Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ηρακλής Κόκκινος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής 9751/2001, 2/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A538 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 9751/2001 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Ηρακλής Κόκκινος Λτδ Ηρακλής Κυριάκου Κόκκινου Κυριάκος Νεοκλή Κόκκινος Νίκη Κόκκινου (Χουβαρτά) Εναγομένων Ημερομηνία: 2.12.2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη αρ. 4 - Αιτήτρια: κ. Χρ. Πουτζιουρής, για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Κόκκινος, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση παραμερισμού, ημερ. 27.3.2015 Α. Εισαγωγή Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 27.3.2015, η Εναγόμενη αρ. 4 - Αιτήτρια αιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον (set aside) την απόφασιν την εκδοθείσα την 19/12/2001 εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει (set aside) την αγωγή υπ' αριθμόν 9751/2001 και/ή το κλητήριον ένταλμα καταχωρηθέν την 27/09/2001 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή την επίδοση της πιο πάνω αγωγής προς την εναγόμενη
- Γ. Οιανδήποτε άλλην διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δικαία και εύλογο. Δ. Έξοδα.". Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Β, Δ.17 θ.3 & 10, Δ.16, Δ.26 θ.14, Δ.27 θ.θ.1-4, Δ.33 θ.5 και Δ.48 θ.θ.1-9(h), Δ.52, Δ.64 και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Άρθρο 32 του Συντάγματος και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») της κας Νίκης Κόκκινου, άλλως Νίκης Χουβαρτά, που είναι η Εναγόμενη αρ. 4 - αιτήτρια. Η κα Χουβαρτά δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και στηρίζεται επίσης σε πληροφορίες από τον φάκελο της δικογραφίας σύμφωνα με την έρευνα του δικηγόρου της, κ. Χρίστου Πουτζιουρή, από τον οποίο έχει επίσης λάβει νομική συμβουλή για τη νομική πτυχή της αίτησης. Ισχυρίζεται η κα Χουβαρτά ότι, από πρόσφατη έρευνα του δικηγόρου της στον φάκελο της δικογραφίας έχει πληροφορηθεί ότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον της ίδιας την 19/12/2001, με την οποία διατάσσεται όπως πληρώσει, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1, 2 και 3, το ποσό των Λ.Κ19,693.71, ισόποσο με €33,648.70, πλέον τόκο 9% από 5/12/
- Η απόφαση επισυνάπτεται στην Ε/Δ της κας Χουβαρτά ως «Τεκμήριο Α». Στη βάση της ίδιας έρευνας του δικηγόρου της, η κα Χουβαρτά έχει πληροφορηθεί ότι η πιο πάνω αγωγή επιδόθηκε στον πρώην σύζυγο της, αντί σε εκείνην, στις 4/10/2001 στην οδό Λεοντίου Μαχαιρά 15, Καϊμακλί 1020, Λευκωσία από τον ιδιώτη δικαστικό επιδότη Μιχάλη Νεοφύτου. Αντίγραφα όλων των σχετικών επιδόσεων προς όλους τους εναγόμενους όπως έχουν ληφθεί από τον φάκελο της δικογραφίας επισυνάπτονται στην Ε/Δ της κας Χουβαρτά ως «Τεκμήριο Β». Λέγει η κα Χουβαρτά ότι - · ο πρώην σύζυγος της είναι ο εναγόμενος αρ. 2 στην αγωγή, · ο εναγόμενος αρ. 3 είναι ο πατέρας του πρώην συζύγου της ο οποίος έχει αποβιώσει εδώ και λίγες εβδομάδες, και · η εναγόμενη αρ.1 είναι η εταιρεία του πρώην συζύγου της και η διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε στον πρώην σύζυγο της η αγωγή ως ο τόπος εργασίας του πρώην συζύγου της. Η κα Χουβαρτά πληροφορεί το Δικαστήριο ότι αυτή έχει πάρει διαζύγιο από τον σύζυγό της από τις 24/06/1997 στην αίτηση με αριθμό 155/1997 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ένεκα λόγων που αφορούσαν το πρόσωπο του πρώην συζύγου της. Αντίγραφο του διατάγματος διαζυγίου, ημερ. 24/06/1997, επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο Γ». Ισχυρίζεται η κα Χουβαρτά ότι αυτή έπαυσε να εργάζεται με τον σύζυγό της λίγους μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης διαζυγίου τους, εφόσον βρίσκονταν σε διάσταση. Λέγει επίσης η κα Χουβαρτά ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτή κατοικούσε και εξακολουθεί να κατοικεί στην κατοικία της που είναι στην οδό Ζώδιας 21 στο Γέρι στην Επαρχία Λευκωσίας. Εκείνη ήταν και η συζυγική της κατοικία καθ' ον χρόνο ήταν παντρεμένη με τον πρώην σύζυγο της, μέχρι που εκείνος την εγκατέλειψε λίγους μήνες πριν την έκδοση του διαζυγίου τους και έκτοτε ουδέποτε συζούσαν. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι αυτή δεν είχε γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής καθότι ο πρώην σύζυγός της ουδέποτε της ανέφερε για οποιαδήποτε επίδοσή της. Είναι η θέση της κας Χουβαρτά ότι αυτή έλαβε για πρώτη φορά γνώση για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής όταν οι ενάγοντες της έστειλαν την επιστολή των δικηγόρων τους, ημερ. 27/01/2015, την οποία αυτή παρέλαβε στις 24/02/
- Η σχετική επιστολή που έλαβε η ίδια από τους δικηγόρους ων εναγόντων επισυνάπτεται στην Ε/Δ της κας Χουβαρτά, ως «Τεκμήριο Δ». Όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της, η επίδοση της αγωγής στην ίδια είναι κακή και έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματά της όπως λάβει γνώση της αγωγής για να προβάλει την υπεράσπιση της ενώπιον του Δικαστηρίου και για αυτό ζητά από το Δικαστήριο όπως παραμερίσει την απόφαση ημερ. 19/12/2001 και επίσης να παραμερίσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον πρώην σύζυγό της όσον αφορά την ίδια. Περαιτέρω η κα Χουβαρτά δηλώνει ότι πιστεύει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ζητά όπως της δοθεί η άδεια από το Δικαστήριο, αφού παραμεριστεί η απόφαση, να προβάλει την υπεράσπιση της. Η υπεράσπιση που προτίθεται να εγείρει εδράζεται στους ακόλουθους ισχυρισμούς γεγονότων: (α) Η επίδικη συμφωνία ημερ. 11/12/1997 που είναι το Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση των εναγόντων για απόδειξη της αγωγής εναντίον της, ημερομηνίας 17/12/2001, αναφέρεται σε 8% επιτόκιο τον χρόνο πάνω σε ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα, ενώ η απόφαση που εκδόθηκε είναι για το επιτόκιο 9%. Επίσης το δάνειο έγινε για πρώτη φορά την 11/12/1997 χωρίς αυτή να υπογράψει οποιαδήποτε εγγύηση, για αυτό και χωρίς να έχει οποιαδήποτε γνώση και πληροφόρηση από κανένα. (β) Τα Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση απόδειξης, που αναφέρονται σε προηγούμενες αιτήσεις και εγκρίσεις δανεισμού της εναγομένης 1, έχουν σιωπηρά ακυρωθεί με την υπογραφή της νέας συμφωνίας που έχει ημερ. 11/12/
- (γ) Η επιστολή τερματισμού, ημερ. 11/7/2000, που είναι το Τεκμήριο Ν στην ένορκη δήλωση απόδειξης, απευθύνεται προς την εναγόμενη 1 στη διεύθυνση του τόπου εργασίας της, με κοινοποίηση υποτίθεται στην Εναγόμενη 4 χωρίς όμως αυτή να λάβει ποτέ αυτήν την επιστολή. Είναι η θέση της Εναγόμενης 4 ότι εφόσον οι ενάγοντες κατέθεσαν ως Τεκμήριο μόνο ένα αντίγραφο της πιο πάνω επιστολής σημαίνει ότι μόνο μία επιστολή έστειλαν. (δ) Η Κατάσταση λογαριασμού την οποία επισυνάπτουν οι Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση απόδειξης ξεκινά από τις 30/04/2000 μεταφέροντας το ποσό των Λ.Κ 45,424.03- χωρίς να εξηγείται από πού προήλθε αυτό το ποσό. (ε) Ενώ η επίδικη συμφωνία καλυπτόταν από τον περί Τόκου Νόμο του 1977, Ν. 2/1977όπως ίσχυε τότε και δεν μπορούσε να γίνει ανατοκισμός των τόκων, εντούτοις όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού οι ενάγοντες τόκιζαν ξανά και ξανά τους τόκους κατά παράβαση του σχετικού Νόμου. Όπως συμβουλεύει την Εναγόμενη 4 ο δικηγόρος της, ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2001, ενώ η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε την 11/7/
- (στ) Σύμφωνα με τον περί Τόκου Νόμο, το Κεφάλαιο μαζί με τους τόκους και τα έξοδα δεν μπορούσε να ξεπεράσει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου και επομένως υπάρχουν παράνομες χρεώσεις. (η) Υπάρχουν ενυπόθηκες εξασφαλίσεις για τα ποσά που όφειλε η εναγόμενη 1 στην Τράπεζα, εντούτοις οι ενάγοντες αμέλησαν να λάβουν μέτρα για εκποίηση των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων τους με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 4 να κινδυνεύει να πληρώσει άδικα και παράνομα για την αμέλεια των εναγόντων να λάβουν μέτρα προς εξασφάλιση του λαβείν τους. (θ) Από τα έγγραφα που παρουσίασαν οι ενάγοντες για να εξασφαλίσουν απόφαση εναντίον της Εναγόμενης αρ. 4 φαίνεται ότι έκαμαν νέα συμφωνία δανεισμού της εναγομένης 1 για αόριστο ποσό την 11/12/1997 και εξασφάλισαν εγγυήσεις ίδιας ημερομηνίας από τους εναγόμενους 2 και 3 χωρίς οποιαδήποτε υπογραφή της σε αυτή την εγγύηση και όμως αναληθώς αναφέρουν στην παράγραφο 5 του κλητηρίου εντάλματος τους ότι υπέγραψε και η Εναγόμενη 4 και με αυτό τον τρόπο παραπλάνησαν το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίον της. (ι) Οι αιτήσεις και εγκρίσεις δανεισμού που παρουσίασαν στο Δικαστήριο ήταν για προηγούμενους δανεισμούς της εναγόμενης 1 και δεν έχουν καμία σχέση με την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 11/12/
- Η υπογραφή της Εναγόμενης 4 δεν υπάρχει επειδή όπως έχει πει αυτή ήταν σε διάσταση με τον σύζυγό της και ήταν διαζευγμένη. (κ) Όπως συμβουλεύει την Εναγόμενη 4 ο δικηγόρος της, η αγωγή των εναγόντων εναντίον της ήταν πρόωρη και δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας αν εμφανιζόταν. Επίσης, την συμβουλεύει ότι τα έγγραφα που παρουσίασαν οι ενάγοντες για απόδειξη της υπόθεσης τους είναι μεταξύ τους αντιφατικά και είναι άκυρα και ή ακυρώσιμα ένεκα της αοριστίας τους. (λ) Η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 11/12/1997 έχει καταργήσει και ή ακυρώσει τις προηγούμενες συμφωνίες δανεισμού της εναγομένης 1 και άρα η Εναγόμενη 4 δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. (μ) Επειδή η Εναγόμενη 4 δεν έχει στην κατοχή της όλα τα έγγραφα και καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν το επίδικο δάνειο επιφυλάσσεται να προβάλει περαιτέρω υπεράσπιση όταν και εφόσον ο δικηγόρος της εξασφαλίσει τα σχετικά έγγραφα από τους ενάγοντες με την κατάλληλη δικαστική διαδικασία. (ν) Οι ενάγοντες στην επιστολή τερματισμού, ημερ. 11/07/2000, που παρουσίασαν στο Δικαστήριο αναφέρονται σε τερματισμό συμφωνίας ημερ. 19/12/1997 και όμως παραπλάνησαν το Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν απόφαση εναντίον της Εναγόμενης αρ.
- Επισυνάπτεται «ως Τεκμήριο Ε» στην Ε/Δ της Εναγομένης αρ. 4, αντίγραφο της συμφωνίας και των συμφωνιών εγγύησης όπως τις έχουν καταχωρήσει στον φάκελο της δικογραφίας οι ενάγοντες όταν απέδειξαν την υπόθεση τους εναντίον της. Είναι η θέση της κας Χουβαρτά ότι αυτή καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μόλις κατάφερε να συλλέξει όλα τα σχετικά στοιχεία και έγγραφα από τον φάκελο της δικογραφίας και μόλις κατάφερε να βρει δικηγόρο «που να καταχωρεί αγωγές εναντίον των Τραπεζών» για να μπορέσει να παραμερίσει την επίδικη απόφαση. Τονίζει η κα Χουβαρτά ότι αυτή δεν είχε καμία πρόθεση να περιφρονήσει το Δικαστήριο και τις δικαστικές διαδικασίες του με την μη εμφάνισή της ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον δεν γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής εναντίον της. Απεναντίας, η κα Χουβαρτά δηλώνει ότι αυτή έχει πάθει ψυχικό κλονισμό από την ημέρα που έχει λάβει την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων και έχει περάσει άσχημες ημέρες και άγρυπνες νύκτες με την σκέψη ότι θα χάσει το σπίτι της και επιφυλάσσει τα δικαιώματα της να κινηθει νομικά εναντίον των εναγόντων για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ένεκα της ανέντιμης και ηθικά μεμπτής συμπεριφοράς των εναγόντων και των αντιπροσώπων τους. Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι η πεποίθηση της κας Χουβαρτά και έτσι συμβουλεύεται από το δικηγόρο της, ότι τηρούνται οι αναγκαίες βάσει της νομολογίας προϋποθέσεις για τον παραμερισμό και ακύρωση της επίδοσης της αγωγής σε αυτήν και της ερήμην της εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή. Β. Η ένσταση των Εναγόντων Οι Ενάγοντες ενίστανται στην υπό κρίση αίτηση παραμερισμού. Η ένσταση τους βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.17 θ. 10, Δ.26, θ.θ. 2,10 και 14, Δ.33, θ.3 και 5, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.57, θ. 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Η εναγόμενη/αιτήτρια παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς μετά από την επίδοση σε αυτήν του κλητηρίου εντάλματος στις 23.10.2001 και/ή μέχρι σήμερα. (δ) Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρηση είτε σημειώματος εμφάνισης της, είτε της Έκθεσης Υπεράσπισης του εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς. (ε) Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή καλόπιστο λόγο και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρησης είτε σημειώματος εμφάνισης της, είτε προώθησης της υπόθεσης της γενικότερα και κατά και προώθησης της υπεράσπισης της, την οποία προσπαθεί τώρα με την παρούσα αίτηση να προωθήσει. (στ) Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη και/ή οποιαδήποτε υπεράσπιση αναφορικά με την ουσία της παρούσας αγωγής. (ζ) Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (η) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια της αιτήτριας να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων της προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (θ) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν και ακολουθούν πάντα την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (ι) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσας απόφασης. (κ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.». Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη Ε/Δ του κ. Μάριου Κουντούρη, από τη Λευκωσία, ημερ. 26/8/
- Ο κ. Κουντούρης δηλώνει ότι αυτός είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση, γνωρίζει τα γεγονότα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και την φύλαξή του και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Έχει λάβει νομική συμβουλή από τους εξωτερικούς δικηγόρους των Εναγόντων, κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.. Ο κ. Κουντούρης απορρίπτει στην ολότητά του το περιεχόμενο των ισχυρισμών της Εναγομένης αρ.
- Αντικρουστικά ο ίδιος δηλώνει τα εξής꞉ · Στις 19.12.2001 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απόφαση εναντίον της Εναγομένης αρ.
- · Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ήταν ειδικά οπισθογραφημένο και καταχωρήθηκε στις 27.9.
- · Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στην εναγόμενη 4 στις 4.10.2001 αφού υπέγραψε γι' αυτήν ο εναγόμενος 2, ο οποίος ανέφερε ότι είναι ο σύζυγος της εναγομένης
- · Μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, δεν είχε καταχωρηθεί οποιοδήποτε σημείωμα εμφάνισης. · Στις 9.4.2008 έγινε συνάντηση στα γραφεία των εναγόντων μεταξύ υπαλλήλων αυτών και της εναγόμενης 4 για συζήτηση των υποχρεώσεων της και συγκεκριμένα για την απόσυρση εντάλματος κινητών που είχε καταχωρηθεί και εναντίον της εναγομένης 4 στην παρούσα αγωγή. · Στις 5.3.2009 η εναγομένη 4 ενημερώθηκε γραπτώς ότι η Τράπεζα προχώρησε στην καταχώρηση μέμο στην περιουσία της, δυνάμει των Δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί εναντίον της. Υπό το φως των ως άνω ισχυρισμών γεγονότων που προβάλλει ο κ. Κουντούρης, είναι η θέση του ότι꞉ · Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν προβάλλει καμία πειστική δικαιολογία και/ή κανένα σημαντικό λόγο για την μη καταχώρηση εμφάνισης της. · Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, οι ενάγοντες τήρησαν ορθά και ακολούθησαν τη νόμιμη διαδικασία συμφώνως προς τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. · Εάν η εναγόμενη/αιτήτρια ήθελε με σοβαρότητα να αμφισβητήσει και υπερασπιστεί τον εαυτό της στους ισχυρισμούς των εναγόντων, ως αυτοί εμφαίνονταν δια μέσω του κλητηρίου εντάλματος, τότε έπρεπε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός των πλαισίων που καθορίζουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί. · Οι ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα, μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου (ήτοι 2 μηνών) στον οποίο η εναγόμενη/αιτήτρια δεν είχε καταχωρήσει εμφάνιση, να καταχωρήσουν αίτηση για απόφαση εναντίον της. Η Εναγόμενη 4 δεν επικοινώνησε έστω προσωπικά με τους ενάγοντες για να τους γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να καταχωρήσει εμφάνιση. · Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από την Εναγόμενη 4 για τους λόγους μη καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή είναι ανεδαφικοί, ασαφείς και ατεκμηρίωτοι και ως εκ τούτου η εναγόμενη/αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος που εμπίπτει στους ώμους αυτής. · Εφόσον η εναγόμενη 4 / αιτήτρια δεν επέδειξε εύλογη επιμέλεια για την υπόθεση της και αντιθέτως για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν αδρανής, έχει απεμπολήσει (waived) οποιονδήποτε δικαίωμα για να θέτει ισχυρισμούς όπως αυτούς που θέτει με την αίτηση της ημερ. 27.3.
- Περαιτέρω, ο κ. Κουντούρης δηλώνει ότι οι ενάγοντες διαφωνούν με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης εκ μέρους της εναγομένης 4, όπως ισχυρίζεται στις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσης της. Είναι η θέση τους ότι πρόκειται για ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, ασαφείς και αόριστους, στη βάση των οποίων η Εναγόμενη 4 δεν δύναται να αποσείσει το βάρος της απόδειξης. Καταληκτικά, ο κ. Κουντούρης εισηγείται ότι η εναγόμενη 4 / αιτήτρια όχι μόνο απέτυχε με την ένορκη δήλωση της να αποδείξει ότι υπήρχε οποιοσδήποτε σοβαρός και/ή εύλογος λόγος και/ή οποιοσδήποτε λόγος για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης, αλλά και δεν αναφέρθηκαν οποιοιδήποτε πειστικοί και/ή εύλογοι λόγοι για την παροχή εκ πρώτης όψεως καλόπιστης υπεράσπισης. Υποστηρίζει συνεπακόλουθα ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court) υπό την έννοια ότι εξαντλήθηκαν όλα τα χρονικά περιθώρια και/ή προθεσμίες που είχε στην διάθεση της η εναγόμενη/αιτήτρια για την προώθηση της υπεράσπισης και της υπόθεσης της και παρόλα αυτά δεν το έπραξε. Πιστεύει δε ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε απλώς και μόνο για να καθυστερήσει την διαδικασία και να εμποδίσει τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση από την είσπραξη του λαβείν τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κ. Κουντούρης εισηγείται όπως η αίτηση της εναγομένης 4 / αιτήτριας απορριφθεί με έξοδα υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση. Τυχόν αντίθετο αποτέλεσμα θα ήταν ενάντια στην βασική αρχή της φυσικής δικαιοσύνης ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει χωρίς εύλογο λόγο να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του. Γ. Νομική πτυχή και εκτίμηση Δικαστηρίου. Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάσει τις οποίες ασκείται η σχετική διακριτική ευχέρεια αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, κ.α.). Οι εν λόγω αρχές συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Φυλακτού κ.α. ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, 210, ως ακολούθως, (σε μετάφραση): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833). Το αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να εφευρίσκει τρόπους αφαίρεσης από τους διαδίκους του δικαιώματος τους να ακουστούν στην υπόθεσή τους εφόσον αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Μέσα στο πλαίσιο των πιο πάνω αρχών, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης παραμερισμού (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω)). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 - «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.». Επίσης, στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, το θέμα συνοψίσθηκε ως εξήςː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333. [...] Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». Στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση, ημερ. 21.5.2015, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2010, Ανδρέας Ψαράς ν Ιωάννης Γιάγκου, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ότι είναι αναγκαίο να εξισορροπείται, αφενός, το δικαίωμα του διάδικου που αιτείται τον παραμερισμό απόφασης να ακουστεί στην αγωγή και, αφετέρου, του δικαιώματος του επιτυχόντος διάδικου - ενάγοντα να κριθεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου. Σχετικό το εξής απόσπασμα꞉ «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Διαφορετικά, ανέφερε, η υιοθέτηση άλλης προσέγγισης και αντιμετώπισης θα ισοδυναμούσε με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσής του μέσα σε εύλογο χρόνο και, συνεπώς, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης και έτσι θα τον εξέθετε σε χλευασμό (Μουγής ν. Σπανούδης
(1996)1 ΑΑΔ 997 και Ανδρέας Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364). Θεωρούμε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθή και συμβατή με τη νομολογία. Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 ΑΑΔ 984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ. 40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)).» Η προπαρατεθείσα νομολογία αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση όπου η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού έχει καταχωρηθεί δεκατρία
(13)και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή! Θυμίζω ότι η απόφαση εκδόθηκε στις 7.12.2001 και η αίτηση παραμερισμού είναι ημερομηνίας 23.4.2015. Από έρευνα που έχω κάνει στη νομολογία, δεν έχω εντοπίσει άλλη υπόθεση στην οποία να είχε διαρρεύσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, μέχρι που ο επηρεαζόμενος διάδικος να προσέλθει στο Δικαστήριο ζητώντας τον παραμερισμό της επικαλούμενος ότι αγνοούσε προηγουμένως την ύπαρξη της αγωγής ή/και της εναντίον του απόφασης. Στην Χριστάκης Πίττας ν Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761, το κλητήριο είχε επιδοθεί στις 21.9.2000, η απόφαση εκδόθηκε στις 21.11.2000 και η αίτηση παραμερισμού καταχωρήθηκε στις 11.2.2002, ήτοι 17 μήνες από την επίδοση και 14 μήνες από την έκδοση της απόφασης. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε τον Μάρτιο του 2001, ήτοι 4 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης, για το γεγονός της έκδοσής της, αλλά καταχώρισε την πρώτη αίτηση παραμερισμού τρεις και πλέον μήνες μετά, επικαλούμενος ότι ανέμενε τα πρακτικά. Απερρίφθη εκείνη η πρώτη αίτηση λόγω μη εμφάνισης του συνηγόρου του και επανήλθε δύο μήνες αργότερα με τη νέα αίτηση παραμερισμού. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο αιτητής «επέδειξε κατά συρροή αδιαφορία η οποία, υπό τις συνθήκες, προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.». Το Εφετείο επικυρώνοντας την κατάληξη αυτή, παρατήρησε τα εξής꞉ «Ούτε στα πιο πάνω διαπιστώνουμε λάθος εκτίμηση. Διαφορετική αντιμετώπιση θα είχε ως αποτέλεσμα η πορεία της δικαστικής διαδικασίας να χαράσσεται ανάλογα με τη διάθεση του εναγομένου, χωρίς καμιά βεβαιότητα για το χρόνο διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τη διάγνωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα.». Στην Mine and Quarry Services Ltd., ανωτέρω, η αγωγή κατατέθηκε στις 3/2/88 και επιδόθηκε τον ίδιο μήνα. Στις 2/7/88 εκδόθηκε, στην απουσία του εφεσίβλητου, απόφαση εναντίον του. Μετά από ένα
(1)περίπου χρόνο (15/7/89) ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, η οποία πρωτοδίκως έγινε δεκτή. Κατ' έφεση, οι εφεσείοντες αντέταξαν ότι πριν από την έγερση της αγωγής, αλλά και μετέπειτα, ο εφεσίβλητος επανειλημμένα ζήτησε από το δικηγόρο τους ή τους ίδιους απευθείας διευκολύνσεις για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Χωρίς ποτέ να προβάλει τις αιτιάσεις που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του για να επιτύχει ακύρωση της απόφασης. Το Εφετείο δέχθηκε πως μπροστά σε αυτή την κατάσταση ο εφεσίβλητος είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί. Και θα μπορούσε μπρος στην κατεύθυνση αυτή να προσάξει προφορική μαρτυρία όπως αποφασίστηκε στην Krashias Shoe Factory Limited, also trading as K" Shoes v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1989)1 C.L.R. (E) 750. Βλέπε επίσης Stylianou v. Stylianou
(1988)1 C.L.R. 520 και Luis Vuitton v. Dermosak Limited & Another,
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Έκρινε εν τέλει πως ο εφεσίβλητος σκόνταψε στο εμπόδιο που δημιούργησε η αργοπορημένη ενέργεια του την οποία, όπως προελέχθη, δεν δικαιολόγησε. Είχε περάσει «ολόκληρος χρόνος» για να υποβάλει αίτηση και η αντίδραση του συνέπεσε με την προώθηση αίτησης να κηρυχθεί σε πτώχευση. Η έφεση κατά της απόφασης παραμερισμού επετράπη από το Εφετείο. Στη Miluca, ανωτέρω, οι εναγόμενοι-εφεσείοντες δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως στο ειδικά οπισθογραφημένο Kλητήριο Ένταλμα αγωγής για αποζημιώσεις, ούτε εμφανίστηκαν όταν ήταν ορισμένη η αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψης τους να εμφανιστούν. Μετά από πάροδο εννέα
(9)περίπου μηνών από την έκδοση της απόφασης, καταχώρησαν αίτηση για επαναφορά της υπόθεσης η οποία απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το Εφετείο συμφώνησε πως η εμφάνιση δεν έπρεπε να είχε γίνει δεκτή· αλλά ούτε η καταχώριση της εμφάνισης είχε οποιαδήποτε συνέχεια. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στην ένορκη ομολογία για τα παρεπόμενα - ότι οι εφεσείοντες αφέθηκαν με την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση το Νοέμβριο του 1994 - δεν αποδείχθηκαν, αφενός - (βλ. Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και Άλλης
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453 και Νεάρχου v. Χαραλάμπους, (ανωτέρω)) - και δε στέκουν στη λογική, αφετέρου. Όπως υποδεικνύει το Δικαστήριο, ήταν αδύνατο να οριστεί υπόθεση για ακρόαση, χωρίς να προηγηθεί η καταχώριση υπεράσπισης. Συμφώνησε το Εφετείο με τη διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία των εφεσειόντων για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον τους ζωπυρώθηκε όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκαν για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Το Εφετείο δέχθηκε πως, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορούσαν βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Στην Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «ΒΟΘΡΟΤΕΞ» ΛΤΔ, v. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε στις 31/10/96 απόφαση υπέρ των εναγόντων-εφεσειόντων ερήμην του εναγομένου-εφεσίβλητου. Δεκαέξι
(16)μήνες μετά την έκδοση της απόφασης οι εφεσείοντες προχώρησαν σε εκτέλεση της απόφασης. Τότε ο εφεσίβλητος αντέδρασε με την καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Ισχυρίστηκε ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση της αγωγής και της εναντίον του απόφασης όταν πήρε ειδοποίηση για εκτέλεση εντάλματος κατασχέσεως της κινητής του περιουσίας και, παράλληλα εξέθεσε γεγονότα σχετικά με την ουσία της υπεράσπισης του στην αγωγή των εφεσειόντων. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν ένσταση και το Δικαστήριο προχώρησε στην ακρόαση της αίτησης. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η παράλειψη του εφεσίβλητου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ήταν αδικαιολόγητη. Ακολούθως, αφού εξέτασε το ζήτημα κατά πόσο ο εφεσίβλητος είχε συζητήσιμη υπεράσπιση, και κατέληξε σε θετικό συμπέρασμα, εξέδωσε την απόφαση του με την οποία αποδέχθηκε την αίτηση και παραμέρισε την απόφαση της 31/10/96. Ο εφεσείων αμφισβήτησε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο, αφ' ης στιγμής είχε διαπιστώσει αδικαιολόγητη παράλειψη του εφεσίβλητου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, εξέδωσε διάταγμα παραμερισμού της απόφασης και, επίσης, εσφαλμένα, αφ' ης στιγμής είχε διαπιστώσει αδικαιολόγητη παράλειψη του εφεσίβλητου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, προχώρησε και εξέτασε κατά πόσο ο εφεσίβλητος είχε ή όχι συζητήσιμη υπεράσπιση. Αποφασίστηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση ήταν πρόδηλο ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για παραμερισμό της απόφασης, στόχευε αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο εφεσίβλητος επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εφεσειόντων. Ο πρωτόδικος Δικαστής άσκησε εσφαλμένα τη δικαστική του ευχέρεια σε τέτοια έκταση ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου. Παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους του εφεσίβλητου, η πρωτόδικη απόφαση ακυρώθηκε. Στην K. C. P. Commission Agents & Importers Limited κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ Εμπορευομένου υπό την εμπορική επωνυμία Vasco Trading House
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 οι εφεσείουσες ζήτησαν στις 13/7/89 τον παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον τους ερήμην στις 5/6/89, ήτοι ένα
(1)μόλις μήνα προηγουμένως, για ποσό ΛΚ 6.300 πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή είχε βασισθεί σε γραμμάτιο συνήθους τύπου, που οι εφεσείουσες είχαν υπογράψει προς όφελος του εφεσίβλητου. Μετά την έκδοση της απόφασης ο εφεσίβλητος προχώρησε με πτωχευτική διαδικασία εναντίον των εφεσειουσών. Στην αίτησή τους για παραμερισμό της απόφασης οι εφεσείουσες ισχυρίσθηκαν ότι είχαν υπογράψει το γραμμάτιο πιστεύοντας ότι επρόκειτο για ποσό ΛΚ 1.300 και όχι για το ποσό ΛΚ 6.300, και ότι είχαν εξαπατηθεί από τον εφεσίβλητο στο να νομίζουν ότι υπέγραφαν το γραμμάτιο για το μικρότερο ποσό. Σε ένορκη δήλωση τους, όμως, στην πτωχευτική διαδικασία αρνήθηκαν ότι είχαν ποτέ υπογράψει γραμμάτιο για ΛΚ 6.300, ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό, προς όφελος του εφεσίβλητου. Σχετικά με την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση, οι εφεσείουσες παρουσίασαν την μαρτυρία ενός προσώπου που ανάφερε ότι του είχαν παραδοθεί το κλητήριο ένταλμα και το διοριστήριο του δικηγόρου για να τα μεταφέρει στον δικηγόρο των εφεσειουσών, αλλά τα ξέχασε στο αυτοκίνητό του. Όμως, καμμιά μαρτυρία δεν υπήρχε για το κατά πόσο οι εφεσείουσες είχαν ενδιαφερθεί να μάθουν τι ενέργειες είχε κάνει ο δικηγόρος τους, κατά πόσο είχε προχωρήσει η υπόθεση κλπ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απόρριψε την αίτηση με το σκεπτικό ότι δεν είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Κατ' έφεση, αποφασίσθηκε ότι σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, η σοβαρή αντίφαση που υπήρχε μεταξύ της θέσης των εφεσειουσών όπως προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση τους προς υποστήριξη της αίτησης με την θέση τους όπως προβλήθηκε στην ένορκη δήλωση στην πτωχευτική διαδικασία, ως επίσης και η παράλειψη τους να δώσουν ικανοποιητική εξήγηση γιατί δεν είχαν καταχωρήσει εμφάνιση, οδηγούσαν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι δεν είχαν καλή πίστη ούτε καλή υπεράσπιση και ότι ο μοναδικός σκοπός τους ήταν η παρέλκυση της διαδικασίας. Υπό το φως της προπαρατεθείσας νομολογίας, προχωρώ να εξετάσω αν δικαιολογείται, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, να παραμεριστεί η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης αρ. 4 και να της δοθεί άδεια να εμφανιστεί για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Γ.1. Αναφορικά με το νομότυπο ή μη της επίδοσης της αγωγής. Θυμίζω ότι η Εναγόμενη αρ. 4 αξιώνει τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή ex debito justitiae, δηλαδή ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να της αναγνωρισθεί δικαιωματικά το επανάνοιγμα της υπόθεσης, ως χρέος προς τη δικαιοσύνη, και τούτο διότι κατ΄ ισχυρισμόν δεν έγινε καλή και νομότυπη επίδοση του κλητηρίου σε αυτήν. Η μαρτυρία όσον αφορά το ζήτημα του νομότυπου της επίδοσης κρίνεται υπό το φακό της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Προκειμένου περί επίδοσης σε φυσικό πρόσωπο, ως κανονική επίδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Δ.5, θ.2, λογίζεται ότι γίνεται όταν το επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου꞉ αφεθεί στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση (Δ.5, θ.2
(1)), ή αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπον εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί - σε μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του (Δ.5, θ.2
(1)(i), ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο που να είναι τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του (Δ.5, θ.2
(1)(ii)), ή στον αφέντη του σε περίπτωση υπηρέτη που ζει με τον αφέντη του (Δ.5, θ2.
(1)(iii)). Στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού, το βάρος είναι στους ώμους της Εναγομένης αρ. 4 - Αιτήτριας να αποδείξει ότι πάσχει η επίδοση ή και ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι αναληθής (βλ. μεταξύ άλλων την Πολιτική Έφεση Αρ. 12016, Ι.Ρ.Μ. INDUSTRIES CO. LTD κ.α. - ν - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ.
(2006)1 ΑΑΔ 1319). Το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό στην ένσταση και εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητήσει την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). Στην παρούσα υπόθεση, έχει ασφαλώς δικογραφηθεί η αμφισβήτηση της επίδοσης. Η αμφισβήτηση εδράζεται στον ισχυρισμό ότι το κλητήριο δεν επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη 4/ αιτήτρια αλλά στον σύζυγο της και εναγόμενο 2 στην παρούσα αγωγή την 4/10/2001 στην οδό Λεοντίου Μαχαιρά 15, Καιμακλί, 1020, Λευκωσία η οποία είναι ο τόπος εργασίας του εναγόμενου 2 και της εναγόμενης 1 εταιρείας, σε χρόνο κατά τον οποίο η Εναγόμενη αρ. 4 είχε ήδη λάβει διαζύγιο από τον Εναγόμενη 2 και δεν ήταν συγκάτοικος ούτε υπάλληλος ή συνάδελφος του. Το ότι η επίδοση δεν έγινε στην Εναγόμενη αρ. 4 προσωπικά προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του επιδότη, η οποία είχε τεθεί ενώπιον του αδελφού Δικαστή καθ' ον χρόνο εξέδιδε την απόφαση στην αγωγή. Ποια όμως ήταν η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση δεν είναι κάτι το οποίο να δηλώνεται από τον επιδότη στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Τούτο άλλωστε το αναγνωρίζει ο συνήγορος της Εναγομένης αρ. 4 στη γραπτή του αγόρευση για την υπό κρίση αίτηση παραμερισμού (βλ. την τελευταία πρόταση της δεύτερης παραγράφου στη σελ. 3 της αγόρευσης). Το μόνο που ο επιδότης δηλώνει είναι ότι η επίδοση έγινε «αφήνοντάς το στην παρουσία του Ηρακλή Κόκκινου από Λ/σια», δηλαδή στη Λευκωσία. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει, στην όψη της ένορκης δήλωσης επίδοσης, συγκεκριμένο εύρημα γεγονότων όσον αφορά τη διεύθυνση στην οποία ο επιδότης εντόπισε τον Ηρακλή Κόκκινου, παρά μόνον ότι τον εντόπισε στη Λευκωσία. Το ζήτημα της ακριβούς διεύθυνσης θα μπορούσε να είχε, ενδεχομένως, αποσαφηνιστεί με αντεξέταση του επιδότη, κάτι όμως που δεν ζητήθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης αρ. 4 να γίνει. Επομένως, ελλείψει ειδικής αναφορά στην ένορκη δήλωση επίδοσης της διεύθυνσης στην οποία επετεύχθη η επίδοση, είναι εξίσου πιθανό ο επιδότης να αναζήτησε και να εντόπισε τον Ηρακλή Κόκκινου είτε στη διεύθυνση διαμονής της Εναγομένης αρ. 4 είτε στη διεύθυνση εργασίας της. Θυμίζω ότι η δική του ένορκη δήλωση λέγει ότι επέδωσε στον Ηρακλή Κόκκινου έναντι της υπογραφής του «για τον εναγόμενο 4 τον οποίο δεν βρήκα στο σπίτι του ή στο συνηθισμένο τόπο εργασίας του». Πιθανολογεί ο συνήγορος της Εναγομένης 4 ότι ο επιδότης πρέπει να αναζήτησε και να εντόπισε τον Ηρακλή Κόκκινο στη διεύθυνσή του ως δηλώνεται στο κλητήριο ένταλμα, η οποία είναι διαφορετική από εκείνην που είναι δηλωμένη για την Εναγόμενη αρ. 4. Παρατηρώ ότι, πράγματι, η δηλωθείσα στο κλητήριο ένταλμα διεύθυνση του Ηρακλή Κόκκινου είναι «Λεόντιου Μαχαιρα 15, Καίμακλί 1020 Λ/σια», ενώ η διεύθυνση της Εναγομένης αρ. 4 είναι «Ζώδιας 21, Γέρι, 2200 Λευκωσία». Όπως όμως η ίδια η Εναγόμενη αρ. 4 αποκαλύπτει και παραδέχεται στη δική της ένορκη δήλωση (βλ. την παρα. 5 αυτής), η πιο πάνω δηλωθείσα ως διεύθυνση του Ηρακλή Κόκκινου ήταν η διεύθυνση της εργασίας του. Ουδόλως ισχυρίζεται η Εναγόμενη αρ. 4 ότι ο Ηρακλής Κόκκινου διέμενε στη «Λεόντιου Μαχαιρα 15, Καίμακλί 1020 Λ/σια». Απεναντίας, αναγνωρίζει, στην παρα. 8, ότι η συζυγική τους κατοικία ήταν (τουλάχιστον πριν την έκδοση διαζυγίου) στη διεύθυνση ως είναι δηλωμένη στο κλητήριο για την Εναγόμενη αρ. 4. Συνεπώς, είναι ζήτημα ελέγχου της αξιοπιστίας της Εναγομένης αρ. 4 έναντι της αξιοπιστίας του επιδότη, το κατά πόσον ο Ηρακλής Κόκκινου εξακολουθούσε να είναι συγκάτοικός της καθ' ον χρόνο έγινε η επίδοση (ήτοι στις 4.10.2001). Το αντικειμενικό δεδομένο στο οποίο παραπέμπει η Εναγόμενη αρ. 4 για να αποδείξει τη θέση της ότι αυτή είχε ήδη παύσει να είναι συγκάτοικος του Ηρακλή Κόκκινου, είναι το διαζύγιο το οποίο εκδόθηκε στις 24.6.1997. Μεσολάβησαν τέσσερα
(4)χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου μέχρι την επίδοση της παρούσας αγωγής. Τούτο καθιστά, κατά την κρίση μου, αληθοφανή τον ισχυρισμό της Εναγομένης αρ. 4 ότι καθ' ον χρόνο έγινε η επίδοση, ο Ηρακλής Κόκκινου έπαυσε να λογίζεται «σύζυγος» της και/ή «μέλος της οικογένειας της» και κατ' επέκταση είναι αληθοφανής ο ισχυρισμός της ότι δεν ήταν ούτε συγκάτοικος της. Προχωρώ για χάριν πληρότητας να εξετάσω και τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου όσον αφορά το ίδιο ζήτημα, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι, αν ικανοποιηθώ για το παράτυπο της επίδοσης, τότε θα πρέπει -ως χρέος προς τη δικαιοσύνη - να παραμερίσω την επίδοση και την απόφαση. Το επίδικο δάνειο, ημερ. 11.12.1997, είναι επίσης μεταγενέστερο της έκδοσης του διαζυγίου κατά μερικούς μήνες. Δεν είναι συμβεβλημένο μέρος στο δάνειο αυτό η ίδια η Εναγόμενη αρ. 4, παρά μόνο η Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία, γι' αυτό και δεν αναφέρεται πουθενά η διεύθυνσή της, ούτε όμως του Ηρακλή Κόκκινου, γι' αυτό και δεν μπορεί να εξαχθεί απ' εκεί οποιοδήποτε συμπέρασμα για τη δική του διεύθυνση διαμονής. Η συμβατική ευθύνη που αποδίδεται στην Εναγόμενη αρ. 4 σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο απορρέει από το γεγονός ότι αυτό εγκρίθηκε υπό τον όρο ότι θα καλύπτετο, μεταξύ άλλων, από τις «λοιπές κατεχόμενες εγγυήσεις/ εξασφαλίσεις». Η Εναγόμενη αρ. 4 εμφανίζεται να ανέλαβε στο παρελθόν, δυνάμει Συμφωνίας Εγγύησης ημερ. 4.10.1994, την ευθύνη εγγύησης όλων των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Εναγόμενης αρ. 1, είτε οι υποχρεώσεις αυτές ήταν παρούσες είτε μελλοντικές». Υπ' αυτή την έννοια, το δάνειο ημερ. 11.12.1997, εμφανίζεται να αποτελεί τη μελλοντική υποχρέωση που οφείλει να καλύψει συνεπεία των όρων έγκρισης του εν λόγω δανείου. Στη συμφωνία εγγύησης ημερ. 4.10.1994 δεν αναγράφονται οι διευθύνσεις των εγγυητών υπογραφέων, οπόταν δεν μπορεί να εξαχθεί απ' εκεί οποιοδήποτε συμπερασμα για το ποια διεύθυνση αλληλογραφίας είχε δηλωθεί προς την Τράπεζα από την Εναγόμενη αρ 4 και από τον Ηρακλή Κόκκινο. Προκύπτει όμως από παλαιότερο έγγραφο Συμφωνίας Εγγύησης, ημερ. 7.5.1993, ότι αμφότεροι είχαν δηλώσει ως διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό «Ζώδιας 21, Αυτοστ. Λατσιών», που είναι η δηλωμένη στο κλητήριο διεύθυνση διαμονής της Εναγομένης αρ. 4, στοιχείο που επιβεβαιώνει ως αληθή τη δήλωση της ίδιας ότι εκεί διέμεναν, πριν το διαζύγιο, αυτή και ο σύζυγός της και ότι η Τράπεζα κατείχε εκείνη τη διεύθυνση ως διεύθυνση διαμονής τους. Στην Απόφαση Διαζυγίου, ημερ. 24.6.1997, δηλώνεται ως διεύθυνση διαμονής της Εναγομένης αρ. 4 η «Ζώδιας 21, Γέρι», ενώ ως διεύθυνση του Ηρακλή Κόκκινου η διεύθυνση «Λεοντίου Μαχαιρά 15, Λ/σια» που είναι της εργασίας του στην Εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία. Σε χρόνο μεταγενέστερο της έκδοσης του διαζυγίου, ο Ηρακλής Κόκκινος εμφανίζεται να προσυπογράφει νέα Συμφωνία Εγγύησης, ημερ. 11.12.1997 (ήτοι σχεδόν 6 μήνες μετά το διαζύγιο), δηλώνοντας ως διεύθυνση την «Ρόδου 3 Καϊμακλί». Σε αυτη τη Συμφωνία Εγγύησης δεν μετέχει η Εναγόμενη αρ. 4. Η εκεί δηλωθείσα διεύθυνση του Ηρακλή Κόκκινου είναι πράγματι διαφορετική από εκείνην της Εναγόμενης αρ. 4 στο Κλητήριο και θα μπορούσε να ενισχύσει τούτο το στοιχείο την εκδοχή της ότι μετά το διαζύγιο ο πρώην σύζυγος της διέμενε σε διαφορετική από την ίδια διεύθυνση. Η επιστολή τερματισμού, ημερ. 11.7.2000, που ισχυρίζεται η Τράπεζα ότι απέστειλε - ως κοινοποίηση - στην Εναγόμενη αρ. 4 δεν αναγράφει τη διεύθυνση αλληλογραφίας και συνεπώς δεν βοηθά το Δικαστήριο. Η επιστολή ημερ. 27.1.2015, η οποία γνωστοποιεί στην Εναγόμενη αρ. 4 την έκδοση της εναντίον της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 9751/2001, απευθύνεται στη διεύθυνση «Ζώδιας 21, Γέρι, Λ/σια» ως είναι και η διεύθυνση στο κλητήριο, στην οποία διεύθυνση αποδέχεται η Εναγόμενη αρ. 4 ότι ζει και ότι παρέλαβε την επιστολή. Κρίνω πως όλα τα ενώπιον μου στοιχεία συνάδουν με την εκδοχή της Εναγομένης ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 δεν ήταν ούτε σύζυγος ούτε συγκάτοικός της καθ' ον χρόνο έγινε η επίδοση. Δεν εντοπίζω οποιοδήποτε στοιχείο που να την αντιμάχεται. Δεν υπήρξε αντεξέταση της ίδιας της Εναγόμενης αρ. 4 από τους Ενάγοντες, για να κριθεί η δική της αξιοπιστία υπό οποιοδήποτε άλλο φακό. Αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρχε αντεξέταση (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624). Υπό το φως της ανωτέρω αξιολόγησης των δεδομένων, καταλήγω ότι πράγματι η επίδοση του κλητηρίου στην Εναγόμενη αρ. 4 υπήρξε κακή και παράτυπη λόγω του ότι αυτή δεν ήταν συγκάτοικος του Εναγομένου αρ. 2 ούτε σύζυγός του κατά το χρόνο της επίδοσης. Με βάση τη νομολογία, σε αυτήν την περίπτωση στερούμαι πλέον της εξουσίας να εξετάσω οποιαδήποτε άλλη παράμετρο, περιλαμβανομένης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης παραμερισμού. Δεν δύναμαι να κρίνω ως ζήτημα διακριτικής ευχέρειας την ακύρωση ή μη της απόφασης στην αγωγή. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση ημερομηνίας 15/6/2006 στην Πολιτική Έφεση 12230, Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)ΙΑ Α.Α.Δ 550, στην Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)ΙΑ Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842, στην Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, καθώς και στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. 1. Ιωάννη Κυριακίδπ 2. Σάλωνα Συμεού
(2000)ΙΑ Α.Α.Δ 601) όπου αναφέρθηκαν τα εξής από τον, Χρυσοστομή, Δ., ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου, στη σελίδα 250: "Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)." Κατάληξη Αναπόδραστα, η απόφαση στην παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 4 πρέπει να ακυρωθεί και ακυρώνεται, με έξοδα υπερ της Εναγομένης αρ. 4 - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση. (υπ.) ................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο