Δήμου Στροβόλου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 3669/2011, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A586 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3669/2011 Μεταξύ: Δήμου Στροβόλου Ενάγοντος v. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού Εναγόμενου Αίτηση ημ. 21 Νοεμβρίου 2012 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χριστοδούλου για Γ. Λεοντίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Κουντούρη με κ. Πούρο για Χριστοφίδης, Σαμψών & Σία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου ως η έκθεση απαίτησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας, ήτοι την καταχώριση της υπεράσπισης του Εναγόμενου και την καταχώριση απάντησης στην υπεράσπιση από πλευράς του Ενάγοντος. Ι. Έκθεση Απαίτησης Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ο Ενάγων έχει εξουσία να επιβάλλει τέλος θεάματος επί όλων των πληρωμών οι οποίες γίνονται από το κοινό και εισπράττονται για την είσοδο του σε οποιοδήποτε δημόσιο θέαμα λαμβάνει χώρα εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου, περιλαμβανομένων και των ποδοσφαιρικών αγώνων στο Στάδιο ΓΣΠ. Ο Εναγόμενος διεξάγει αθλητικές δραστηριότητες επί Παγκύπριας κλίμακας, μεταξύ των οποίων είναι η διοργάνωση και ή η επίβλεψη και ή ο έλεγχος των ποδοσφαιρικών αγώνων. Για τους ποδοσφαιρικούς αγώνες εκδίδονται και πωλούνται στο κοινό εισιτήρια εισόδου, καθορισμένης αξίας η οποία καταβάλλεται από τον θεατή. Στην αξία κάθε πωλούμενου εισιτηρίου περιλαμβάνεται ο φόρος (ή τέλος) θεάματος τον οποίο εισπράττει ο Εναγόμενος ή οι εκπρόσωποι του για λογαριασμό του Ενάγοντος. Το προϊόν των πωληθέντων εισιτηρίων εκκαθαρίζεται και ή διατίθεται από ή εκ μέρους του Εναγόμενου σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του και υπό τον έλεγχο του. Κατά την περίοδο 1.1.09-24.10.10, μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του Εναγόμενου, διεξήχθη αριθμός ποδοσφαιρικών αγώνων στο Στάδιο ΓΣΠ. Για κάθε τέτοιο ποδοσφαιρικό αγώνα ο Ενάγων εξέδιδε και παρέδιδε λεπτομερή και αναλυτική χρεωστική σημείωση την οποία ο Εναγόμενος αποδεχόταν ως ορθή. Για κάθε πληρωμή που γινόταν από τον Εναγόμενο, ο Ενάγων εξέδιδε και τον προμήθευε με απόδειξη την οποία και πάλι αποδεχόταν ως ορθή. Επίσης ο Ενάγων απέστελλε περιοδικές και τελικές καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ο τελευταίος αποδέχετο χωρίς ένσταση. Αναφορικά με τους εν λόγω ποδοσφαιρικούς αγώνες, ο Εναγόμενος εισέπραξε ή είχε υποχρέωση να εισπράξει για λογαριασμό του Ενάγοντος τέλη θεάματος, ανερχόμενα συνολικά σε €1.335.584,60. Ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €381.658,37 και έτσι παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο εξ €953.926,23, το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Ο Ενάγων αξιοί επιπλέον το ποσό των €95.392,62 ως νόμιμη επιβάρυνση και το ποσό των €104.931,89 ως νόμιμη προσεπιβάρυνση. Ο Ενάγων αξιώνει τα εν λόγω ποσά ως χρέος οφειλόμενο λόγω παράβασης νόμιμου καθήκοντος και ή υποχρέωσης και ή ως αποζημίωση για παράβαση εμπιστεύματος και ή δυνάμει υπολοίπου εκκαθαρισμένου λογαριασμού. ΙΙ. Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Αναστασιάδη, οικονομικού διευθυντή του Ενάγοντος. Σε αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και προσθέτει πως η απόφαση για επιβολή του τέλους θεάματος αποτελεί διοικητική πράξη την οποίαν ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να έχει καταστεί άμεσα απαιτητό καθότι η νομιμότητα της απόφασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στα πλαίσια αγωγής. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και ότι οι προβαλλόμενες στην υπεράσπιση του θέσεις, όσον αφορά την εγκυρότητα της διοικητικής πράξης, δεν εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου αλλά του Ανωτάτου. ΙΙΙ. Ένσταση Στην ένσταση εγείρονται βασικά τρεις λόγοι και συγκεκριμένα ότι: (
- i)Ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση ή υπάρχουν ζητήματα τα οποία πρέπει να εκδικαστούν, (
- ii)Υπάρχουν ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης, και (iii) Η ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι παράτυπη και άκυρη και ή περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Βάσου Κουτσιούντα, λογιστή και υπεύθυνου λογιστηρίου στην υπηρεσία του Εναγόμενου. Η ένορκη δήλωση ουσιαστικά περιορίζεται στην άρνηση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της Αίτησης και στην προβολή της υπεράσπισης του Εναγόμενου, όπως αυτή περιέχεται και στο δικόγραφο του. Η βασική θέση του Εναγόμενου είναι ότι αυτός δεν διοργανώνει ποδοσφαιρικούς ή άλλους αγώνες, δεν εκδίδει ούτε πωλεί εισιτήρια εισόδου και ουδέποτε εισέπραξε ή εισπράττει φόρο θεάματος για λογαριασμό του Ενάγοντος. Όσον αφορά το τέλος θεάματος ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση είτε συμβατική είτε άλλη έναντι του Ενάγοντος. Ο Εναγόμενος έχει μόνο την υποχρέωση η οποία πηγάζει από τον περί του Κυπριακού Αθλητισμού Ν.41/69, ήτοι να καθορίζει τις τιμές των εισιτηρίων εισόδου σε αθλητικούς χώρους και το αθλητόσημο, το οποίο είναι αποκλειστικά δικό του τέλος. Με βάση την περιγραφόμενη διαδικασία έκδοσης και διάθεσης εισιτηρίων και οικονομικού ελέγχου στο ΓΣΠ, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι ο ίδιος ουδέποτε εισέπραξε ή έχει υποχρέωση να εισπράττει φόρο θεάματος, και λανθασμένα η αξίωση αυτού στρέφεται εναντίον του. Περαιτέρω ο κ. Αναστασιάδης ισχυρίζεται πως ο φόρος θεάματος επιβάλλεται από τον Ενάγοντα στον φορολογούμενο και επομένως ο Εναγόμενος στερείται έννομου συμφέροντος να προσβάλει τη σχετική διοικητική πράξη. Έτσι, προβάλλει τη θέση πως το θέμα του ποιο πρόσωπο έχει την υποχρέωση να καταβάλει τον φόρο στον Ενάγοντα εμπίπτει στα πλαίσια αγωγής. IV. Νομική Ανάλυση Η Δ.18 θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.14 θ.1. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ.243, ο σκοπός της είναι να δώσει την ευχέρεια στον ενάγοντα να εξασφαλίσει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν αποδείξει την απαίτηση του ξεκάθαρα, ή αν ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει κάποιο θέμα έναντι της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Επίσης αναφέρεται ότι η συνοπτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση την εν λόγω Διαταγή πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος δεν πρέπει να στερείται της ευκαιρίας να προβάλει υπεράσπιση εκτός στις περιπτώσεις που είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει υπόθεση στην υπό κρίση αγωγή. Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου υπάρχει σοβαρή διαφωνία σε θέμα γεγονότος ή εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Μεττή κ.ά. v. Τράπεζας Κυπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417. Σε εκείνη την υπόθεση αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, η γενική αρχή ότι συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντος εκδίδεται εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή αποκαλύπτει γεγονότα που θεωρούνται ικανοποιητικά για να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339, η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος - βλ. Kyprianides v Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, και δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να προβάλει απλούς ισχυρισμούς αλλά θα πρέπει να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες από τα οποία να διαφαίνεται η ύπαρξη υπεράσπισης - βλ. N. V. Caterchef Ltd v P. C. P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1912, και Hermes Insurance v Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 977, επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω νομικές αρχές. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με τον σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση και τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου: «Το θέμα πραγματεύεται και το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση στην Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ.
- Από την απόφαση αυτή παραθέτουμε το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα στις σελ. 824-826: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Όπως διαφαίνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, και όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις: 1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο όπως προνοείται στη Δ.2 θ.6, 2) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, και 3) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που δύναται να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις τηρούνται. Ο Ενάγων καταχώρισε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο Εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση (όπως και υπεράσπιση). Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως το γεγονός της καταχώρισης υπεράσπισης δεν εμποδίζει τον Ενάγοντα να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση McLardy v Slateum 24 Q.B.D.
- Στο Annual Practice 1958, σελ.260, αναφέρεται περαιτέρω ότι έχοντας υπόψιν την εν λόγω απόφαση και το περιεχόμενο της σχετικής Διαταγής, ένας εναγόμενος δεν μπορεί να εμποδίσει τον ενάγοντα από του να προχωρήσει με βάση τη Δ.14, με το να καταχωρίσει εικονική - ανύπαρκτη (sham) υπεράσπιση ταυτόχρονα με ή αμέσως μετά την καταχώριση εμφάνισης. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση αποτελεί αντικείμενο λόγου ένστασης και επομένως αμφισβητείται. Η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, η οποία υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, Σπηταλιώτης κ.ά. v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1113, Παύλου v Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051, και Γεωργίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274. Η υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) είναι και επ΄ αυτού του σημείου διαφωτιστική. Ειδικότερα όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Όπως προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις και με βάση το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και τα συνημμένα έγγραφα, συνάγεται ότι ο κ. Αναστασιάδης είναι πρόσωπο ικανό εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1(α) να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης ενόψει της θέσης που κατέχει και των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του, καθώς επίσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών είναι ο οικονομικός διευθυντής του Ενάγοντος και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Ενάγοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επίσης έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε και εξακολουθεί να έχει, λόγω της ιδιότητας του, την εποπτεία και τον έλεγχο των οφειλών του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα. Επίσης αντλεί γνώση από τα έγγραφα και αρχεία τα οποία τηρεί ο Ενάγων αναφορικά με την υπόθεση και τα οποία βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ως οικονομικού διευθυντή. Επιπλέον επισημαίνεται ότι ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε από τον δικηγόρο του Εναγόμενου. Επί αυτού του θέματος κρίνεται χρήσιμη η αναφορά και στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd v United Electric Theatres Ltd
(1914)3 K.B. 1253, στην οποία ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήταν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική. Κατ΄ ανάλογο τρόπο το Εφετείο υιοθέτησε την ίδια άποψη στις υποθέσεις Νεάρχου, Σπηταλιώτη, Παύλου και Γεωργίου (ανωτέρω), κάτι το οποίο ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση. Επιπλέον ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ύψος της οφειλής (μέσω αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού - Τεκμήριο 1) και δηλώνει ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης παραθέτοντας τους λόγους γι΄ αυτή του την πεποίθηση. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο κρίνει πως ικανοποιούνται και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, έπεται ότι το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο να καταδείξει καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ. (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, αυτό που αναμένεται να δείξει ο εναγόμενος είναι ότι έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί η προβολή της, και το κατά πόσο αυτή νομικά ευσταθεί θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης που θα ακολουθήσει. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος (ανωτέρω): «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Επί του ίδιου ζητήματος τo ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) προσφέρει καθοδήγηση: «Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω).» Με την ένσταση ο Εναγόμενος ουσιαστικά προβάλλει ως υπεράσπιση ότι:
(1)Ο Ενάγων δεν δικαιούται να αξιώνει τον φόρο θεάματος από τον ίδιο, και
(2)Ο Ενάγων κακώς υπολογίζει τον φόρο θεάματος επί της συνολικής τιμής των εισιτηρίων εισόδου. Προς υποστήριξη του σημείου
(1), ο κ. Κουτσιούντας παρουσιάζει Βεβαίωση της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ), ημ. 9.5.11, Τεκμήριο 2, σύμφωνα με την οποία τις εισπράξεις από τις πωλήσεις εισιτηρίων τις παραλαμβάνει το Στάδιο διεξαγωγής του αγώνα για λογαριασμό του γηπεδούχου σωματείου και η ΚΟΠ είναι η διοργανώτρια Αρχή όλων των αγώνων και πρωταθλημάτων. Επιπρόσθετα επισυνάπτει έντυπο τιτλοφορούμενο «Διαδικασίες έκδοσης και διάθεσης εισιτηρίων και οικονομικού ελέγχου του ΓΣΠ», Τεκμήριο 3. Αναφορικά με το σημείο
(2), ο κ. Κουτσιούντας επικαλείται απόφαση του Εναγόμενου ημ. 9.10.01 με την οποία καθόρισε την πραγματική τιμή του εισιτηρίου εισόδου στο 30% της συνολικής αξίας του (εισιτηρίου), ενώ το υπόλοιπο 70% αποτελεί το αθλητόσημο, ήτοι το δικό του τέλος, το οποίο δεν υπολογίζεται για σκοπούς καταβολής του φόρου θεάματος. Η εν λόγω απόφαση επιβεβαιώθηκε και κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα με επιστολή ημ. 30.10.02 - Τεκμήριο 1 στην ένσταση. Είναι γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται η απόφαση του Εναγόμενου ως ανωτέρω, καθώς επίσης και ότι ο Εναγόμενος δεν αποδέχεται τη θέση του Ενάγοντος για καθορισμό του φόρου θεάματος επί του συνόλου της αξίας των εισιτηρίων, και έτσι επιστρέφει τα τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν από τον τελευταίο. Οι πιο πάνω θέσεις του Εναγόμενου φαίνονται επίσης ξεκάθαρα στην επιστολή του ημ. 25.5.11 προς τον Ενάγοντα, Τεκμήριο 6, με την οποία επιστρέφονται αποδείξεις είσπραξης οι οποίες εκδόθηκαν από τον Ενάγοντα και στην οποία εκφράζεται η λύπη του Εναγόμενου για το γεγονός ότι παρότι από το 2002 ο ίδιος εκφράζει τις σαφείς του θέσεις αναφορικά με τον φόρο θεάματος, εντούτοις ο Ενάγων επιμένει αδικαιολόγητα να ζητά την καταβολή του από τον Εναγόμενο. Ο Ενάγων, μέσω της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, η οποία καταχωρίστηκε με βάση ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, παρουσιάζει τη δική του απόφαση ημ. 30.9.02, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση ο Ενάγων υπολογίζει τον φόρο θεάματος για τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις που πραγματοποιούνται στο Στάδιο ΓΣΠ επί της συνολικής αξίας των εισιτηρίων, μη αφαιρουμένου δηλαδή του αθλητόσημου, και στη συνέχεια διεκδικεί το υπολογισθέν ποσό από τον Εναγόμενο με την έκδοση σχετικού χρεωστικού προς είσπραξη. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο με την επιστολή ημ. 30.9.
- Πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να σημειωθεί πως στην περίπτωση που διαφανεί ότι η πράξη που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος αποτελεί πτυχή της διοικητικής λειτουργίας του ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και ότι η απόφαση επιβολής του φόρου δεν ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε, τότε το τέλος αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή στην οποία η νομιμότητα της διοικητικής πράξης δεν δύναται να αμφισβητηθεί και η οφειλή θεωρείται δεδομένη. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1(A) A.A.Δ. 140 το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εξετάσει τη νομιμότητα τέτοιας πράξης, αφού αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 85
(2)(ι)(i)-(iii) του περί Δήμων Ν.111/85, όπως τροποποιήθηκε, ο Ενάγων έχει εξουσία να επιβάλλει εντός των δημοτικών ορίων του «. τέλoς επί όλωv τωv πληρωμώv τωv γεvoμέvωv υπό oιoυδήπoτε πρoσώπoυ αίτιvες εισπράττovται διά τηv είσoδov αυτoύ εις oιovδήπoτε δημόσιov θέαμα .». Επίσης, σύμφωνα με τον Κανονισμό 4 των περί Επιβολής και Είσπραξης Τέλους Θεάματος Κανονισμών του Δήμου Στροβόλου του 2006, Κ.Δ.Π. 415/06, ο Ενάγων «. έχει εξουσία να επιβάλλει και εισπράττει τέλος θεάματος, το οποίο θα υπολογίζεται σε ποσοστό πάνω στο αντίτιμο που καταβάλλεται για την είσοδο σε οποιοδήποτε χώρο δημοσίου θεάματος». Είναι στα πλαίσια αυτής της εξουσίας που ο Ενάγων αξιώνει τέλος σε σχέση με τους ποδοσφαιρικούς αγώνες που διεξήχθησαν στο Στάδιο ΓΣΠ και οι οποίοι αποτελούν δημόσιο θέαμα. Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η απαίτηση του Ενάγοντος έκτοτε, ήτοι από το 2002, για καταβολή φόρου θεάματος από τον Εναγόμενο αποτέλεσε το αντικείμενο πολυετούς διαφοράς των διαδίκων επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος επιδίωξε, ανεπιτυχώς, τρεις φορές την ακύρωση των κατά καιρούς αποφάσεων του Ενάγοντος με τις οποίες διεκδικούσε την καταβολή του φόρου θεάματος από τον ίδιο. Η πρώτη Προσφυγή Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού v. Δήμου Στροβόλου, Υπόθεση Αρ. 480/09, ημ. 10.10.11, αφορούσε την απόφαση του Ενάγοντος ημ. 10.2.09 η οποία περιείχετο σε επιστολή που παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο στις 16.2.
- Η επίμαχη απόφαση συνίστατο σε κατάσταση λογαριασμού η οποία παρέθετε τις χρεώσεις για τον φόρο θεάματος για τα έτη από το 2002 μέχρι και το
- Επί της προδικαστικής ένστασης ότι η Προσφυγή ήταν εκπρόθεσμη, ο έντιμος Δικαστής τότε του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κληρίδης αποδέχθηκε αυτή και απέρριψε την Προσφυγή για τον λόγο ότι η απόφαση του Ενάγοντος για επιβολή της νέας χρέωσης η οποία άρχισε από το 2002 δεν προσεβλήθη με προσφυγή και έτσι παρέμεινε σε ισχύ και ότι οι μετέπειτα καταστάσεις αποτελούσαν απλώς επιβεβαιωτική πράξη της παλαιότερης εν λόγω απόφασης. Ο κ. Κληρίδης ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ενώ, όμως, ο αιτητής Οργανισμός έλαβε γνώση ευθύς εξ αρχής αυτής της αυξημένης χρέωσης, η οποία άρχισε από το 2002 και η οποία συνεχίστηκε να διενεργείται σε σχέση με κάθε αγώνα, ουδέποτε καταχώρησε οποιοδήποτε ένδικο μέσο και, συγκεκριμένα, δεν άσκησε ποτέ προσφυγή για να προσβάλει τη νομιμότητα των φορολογιών εκείνων ή της κάθε μιας από αυτές, εμπρόθεσμα. Η δε Κατάσταση των συσσωρευθεισών χρεώσεων, το περιεχόμενο της οποίας προσβάλλει τώρα με την προσφυγή του ο αιτητής, είναι εκπρόθεσμη και δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μια επιβεβαιωτική πράξη των προηγηθεισών χρεώσεων. . Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να είναι οτιδήποτε άλλο πέραν της ενημερωτικής - υπενθυμητικής και βεβαιωτικής φύσεως πράξη σε σχέση με προηγηθείσες επί μέρους φορολογίες οι οποίες είχαν διενεργηθεί μέχρι την 31.12.
- Η δε παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε στις 27.4.2009, δηλαδή πολύ πέραν της προθεσμίας την οποία καθορίζει το Σύνταγμα για καταχώρηση προσφυγής, είτε με βάση το Άρθρο 146, είτε με βάση το Άρθρο 139, που αφορά σε αμφισβήτηση εξουσίας μεταξύ οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας.» Η δεύτερη Προσφυγή Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού v. Δήμου Στροβόλου Υπόθεση αρ. 1413/11, ημ. 8.1.13, αφορούσε την απαίτηση του Ενάγοντος με επιστολή του ημ. 7.11.12 προς τον Εναγόμενο για την περίοδο 25.10.10-16.5.
- Ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Χατζηχαμπής, ασχολήθηκε με προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με τη φύση της προσβαλλόμενης απόφασης και το έννομο συμφέρον του ΚΟΑ να προσβάλει την κατ΄ ισχυρισμό διοικητική πράξη. Υιοθετώντας προγενέστερη νομολογία του Εφετείου κατέληξε ότι ο Εναγόμενος στερείτο έννομου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη απόφαση, ως εξής: «. στις υποθέσεις Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(2008)3 ΑΑΔ 291, όπου ετέθη από το ίδιο το Δικαστήριο θέμα δυνατότητας του αιτητή, ο οποίος ασχολείτο με τη διοργάνωση καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, να προσβάλει απόφαση του Δήμου που αφορούσε την επιβολή φόρου θεάματος. Εκρίθη ότι στο φόρο θεάματος δεν υπόκειται ο διοργανωτής της εκδήλωσης αλλά ο ίδιος ο θεατής και επομένως δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στο διοργανωτή να προσβάλει τον επιβαλλόμενο φόρο θεάματος. Για το λόγο αυτό δεν επρόκειτο και για εκτελεστή διοικητική πράξη παρά μόνο για απαίτηση η οποία αφορούσε ποσά ήδη οφειλόμενα. Όπως προκύπτει από τον περί Δήμων Νόμο, άρθρο 85, ο Δήμος έχει εξουσία να επιβάλει τέλη θεάματος, οι δε κανονισμοί οι οποίοι έχουν γίνει (415/2000), προνοούν για τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζεται η είσπραξη του φόρου θεάματος που μπορεί να επιβάλλεται. Η απόφαση Γαλαξίας στην οποία έχω αναφερθεί, καλύπτει ασφαλώς και την προκειμένη περίπτωση εις τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό για τον ΚΟΑ να ασκεί προσφυγή επικαλούμενος έννομο συμφέρον εφ΄ όσον ο ίδιος δεν είναι το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο. Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι ο θεατής και, εάν ο ΚΟΑ έχει οποιοδήποτε ρόλο στην όλη υπόθεση, ο ρόλος αυτός θα είναι απλώς εκείνος του εισπράκτορα του φόρου.» Είναι πρόδηλο ότι οι δύο προαναφερόμενες Προσφυγές αποφασίστηκαν επί διαφορετικών θεμάτων, ήτοι η πρώτη αναφορικά με το εκπρόθεσμο της Προσφυγής, ενώ η δεύτερη αναφορικά με την μη ύπαρξη έννομου συμφέροντος του εδώ Εναγόμενου ΚΟΑ στην υποβολή Προσφυγής εναντίον της απόφασης του Ενάγοντος για την επιβολή του φόρου θεάματος. Επί παρομοίων γεγονότων στη μεταγενέστερη τρίτη Προσφυγή Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού v. Δήμου Στροβόλου, Υπόθεση αρ. 1516/12, ημ. 30.6.15, κρίθηκε ότι μόνο εναντίον της απόφασης ημ. 30.9.12 ο ΚΟΑ είχε το δικαίωμα να προσφύγει καθότι αυτή ήταν η μόνη εκτελεστή διοικητική πράξη στην αλυσίδα ενεργειών του Ενάγοντος. Η εν λόγω Προσφυγή αφορούσε πέντε αποφάσεις του Ενάγοντος με ημερομηνίες έκδοσης μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2012 για τον φόρο θεάματος για την περίοδο 1.7.12-10.9.12. Σε αυτήν επί παρομοίων προδικαστικών ενστάσεων ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ προέβη σε μία λεπτομερή και άκρως διαφωτιστική ανάλυση, υιοθετώντας τις αποφάσεις στις προαναφερόμενες Προσφυγές επί των συγκεκριμένων σημείων. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το παράπονο του Κ.Ο.Α. ότι σε δύο διαδικασίες στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις αγωγές υπ΄ αρ. 2854/2010 και 6390/2007, κρίθηκε ότι ο Δήμος είχε δικαίωμα στην έγερση αγωγής για είσπραξη των οφειλομένων, τα οποία και δεν μπορούσε να αμφισβητήσει ο Κ.Ο.Α. διότι αυτά αφορούσαν, όσον αφορά την επιβολή, αλλά και το ύψος των τελών, διοικητική πράξη, δεν δικαιολογεί τον Κ.Ο.Α. να λέγει τώρα ότι διά της αποδοχής της προδικαστικής ενστάσεως επί του εκπροθέσμου, ο Κ.Ο.Α. θα απωλέσει το κατοχυρωμένο συνταγματικό δικαίωμα του να ακουστεί ενώπιον Δικαστηρίου. Το επιχείρημα είναι παντελώς αβάσιμο. Ο Κ.Ο.Α. πρέπει να μέμφεται τον εαυτό του για το λόγο της μη έγκαιρης και εμπρόθεσμης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι σαφές ότι η απόφαση του Δήμου του 2002, η οποία όχι μόνο κοινοποιήθηκε, αλλά και έτυχε απάντησης από τον Κ.Ο.Α., ήταν η μόνη εκτελεστή πράξη, η οποία και θα έπρεπε από τότε να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως. Πέραν του δεδικασμένου που έχει δημιουργηθεί, επαναλαμβάνεται ότι η προσβαλλόμενη τώρα πράξη δεν είναι παρά πράξη εκτέλεσης εφόσον από τη διοίκηση, δηλαδή, από τον Δήμο Στροβόλου, η υπό αναφορά επιστολή του με την οποία απέστειλε ή υπενθύμισε τα χρεωστικά δελτία, ήταν ένα αναγκαίο μέτρο κατά την εξέλιξη της διαδικασίας εφαρμογής και είσπραξης των ποσών που είχαν αναλογίσει ως πληρωτέα στον Δήμο από τους διάφορους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Η προσβαλλόμενη πράξη είναι απλώς πράξη εκτέλεσης διότι δεν είναι με οποιονδήποτε τρόπο η αρχική πράξη παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων και υποχρεώσεων, αλλά απλώς η εφαρμογή της αρχικής απόφασης του Δήμου του 2002, η οποία ήταν και η μόνη εκτελεστή πράξη. Σύμφωνα με τη νομολογία, εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη η οποία παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα και επηρεάζουν τον διοικούμενο κατά τρόπο που να δημιουργεί σ΄ αυτόν έννομο συμφέρον να την προσβάλει. Γνώρισμα και μάλιστα χαρακτηριστικό της παραγωγής εννόμου αποτελέσματος, είναι η επιβολή υποχρεώσεων στον διοικούμενο η οποία να δύναται ταυτόχρονα να τύχει εφαρμογής διά νομίμου εξαναγκασμού από τη διοίκηση . Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η γνωστοποίηση της απόφασης στον διοικούμενο ώστε να μπορεί να την προσβάλει ως προκαλούσα άμεσα αποτελέσματα και όχι ως παραπέμπουσα σε μια απλή μελλοντική πιθανολόγηση. Κατά τον Π.Δ. Δαγτόγλου: «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» 5η έκδ. σελ. 289, παρ. 538, διοικητική εκτελεστή πράξη είναι εκείνη που αναπτύσσει άμεση νομική ισχύ και δεσμεύει τον αποδέκτη της .... Η υπό ημερ. 30.9.2002 επιστολή του Δήμου προς τον Κ.Ο.Α. τιτλοφορείτο: «Φόρος θεάματος για ποδοσφαιρικούς αγώνες στο στάδιο Γ.Σ.Π.», πληροφορούσε δε τον Κ.Ο.Α., ότι εφεξής ο Δήμος «. θα υπολογίζει και εισπράττει τον φόρο θεάματος για τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις που πραγματοποιούνται στο στάδιο του Γ.Σ.Π. επί της συνολικής αξίας των εισιτηρίων, μη αφαιρουμένου του αθλητόσημου, ως προνοείται από την περί Δήμων νομοθεσία και Κανονισμούς.». Στη συνέχεια, στην ίδια επιστολή, ο Δήμος πληροφορούσε τον Κ.Ο.Α. ότι οι οδηγίες αυτές είχαν ήδη διαβιβαστεί στο προσωπικό του Δήμου που ασχολείται με τον έλεγχο των εισιτηρίων των ποδοσφαιρικών συναντήσεων «... και θα εκδίδεται σχετικό χρεωστικό προς τον Οργανισμό σας για τον φόρο θεάματος επί της συνολικής αξίας των εισιτηρίων.». Είναι λοιπόν προφανές ότι από το 2002 και με τη γνωστοποίηση της επιστολής στον Κ.Ο.Α., είχε επιβληθεί υποχρέωση σ΄ αυτόν διαφορετική από τη ρύθμιση που προηγουμένως εφαρμοζόταν. Ο Δήμος επικαλέστηκε το Νόμο και τους Κανονισμούς για να αλλάξει τη μεθοδολογία του τρόπου επιβολής του τέλους θεάματος. Και όχι μόνο αυτό. Εξήγησε ταυτόχρονα ότι η αλλαγή στη ρύθμιση θα επέφερε και άμεσες επιπτώσεις στον Κ.Ο.Α., εφόσον θα εκδίδονταν πλέον προς εφαρμογή της απόφασης και τα ανάλογα χρεωστικά δελτία. Συνεπώς η επίπτωση της απόφασης του Δήμου επί του Κ.Ο.Α. ήταν άμεση και δι΄ αυτής παράχθηκαν έννομα αποτελέσματα, τα οποία όφειλε ο Κ.Ο.Α. εφόσον διαφωνούσε να αμφισβητούσε με την καταχώρηση προσφυγής εντός των προβλεπομένων από το Σύνταγμα διά του Άρθρου 146, χρόνου των 75 ημερών. Στην απόφαση της Ολομέλειας στην Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(2003)3 Α.Α.Δ. 291, εκτός των όσων θα αναφερθούν κατωτέρω ως προς το έννομο συμφέρον, κρίθηκε ότι τα χρεωστικά δελτία που είχαν αποσταλεί προς τους εφεσείοντες με τη φορολογία θεάματος για παραστάσεις και εκδηλώσεις εντός των δημοτικών ορίων, «.. δεν ενσωμάτωναν τα ίδια εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά συνιστούσαν αξίωση ποσών ήδη προκυπτόντων κατά τα προηγηθέντα.». Όπως και εκεί, έτσι και στην παρούσα προσφυγή, το προσδιοριστικό της αίτησης ακυρώσεως σχετίζεται με τον ορισμό, επιβολή και είσπραξη της φορολογίας και/ή του δημοτικού τέλους. Ο Κ.Ο.Α. με την απάντηση του ημερ. 30.10.2002, αναγνώρισε το δικαίωμα του Δήμου να επιβάλλει φόρο θεάματος, φόρος ή τέλος που επιβαλλόταν και προηγουμένως χωρίς αμφισβήτηση. Ήταν το ποσοστό επί του οποίου θα πληρωνόταν εφεξής που δημιούργησε το πρόβλημα. Επ΄ αυτού του ποσοστού υπήρχε διαφωνία. Αντί του 30% ο φόρος θεάματος θα επιβαλλόταν επί του συνόλου του εισιτηρίου εισόδου. . Πέραν του μη εκτελεστού της προσβαλλόμενης εδώ πράξης, ο Κ.Ο.Α. σαφώς δεν έχει ούτε έννομο συμφέρον στην υποβολή της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως. Και πάλι το θέμα έχει στην ουσία τελεσίδικα κριθεί από τη νομολογία. Στην Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ - ανωτέρω -, η Ολομέλεια θεώρησε ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν έννομο συμφέρον να προσβάλουν την πράξη διότι δεν ήταν οι ίδιοι οι αποδέκτες του φόρου θεάματος, αλλά απλώς εισπράκτορες. Ο φόρος επιβαλλόταν επί του εισιτηρίου το οποίο αγόραζαν οι θεατές και οι οποίοι ήταν τα πρόσωπα τα οποία κατέβαλλαν το φόρο. . Ακολουθώντας την πιο πάνω θεώρηση του πράγματος, η νομολογία αυτή εφαρμόστηκε ευθέως και στον Κ.Ο.Α. Στην Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού ν. Δήμου Στροβόλου κ.ά., υπόθ. αρ. 1413/2011, ημερ. 8.1.2013, το Ανώτατο Δικαστήριο σε προσφυγή ταυτόσημη με την παρούσα για άλλες βεβαίως περιόδους και χρεωστικές σημειώσεις, αποδέχθηκε παρόμοια προδικαστική ένσταση περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος στη βάση της απόφασης της Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ. Ο Κ.Ο.Α. δεν ήταν το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο και δεν νομιμοποιείτο να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο ήταν μόνο ο θεατής, με τον Κ.Ο.Α. να ενεργεί ως απλώς εισπράκτορας. Η ουσία ήταν ότι ο Δήμος είχε νομοθετική εξουσία να επιβάλει το τέλος θεάματος, οι δε Κανονισμοί επέτρεπαν τη ρύθμιση του θέματος της είσπραξης. Και αυτή λοιπόν η υπόθεση (η υπ΄ αρ. 1413/2011), αφορούσε παρόμοιο θέμα ώστε να παραμένει έκπτωτη η θέση του Κ.Ο.Α. ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκε το ζήτημα με την υπό κρίση προσβαλλόμενη πράξη. Και ενώ η προαναφερθείσα απόφαση στην προσφυγή αρ. 480/2009, έλυσε το ζήτημα του εκπροθέσμου, η προσφυγή αρ. 1413/2011, έλυσε και το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί πως προφανώς η επιστολή ημ. 30.9.02 στην οποίαν γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση είναι η επιστολή, Τεκμήριο 5, που έχει παρουσιαστεί στην παρούσα με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και πως εν πάση περιπτώσει το πιο πανω Τεκμήριο έχει το ίδιο περιεχόμενο με την αναφερόμενη στην εν λόγω υπόθεση εκτελεστή πράξη. Από τις πιο πάνω αποφάσεις εξάγεται με ευκολία το συμπέρασμα ότι είναι με την απόφαση ημ. 30.9.02 που ο Ενάγων επέβαλε την είσπραξη από τον Εναγόμενο του φόρου θεάματος καθορίζοντας μάλιστα και τον τρόπο υπολογισμού του. Αυτή αποτελεί διοικητική πράξη η οποία υπόκειτο σε προσφυγή, δικαίωμα το οποίο ο Εναγόμενος δεν άσκησε. Ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση παραμένει έγκυρη και δεσμευτική. Η μεταγενέστερη ενέργεια του Ενάγοντος να αποστέλλει καταστάσεις και χρεωστικές σημειώσεις, για την επίδικη περίοδο 1.1.09-24.10.10, αποτελεί απλή επιβεβαιωτική πράξη και ως τέτοια όντως δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι και οι τρεις προαναφερόμενες αποφάσεις στις Προσφυγές είναι πρώτου βαθμού. Όμως το θέμα έχει επιλυθεί σχετικά πρόσφατα από το Εφετείο στα πλαίσια της υπόθεσης ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 348/10, ημ. 11.7.14, η οποία έχει δεσμευτική ισχύ για το παρόν Δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε πως το δικαίωμα του Δήμου να αξιώνει την καταβολή των οφειλόμενων ποσών είναι απόρροια της σχετικής διοικητικής πράξης για καταβολή του φόρου θεάματος η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα, και επομένως η αξίωση των οφειλόμενων ποσών και ο τρόπος υπολογισμού τους εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρωτόδικη διαδικασία είχε ως αντικείμενο τη διεκδίκηση, υπό τύπο αστικού δικαιώματος, της καταβολής του αναφερόμενου φόρου θεάματος. Η πράξη που στοιχειοθετούσε το αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας των Εφεσιβλήτων, άρρηκτα συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Συνιστούσε διοικητική πράξη νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, η οποία είχε παράξει έννομο αποτέλεσμα. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της δεν μπορούσε να λάβει χώρα μέσω υπεράσπισης στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, η έλλειψη τέτοιας δικαιοδοσίας αποστερούσε από το πρωτόδικο Δικαστήριο της οποιασδήποτε εξουσίας εξέτασης οιουδήποτε θέματος ουσίας εγειρόταν στα πλαίσια υπεράσπισης και το οποίο ουσιαστικό σκοπό είχε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προαναφερθείσας διοικητικής πράξης. Μια διοικητική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι ακύρωσης ή ανάκλησής της. Η υπό εξέταση ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά. Ως απόρροια, συνέχιζε να παράγει έννομα αποτελέσματα και παρείχε, ταυτόχρονα, το δικαίωμα στους Εφεσίβλητους να αξιώνουν την καταβολή των οφειλόμενων τελών. Αξίωση χρηματικής μεν μορφής, η οποία όμως στηριζόταν σε προηγηθείσα διοικητική πράξη. Με βάση τα πιο πάνω, τα επίδικα μέρη της υπεράσπισης που στόχευαν στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόφασης των Εφεσιβλήτων δεν θα ήταν επιτρεπτό να τεθούν και να κριθούν δικαστικά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, λόγω αναρμοδιότητας. Έπλητταν, ουσιαστικά, το θεμέλιο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης.» Αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του τέλους θεάματος λέχθηκαν τα εξής: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων επικαλέστηκε, ως βοηθητικό των θέσεών του, τον δικαστικό λόγο των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Αναθεωρητικές Εφέσεις 136/06 και 137/06 Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ v. Δήμου Στροβόλου
(2008)3 Α.Α.Δ. 291. Έθεσε ότι συνάγεται από αυτές πως τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν ισχυρισμούς περί υπολογισμού τέλους θεάματος. Με όλο το σεβασμό, δεν μας βρίσκει σύμφωνους η πιο πάνω προσέγγιση. Το αποτέλεσμα των εν λόγω προσφυγών - οι οποίες αφορούσαν τους ίδιους διάδικους και ταυτόσημα επίδικα θέματα − δεν οδηγεί στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος και δεν δίνει έρεισμα ισχυρισμού περί δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εξετάσει τις θέσεις που προωθούν οι Εφεσείοντες με τις υπό αμφισβήτηση παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισής τους. Στις πιο πάνω αποφάσεις έγινε αποδεκτή από την Ολομέλεια η θέση ότι υποκείμενος στο τέλος θεάματος είναι ο θεατής και όχι ο διοργανωτής, ο οποίος κατά τα λοιπά υπέχει υποχρέωση απόδοσης των τελών στο Δήμο. Ως εκ τούτου, οι Εφεσείοντες, ως απλοί εισπράκτορες του φόρου θεάματος, δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση προσφυγών σε σχέση με τέλος που δεν είχε επιβληθεί στους ίδιους αλλά σε άλλα πρόσωπα τα οποία, αφού αγόραζαν τα εισιτήρια, εισέρχονταν για παρακολούθηση των εκδηλώσεων. Η Ολομέλεια κατέληξε πως η προσβληθείσα επιβολή τέλους θεάματος δεν αφορούσε άμεσα τους Εφεσείοντες, το συμφέρον των οποίων ήταν έμμεσο και όχι «ίδιον» όπως απαιτείται από το Άρθρο 146.2 του Συντάγματος και συνακόλουθα πως δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση των προσφυγών. Το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης, στις σελίδες 294 - 295, είναι σχετικό. Στην κατάληξη του δε επιβεβαιώνει ότι τα χρεωστικά δελτία δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, αφού απορρέουν ως άμεση συνέπεια και συνιστούν αξίωση ποσών που ήδη προκύπτουν ως οφειλόμενα της διοικητικής απόφασης. Συνεπώς, η αποτυχία ακύρωσης της υπό αναφορά διοικητικής πράξης επιβολής τέλους θεάματος, καθιστούσε αδύνατη και την αμφισβήτηση των υποχρεώσεων που απέρρεαν από αυτή, όπως αποτυπώνονται στα χρεωστικά δελτία.» Ο Εναγόμενος στηρίχθηκε σε ένα σκέλος της απόφασης του κ. Χατζηχαμπή στην Προσφυγή αρ. 1413/11, για να υποστηρίξει τη θέση ότι τα θέματα τα οποία προβάλλει ως υπεράσπιση αποτελούν αντικείμενο αγωγής. Το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση έχει ως εξής: «Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι ο θεατής και, εάν ο ΚΟΑ έχει οποιοδήποτε ρόλο στην όλη υπόθεση, ο ρόλος αυτός θα είναι απλώς εκείνος του εισπράκτορα του φόρου. Ως προς τούτο όμως φαίνεται να προκύπτει διαφωνία μεταξύ των μερών εφ΄ όσον, ο μεν Δήμος θεωρεί τον ΚΟΑ ως τον οφείλοντα να εισπράττει και να καταβάλλει στο Δήμο το φόρο, ο δε ΚΟΑ θεωρεί ότι δεν είναι ο ίδιος που έχει αυτή την υποχρέωση αλλά το σωματείο το οποίο διαχειρίζεται το χώρο του θεάματος, δηλαδή της ποδοσφαιρικής συνάντησης. Αυτό το θέμα δεν απασχολεί το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής, είναι όμως το ουσιαστικά επίδικο θέμα μεταξύ των μερών και μόνο στα πλαίσια αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο μπορεί να επιλυθεί. Ασφαλώς η απόφαση θα περιορισθεί στη διαπίστωση ότι δεν είναι δυνατό να ασκείται προσφυγή από τον ΚΟΑ, όμως το ποιος ορίζεται από το νόμο και τους κανονισμούς ως το πρόσωπο που έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο Δήμο, αφού εισπράξει το φόρο με τον τρόπο που προνοείται προς τούτο, δηλαδή ο ΚΟΑ ή το σωματείο, είναι θέμα το οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί ανάλογα με τις ορθές νομικές διαδικασίες σε αγωγή. Μετά από την κατάληξη αυτή βεβαίως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται.» Καταρχάς το Δικαστήριο επισημαίνει πως στο συγκεκριμένο απόσπασμα γίνεται αναφορά μόνο στο ζήτημα του ως προς το ποιο είναι το πρόσωπο το οποίο έχει υποχρέωση καταβολής του φόρου θεάματος στον Ενάγοντα. Επομένως, όσον αφορά το θέμα του τρόπου υπολογισμού του φόρου, οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν διαφοροποιούνται. Περαιτέρω το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι το πιο πάνω σκέλος της απόφασης δεν αφορά το επίδικο θέμα εκείνης της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν αποτελεί τον λόγο (ratio decidendi) της απόφασης. Επί τούτου ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης επί αυτού του σημείου είναι δεσμευτικό (ratio decidendi) δεν είναι βάσιμος. Όντως η θέση του Ενάγοντος ότι αυτό αποτελεί obiter υιοθετείται και από το παρόν Δικαστήριο. Αυτή η διαπίστωση γίνεται σε αντιδιαστολή με τις άλλες δύο Προσφυγές, στις οποίες αυτό το θέμα αποτέλεσε το βασικό αντικείμενο εξέτασης και έτσι αποτελεί την ουσία των αποφάσεων. Η ουσία όμως είναι πως και τα δύο θέματα που εγείρει ο Εναγόμενος έχουν εξεταστεί και καλύπτονται από την υπόθεση ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ (ανωτέρω). Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω προκύπτει πως ο Εναγόμενος δεσμεύεται από την απόφαση του Ενάγοντος ημ. 30.9.02 και δεν δικαιούται να αμφισβητεί είτε την υποχρέωση αποπληρωμής από τον ίδιο του φόρου θεάματος είτε τον τρόπο υπολογισμού αυτού. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο στα πλαίσια προσφυγής εναντίον της συγκεκριμένης απόφασης, κάτι το οποίο ο Εναγόμενος επέλεξε να μην πράξει. Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Εταιρεία Bulk Oil AG v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1277, Philippa Estates Ltd κ.ά. v. Συμβούλιου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1026, και Παναγή v. Γενικού Εισαγγελέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1107. Εν πάση περιτπώσει, ακόμα και να θεωρούντο οι καταστάσεις λογαριασμού που απέστελλε ο Ενάγων για την περίοδο 1.1.09-24.0.10 ως ξεχωριστές εκτελεστές πράξεις, θα πρέπει να επισημανθεί πως δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι έχουν οποτεδήποτε ασκηθεί προσφυγές εναντίον τους και πολύ περισσότερο ισχυρισμός ότι έχουν καθ΄ οινοδήποτε τρόπο ακυρωθεί από το αρμόδιο (Ανώτατο) Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος ουδόλως αμφισβήτησε την ορθότητα του οφειλόμενου ποσού με βάση τους υπολογισμούς και τις καταστάσεις του Ενάγοντος, με αποτέλεσμα το ύψος αυτού να παραμένει ορθό και απαιτητό. Για όλους τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καταφέρει να προβάλει στο Δικαστήριο τέτοιους ισχυρισμούς που να αποκαλύπτουν την ύπαρξη υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. V. Κατάληξη Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Ο Ενάγων δικαιούται σε συνοπτική απόφαση υπέρ του και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €953.926,23 πλέον 10% επιβάρυνση επί του εν λόγω ποσού, ήτοι €95.392,62 και 10% προσεπιβάρυνση επί του συνολικού ποσού των €1.049.318,85, ήτοι €104.931,89, με νόμιμο τόκο. Κατά συνέπειαν εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου για το συνολικό ποσό των €1.154.250,74 συν νόμιμο τόκο. Τα έξοδα τόσο της αγωγής όσο και της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή και εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.) ........ Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο