορος της Ενάγουσας, πράγματι ο λογαριασμός της Εναγομένης ορθώς παρουσιάζει οφειλόμενο υπόλοιπο 37.336,72, όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Παράδειγμα έκτον꞉ (βλ. παρα. 42 του Εγγράφου Ζ) Ο ΜΥ1 περιέγραψε ως αντισυμβατικές και παράνομες, λόγω έλλειψης συγκατάθεσης της Εναγομένης 1, και τις ακόλουθες χρεώσεις: Για τον μήνα Μάρτιο του 2008, ποσό ύψους Ευρώ 2.980,82σ. (βλ. Έγγραφο ΣΤ σελίδα 13 από ημερ. 1/03 έως σελίδα 14 μέχρι την 3η γραμμή). Για τον μήνα Μάιο του 2008 ποσό ύψους Ευρώ 1707,49σ. (βλ. Έγγραφο ΣΤ σελίδα 19 από ημερ.1/05/08 έως σελίδα 20 μέχρι την τελευταία γραμμή που αναφέρεται στην ημερομηνία 01/05/08) Για τον μήνα Ιούνιο του 2008 ποσό ύψους 1198,93σ. (βλ. Έγγραφο ΣΤ σελίδα 21 από ημερ. 1/06 έως σελίδα 22 μέχρι την τελευταία γραμμή που αναφέρεται στην ημερομηνία 01/06/2008). Ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Ζ το τιμολόγιο ημερ. 1/5/08 όπου φαίνονται οι χρεώσεις που έγιναν τον Μάρτιο του 2008, οι οποίες αφορούσαν ανανεώσεις συμβολαίων, ύψους Ευρώ 2.980,82σ. Επίσης, ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Ζ το δελτίο αποστολής παραγωγής, το οποίο παραλήφθηκε από την Ενάγουσα στις 27/03/08 και φαίνεται η ειδοποίηση να «μην ανανεωθεί» για τα ασφαλιστικά συμβόλαια που ανανεώθηκαν ως φαίνεται με το τιμολόγιο, ημερ. 01/05/08, που είναι το Τεκμήριο 8 ανωτέρω. Προκύπτει από τα Τεκμήρια 8 και 9, ως η θέση του ΜΥ1, ότι, παρόλο που στην συγκεκριμένη περίπτωση στάλθηκαν ρητές οδηγίες μη ανανέωσης, προχώρησαν σε ανανέωση των συμβολαίων και χρέωση του λογαριασμού της Εναγομένης
- Δεδομένης της πιο πάνω δήλωσης του ΜΥ1, ο συνήγορος της Ενάγουσας τον αντεξέτασε ως προς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 υπό Έγγραφο Ζ, το οποίο τιτλοφορείται «Δελτίο Αποστολής Παραγωγής» και φέρει ημερομηνία 27.3.
- Παραδέχθηκε ο ΜΥ1 ότι το εν λόγω δελτίο εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη του τερματισμού και δίδει οδηγίες στην Ενάγουσα για μη ανανέωση ενός αριθμού καλυπτικών σημειωμάτων, στοιχείο που δείχνει ότι αυτός παρακράτησε έγγραφα. Επανέλαβε απλώς τον ισχυρισμό του ότι «επέστρεψε όσα έγγραφα του ζήτησαν». Υποβλήθηκε, επίσης, στον ΜΥ1 ότι, ενώ η Ενάγουσα κάλεσε την Εναγόμενη 1 να της κοινοποιήσει τα υπόλοιπα των πελατών της σε σχέση με τα ασφαλιστήρια (βλ. σχετικά την επιστολή, ημερ. 24.4.2008, ως το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α), εντούτοις δεν απάντησε κανείς στην εν λόγω επιστολή. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΥ1 δεν ήταν καθόλου πειστική. Ισχυρίστηκε ότι «Με την επιστολή σας δεν μπορούσα ούτε να την απαντήσω γιατί με είχαν σταματήσει, δεν είχα συμβόλαιο». Παράδειγμα έβδομον꞉ (βλ. παρα. 12 του Εγγράφου Ζ). Ο συνήγορος της Ενάγουσας αντεξέτασε τον ΜΥ1 και όσον αφορά τον ισχυρισμό που ήγειρε στην παρα. 12 του Εγγράφου Ζ, όπου αμφισβητούσε ως λανθασμένο το οφειλόμενο υπόλοιπο που αναφερόταν στην επιστολή τερματισμού. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι το ποσό των Ευρώ 64.039,40σ. ήταν το πραγματικό ποσό οφειλής κατά ή περί τις 11.3.2008, απλώς επειδή η επιστολή στάληκε στη μέση του μήνα, δεν αναγράφονταν στην κατάσταση λογαριασμού ως το Έγγραφο Δ οι ακυρώσεις που φεύγουν από το σύστημα και οι οποίες αποτυπώθηκαν στο Έγγραφο Στ. Για να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο αυτός διάβαζε το Έγγραφο Δ, ο ΜΥ1 χρησιμοποίησε ως παράδειγμα το Γενάρη του 2008 και ισχυρίστηκε ότι το καθυστερημένο ποσό για το μήνα αυτό ήταν, βάσει του Έγγραφου Δ, €10.122,78, αλλά, όπως υποστήριξε ο ΜΥ1, σε αυτό το ποσό έπρεπε να προστεθεί η παραγωγή του Οκτώβρη του 2007 (με το σκεπτικό ότι είχε περίοδο πίστωσης 3 μηνών), όπου η παραγωγή του Οκτώβρη του 2007, βάσει του Έγγραφου ΙΒ ήταν £7.745,17σ. Συνεχίζοντας επί του ιδίου παραδείγματος, ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέδειξε στον ΜΥ1 ότι αυτός δεν διαβάζει σωστά τον Πίνακα, ως το Έγγραφο Δ, αφού τα ποσά που θα έπρεπε να είχε προσθέσει για να βρει το ολικό πληρωτέο ποσό του μηνός είναι εκείνο που αναγράφεται στη στήλη «Καθυστερημένο Πληρωτέο ποσό» και εκείνου που αναγράφεται στη διπλανή στήλη «Πληρωτέα Καθ. Παραγωγή», ήτοι όχι με τη στήλη που τιτλοφορείται «Καθαρή Παραγωγή», όπως εισηγήθηκε ο ίδιος. Έτσι, με βάση τα στοιχεία του Γενάρη 2008, το ολικό πληρωτέο ποσό ανερχόταν σε £23.356,19 (που ήταν το άθροισμα του Καθυστερημένου Πληρωτέου ποσού £10.122,78 συν την Πληρωτέα Καθ. Παραγωγή £13.233,41) Αναδείχθηκε ότι ο ΜΥ1 εσφαλμένα ανέμενε ή/και εισηγήτο ότι για να βρεθεί το ολικό πληρωτέο ποσό ενός μηνός θα έπρεπε να προστεθεί το Καθυστερημένο πληρωτέο ποσό με την καθαρή παραγωγή, αφού το ορθό ήταν να προστίθεται το Καθυστερημένο Πληρωτέο ποσό με την Πληρωτέα Καθ. Παραγωγή. Καταλήγω να κρίνω αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΥ
- Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΥ2 Η μαρτυρία του ΜΥ2, σύντομη όσο κι αν ήταν, αποτελεί μαρτυρία στη βάση της οποίας τέθηκε ορθά το νομικό πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Εκεί έγκειται η χρησιμότητά της. Έχω μελετήσει τους περί Ασφαλιστικών Εργασιών και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμους του 2002 έως 2013 Ν.35(Ι)/2002έως 132(Ι)/2013 (στο εξής «ο Νόμος»), ως επίσης τους δυνάμει αυτών εκδοθέντες Κανονισμούς, στους οποίους με παρέπεμψε ο ΜΥ2 και αναφέρομαι σε αυτούς κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής πιο κάτω. Δ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της προεκτεθείσας αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας καταλήγω να αποδέχομαι ότι η Ενάγουσα τερμάτισε τη σύμβαση ενεργώντας με το δίπτυχο σκεπτικό που περιέγραψε ο ΜΕ1 (ήτοι καθυστερημένα υπόλοιπα ως φαίνονται στο Έγγραφο Δ και ζημιογόνο χαρτοφυλάκιο ως φαίνεται στο Έγγραφο Β). Όσον αφορά τα οικονομικά δεδομένα του λογιστικού χειρισμού της παρούσας υπόθεσης τα αποδέχομαι ότι έγιναν όπως τα παρουσίασε ο ΜΕ
- Αποδέχομαι επίσης ότι αποδείχθηκε ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €37.336,72 (ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) ως η παρα. 16Α της Ε/Α του Τροποποιημένου Κλητηρίου). Όσον αφορά τη νομιμότητα του τερματισμού και του λογιστικού χειρισμού που έγινε, παραθέτω πιο κάτω τη νομική εκτίμησή μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αν ήταν αντισυμβατικός ο τερματισμός της σύμβασης διαμεσολάβησης. Προχωρώ να εξετάσω το ερώτημα αν ο τερματισμός της σύμβασης της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 έγινε κατά τρόπο συνάδοντα προς τους όρους της εν λόγω σύμβασης ή αν ήταν αντισυμβατικός. Τα επιμέρους νομικά ερωτήματα που χρειάζεται ν' απαντηθούν είναι αν υπήρχε δικαίωμα τερματισμού στη σύμβαση και αν χρειαζόταν να δοθεί οποιαδήποτε προειδοποίηση για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος τερματισμού. Η ερμηνεία της σύμβασης διαμεσολάβησης ως θέμα νομικό είναι έργο του δικαστηρίου (Βλ. Στέλιος Θεοδούλου ν Ασπις Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ. 1551, με παραπομπή στις Saab and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 C.L.R. 428, Ανδρέας Κώστα Λάμπρου v. Γεώργιου Μιχαήλ Παράσχου και Άλλων, Π.Ε. 8077, ημερ. 14.6.93, Χριστάκης Αλεξάνδρου v. Κυριακής Κωμοδρόμου και Άλλου, Π.Ε. 8586 και 9006, ημερ. 21.5.97). Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι μια σύμβαση πρέπει να εξετάζεται και να ερμηνεύεται συνολικά (Βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φουτάς ν. Εταιρεία Βάσος κλπ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168 και Chitty on Contracts, General Principles, 27 εκ., παραγ. 12-053). Ειδικότερα, η σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης (Βλ. Chitty, πιο πάνω, παραγ. 12-040 και βλ. Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν G & C EXHAUST SYSTEMS LTD)
(2001)1 Α.Α.Δ. 500). Στην περίπτωση της επίδικης σύμβασης ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, το δικαίωμα της Ενάγουσας να τερματίσει τη σύμβαση έγινε κατ' επίκληση της παρα. δ.i. του άρθρου 11, την οποία παραθέτω και πάλιν για χάριν ευκολίας αναφοράς꞉ «δ. Χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας την οποία η Εταιρεία μπορεί να έχει εναντίον του Ασφαλιστικού Συμβούλου, η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε, δίδοντας γραπτή ειδοποίηση στον Ασφαλιστικό Σύμβουλο, να τερματίσει την παρούσα Συμφωνία, περιλαμβανομένης και τυχόν ανανέωσης της, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις. (
- i)Αμέσως εάν ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος παραβεί οποιουσδήποτε από τους όρους ή προϋποθέσεις της παρούσας συμφωνίας.». Πράγματι, διαπιστώνω ότι η πιο πάνω νομική βάση τερματισμού που επικαλέστηκε η Ενάγουσα στην επιστολή τερματισμού (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) της έδιδε δικαίωμα να προβεί «αμέσως» σε τερματισμό, νοουμένου ότι μπορούσε να αποδείξει ότι η Εναγόμενη 1 παρέβη τους όρους της σύμβασης. Η περίπτωση του όρου 11.δ.i διακρίνεται από την περίπτωση του όρου 11.δ.ii., τον οποίο παραθέτω πιο κάτω꞉ (
- ii)«Εάν ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος παραλείψει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε ειδοποίηση για επανόρθωση παράβασης της παρούσας Συμφωνίας (νοουμένου ότι η Ενάγουσα επιλέξει ειδοποίηση συμμόρφωσης) μετά από έγγραφη ειδοποίηση της Ενάγουσας μέσα στο χρονικό διάστημα που η Εταιρεία ήθελε επιλέξει.». Στην παρούσα υπόθεση, η Ενάγουσα επικαλέστηκε τον όρο 11.δ.i για σκοπούς τερματισμού της σύμβασης, ακριβώς επειδή δεν έδωσε οποιαδήποτε ειδοποίηση συμμόρφωσης προηγουμένως. Με βάση το γενικό δίκαιο τον συμβάσεων, η ειδοποίηση συμμόρφωσης είναι συνήθως αναγκαίο να σταλεί για να καταστήσει έναν μη ουσιώδη όρο σε ουσιώδη, ώστε να χωρεί ο τερματισμός της σύμβασης σε περίπτωση παράβασής του. Συνεπώς, το ότι στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα δεν έδωσε οποιαδήποτε έγγραφη ειδοποίηση συμμόρφωσης προς την Εναγόμενη 1, δεν καθιστά αφ' εαυτού τον τερματισμό ανεπίτρεπτο ή αντισυμβατικό, νοουμένου ότι μπορεί να αποδείξει ότι ο όρος που παραβιάστηκε ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης. Αξίζει ίσως να παρατηρήσω ότι, ως φαίνεται στο άρθρο 15(α) της σύμβασης, η Εναγόμενη 1 είχε αντίστοιχο δικαίωμα να προβεί αμέσως σε τερματισμό της σύμβασης εάν η Ενάγουσα διέπραττε παράβαση οποιουδήποτε ουσιώδους όρου της σύμβασης. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι πραγματικό, δηλαδή κατά πόσον στη βάση των αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, υπήρξε παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης από την Εναγόμενη. Αναπόφευκτα, το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι ποιοι ήταν οι όροι που η Ενάγουσα ισχυρίστηκε κατά τον τερματισμό της σύμβασης ότι είχαν παραβιαστεί, ώστε να μπορεί να εξεταστεί αν αυτοί είχαν πράγματι παραβιαστεί. Εν προκειμένω, η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) ήταν σιωπηρή. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί αφ' εαυτού λόγο για να κριθεί ο τερματισμός αντισυμβατικός. Και τούτο διότι, έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί η αρχή ότι, «εάν ειδοποίηση τερματισμού ή αποκήρυξη σύμβασης δοθεί με την επίκληση λανθασμένου λόγου, ή χωρίς λόγο, αυτή μπορεί να υποστηριχθεί εάν υφίστανται κατά τον ουσιώδη χρόνο γεγονότα, τα οποία θα δημιουργούσαν καλό λόγο τερματισμού». Τούτο ελέχθη στην Antenna Productions Ltd. v 1. Paris Aristides Cine - TV Productions Ltd, 2. Πάρη Αριστείδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 1769, με παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την Universal Cargo Carrier Corporation v CITATS [1957] 2 All ER 70꞉ "It is now well settled that a rescission or repudiation if given for a wrong reason or for no reason at all, can be supported if there are at the time facts in existence which would have provided a good reason." H ίδια νομική αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Νινηρίδου ν Σάββα
(1993)1 Α.Α.Δ. 589. Μόνο που εκεί το Εφετείο έκρινε ότι δεν τεκμηριώθηκε οποιοσδήποτε άλλος έγκυρος λόγος για τερματισμό της συμφωνίας από την εφεσείουσα γι' αυτό και κατέληξε ότι, η αρχή ότι μια ειδοποίηση τερματισμού συμφωνίας είναι έγκυρη έστω και αν αναγράφει λανθασμένο λόγο τερματισμού, δεν χωρούσε εφαρμογής στα γεγονότα της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, ως προέκυψε από τη μαρτυρία του ΜΕ1, η Ενάγουσα προχώρησε στον τερματισμό θεωρώντας ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε τους όρους 7.ι. και 7.ιζ.vii της σύμβασης. Ο όρος 7.ι. της σύμβασης είναι κατάλληλο να διαβάζεται σε συνδυασμό με τον όρο 7.θ.. Τους παραθέτω꞉ «θ. Η είσπραξη ασφαλίστρων και οποιαδήπτε πιστωτική διευκόλυνση που θα παραχωρεί ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος στους πελάτες του θα είναι υποχρεώσεις του προς την Ενάγουσα. Ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος θα παραμένει πάντοτε υπόχρεος έναντι της Ενάγουσας για την πληρωμή κατά την πρέπουσα ημερομηνία των ασφαλίστρων για ασφαλιστικές εργασίες που συστήνει ή διεξάγει με βάση το διορισμό του ως Ασφαλιστικού Συμβούλου. Νοείται ότι οποιαδήποτε ασφάλιστρα εισπράττονται από τον Ασφαλιστικό Σύμβουλο για να αποδοθούν στην Ενάγουσα, δεν θα λογίζονται έναντι των ασφαλισμένων ότι έχουν καταβληθεί στην Ενάγουσα πριν αυτά πράγματι εισπραχθούν από την Ενάγουσα. ι. Θα πληρώνει στην Ενάγουσα τα ασφάλιστρα τα οποία θα καθίστανται οφειλόμενα και πληρωτέα μέσα σε 90 ημέρες από την 1η μέρα του μηνός που ακολουθεί το μήνα έκδοσης του σχετικού τιμολογίου νοουμένου ότι δεν θα υπερβαίνουν συνολικά το ποσό που αντιστοιχεί στο 1/3 των ασφαλίστρων του έτους που προηγείται της περιόδου που εξετάζεται ή μέσα στην προθεσμία και σύμφωνα με τους όρους που κατά καιρούς θα ορίζονται με οδηγίες του Εφόρου που εκδίδονται δυνάμει του Νόμου και κοινοποιούνται στον Ασφαλιστικό Σύμβουλο. Σε περίπτωση που υπερβαίνουν το ως άνω ποσό, η υπέρβαση καθίσταται αμέσως πληρωτέα ανεξάρτητα από την περίοδο πίστωσης των 90 ημερών το δε υπόλοιπο καθίσταται πληρωτέο βάσει των πιο πάνω προνοιών. Σε περίπτωση που ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος ενεργεί κατά παράβαση των όσων αφορούν την πληρωμή τέτοιων υπολοίπων, η Ενάγουσα θα δικαιούται να τερματίσει την παρούσα Συμφωνία και εν πάση περιπτώσει ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος θα πληρώνει στην Ενάγουσα τόκο προς 9% το χρόνο ή σύμφωνα με το εκάστοτε χρεωστικό επιτόκιο το οποίο καθορίζει η Λαϊκή Τράπεζα για παραχώρηση ορίου σε προσωπικό τρεχούμενο λογιαριασμό πάνω σε κάθε υπόλοιπο από την ημέρα που καθίσταται οφειλόμενο και πληρωτέο, οποιοδήποτε είναι ψηλότερο.». Κατ' αρχάς, επιβεβαιώνεται μέσα από τους πιο πάνω όρους 7.θ. και 7.ι, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν να καταστήσουν «ουσιώδη» τον όρο του χρόνου πληρωμής / απόδοσης των ασφαλίστρων από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα, με την έννοια του άρθρου 55
(3)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ώστε παράβασή του να καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη. Παραθέτω το εν λόγω άρθρο꞉ «55.—
(1)Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.» Όπου «δανειστής» εδώ εννοείται το πρόσωπο προς το οποίο δόθηκε η υπόσχεση και «οφειλέτης» το πρόσωπο που έδωσε την υπόσχεση. Περαιτέρω, προκύπτει από το λεκτικό του όρου 7.ι. ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι ο οφειλέτης είχε υποχρέωση να πληρώνει εντός της ταχθείσας προθεσμίας χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε όχλησή του από το δανειστή. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά εάν είχε ενσωματωθεί ρητός όρος στη σύμβαση ότι η Ενάγουσα όφειλε να δίδει στην Εναγόμενη 1 ειδοποίηση για πληρωμή. Η διαφοροποίηση αυτή προβλέπεται στα άρθρα 47 και 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, τα οποία παρατίθενται πιο κάτω꞉ «
- Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί σε ορισμένη ημέρα και ο οφειλέτης ανέλαβε να εκπληρώσει αυτή χωρίς όχληση του δανειστή, η εκπλήρωση δύναται να γίνει σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τις συνήθεις ώρες εργασίας της ημέρας αυτής και στον τόπο στον οποίο πρέπει να εκπληρωθεί.».
- Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί σε ορισμένη ημέρα και ο οφειλέτης δεν ανέλαβε να εκπληρώσει αυτήν χωρίς όχληση του δανειστή, ο δανειστής υποχρεούται να οχλήσει τον οφειλέτη προς εκπλήρωση στον κατάλληλο τόπο και κατά τις συνηθισμένες ώρες εργασίας.». Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, είτε έστελνε η Ενάγουσα ειδοποίηση οφειλόμενης πληρωμής είτε όχι, είτε έστελνε εισπράκτορα είτε όχι, εξακολουθούσε να είναι δεδομένη η συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να αποδίδει στην Ενάγουσα τα ασφάλιστρα «κατά την πρέπουσα ημερομηνία». Συνεπώς, τα συμβαλλόμενα μέρη στην επίδικη σύμβαση διαμεσολάβησης συμφώνησαν με τον όρο 7.ι. ότι η σύμβαση καθίστατο ακυρώσιμη κατ΄εκλογή του δανειστή εφόσον δεν γινόταν πληρωμή «κατά την πρέπουσα ημερομηνία», χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση. Διαφορετική, κρίνω ότι είναι η περίπτωση του όρου
- Ιζ.vii, τον οποίο παραθέτω꞉ «
- Ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος με την παρούσα Συμφωνία αναλαμβάνει και συμφωνεί με την Εταιρεία ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας Συμφωνίας αναλαμβάνει και συμφωνεί με την Εταιρεία ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας Συμφωνίας θα τηρεί και θα εφαρμόζει πλήρως και πιστά όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής της Συμφωνίας και ιδιαίτερα ότι꞉ Ιζ. Θα τηρεί πιστά τις υποχρεώσεις τις που καθορίζονται εκάστοτε σε οποιοδήποτε εν ισχύ Νόμο ή Κανονισμό έναντι της Εταιρείας, των ασφαλισμένων της και των προσώπων που επιθυμούν να συνάψουν ασφάλιση που ενδεικτικά είναι꞉ vii Η άσκηση των εργασιών του κατά τρόπο συνετό ή επαγγελματικά δεοντολογικό που να μην μπορεί να παραβλάψει τα συμφέροντα της ασφαλιστικής αγοράς ή του κοινού εν γένει σύμφωνα με το Άρθρο 179(ι)(στ) του Νόμου.». Ο όρος αυτός δεν προβλέπει για δικαίωμα τερματισμού σε περίπτωση παράβασής του και συνεπώς δεν προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να τον καταστήσουν ουσιώδη. Παρατηρώ, συναφώς, ότι δεν υπήρχε στη σύμβαση οποιοσδήποτε άλλος γενικός όρος που να προβλέπει ότι όλοι ανεξαιρέτως οι όροι της σύμβασης θα θεωρούνται ουσιώδεις. Επομένως, κατά την κρίση μου, παράβαση του όρου 7.ιζ.vii δεν καθιστούσε αμέσως τη σύμβαση ακυρώσιμη. Κρίνω πως η Ενάγουσα θα έπρεπε να είχε δώσει προειδοποίηση συμμόρφωσης με τον εν λόγω όρο, για να τον καταστήσει ουσιώδη προτού μπορεί να τον επικαλεστεί ως λόγο τερματισμού της σύμβασης. Εφόσον, εκ των πραγμάτων δεν δόθηκε οποιαδήποτε προειδοποίηση συμμόρφωσης, κρίνω πως θα ήταν αντισυμβατικός ο τερματισμός της σύμβασης στο βαθμό που στηρίχθηκε σε αυτόν τον όρο. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω, ως μόνη νόμιμη βάση τερματισμού άνευ ειδοποίησης συμμμόρφωσης, την παράλειψη της Εναγόμενης 1 να συμμορφωθεί με τον όρο 7.ι. Το ότι υπήρχαν καθυστερημένα οφειλόμενα ασφάλιστρα κατά ή περί την 11.3.2008 είναι πραγματικό γεγονός αποδεδειγμένο στη βάση του Εγγράφου Δ. Το ότι υπήρχαν συστηματικά καθυστερημένα υπόλοιπα καθ' όλη τη διάρκεια των ετών 2006, 2007 και καθ' όλη την περίοδο μέχρι 11.3.2008 είναι επίσης πραγματικό γεγονός στην όψη των Εγγράφων ΙΒ και Δ. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το γεγονός ότι η Ενάγουσα, ανέχθηκε στο παρελθόν την ύπαρξη καθυστερημένων ασφαλίστρων την οδήγησε σε παραίτηση (waiver) του προβλεπόμενου στη συμφωνία δικαιώματος της να προβεί σε τερματισμό χωρίς άλλη προειδοποίηση. Διαφωτιστική επί τούτου του ζητήματος είναι η απόφαση στην Cybarco Ltd v
- Gillian Guest,
- Martin Miller
(2010)1 A.A.Δ. 2071, στην οποία σημειώθηκαν τα εξής꞉
- «Η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με τη συμπεριφορά τους οι εφεσείοντες οδηγήθηκαν σε παραίτηση (waiver) των δικαιωμάτων τους να επιμένουν σε τερματισμό, χωρίς προειδοποίηση, υποστηρίζεται από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία όταν ένα μέρος με τη συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, τότε το Δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ότι έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων του να επιμένει σε εκτέλεση της σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς όρους. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσείοντες απεμπόλισαν το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης το οποίο τους παρείχε ο όρος 18, αποδεχόμενοι την υπογραφή από τους εφεσίβλητους των συναλλαγματικών ως παράλληλη εξασφάλιση του χρέους τους, και άφησαν να παρέλθει ενάμιση χρόνος μέχρι να αποστείλουν την επιστολή τερματισμού. Με την επιστολή τους, αυτοί, επανερχόμενοι στις αυστηρές πρόνοιες του όρου 18 του συμβολαίου, προχώρησαν στον άμεσο τερματισμό της σύμβασης και στην έγερση αγωγής την επόμενη κιόλας μέρα, από την ταχυδρόμηση της επιστολής, χωρίς να δώσουν εύλογη προειδοποίηση στους εφεσίβλητους, ότι παρά τη χαλαρότητα που έδειξαν μέχρι τότε αναφορικά με τον χρόνο εξόφλησης, δεν ήταν διατεθειμένοι να περιμένουν άλλο και ότι αν δεν εξοφλούντο οι δύο συναλλαγματικές, θα προχωρούσαν σε τερματισμό της σύμβασης.
- Η συνέπεια της ειδοποίησης είναι για να τερματίσει την παρεμβολή του δικαίου της επιείκειας στα συμβατικά δικαιώματα των μερών και να προειδοποιήσει τον οφειλέτη ότι στο μέλλον οι σχέσεις των μερών θα διέπονται από τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης και των προνοιών του περί Συμβάσεων Νόμου, ο οποίος στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του κοινοδικαίου.
- Οι εφεσείοντες παρέλειψαν να δώσουν επαρκή προειδοποίηση ότι τερματίζεται η χαλαρότητα που επέδειξαν μέχρι τότε και ότι οι εφεσίβλητοι εάν δεν εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, τότε θα αναγκαστούν να τερματίσουν, επανερχόμενοι στους όρους της σύμβασης. Επομένως ορθά το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ισχύει εν προκειμένω η αρχή του δικαίου της επιείκειας για εγκατάλειψη των δικαιωμάτων που είχαν δυνάμει του όρου 18, να τερματίσουν πάραυτα τη σύμβαση. Συναφώς ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο τερματισμός δεν ήταν νόμιμος και ότι το συμβόλαιο συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ.». Κρίνω πως στην παρούσα υπόθεση, η ανοχή ή η αποδοχή της Ενάγουσας στο παρελθόν των όποιων καθυστερήσεων στις πληρωμές από μέρους της Εναγομένης, δεν επιτρέπει στο δίκαιο της επιείκιας να υπεισέλθει για να διασώσει την υπαίτια συμπεριφορά της Εναγόμενης, διότι στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, στον όρο 16, ρητά τα εξής꞉ «
- Η αποδοχή ή η ανοχή εκ μέρους της Εταιρείας παράβασης ή παράλειψης οποιασδήποτε πρόνοιας ή οποιουδήποτε όρου της παρούσας Συμφωνίας δεν θα ερμηνεύεται με οποιοδήποτε τρόπο ότι συνιστά παραίτηση ή εγκατάλειψη των δικαιωμάτων της Εταιρείας και δεν θα εμποδίσει τη μετέπειτα εφαρμογή του εν λόγω όρου ή πρόνοιας της παρούσας Συμφωνίας και δεν θα θεωρείται ως αποδοχή οποιασδήποτε μεταγενέστερης παράβασης.». Καταλήγω να απορρίπτω ως αβάσιμο τον ισχυρισμό που δικογράφησε η Εναγόμενη 1 στην παρα. 7(α) της Ε/Υ. Άνευ επηρεασμού της πιο πάνω κατάληξής μου, θα εξετάσω πιο κάτω τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται ως εκ της συμπεριφοράς της και/ή τις υποσχέσεις της από το να ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 τον ουσιώδη όρο 7.ι. της μεταξύ τους συμφωνίας, διότι κατ΄ισχυρισμόν συνέναισε στην ανανέωση εγγραφής της Εναγομένης 1 και ό,τι κατ΄ισχυρισμόν τούτο αποδεικνύει ότι εξέδωσε βεβαίωση ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε οφειλές προς την ίδια. Η εγγραφή ενός ασφαλιστικού διαμεσολαβητή ρυθμίζεται σύμφωνα με τους περί Ασφαλιστικών Εργασιών και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμους του 2002 έως 2013 Ν.35(Ι)/2002έως 132(Ι)/2013 (στο εξής «ο Νόμος»). Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 170(β) του ιδίου Νόμου η Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών τηρεί τα ακόλουθα Μητρώα εγγραφής νομικών προσώπων, τα οποία ασκούν εργασίες διαμεσολάβησης- (i) Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης· (ii) Μητρώο Εταιρειών Ασφαλειομεσιτών· (iii) Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικών Μεσαζόντων· (iv) Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικών Συμβούλων και (v) Μητρώο Εταιριών Συνδεδεμένων Ασφαλιστικών Συμβούλων. Το άρθρο 170
(2)του Νόμου απαιτεί όπως η εγγραφή στα πιο πάνω Μητρώα γίνεται κατ' αίτηση που υποβάλλεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 175 του Νόμου. Επισύρω την προσοχή στις διατάξεις του άρθρου 175
(1)και
(5)(α), οι οποίες διέπουν το ζήτημα της αρχικής εγγραφής στα ως άνω Μητρώα, ως πιο κάτω παρατίθενται꞉ «175.-
(1)Η αίτηση για εγγραφή φυσικού ή νομικού προσώπου σε ένα από τα τηρούμενα δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 170 του Νόμου Μητρώα, υποβάλλεται στον Έφορο εγγράφως, κατά τον καθορισμένο τύπο. Με την αίτηση συνυποβάλλονται τα κατά περίπτωση καθορισμένα με Κανονισμούς έγγραφα και καταβάλλεται το κατά περίπτωση καθορισμένο τέλος.
(5)Η αίτηση προς εγγραφή νομικού προσώπου στα οικεία Μητρώα, υποβάλλεται από τα αιτούμενα την εγγραφή τους στο αντίστοιχο Μητρώο νομικά πρόσωπα και συνοδεύεται: (α) Προκειμένου περί εγγραφής στο Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης ή στο Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικών Συμβούλων, από δήλωση της ασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας θα ενεργεί το αιτούμενο την εγγραφή του νομικό πρόσωπο ότι συμφωνεί με την προτεινόμενη εγγραφή, [...]». Περαιτέρω, όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος της αρχικής εγγραφής και των προαπαιτούμενων για την ανανέωση ισχύος της εγγραφής στα ως άνω Μητρώα, επισύρω την προσοχή στις διατάξεις του άρθρου 177 του Νόμου꞉ «177.-
(1)Η εγγραφή στα Μητρώα του άρθρου 170 έχει τριετή χρονική ισχύ, από την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού εγγραφής και δύναται να ανανεωθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο
(2)του παρόντος άρθρου.
(2)Για την ανανέωση της ισχύος της εγγραφής στα Μητρώα υποβάλλεται αίτηση στον Έφορο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 175 του Νόμου έναν τουλάχιστο μήνα
(1)πριν από τη λήξη της ισχύος του. Με την αίτηση συνυποβάλλονται τα καθορισμένα με Κανονισμούς έγγραφα και καταβάλλεται το καθορισμένο τέλος. Σε περίπτωση μη έγκαιρης κατά τα ανωτέρω υποβολής της αιτήσεως, στα τέλη ανανέωσης προστίθενται οι προβλεπόμενες σε Κανονισμούς επιβαρύνσεις.
(3)Ο Έφορος, εφόσον κρίνει ότι συντρέχουν όλες οι κατά νόμο προϋποθέσεις, ανάλογα με την περίπτωση, εγκρίνει την αίτηση και προβαίνει στην ανανέωση εγγραφής του διαμεσολαβητή.». Έχω ανατρέξει στον Κανονισμό 42 των περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και άλλων Συναφών Θεμάτων Κανονισμών του 2002 (ΚΔΠ 192/2002), όπως τροποποιήθηκαν με την ΚΔΠ 806/2004, στον οποίο με παρέπεμψε ο ΜΥ2, και κρίνω κατάλληλο να παραθέσω το περιεχόμενο του꞉ «42.-
(1)Διαμεσολαβητής, ο οποίος επιθυμεί την ανανέωση της εγγραφής του σε ένα από τα Μητρώα των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίους
(1)του άρθρου 170 του Νόμου, υποβάλλει σχετική αίτηση σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 177 του Νόμου συνυποβάλλοντας- (α) [...] (β) [...]· (γ) βεβαίωση από όλες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, για λογαριασμό των οποίων ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης ότι δεν οφείλει σε αυτές οποιαδήποτε ποσά που έχει εισπράξει εκ μέρους των ασφαλισμένων, κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του άρθρου 185 του Νόμου και του Κανονισμού 47꞉ Νοείται ότι [...]. (δ) [...] (ε) [...].» Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση είναι αν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει ότι, πρώτον, η Ενάγουσα συνέναισε στην ανανέωση της εγγραφής της Εναγόμενης 1 στο Μητρώο και, δεύτερον, ότι προς τούτο εξέδωσε βεβαίωση προς τον Έφορο ότι η Εναγόμενη 1 δεν της οφείλει ή και δε κατακρατεί οποιαδήποτε ποσά κατά παράβαση του Άρθρου 185 του Νόμου. Για να υποστηρίξει ότι έγινε η ανανέωση της εγγραφής της Εναγομένης 1 στο Μητρώο ως η παρα. (ζ) του άρθρου 170
(1)ανωτέρω και ότι το γεγονός της ανανέωσης δημιουργεί τεκμήριο ότι η Ενάγουσα συνέναισε στην ανανέωση ή/και ότι εξέδωσε βεβαίωση περί μη ύπαρξης οποιασδήποτε οφειλής προς αυτήν, θυμίζω ότι ο ΜΥ1 κατέθεσε ενώπιον μου την επίσημη απόδειξη ημερ. 5.3.2008 (βλ. το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο βρίσκεται πλέον ενώπιον μου ως κανονικό τεκμήριο σημειωθέν ως Έγγραφο Η). Η εν λόγω επίσημη απόδειξη δηλώνει ότι η Εναγόμενη 1 πλήρωσε €341,72 ως τέλη ανανέωσης της εγγραφής στο Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης και Ασφαλιστικών Συμβούλων για την περίοδο 21.4.2008 - 20.4.2011. Όπως, όμως, προκύπτει σαφώς από τη συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 175 και 177 του Νόμου, τα τέλη ανανέωσης καταβάλλονται «με την αίτηση», ήτοι στο στάδιο υποβολής της αίτησης και, συνεπώς, η πληρωμή τους δεν προεξοφλά την απόφαση του Εφόρου για έγκριση ή μη της αίτησης ανανέωσης της εγγραφής. Εναπόκειται στον Έφορο, μετά την υποβολή της αίτησης και της πληρωμής των καθορισθέντων τελών, να κρίνει αν η αίτηση είναι πλήρως και κατάλληλα συμπληρωμένη με όλα τα συνοδευτικά έγγραφα που καθορίζει ο Νόμος, ώστε να μπορεί να εγκριθεί. Το ότι ο Έφορος έχει εισπράξει τα τέλη δεν εξυπακούει την έγκριση της αίτησης. Αν η αίτηση της Εναγόμενης 1 για ανανέωση της εγγραφής της συνοδευόταν από όλα τα άλλα έγγραφα που απαιτεί ο Νόμος και οι Κανονισμοί, περιλαμβανομένης τυχόν Βεβαίωσης της Ενάγουσας ότι δεν της οφείλει οποιαδήποτε ασφάλιστρα, δεν μπορεί να τεκμαρθεί ούτε να τεκμηριωθεί στη βάση της απόδειξης πληρωμής των τελών και μόνο. Αν η αίτηση ανανέωσης εγκρίθηκε ή όχι από τον Έφορο, επίσης δεν μπορεί να τεκμηριωθεί στη βάση του Εγγράφου Η και μόνον. Ούτε όμως η καταβολή των τελών αποτελεί ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης, εν προκειμένω της Ενάγουσας, ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι εκείνη τα κατέβαλε και άρα συμφωνούσε με την υποβολή της αίτησης. Ο Κανονισμός 43
(5)της ΚΔΠ 806/2004 καθορίζει ότι τα τέλη «καταβάλλονται από τους αιτούντες την εγγραφή τους στα Μητρώα της παραγράφου (α) ή (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 170 του Νόμου [...]». Εξάλλου, ο δικηγόρος της Εναγομένης 1 είχε αναφέρει ρητά στην επιστολή του ως το Τεκμήριο 4Β υπό Έγγραφο Α ότι ήταν η Εναγόμενη που πλήρωσε τα εν λόγω τέλη στον Έφορο. Ο ΜΥ1 στηρίχθηκε, επίσης, στην επιστολή ημερ. 4.3.2008 (βλ. το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, το οποίο κατατέθηκε από αυτόν ως κανονικό τεκμήριο σημειωθέν ως Έγγραφο ΙΑ) για να ισχυρισθεί ότι ήταν με τη συναίνεση της Ενάγουσας που η Εναγόμενη 1 υπέβαλε την αίτηση ανανέωσης της εγγραφής της. Ωστόσο, είναι δίκαιο να σημειωθεί ότι η εν λόγω επιστολή ως το Έγγραφο ΙΑ έχει τυποποιημένο ενημερωτικό περιεχόμενο το οποίο προέρχεται από το Διευθυντή του Τμήματος Πωλήσεων & Στήριξης Εργασιών της Ενάγουσας και απευθύνεται σε όλους γενικά τους συνεργάτες της Ενάγουσας. Τούτο προκύπτει ευθέως από τη διατύπωση των ακόλουθων δύο σχετικων παραγράφων꞉ «Γ. Οφειλόμενα Ασφάλιστρα. Με βάση τη Νέα Νομοθεσία, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2003, ρυθμίζεται με αυστηρό και περιοριστικό τρόπο το θέμα των χρεωστών και των οφειλόμενων ασφαλίστρων. Με βάση τις πιο πάνω ρυθμίσεις η Εταιρεία δεν έχει τη δυνατότητα να επιτρέπει την ύπαρξη καθυστερημένων ποσών για περίοδο, πέραν της προβλεπόμενης από τη Συνφωνία Αντιπροσώπευσης περιόδου. Συνεπώς θα πρέπει όλοι να εξηγάτε στους πελάτες σας ότι η πληρωμή των ασφαλίστρων τους εντός των χρονικών πλαισίων που ορίζουν τα συμφωνητικά αντιπροσώπευσης για τον καθένα σας είναι αδήριτη ανάγκη. Δ. Εγγραφή στο γραφείο της Εφόρου. Με βάση την Ασφαλιστική νομοθεσία η άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος σας διαρκεί 3 χρόνια. Των περισσότερων από εσάς η άδεια σας λήγει εντός του
- Η εταιρεία μας έχει αναλάβει να αποστείλει τα σχετικά σας έγγραφα στα Γραφεία της Εφόρου Ασφαλίσεων. Γι' αυτό το λόγο παρακαλώ τουλάχιστον 40 μέρες πριν τη λήξη της άδειας σας, παραδώσετε τα απαραίτητα έγγραφα σας στα Κεντρικά Γραφεία (φ/δι Κάλιας Νικολαϊδου) ή στα Επαρχιακά Γραφεία της Εταιρείας. Σε αντίθετη περίπτωση θα αναλαμβάνει ο ίδιος ο πελάτης προσωπικά την αποστολή των εγγράφων του στον Έφορο Ασφαλίσεων, με την υποχρέωση να μας υποβάλλει αντίγραφο της απόδειξης πληρωμής προς την Έφορο Ασφαλίσεων για την ανανέωση της άδειας του.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η χρήση της φράσης «θα πρέπει όλοι να εξηγάτε στους πελάτες σας» (βλ. την παρα. Γ) και της φράσης «Των περισσότερων από εσάς η άδεια λήγει...» (βλ. την παρα. Δ) είναι αποκαλυπτική του γενικού χαρακτήρα της επιστολής και δείχνει ότι δεν εκφράζει την Ενάγουσα για το πώς θα χειρισθεί την περίπτωση του συγκεκριμένου συνεργάτη, ήτοι αν αναγνωρίζει τη μη ύπαρξη εκ μέρους του οφειλής κατά παράβαση του άρθρου 185 του Νόμου ή/και αν συναινεί στην ανανέωση της εγγραφής του στο Μητρώο. Εκ των πραγμάτων, η θέση της Ενάγουσας έναντι της Εναγόμενης 1 ως συνεργάτη της, διατυπώθηκε κατά τρόπο ρητό και συγκεκριμένο προς την ίδια με την επιστολή τερματισμού της μεταξύ τους συνεργασίας ημερ. 11.3.2008 (ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) και έναντι του Εφόρου με την επιστολή επίσης ημερομηνίας 11.3.2008 (ως το Έγγραφο Γ), με την οποία ενημέρωσε τον Έφορο ότι τερμάτισε τη συνεργασία της με την Εναγόμενη
- Το ότι η Ενάγουσα δήλωσε στον Έφορο ότι τερμάτισε τη συνεργασία της με την Εναγόμενη 1 πριν ακόμη λήξει η αρχική περίοδος εγγραφής της Εναγομένης 1 στο Μητρώο, ήτοι πριν τις 20.4.2008, δείχνει πως η αιτούμενη από την Εναγόμενη 1 ανανέωση της εγγραφής της προσέκρουσε στην εν λόγω επιστολή / τοποθέτηση της Ενάγουσας προς τον Έφορο. Επισημαίνω, εξάλλου, ότι ο Έφορος ενήργησε στη βάση της προμνησθείσας επιστολής της Ενάγουσας και διέγραψε την Εναγόμενη 1 από το Μητρώο στις 19.3.2008, ως φαίνεται στην επιστολή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ στο Δικαστήριο. Έπεται ότι, η εγγραφή της Εναγομένης 1 στο Μητρώο δεν πρόλαβε να ανανεωθεί για την περίοδο από 21.4.2008 μέχρι 20.4.2011 ως ήταν η δική της επιθυμία και αίτηση προς τον Έφορο. Κρίνω ότι, στη βάση όλων των ανωτέρω στοιχείων, αποδεικνύεται ως αληθής η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας, ως καταγράφεται στην 4η παράγραφο της πρώτης σελίδας της επιστολής προς το δικηγόρο της Εναγόμενης 1, ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, όπου αναφέρει ότι꞉ «Οι πελάτες μου ουδέποτε ανανέωσαν τη συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου, όπως αναφέρεστε στην επιστολή σας, αλλά αντίθετα κατά /ή περί την 11/3/2008 ρητά διαβεβαίωσαν τους πελάτες σας ότι δεν επιθυμούν τη συνέχιση της συνεργασίας τους. [...]». Καταλήγω να απορρίπτω ως ατεκμηρίωτο και ανυπόστατο τον ισχυρισμό που δικογράφησε η Εναγόμενη 1 στην παρα. 7(β) της Ε/Υ ότι «Κατά/ή περί τα τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2008 και/ή περί τις αρχές του μηνός Μαρτίου του έτους 2008 η Ενάγουσα απέστειλε έγγραφο και/ή έντυπο και/ή επιστολή στον Έφορο Ασφαλίσεων με την οποία αποδεχόταν και/ή ενέκρινε την ανανέωση της εγγραφής της Εναγομένης 1 στο Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης επ' ονόματι της.» Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που δικογράφησε η Εναγόμενη 1 στην παρα. 7(γ) και (δ) της Ε/Υ ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της καθ' ότι είχε κύκλο εργασιών που ανερχόταν σε €194.515 κατά το έτος 2007 ή/και επειδή είχε γνωστοποιήσει στην Εναγόμενη κατά ή περί τις 5.3.2008 τους στόχους της για το επερχόμενο έτος 2008, κρίνω πως δεν χωρούν περαιτέρω εξέτασης εφόσον ουδόλως συσχετίζονται με τον λόγο τερματισμού που άπτεται της παράβασης του όρου 7.ι. πιο πάνω. Στο βαθμό που οι εν λόγω ισχυρισμοί συσχετίζονταν με την παραβίαση του όρου 7.ιζ.vii, δεν χρειάζεται να εξεταστούν εφόσον έχω ήδη κρίνει ανωτέρω πως τυχόν τερματισμός κατ' επίκληση παράβαση εκείνου του όρου, θα ήταν όντως αντισυμβατικός εφόσον δεν προηγήθηκε προειδοποίηση συμμόρφωσης. Αναφορικά με τη νομιμότητα των χρεώσεων ασφαλίστρων στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 συνεπεία των ακυρώσεων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων των πελατών μετά τον τερματισμό. Κρίνω πως δεν είναι νομικά ορθή η θέση που εξέφρασε ο ΜΥ1 ότι, από την στιγμή που εν τέλει η Ενάγουσα ακύρωσε όλα τα συμβόλαια των ασφαλιζομένων, η επιστροφή ασφαλίστρων προς τους πελάτες θα έπρεπε να γίνει μέσω της Εναγομένης 1, ότι δηλαδή το μόνο που μπορούσε η Ενάγουσα να κάνει ήταν να πιστώσει τον λογαριασμό της Εναγομένης 1 για το ποσό που θα έπρεπε να επιστραφεί στον πελάτη και από εκεί και πέρα το ζήτημα θα αφορούσε τον ασφαλιζόμενο και την Εναγομένη
- Με βάση τη Συμφωνία διαμεσολάβησης ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α και ειδικότερα τον όρο 7.ιε αυτής, η Εναγόμενη 1 ως ασφαλιστικός σύμβουλος συμφωνήθηκε ότι θα ήταν υπεύθυνη προς την Ενάγουσα για: i. Συμπλήρωση των προτάσεων για ασφάλιση. ii. Παράδοση του ασφαλιστικού συμβολαίου και άλλων σχετικών εγγράφων στον ασφαλιζόμενο, iii. Είσπραξη ασφαλίστρων. iν. Ορθή συμπλήρωση οποιωνδήποτε εντύπων απαίτησης. Ειδικότερα, με βάση τον όρο 7.στ. της ίδιας Συμφωνίας, η Εναγόμενη 1 ανέλαβε να είναι πλήρως υπεύθυνη έναντι της Ενάγουσας ως θεματοφύλακας για την είσπραξη των ασφαλίστρων τα οποία οφείλονται ή/και είναι πληρωτέα σε σχέση με τα ασφαλιστήρια για τα οποία ενεργούσε ως ασφαλιστικός σύμβουλος. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν συμφώνησε η Ενάγουσα να επιστρέφει ασφάλιστρα η Εναγόμενη στους πελάτες. Απεναντίας, ο όρος 7.δ. της Συμφωνίας προέβλεπε ότι꞉ «Δεν θα επιστρέφει ασφάλιστρα σε πελάτες και δεν θα συμφωνεί ειδικά ασφάλιστρα για ειδικές περιπτώσεις ή ομαδικά ασφάλιστρα χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Εταιρείας.». Ενόψει της ανωτέρω πρόνοιας, κρίνω πως δεν μπορούσε εύλογα να αναμένει ο ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα θα πίστωνε την Εναγόμενη με τα ασφάλιστρα που αποδεδειγμένα - βάσει αποδείξεων που προσκόμιζαν οι πελάτες - η Εναγόμενη είχε εισπράξει από τους πελάτες και δεν απέδωσε στην Ενάγουσα. Δεν ήταν εύλογο να αναμένει ο ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα θα εμπιστευόταν την Εναγόμενη ή/και θα συγκατατίθετο στο να τα επιστρέψει εκείνη στους πελάτες. Προχωρώ να εξετάσω αν ήταν νόμιμο να χρεώσει η Ενάγουσα την Εναγόμενη με τα ασφάλιστρα που επέστρεφε στους πελάτες των οποίων τα συμβόλαια ακυρώθηκαν. Είναι σημαντικό κατά την κρίση μου να ληφθεί υπόψη ότι η απόδοση των ασφαλίστρων από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα ήταν υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 185 του Νόμου. Τούτο προβλέπετο ρητά στον όρο 7.ιζ.x της Συμφωνίας. Τα εδάφια
(1)και
(3)του άρθρου 185 παρουσιάζουν ενδιαφέρον꞉ «185.-
(1)Τα πρόσωπα τα οποία ασκούν εργασίες διαμεσολάβησης ευθύνονται ως θεματοφύλακες για κάθε ασφάλιστρο ή άλλο ποσό που εισπράττουν κατά την άσκηση των εργασιών τους και οφείλουν να το αποδώσουν στο δικαιούχο μέσα στον καθορισμένο προς τούτο χρόνο. Με Κανονισμούς δύνανται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των διαμεσολαβητών που δικαιούνται να εισπράττουν χρήματα για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
(2)[...]
(3)Με την επιφύλαξη του εδαφίου
(4)σε περίπτωση κατά την οποία διαμεσολαβητές εισπράττουν ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους προκειμένου να τα αποδώσουν σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τα ασφάλιστρα λογίζονται έναντι του ασφαλισμένου ότι έχουν καταβληθεί στην ασφαλιστική επιχείρηση με την είσπραξή τους από τον διαμεσολαβητή ενώ σε περίπτωση κατά την οποία διαμεσολαβητές εισπράττουν χρήματα από ασφαλιστικές επιχειρήσεις προκειμένου να τα αποδώσουν σε ασφαλισμένους, τα χρήματα δεν λογίζονται ως καταβληθέντα στον ασφαλισμένο παρά μόνο αφού ο ασφαλισμένος τα εισπράξει πραγματικά.
(4)Η σύμβαση διαμεσολάβησης δύναται να προβλέπει ότι δεν εφαρμόζεται το εδάφιο
(3)στις συναλλαγές του διαμεσολαβητή με τους ασφαλισμένους. Τούτο γνωστοποιείται ειδικώς και εγγράφως στον Έφορο από την ασφαλιστική επιχείρηση: Νοείται ότι ο διαμεσολαβητής οφείλει να δηλώσει τούτο στον ενδιαφερόμενο να συνάψει ασφάλιση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 182 του Νόμου.». Καθίσταται σαφές στη βάση του εδαφίου
(3)πως όσα ασφάλιστρα εισέπραξε η Εναγόμενη 1 από τους ασφαλισμένους θεωρείται, έναντί τους, ότι τα εισέπραξε η Ενάγουσα. Συνεπώς, είχε δίκαιο ο ΜΕ1 να λέγει ότι η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να τα αξιώσει εκ νέου από τους ασφαλισμένους για την περίοδο μετά την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας, εφόσον εκείνοι παρουσίαζαν αποδείξεις ότι τα ασφάλιστρα για την εν λόγω περίοδο είχαν ήδη εισπραχθεί από την Εναγόμενη 1. Ήταν λογικό να τα αξιώνει η Ενάγουσα από την Εναγόμενη. Εφόσον, δε, τα εν λόγω ασφάλιστρα είχαν ήδη εισπραχθεί από την Εναγόμενη υπό την ιδιότητά της ως ασφαλιστικού συμβούλου κατά τη διάρκεια ζωής της Συμφωνίας, δεν θεωρώ ότι το να χρεωθεί ο λογαριασμός της με το ισόποσο της αξίας τους, μπορούσε να θεωρηθεί ως νέα παραγωγή μετά τον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας. Κατ' επέκταση, υπό τις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες, κρίνω πως η χρέωση του λογαριασμού της Εναγομένης δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη χρήση της Εναγομένης ως ασφαλιστικού συμβούλου κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 189 του Νόμου꞉ «189.-
(1)Ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία εν γνώσει χρησιμοποιεί για την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης, πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στο ανάλογο για τις εργασίες αυτές Μητρώο του άρθρου 170 του Νόμου, διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδων λιρών.
(2)Το αυτό ποινικό αδίκημα διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, η εταιρεία ασφαλιστικής πρακτόρευσης, η εταιρεία ασφαλειομεσιτών, η εταιρεία μεσαζόντων ή η εταιρεία ασφαλιστικών συμβούλων ή εν γένει διαμεσολαβητής που εν γνώσει χρησιμοποιεί για την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στο ανάλογο για τις εργασίες αυτές Μητρώο.». Αναφορικά με τη χρέωση των προμηθειών συνεπεία ακύρωσης των συμβολαίων των πελατών και σύναψης νέων συμβολαίων με την Ενάγουσα. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1, η χρέωση προμηθειών στο λογαριασμό της Εναγομένης μετά την ημερομηνία τερματισμού έγινε για να αντιλογιστεί η προμήθεια με την οποία είχε ήδη πιστωθεί η Εναγόμενη για το υπόλοιπο της αρχικής περιόδου των ακυρωθέντων ασφαλιστήριων συμβολαίων για το οποίο αυτά δεν θα ήταν πλέον σε ισχύ. Ο όρος 10, τελευταία παράγραφος, της Συμφωνίας ρητά προβλέπει ότι꞉ · (βλ. 1η υποπαράγραφο του όρου 10)꞉ «Σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών του προς την Ενάγουσα σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, στον Ασφαλιστικό Σύμβουλο θα επιτρέπεται να αφαιρεί και να κατακρατεί τέτοιες προμήθειες πάνω σ' όλα τα ασφάλιστρα για νέες και ανανεωμένες εργασίες εκτός από τις ακυρώσεις και επιστροφές των ακυρώσεων, όπως εμφαίνονται στον επισυνημμένο στη συμφωνία Πίνακα Μεταβλητών Προμηθειών «Β».». · (βλ. την τελευταία υποπαράγραφο του όρου 10)꞉«Σε περίπτωση λήξης ή τερματισμού της Συμφωνίας, ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος δεν θα δικαιούται σε οποιαδήποτε προμήθεια ή ωφέλημα για οποιαδήποτε ασφαλιστικά συμβόλαια συνήψε κατά τη διάρκεια του διορισμού του, τα οποία συνεχίζουν ή ανανεώνονται με την Εταιρεία.» Περαιτέρω, ο όρος 12 της Συμφωνίας προβλέπει ρητά ότι꞉ «
- Σε περίπτωση τερματισμού της παρούσας Συμφωνίας λόγω οποιασδήποτε αιτίας που αναφέρεται ανωτέρω, ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος υποχρεούται꞉ α. Να καταβάλει όλα τα ποσά τα οποία είναι πληρωτέα στην Εταιρεία και τα οποία εισέπραξε εκ μέρους και για λογαριασμό της ως προβλέπει η παρούσα Συμφωνία. Νοείται ότι η προμήθεια την οποία δικαιούται είναι επί όλων των ασφαλίστρων που θα πληρωθούν στην Εταιρεία μέχρι την ημερομηνία τερματισμού.». Επομένως, το ότι στην ουσία χρεώνετο η Εναγόμενη με την προμήθεια ώστε να επιστραφεί οποιαδήποτε προμήθεια είχε ληφθεί από αυτήν για περίοδο πέραν της ημερομηνίας τερματισμού, συνάδει με τον πιο πάνω όρο, διότι δεν είχε δικαίωμα στη λήψη προμήθειας για την εν λόγω περίοδο. Η ευθύνη των Εγγυητών Με βάση τον όρο 21 της Συμφωνίας, η ευθύνη των εγγυητών καθοριζόταν ως εξής꞉ «
- Οι εγγυητές, σε αντάλλαγμα της Εταιρείας να συμφωνήσει κατόπιν αιτήματος τους, όπως διορίσει ή συνεχίσει να διορίζει την Εναγόμενη 1 σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω, αναλαμβάνει ή αναλαμβάνουν από κοινού και κεχωρισμένα με την Ενάγουσα, ότι η Εναγόμενη 1 κατά τη διάρκεια της συμφωνίας, με ειλικρίνεια, καλόπιστα και με επιμέλεια θα εκπληρώσει τα καθήκοντα της όπως προνοούνται με την συμφωνία και θα αποζημιώσει την Ενάγουσα για όλες τις ζημίες, έξοδα απώλειες και χρεώσεις που μπορεί να επιβαρύνουν την Ενάγουσα λόγω οποιασδήποτε ανάρμοστης συμπεριφοράς (ποινικής ή άλλως) εκ μέρους της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα κατά την διάρκεια του διορισμού της όπως ανωτέρω αναφέρεται. Νοείται ότι αυτή η εγγύηση θα είναι μια συνεχής εγγύηση και θα εφαρμόζεται προς όφελος της Ενάγουσας και θα καλύπτει οποιαδήποτε ζημιά που η Ενάγουσα θα υποστεί λόγω της ως άνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης 1 και δεν θα περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο ποσό.». Κρίνω πως η έγερση της παρούσας αγωγής έναντι των εγγυητών προϋποθέτει ότι αυτή έλαβαν γνώση της παράλειψης της Εναγόμενης 1 να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι της Ενάγουσας. Όπως είχα ήδη σημειώσει, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία περί κοινοποίησης της επιστολής τερματισμού στους εγγυητές, ήτοι στους Εναγόμενους 2 και
- Ωστόσο, όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, κρίνω ότι δεδομένης της παραδοχής του ότι αυτός παρέλαβε την επιστολή τερματισμού, έστω ως διευθυντής της Εναγόμενης 1, δεν μπορεί να ισχυρισθεί στο παρόν στάδιο ότι αγνοούσε το περιεχόμενό της. Περαιτέρω, όσον αφορά την Εναγόμενη 3, αυτή η ίδια η έγερση της αγωγής εναντίον της νομολογιακά αναγνωρίζεται ως τερματισμός της μεταξύ τους σύμβασης. Εφόσον επιδόθηκε στην ίδια προσωπικά η αγωγή ως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου στη βάση της ένορκης δήλωσης του επιδότη και ακολούθως καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έλαβε γνώση του τερματισμού της σύμβασης. Όσον αφορά την έκταση της ευθύνης των εγγυητών, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνην που προέκυψε για την Εναγόμενη 1 δυνάμει της τερματισθείσας σύμβασης. Επομένως, οποιοδήποτε ποσό κριθεί δίκαιο να επιδικασθεί εναντίον της Εναγομένης 1, είναι δίκαιο να βαρύνει και τους Εναγόμενους 2 και
- Κατάληξη Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €37.336,72, πλέον τόκο 9% επί του ποσού αυτού από 22.7.2008, πλέον τα δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. (υπ.)................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο