← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιον Ευθυβούλου Παρασκευαΐδην, Αρ. Αίτησης: 16/08, 16/11/2015

Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιον Ευθυβούλου Παρασκευαΐδην, Αρ. Αίτησης: 16/08, 16/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A473 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών και Διαχειρίσεων Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 16/08 Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιον Ευθυβούλου Παρασκευαΐδην Αποβιώσαντα ---------------------------------- ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16/11/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Γ. Μούντης Για Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κα Μ. Κατσελλή ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η ίδια η αίτηση διαχείρισης, από τον αριθμό που έχει, διαφαίνεται ότι είναι 7 περίπου ετών, χωρίς να έχει κλείσει. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών καταχωρήθηκαν διάφορες αιτήσεις εκ μέρους των δύο πλευρών. Ανάλογες ήταν και οι ενδιάμεσες αποφάσεις που εκδόθηκαν. Σήμερα είναι ορισμένη για ακρόαση η κυρίως αίτηση με την οποία επιζητείται η παύση και/ή αντικατάσταση του διαχειριστή του κυρίου Μιχαηλίδη και διαζευκτικά ο διορισμός δεύτερου διαχειριστή. Εκκρεμούν, όμως, δύο άλλες αιτήσεις, στη μια από τις οποίες, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, δεν έχει καταχωρηθεί ένσταση εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους Αιτητές στην κυρίως αίτηση. Ενώ, λοιπόν, το Δικαστήριο ήταν έτοιμο για να επιληφθεί της κυρίως αίτησης, ο κύριος Μούντης ανάφερε ότι καταχωρήθηκε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για γεγονός το οποίο περιήλθε στην αντίληψή τους προ μερικών ημερών, μετά από έρευνα σε φάκελο του Δικαστηρίου. Η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τοποθετήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυθημερόν, δηλαδή 17/11/15 και ο κύριος Μούντης προς διευκόλυνση της διαδικασίας, όπως το έθεσε, απέσυρε εκείνη την αίτηση άνευ βλάβης, ως αντιλήφθηκε το Δικαστήριο, και την ίδια στιγμή υπέβαλε προφορικό αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, εξηγώντας το λόγο που κατέστη, κατ' αυτόν, αναγκαία, που κύριο άξονα έχει τις ενέργειες του διαχειριστή με τις οποίες διαφαίνεται, κατ' ισχυρισμό των Αιτητών, ότι ενεργεί εις βλάβη της περιουσίας της διαχείρισης, που συνίστανται στην έκδοση απόφασης στην υπόθεση υπ' αριθμό 141/14 Ε.Δ. Λευκωσίας, στις 25/09/14, ημερομηνία στην οποία δεν εμφανίστηκε και τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν τον 12/14 και τον 3/15. Από την άλλη, η συνήγορος του διαχειριστή, στην προφορική ένστασή της, αναφέρθηκε ότι αυτό το γεγονός θα μπορούσε να έρθει εις γνώση της άλλης πλευράς από πολύ προηγουμένως και υπάρχει καθυστέρηση ως προς τούτο, αφού ακριβώς, προ ολίγων ημερών προέβησαν στις ενέργειες έρευνας στο φάκελο της υπόθεσης υπ' αριθμό 141/14 Ε.Δ. Λευκωσίας και εν πάση περιπτώσει μόλις χθες τους πληροφόρησαν για την πρόθεσή τους για καταχώρηση αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ως αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, η θέση της κυρίας Κατσελή είναι ότι αν καταβάλλονταν εύλογες προσπάθειες, εκ μέρους τους, θα μπορούσαν αυτά τα δεδομένα να τα είχαν πολύ προηγουμένως και να μην τίθετο σήμερα το αίτημά τους αυτό, που υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση. Επίσης, ως αναφέρει στην αρχική της δήλωση, με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου που δεν επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κυρίου Μιχαηλίδη, ένα από τα θέματα που τίθεντο ήταν και αυτό. Ως εκ τούτου, αναφέρει, θα βρίσκετο σε δυσμενή θέση τώρα η πλευρά του διαχειριστή. Το προφορικό αίτημα που υπέβαλε ο κύριος Μούντης εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Έτσι, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να εξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο η Δ.48 θ.4
(2)τροποποιήθηκε στη μορφή που έχει σήμερα. Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση, που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία στην αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Η φιλοσοφία της παλαιάς διαταγής, όσον αφορά το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος που έχει ένας διάδικος, όπου υπάρχει διάσταση ή αμφισβήτηση γεγονότος, όπως τούτο εξηγείται στη Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και την Fashion Box. S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, δεν έχει αλλάξει με τη νέα διαταγή. Στην τελευταία υπόθεση, η οποία καταπιάνεται με την παλαιά διαταγή, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας ενώ υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στη Vuitton, έκρινε ότι έπρεπε να επιτραπεί. Τονίστηκε πως αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ Αιτητή και Καθ' ου η Αίτηση, ο κάθε ένας από αυτούς θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που έχει το βάρος να τα αποδείξει. Έτσι, με τη νέα διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων, με δυνατότητα αντεξέτασης, θεωρείται ότι εμπίπτει στην έννοια «καλός λόγος», η έννοια του οποίου είναι ευρεία για να καθίσταται δυνατή η εισδοχή σε αυτόν της κάθε κατάλληλης περίπτωσης, όταν θα πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και να δίδεται άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πριν προχωρήσω στην εξέταση του προφορικού αιτήματος, να σημειώσω ότι δεν είναι τυχαίο και πάλι που στη Δ.48 θ.4
(2)αναφέρεται σε αίτηση (και εννοείται γραπτή αίτηση) ή προφορικό αίτημα. Ο λόγος, κατά την άποψή μου, είναι για να δίνεται η δυνατότητα στη μεν δεύτερη περίπτωση όπου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το προφορικό αίτημα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αφού ακούσει και την άλλη πλευρά, ή όπου δεν φαίνονται στο φάκελο τα γεγονότα με άμεση κατάθεση ήδη έτοιμων ενόρκων δηλώσεων, να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποφασίσει τάχιστα, αποφεύγοντας τη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Στη δε πρώτη περίπτωση, επειδή ακριβώς τα γεγονότα δεν εμφαίνονται από το φάκελο, και ίσως και του μεγέθους της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιζητείται η καταχώρισή της, καθίσταται αναγκαία η καταχώριση της γραπτής αίτησης και συνακόλουθα επίσης γραπτής ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης. Δεν θα ήταν ορθό, πιστεύω, να τεθεί υψηλά ο πήχης σε έναν Αιτητή που επιθυμεί την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αν αναλογισθεί κάποιος τη σύγχρονη και φιλελεύθερη τάση επίτρεψης τροποποίησης δικογράφου, όπως εξάγεται από τη νομολογία. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd v. Lonida (Αρ. 1)
(2010)1(Α) ΑΑΔ 195, 199 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Από την άλλη, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του τα ακόλουθα που αναφέρθησαν στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ειπώθηκαν τα εξής: «Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί.» Επίσης στην υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd. v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 ΑΑΔ 1230, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Προχωρεί μάλιστα το πρωτόδικο δικαστήριο και σημειώνει ότι οι απαντητικοί αυτοί ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν έτυχαν κατ΄ ουσία οποιασδήποτε απάντησης από τους εφεσείοντες. Και το συμπέρασμα του πρωτοδίκου δικαστηρίου είναι ότι με τους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι εφεσείοντες αναφορικά με καταβολή κάποιων ποσών στην εφεσίβλητη δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν για παράθεση, με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια, τέτοιων γεγονότων από τα οποία να δικαιολογείται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στα όσα, με σαφήνεια και πολλή λεπτομέρεια, αναφέρονται στην απαντητική ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης, τίποτε το συγκεκριμένο δεν έχουν αντιτάξει οι εφεσείοντες. Θεωρούμε αυτές τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του πρωτοδίκου δικαστηρίου ως λανθασμένα. Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αναφορικά όμως και με την ουσία των αντικρουομένων ισχυρισμών θεωρούμε ότι οι εφεσείοντες, με τους ισχυρισμούς τους για πληρωμή συγκεκριμένων ποσών έναντι του επίδικου χρέους τους, μερικά από τα οποία (ποσά) η εφεσίβλητη τράπεζα έλαβε αλλά τα πίστωσε σε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς των εφεσειόντων, είχαν δώσει επαρκή στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν θεωρηθεί, από το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι τους παρείχαν το δικαίωμα υπεράσπισης, χωρίς όρους. Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουομένων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Αλλά και μόνον αυτή η διαδικασία, της εξέτασης των αντικρουομένων ισχυρισμών, δείχνει πως οι εφεσείοντες είχαν προβάλει τέτοια στοιχεία που ήταν αρκετά για να τους δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης ώστε, στα πλαίσια της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, να προσφερθεί μαρτυρία και το δικαστήριο να προβεί στην αξιολόγησή της και στην εξαγωγή των διαπιστώσεών του.» Στην Αίτηση Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514 αναφέρονται τα εξής: «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Βέβαια, δεν είναι ίδιο το αντικείμενο, των ως άνω υποθέσεων, με αυτό της κυρίως αίτησης. Όμως, τα όσα αναφέρονται για τις πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις ισχύουν και για αυτή την υπόθεση, αφού σκοπός της ως άνω Διαταγής είναι η απλούστευση της διαδικασίας και όχι είτε με αίτηση είτε με προφορικό αίτημα να γίνονται ατέρμονες οι διαδικασίες και να καταχωρούνται σωρεία ενόρκων δηλώσεων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί εκ μέρους του κυρίου Μούντη, διαφαίνεται ότι η απόφαση στην υπόθεση 141/14, για την οποία επιθυμεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, για να φέρει εις υπόψη του Δικαστηρίου αυτήν, όπως και τα μέτρα εκτέλεσης που ακολούθησαν, επιθυμεί τούτο για να καταδείξει ότι ο διαχειριστής ενεργεί εις βάρος της περιουσίας της διαχείρισης του αποβιώσαντος και θα πρέπει να αντικατασταθεί. Η μεν απόφαση εκδόθηκε στις 25/09/14, τα δε δύο προς εκτέλεση μέτρα ήταν τον 12ο του 14 και τον 3ο του 15. Άρα, θα μπορούσαν να τεθούν, με εύλογη επιμέλεια, εκ μέρους των Αιτητών ή των δικηγόρων τους πριν από τις 17/04/15 ότε και έγινε σχετικό διάβημα. Επομένως, κρίνεται ότι υπάρχει ολιγωρία και καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και μάλιστα με δυσμενείς συνέπειες για την άλλη πλευρά, αφού σε αίτηση που καταχώρησε ο διαχειριστής της υπόθεσης για καταχώρηση δεύτερης συμπληρωματικής ένορκης δήλωση που να απαντά στη δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν έγινε αποδεκτή και απορρίφθηκε. Ως εκ τούτου, βρίσκω υπό τις περιστάσεις ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του προφορικού αιτήματος και δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό τούτο και απορρίπτεται. Ενόψει του γεγονότος, όμως, ότι δεν υπήρξε γραπτό κείμενο, είτε αίτησης, είτε ένστασης, και ο χρόνος οποίος καταναλώθηκε ήταν ελάχιστος, δεν θα εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα για το δικαστικό χρόνο που καταναλώθηκε. Με όλα όσα, πιο πάνω, εξήγησα, κρίνω ότι το προφορικό αίτημα δεν μπορεί να επιτύχει. Κατά συνέπεια απορρίπτεται, χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.