Frabran Holdings Co Limited κ.α. ν. Daventree Trustees Limited, Αρ. Αγωγής: 13792/2003, 21/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A576 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 13792/2003 Μεταξύ: 1. Frabran Holdings Co Limited 2. Kestrel Stock Trading Co Limited 3. Keyran Holdings Co Limited 4. Gournari Holdings Co Limited 5. Siocaco Holdings Co Limited 6. Calutta Holdings Co Limited 7. Likeit Holdings Co Limited 8. Bruker Holdings Co Limited 9. Worryco Holdings Co Limited 10. Norkema Holdings Co Limited 11. Elobelium Holdings Co Limited 12. Fiction Holdings Co Limited Εναγουσών v. Daventree Trustees Limited Εναγομένης Αίτηση ημ. 21 Μαΐου 2013 υπό της HPH Cayman Ltd για Παρέμβαση στη Διαδικασία Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Προτιθέμενη Διάδικο - Αιτήτρια: κ. Κ. Γρηγορίου για PHC Tsangarides LLC Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Σ. Ανδρέου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Α. Αποστολίδης για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια, HPH Cayman Ltd, στηριζόμενη βασικά στη Δ.9 θ.10, ζητά άδεια να παρέμβει και καταστεί διάδικο μέρος στη διαδικασία της Αγωγής. Τόσο οι Ενάγουσες όσο και η Εναγομένη καταχώρισαν ένσταση στην Αίτηση. Κατά την ακρόαση της Αίτησης δεν υπήρξε αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντος και όλες οι πλευρές περιορίστηκαν στην κατάθεση γραπτών αγορεύσεων. Ι. Έκθεση Απαίτησης και Υπεράσπιση Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης κρίνεται αρχικά σκόπιμη μία συνοπτική παράθεση του περιεχόμενου της Έκθεσης Απαίτησης και της Υπεράσπισης ούτως ώστε να διαφανεί η φύση της επίδικης διαφοράς και οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί των υφιστάμενων διαδίκων, δηλαδή Εναγουσών και Εναγομένης. Αντικείμενο της παρούσας Αγωγής είναι δύο Εμπιστεύματα, το πρώτο HPH Settlement ημ. 4.12.02 και το δεύτερο HPH Distribution Settlement ημ. 6.2.03, και τα δύο μεταξύ της HPH Cayman Limited ως Ιδρυτή, της Εναγομένης ως Εμπιστευματοδόχου και του Juraj Siroky ως Προστάτη (εφεξής καλουμένων «τα Εμπιστεύματα»). Οι Ενάγουσες κατέχουν συνολικά το 38,9% του μετοχικού κεφαλαίου της Τσέχικης εταιρείας Harvardsky Prumyslovy Holdings A.S. (εφεξής «η HPH»). Οι Ενάγουσες, ως Δικαιούχοι των Εμπιστευμάτων κατά το αντίστοιχο ποσοστό τους στην HPH, απαιτούν από την Εναγομένη - Εμπιστευματοδόχο την απόδοση λογαριασμών και την καταβολή των ποσών που τους αναλογούν δυνάμει αυτών (των Εμπιστευμάτων). Η Εναγομένη με τη σειρά της αρνείται ότι οι Ενάγουσες δικαιούνται σε καταβολή των απαιτούμενων ποσών, επικαλούμενη παράβαση των όρων των Εμπιστευμάτων από τις Ενάγουσες και ειδικότερα παράλειψη απαίτησης των ποσών σύμφωνα με τους όρους αυτών. Ισχυρίζεται επίσης πως οι Ενάγουσες και η εταιρεία Husky Ltd αποτελούν σύμπλεγμα εταιρειών οι οποίες ανήκουν και ελέγχονται από τον κ. Victor Kozeny από την Τσεχία, φυγόδικο στις Μπαχάμες ή αλλού. Ο κ. Kozeny αντιμετωπίζει δικαστικές διαδικασίες στην Τσεχία και αλλού αναφορικά με τη φερόμενη συμμετοχή του στην εταιρεία HPH και για οφειλές των εταιρειών του προς την HPH. Έχει καταδικαστεί στην Τσεχία για αδικήματα δόλου και απάτης εις βάρος της HPH και έχουν επιδικαστεί τεράστια ποσά εναντίον του για τη ζημιά που προκάλεσε στην HPH. Περαιτέρω, στη βάση σχετικών λεπτομερειών είναι ισχυρισμός της Εναγομένης ότι ο κ. Kozeny μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του συνωμότησαν μεταξύ τους και είναι υπαίτιοι δόλου και απάτης εις βάρος της HPH. Για τους λόγους αυτούς είναι η θέση της Εναγομένης πως οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται να υποβάλλουν απαίτηση για πληρωμή από τα Εμπιστεύματα. ΙΙ. Λόγοι για Αιτούμενη Παρέμβαση Η Αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, προβάλλει προς υποστήριξη της θέσης της περί αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (
- i)Η αρχική περιουσία των Εμπιστευμάτων προέρχεται από την ίδια (την Αιτήτρια) και την Εναγομένη η οποία είναι η μέτοχος της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, η περιουσία αυτή προήλθε από επενδύσεις στις οποίες προέβη η Εναγομένη κεφαλαίων της HPH η οποία περιήλθε υπό εκκαθάριση. Εξ ου και η Αιτήτρια όρισε ως Δικαιούχους των Εμπιστευμάτων τους μετόχους της υπό εκκαθάριση αυτής εταιρείας. (
- ii)Η Αιτήτρια έχει άμεσο συμφέρον στη διαδικασία διαχείρισης των Εμπιστευμάτων και έτσι έχει κάθε δικαίωμα να καταστεί διάδικος στην Αγωγή για να υπερασπιστεί στον καλύτερο δυνατό βαθμό την περιουσία των Εμπιστευμάτων. (iii) Η Εναγομένη, ως Επίτροπος των Εμπιστευμάτων, έχει προβεί σε πληρωμές σε μερικούς από τους Δικαιούχους, κατά παράβαση των προνοιών της συμφωνίας ίδρυσης τους. Γι΄ αυτό η Αιτήτρια ζητά την παρέμβαση της με σκοπό τη διασφάλιση τήρησης των όρων των Εμπιστευμάτων. (
- iv)Οι Ενάγουσες ανήκουν και ή σχετίζονται με τους κ. Victor Kozeny και Boris Vostry οι οποίοι καταδικάστηκαν στην Τσεχία σε πολυετείς φυλακίσεις και αποζημιώσεις για, μεταξύ άλλων, κατάχρηση, απόσπαση και αποξένωση περιουσίας της HPH. (
- v)Λόγω παράβασης και ή μη ορθής εκτέλεσης των καθηκόντων της Εναγομένης, η Αιτήτρια έχει καταχωρίσει και την Αίτηση υπ΄ αρ. 1036/13 Ε.Δ. Λευκωσίας, επιδιώκοντας την αντικατάσταση του Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων. (
- vi)Ο Εκκαθαριστής της HPH καταχώρισε την Αγωγή υπ΄ αρ. 11217/04 Ε.Δ. Λευκωσίας, για ανάκτηση της περιουσίας των Εμπιστευμάτων. Τελικώς η εν λόγω αγωγή απεσύρθη κατόπιν σύναψης εξωδικαστικής συμφωνίας από τον τότε δικηγόρο του Εκκαθαριστή, χωρίς εξουσιοδότηση του τελευταίου, και τον δικηγόρο της αντίδικης πλευράς, δυνάμει της οποίας οι δύο δικηγόροι διορίστηκαν ως διευθυντές της Εναγομένης και θα ιδρύετο άλλη εταιρεία, ως Προστάτης των Εμπιστευμάτων, στην οποία οι ίδιοι δικηγόροι θα ήταν και πάλι διευθυντές. (vii) Ενόψει των δικηγόρων οι οποίοι ενεργούν ως διευθυντές, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, ο Επίτροπος και ο Προστάτης των Εμπιστευμάτων ελέγχονται από τα ίδια πρόσωπα. Έτσι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων κατά παράβαση των όρων των Εμπιστευμάτων και των προθέσεων της Αιτήτριας κατά τη δημιουργία αυτών. Ειδικότερα, ο ρόλος του Προστάτη είναι να ελέγχει τον Επίτροπο και τις ενέργειες του ως προς τη διαχείριση των Εμπιστευμάτων, κάτι το οποίο εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο. Με αυτά τα δεδομένα, τον απόλυτο έλεγχο των Εμπιστευμάτων έχουν αποκτήσει πρόσωπα τα οποία εξυπηρετούν συμφέροντα είτε μερίδας μετόχων της ΗΡΗ είτε των αρχικών εμπνευστών των Εμπιστευμάτων και επομένως είναι ακατάλληλα να ενεργούν για τα συμφέροντα όλων των μετόχων της ΗΡΗ. (viii) Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής έχει εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο διορίστηκε παραλήπτης των Εμπιστευμάτων. Η Εναγόμενη καταχώρισε αίτηση για ακύρωση του εν λόγω διατάγματος και σε περίπτωση οριστικοποίησης του τα προαναφερόμενα πρόσωπα θα θέσουν την περιουσία των Εμπιστευμάτων υπό τον άμεσο έλεγχο τους. (
- ix)Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπέρ της Αιτήτριας η οποία είναι Ιδρυτής των Εμπιστευμάτων και έχει άμεσο ενδιαφέρον για την εκτέλεση των όρων αυτών προς όφελος όλων των Δικαιούχων, ήτοι των μετόχων της ΗΡΗ. ΙΙΙ. Φύση Αιτούμενης Παρέμβασης Η Εναγομένη προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν προσδιορίζει με ποιον τρόπο επιθυμεί να καταστεί διάδικος, ήτοι με ποια πλευρά επιθυμεί να ταχθεί. Αυτή η θέση εκφράζεται και στην ένορκη δήλωση της ένστασης των Εναγουσών. Συναφής με αυτή είναι και ο λόγος ένστασης των Εναγουσών ότι «ο μόνος ενδεχομένως σκοπός για τον οποίο επιθυμεί η ΗΡΗ να προστεθεί είναι για να εγείρει ανταπαιτήσεις εναντίον των εναγουσών, πράγμα που δεν το αποκαλύπτει». Είναι γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρει ρητώς στην Αίτηση της πώς επιθυμεί να παρέμβει και λάβει μέρος στην παρούσα Αγωγή. Η ίδια αποδίδει την αναγκαιότητα παρέμβασης της στην σκοπούμενη προστασία της περιουσίας των Εμπιστευμάτων και κατ΄ επέκταση την τήρηση των όρων αυτών. Η πραγματικότητα όμως είναι πως με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αίτησης, προκύπτει σαφώς πως η Αιτήτρια επιθυμεί να καταστεί συνεναγομένη για να προβάλει την υπεράσπιση της έναντι των αξιώσεων των Εναγουσών. Σε αυτό προφανώς αποσκοπεί και η αναφορά της στην καταδίκη των προσώπων στα οποία ανήκουν οι Ενάγουσες, ήτοι για να καταδείξει ότι γι' αυτό οι Ενάγουσες δεν δικαιούνται να λάβουν μερίδιο της περιουσίας των Εμπιστευμάτων. Με δεδομένο ότι η Αιτήτρια δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά περί της πιθανής έγερσης ανταπαίτησης εναντίον των Εναγουσών αλλά εστιάζεται στην εκτέλεση των όρων των Εμπιστευμάτων προς όφελος των Δικαιούχων αυτών, είναι εύλογο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια δεν προτίθεται να εγείρει ανταπαίτηση αλλά υπεράσπιση στις αξιώσεις των Εναγουσών στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. IV. Νομική Πτυχή Η Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. .» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.16 r.11. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 345, η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη δικαστική διακριτική ευχέρεια, και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπου το κρίνει αναγκαίο για να επιτύχει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 348, υπό τον τίτλο «Adding defendants», αναφέρονται οι βασικές αρχές που διέπουν την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, πως πρόσωπο το οποίο είναι εμμέσως ενδιαφερόμενο («indirectly interested») δεν θα προστεθεί - Moser v. Marsden
(1892)1 Ch. 48, και πως πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία από τον ενάγοντα δεν θα προστεθεί ενάντια στη θέληση του τελευταίου - Hood-Barrs v. Frampton & Co
(1924)W. N. 287. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία Κυπριακών υποθέσεων. Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, η οποία αφορούσε αίτηση από συνεναγόμενο για προσθήκη εναγομένου, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «. Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v Bank of England [1951] Ch. 33, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue.» . Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd α.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, προσφέρει επίσης μια διαφωτιστική και ολοκληρωμένη ανάλυση του όλου θέματος: «In the case of Artemis v The ship "Sonja"
(1972)1 C.L.R. p.153 I had the opportunity to deal extensively with the aforesaid Orders regarding the addition of a defendant and the principles applicable thereto. I pointed out that rule 30 corresponds in all material respects to Order 9, rule 10 of our Civil Procedure Rules . . it is sufficient for the determination of this application to say that under this rule the Court retains a discretionary power to refuse the order and may elect to deal with the matter as regards the rights of the party before it; also that the powers given by it are wisely exercised, but if serious embarrassment would be caused to the plaintiff the order may be refused, though generally speaking, the Court will make such changes in respect of parties as may be necessary to enable an effectual adjudication to be made concerning all matters in dispute. Leave, however, may be refused where the addition of a defendant will have the effect of adding a new cause of action (See Raleigh v Goschen
(1898)1 Ch.81). Also the words "cause or matter" to be found in the English and Civil Procedure Rules and which correspond to the word "action" in rule 30, have been interpreted as meaning the action as it stands between the existing parties (see Amon v Raphael Tuck and Sons Ltd.,
(1956)1 Q.B.; The Result
(1958)P. 174 at p.184). Furthermore the Court has no jurisdiction under this rule to order third parties to be added as defendants where the cause or matter is not liable to be defeated by the nonjoinder, where the third parties were not persons who ought to have been sued in the first instance and where the third parties were not persons whose presence as defendants was necessary to enable the Court effectually to adjudicate on all the questions involved. (See Miquel Sanchez and Compania S.L. v The Result
(1958)P. 174.» Παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Megas Hadjievangelou v Dorami Marine Ltd και άλλων
(1978)1 C.L.R. 545, Hellenic Bank v Cosmas
(1984)1 C.L.R. 53, Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω) και Klappis & Sons Ltd v. Γεωργίου Τσολιά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 66. V. Εξέταση Αίτησης Βασικός λόγος ένστασης τόσο της Εναγομένης όσο και των Εναγουσών είναι ότι η προσθήκη της Αιτήτριας δεν είναι αναγκαία για να αποφασιστούν πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα εγειρόμενα στην Αγωγή θέματα. Είναι κοινώς αποδεκτό από όλες τις πλευρές πως η Αιτήτρια καταχώρισε την Αίτηση 1036/13, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, με την οποία ζητά την παύση και αντικατάσταση της Εναγομένης ως Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων. Το γεγονός της ύπαρξης και εκκρεμότητας εκείνης της διαδικασίας δεν καταδεικνύει αφ΄ εαυτού την αναγκαιότητα παρέμβασης της Αιτήτριας στην παρούσα Αγωγή. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η Αίτηση 1036/13 περιλαμβάνει ισχυρισμούς περί παράβασης των καθηκόντων της Εναγομένης ως Επιτρόπου των Εμπιστευμάτων. Αυτοί όμως παραμένουν απλοί ισχυρισμοί χωρίς στο παρόν στάδιο να είναι δυνατό για το Δικαστήριο να εξαγάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την τύχη της εν λόγω Αίτησης. Μέχρι την εκδίκαση της και την τυχόν έγκριση εκείνης, η Εναγομένη αναμφίβολα παραμένει η Επίτροπος των Εμπιστευμάτων και υπό αυτή την ιδιότητα της ορθώς ενάγεται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης η έγερση της Αγωγής 11217/04 και η απόσυρση της κατόπιν επίτευξης εξώδικης διευθέτησης με τη σύναψη σχετικής συμφωνίας - Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης. Παρόλο που η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως η εν λόγω συμφωνία συνήφθη χωρίς την εξουσιοδότηση του Εκκαθαριστή προς τον τότε δικηγόρο του, η Εναγομένη προβάλλει τη θέση ότι η εξώδικη διευθέτηση έγινε με τη ρητή συγκατάθεση του Εκκαθαριστή και κατόπιν οδηγιών του. Η διαφωνία των μερών αντικατοπτρίζεται στις επιστολές - Τεκμήρια 7 και 8 στην ένορκη δήλωση της ένστασης της Εναγομένης. Είναι αποδεκτό βεβαίως και από τις δύο αυτές πλευρές ότι ο Εκκαθαριστής ήγειρε την Αγωγή υπ΄ αρ. 4414/12 Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία ζητείται η ακύρωση της εν λόγω συμφωνίας διευθέτησης - Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της ένστασης της Εναγομένης. Η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια είναι ουσιαστικά το ίδιο πρόσωπο με τον Εκκαθαριστή εφόσον η Εναγομένη φέρεται να είναι η μοναδική μέτοχος της Αιτήτριας η οποία όμως ανήκει στην ΗΡΗ, η οποία με τη σειρά της βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο του Εκκαθαριστή. Γι΄ αυτόν τον λόγο η Εναγομένη αποδίδει τον καταιγισμό των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους της Αιτήτριας και του Εκκαθαριστή, συμπεριλαμβανομένων της Αίτησης 1036/13 και της Αγωγής 4414/12, καθώς επίσης και άλλων καταγγελιών εναντίον της στον απώτερο στόχο τους να απομακρύνουν την Εναγομένη και να ακυρώσουν τη συμφωνία διευθέτησης. Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης και με βάση τους ισχυρισμούς της ίδιας της Αιτήτριας, είναι προφανές ότι η σύναψη της εν λόγω συμφωνίας διευθέτησης προκάλεσε τη δυσαρέσκεια και διαφωνία της με αυτή (τη συμφωνία). Έτσι η Αιτήτρια ουσιαστικά στηρίζεται στην εν λόγω συμφωνία και τις συνέπειες αυτής (σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του Επιτρόπου και του Προστάτη των Εμπιστευμάτων) καθώς επίσης και στην ισχυριζόμενη παράβαση των όρων των Εμπιστευμάτων από την Εναγομένη, για να υποστηρίξει τη θέση πως η συμμετοχή της ίδιας στη διαδικασία είναι αναγκαία. Με την υπό κρίση Αίτηση βασικά η Αιτήτρια εκφράζει την ανησυχία και αμφιβολία της ως προς την καταλληλόλητα και ικανότητα της Εναγομένης να εκπροσωπήσει και υπερασπιστεί τα συμφέροντα των Εμπιστευμάτων και είναι γι΄ αυτόν τον λόγο που ζητά τη δική της παρέμβαση στη διαδικασία. Αυτός όμως δεν είναι λόγος που να δικαιολογεί ή επιβάλλει την προσθήκη της ως συνεναγομένης. Κατ΄ αρχάς στην ένορκη δήλωση της Αίτησης δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην υπεράσπιση της Εναγομένης. Αντιθέτως εκείνο το οποίο διαφαίνεται είναι ότι η Εναγομένη στην υπεράσπιση της αρνείται το δικαίωμα των Εναγουσών στην αξίωση οποιουδήποτε ποσού από τα Εμπιστεύματα, επικαλείται την παράβαση των όρων αυτών από τις Ενάγουσες και αποδίδει σε αυτές δόλια συμπεριφορά. Στην ένορκη δήλωση της Αίτησης δεν περιέχεται οποιοδήποτε νέο στοιχείο ή επιχείρημα σε σχέση με τις Ενάγουσες που να δικαιολογεί είτε την αναγκαιότητα συμπερίληψης του στην υπεράσπιση είτε την παρουσίαση του στα πλαίσια της Αγωγής, κάτι το οποίο υποδηλοί πως όλα τα επίδικα θέματα περιλαμβάνονται ήδη στη δικογραφία. Επί τούτου ο λόγος ένστασης των Εναγουσών πως η προσθήκη της Αιτήτριας θα είχε ως συνέπεια την προσθήκη νέων αιτιών αγωγής και ή ανταπαιτήσεων για δόλο, απάτη και συνωμοσία δεν είναι βάσιμος, εφόσον τέτοιες βάσεις υπεράσπισης προβάλλονται ήδη στην υπεράσπιση της Εναγομένης. Το θέμα της έγερσης ανταπαίτησης έχει ήδη απασχολήσει ανωτέρω. Επιπλέον στον ίδιο λόγο ένστασης αναφέρεται πως θα προστίθετο επίσης νέα βάση αγωγής για την ακύρωση των επίδικων Εμπιστευμάτων και ή τη μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων στην Αιτήτρια. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αίτησης και εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να αποτελεί αντικείμενο της παρούσας Αγωγής, καθότι αυτό δεν αφορά τις Ενάγουσες, αλλά είναι πιθανώς αντικείμενο άλλης διαδικασίας μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης. Όσον αφορά δε την ισχυριζόμενη συμπεριφορά της Εναγομένης και τη διανομή από αυτή περιουσίας των Εμπιστευμάτων κατά παράβαση των όρων ίδρυσης τους, αυτό είναι και πάλι ζήτημα μεταξύ της Αιτήτριας και της Εναγομένης, το οποίο θα πρέπει ενδεχομένως να επιλυθεί μεταξύ τους στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Άλλωστε είναι αναντίλεκτο το γεγονός ότι ήδη εκκρεμούν οι προαναφερόμενες διαδικασίες οι οποίες καλύπτουν και σχετίζονται άμεσα με τους εν λόγω ισχυρισμούς της Αιτήτριας έναντι της Εναγομένης. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αιτήτρια δεν δύναται, επειδή η ίδια δεν έχει τη δέουσα εμπιστοσύνη στην Εναγομένη, να καταστεί διάδικο μέρος στην παρούσα Αγωγή με μοναδικό σκοπό να διαφυλάξει και ή ελέγξει τον τρόπο προβολής και χειρισμού της υπεράσπισης εκ μέρους της Εναγομένης. Δεν διαφεύγει ακόμη την προσοχή του Δικαστηρίου, για ό,τι αξίζει, πως η συμφωνία διευθέτησης στην Αγωγή 11217/04, και συγκεκριμένα ο όρος 1(δ), επιβάλλει υποχρέωση στον εμπιστευματοδόχο να προωθήσει κατάλληλα την υπεράσπιση της παρούσας Αγωγής και της Αγωγής υπ΄ αρ. 13842/13 Ε.Δ. Λευκωσίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 4.4.09 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα συνένωσης της παρούσας με την εν λόγω Αγωγή με οδηγό την παρούσα. Η Αγωγή αρ. 13842/03 ηγέρθη από την εταιρεία Husky Trading Co Limited (στην οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω) εναντίον της Εναγομένης και αφορά ανάλογη απαίτηση της ως Ενάγουσας δυνάμει των δύο Εμπιστευμάτων. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ιδιότητα της Αιτήτριας από μόνη της δεν είναι ικανή να τής εξασφαλίσει την προσθήκη της ως διαδίκου εφόσον δεν την καθιστά άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος στην παρούσα Αγωγή, όπως η ίδια ισχυρίζεται, και δεν επηρεάζεται ευθέως από το αποτέλεσμα αυτής. Η απαίτηση των Εναγουσών στρέφεται εναντίον της περιουσίας των επίδικων Εμπιστευμάτων, μέρος της οποίας η Αιτήτρια παραχώρησε στα Εμπιστεύματα. Η εν λόγω περιουσία ανήκει πλέον στα Εμπιστεύματα για τα οποία η Εναγομένη έχει καθήκον διαχείρισης και εκτέλεσης. Επομένως, τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγομένης δεν αφορά άμεσα την Αιτήτρια. Χρήσιμη επί τούτου είναι η υπόθεση Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ v. Μηνά (ανωτέρω), στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 όπου λέχθηκε πως « . όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην Αγγλική υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι οι ασφαλιστές έπρεπε να προστεθούν ως εναγόμενοι εφόσον θα αναλάμβαναν να πληρώσουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις δυνατόν να επιδικάζοντο στον ενάγοντα. Η παρούσα περίπτωση σαφώς διαχωρίζεται από την Αγγλική απόφαση καθότι η αξίωση αφορά αποκλειστικά την περιουσία των Εμπιστευμάτων και ουδόλως αφορά την Αιτήτρια. Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει πως οι Ενάγουσες δεν επιζητούν θεραπεία από την Αιτήτρια και δεν επιθυμούν την προσθήκη της, κάτι το οποίο ορθώς αποτελεί λόγο ένστασης των Εναγουσών. Αυτό άλλωστε είναι και το πρωταρχικό κριτήριο σε τέτοιας φύσης αιτήσεις. Σχετική είναι η υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι «αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1668. Για όλους τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της εν λόγω Αίτησης. Αυτή η κατάληξη οδηγεί την Αίτηση σε απόρριψη χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. VI. Κατάληξη Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών - Καθ΄ ων η Αίτηση και της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο