Αναφορικά με την εταιρεία HLB Cyprus Ltd (πρώην HLB Afxentiou Ltd), Αρ. Αίτησης: 592/15, 8/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A548 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 592/15 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμον Κεφ. 113, Άρθρα 203, 209, 211(στ), 213
(1), 214
(1),
(2)& 333 Και Αναφορικά με την εταιρεία HLB Cyprus Ltd (πρώην HLB Afxentiou Ltd) ---------------------------------- ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 18/09/2015 ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21/09/2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 08/12/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Κος Μ. Ηλιάδης Για Καθ' ων η Αίτηση: κος Α. Χαβιαράς ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Στις 08/09/2015 καταχωρήθηκε αίτηση διάλυσης της εταιρείας από τον μέτοχο Βάσο Θεοφυλάκτου, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 203, 209, 211(f), 213
(1), 214
(1),
(2)και 333 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, του προσώπου που έχει αναφερθεί προηγουμένως, με την οποία επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων. Στις 18/09/2015 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία οι Αιτητές αιτούνταν διαφόρων διαταγμάτων και στις 21/09/2015 που ήταν ορισμένη και το Δικαστήριο της επιλήφθηκε, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάττετο και επιτρέπετο η αποπαγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών υπ' αριθμό 018211012028 και 357011927195 της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και συνάμα απαγόρευε στην τράπεζα να παγοποιεί και/ή να απαγορεύει την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών που αναφέρονται ανωτέρω. Επίσης όπως όλες οι πληρωμές των Αιτητών που θα γίνονται από τους πιο πάνω λογαριασμούς, μετά την αποπαγοποίησή τους, επικυρωθούν και επικυρώνοντο και διέτατται την προκαταβολική επικύρωση όλων των πληρωμών των Αιτητών, από τους επίδικους λογαριασμούς, μετά την αποπαγοποίησή τους, μέχρι ακροάσεως και τελικής αποπεράτωσης και μέχρι της εκδίκασης της κυρίως αίτησης για εκκαθάριση ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης διατάττετο όπως το διάταγμα επιδίδετο στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στον Αιτητή στην κυρίως αίτηση. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 29/09/2015, ημέρα κατά την οποία εμφανίστηκε ο κ. Χαβιαράς και ζητήθηκε χρόνος να καταχωρηθεί ένσταση, όπως και έγινε, με οδηγίες όπως παραμείνει σε ισχύ μέχρι την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης. Η ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 04/11/2015, η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1-3, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς άρθρα 3 και 4, στους Περί Εκκαθάρισης Κανονισμούς 1993 Καν. 88, 89 και 92, στα άρθρα 209 έως 218 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Με αυτήν προβάλλονται 6 λόγοι ένστασης οι οποίοι καταγράφονται: «1. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν δείχνει καλό λόγο γιατί να εκδοθούν ή να διατηρηθούν τα αιτούμενα διατάγματα. 2. Δεν παρέχονται ή δεν αποκαλύπτονται επαρκείς λόγοι γιατί θα πρέπει η HLB να τύχει διαφορετικού χειρισμού από ότι προνοείται στο άρθρο 216 του περί Εταιρειών Νόμου. 3. Η τυχόν απαλλαγή της HLB από τα αποτελέσματα του άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου δεν μπορεί να γίνεται a priori και υπό την μορφή λευκής επιταγής. 4. Η HLB προφανώς χειρίζεται τους επίδικους λογαριασμούς κατά τρόπο που επιβαρύνει τόσο την οικονομική κατάσταση της ίδιας όσο και των εγγυητών της στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Θεοφυλάκτου. 5. Η ως άνω αίτηση δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσει το δικαστήριο την ευχέρεια του υπέρ της HLB. 6. Η αποπαγοποίηση λογαριασμών εταιρείας που είναι αντικείμενο αίτησης διάλυσης δεν μπορεί να αποφασιστεί ή δεν μπορεί τελεσίδικα να αποφασιστεί προτού ακουστούν και οι πιστωτές της Εταιρείας αφού το διάταγμα αποπαγοποίησης επηρεάζει άμεσα τα δικά τους συμφέροντα.» Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, η οποία καταγράφεται ως έχει και επισυνάπτονται με αυτήν διάφορα Τεκμήρια: «Εγώ ο Βάσος Θεοφύλακτου από την Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Είμαι ο αιτητής στην κυρίως αίτηση ημερ. 8/9/15 (η «Κυρίως Αίτηση») και γνωρίζω τα γεγονότα που αφορούν την εν τω τίτλω αίτηση και για τα οποία ορκίζομαι την παρούσα ένορκη δήλωση. 2. Τα όσα ορκίζομαι πιστεύω είναι ορθά και αληθινά. 3. Έχω διαβάσει την αίτηση των HLB Cyprus Ltd (πρώην HLB Afxentiou Ltd) (η «Εταιρεία»), Κώστα Αυξεντίου, Πολύβιου Πολυβίου, Στέλιου Προδρομίτη και Μάριου Χατζηχάννα (οι «Αιτητές») ημερ. 6/10/15 και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει (η «Αίτηση Διαιτησίας») και αρνούμαι το περιεχόμενο τους. 4. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω για τους σκοπούς αυτής της ένστασης τα όσα αναφέρω στην ένορκη δήλωση μου που υποστηρίζει την Κυρίως Αίτηση και η οποία βρίσκεται στο φάκελο δικογραφίας (η «Αρχική ΕΔ»). 5. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τους εξειδικευμένους λόγους ένστασης που παρατίθενται στην ένσταση στην Αίτηση Διαιτησίας. Συγκεκριμένα: (
- i)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Διαιτησίας αντί να εξηγεί για ποιους λόγους είναι δεσμευτική η ισχυριζόμενη ρήτρα διαιτησίας ή για ποιους λόγους είναι προσφορότερη η παραπομπή σε διαιτησία παρά η δικαστική κρίση ασχολείται με τις ισχυριζόμενες παραβάσεις καθήκοντος εκ μέρους μου τις οποίες βεβαίως αρνούμαι και απαντώ επαναλαμβάνοντας τα όσα περιέχονται στην Αρχική ΕΔ. Κατά συνέπεια η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Διαιτησίας δεν δείχνει καλό λόγο γιατί να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (
- ii)Αντικείμενο της Κυρίως Αίτησης είναι κατά πόσο η Εταιρεία θα διαλυθεί και κατά πόσο ο Σπύρος Ευαγγέλου που κατέχει την εκτίμηση των μετοχών βάσει του καταστατικού της Εταιρείας θα την αποκαλύψει για να χρησιμοποιηθεί στην εξαγορά των μετοχών μου που οι Αιτητές φαίνεται να θεωρούν και αποδέχονται ως υποχρεωτική για αυτούς. Η ρήτρα διαιτησίας δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε διαφορά εν γένει όπως επιχειρούν να παρουσιάσουν οι Αιτητές αλλά αναφέρεται σε διαφορά «αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας και ή του καταστατικού» ή αναφορικά με πράξεις ή παραλήψεις σε σχέση «με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από την συμφωνία και/ή το καταστατικό». Είναι προφανές ότι η ρήτρα διαιτησίας στοχεύει στην επίλυση διαφορών ώστε να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία και συνέχιση της Εταιρείας μεταξύ των διαφωνούντων μετόχων και όχι στο κατά πόσο θα διαλυθεί ή όχι η Εταιρεία. Κατά συνέπεια η ρήτρα διαιτησίας δεν τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της εν τω τίτλω διαδικασίας ήτοι δεν προσφέρεται ως δίοδος επίλυσης των επίδικων θεμάτων. (iii) Ο κ Σπύρος Ευαγγέλου έχει αποχωρήσει από τον Δικηγορικό Συνεταιρισμό Αλέκος Ευαγγέλου & Σία. Ταυτόχρονα ο Δικηγορικός Συνεταιρισμός Αλέκος Ευαγγέλου & Σία έπαυσε να ασκεί δικηγορία την οποία τώρα ασκεί η Δικηγορική Εταιρεία Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ η οποία είναι άλλη χωριστή νομική προσωπικότητα στην οποία δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στην ρήτρα διαιτησίας. Επομένως η ρήτρα διαιτησίας που επικαλούνται οι Αιτητές έχει καταστεί ανενεργή αφ ενός συνεπεία του ότι ο Σπύρος Α. Ευαγγέλου (που είχε διοριστεί ως διαιτητής συνεπεία της ιδιότητας του ως συνεταίρου στον Δικηγορικό Συνεταιρισμό Αλέκος Ευαγγέλου & Σία) έπαυσε να είναι τέτοιος συνεταίρος και αφ ετέρου γιατί ο Δικηγορικός Συνεταιρισμός Αλέκος Ευαγγέλου & Σία έπαυσε να υπάρχει ή και να λειτουργεί ως δικηγορικός συνεταιρισμός. (
- iv)Όπως προκύπτει σαφώς από την ένορκη δήλωση σε υποστήριξη σε αίτηση διαιτησίας προέκυψαν οι διαφορές τις οποίες σήμερα οι Αιτητές θέλουν να παραπέμψουν σε διαιτησία. Αν όμως ανατρέξουμε στην συμπεριφορά των αιτητών πριν την καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης διαπιστώνουμε ότι δεν παρέπεμψαν τις διαφορές σε διαιτησία αλλά επέλεξαν να ενεργήσουν μονομερώς και να με αποβάλουν. Συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου και πιστεύω ότι η εν λόγω συμπεριφορά των Αιτητών συνιστά εμπόδιο ένεκα συμπεριφοράς και εμποδίζονται να επικαλούνται την ρήτρα διαιτησίας αφού όταν προέκυψαν οι διαφορές μαζί μου δεν επεδίωξαν την επίλυση τους μέσω διαδικασίας διαιτησίας αλλά την αγνόησαν και την παραγκώνισαν λαμβάνοντας οι ίδιοι μονομερώς απόφαση αποβολής και/ή αποπομπής μου. (ν) Συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου και πιστεύω ότι η αίτηση διάλυσης εταιρείας καταλήγει σε πραγματοπαγή απόφαση του δικαστηρίου που είναι δεσμευτική έναντι πάντων (in rem judgment) και επομένως δεν μπορεί να αποφασιστεί ερήμην άλλων ενδιαφερομένων προσώπων ως είναι οι πιστωτές της Εταιρείας στα πλαίσια κλειστής και ιδιωτικής διαδικασίας διαιτησίας το αποτέλεσμα της οποίας δεν έχει δυνατότητα να δεσμεύει οποιουσδήποτε άλλους παρά τους συμβαλλομένους στο συμφωνητικό διαιτησίας (in personam). (
- vi)Οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν ποιαν ακριβώς διαφορά επιδιώκουν να παραπεμφθεί στην διαιτησία με αποτέλεσμα η αίτηση τους να παραμένει αόριστη. 6. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι η απουσία των άλλων πιστωτών της Εταιρείας από την διαδικασία της Αίτησης Διαιτησίας συνιστά από μόνο του επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης.» Αφού δόθηκαν κάποιες ημερομηνίες, κατόπιν παρακλήσεως των δικηγόρων, με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης, που τελικά δεν επήλθε, η αίτηση και το διάταγμα προωθήθηκαν σε ακρόαση σήμερα. Βασικός ισχυρισμός, της διατήρησης του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ και του δικαίου της έκδοσης μονομερώς του ανωτέρω αναφερθέντος διατάγματος, είναι ότι ο Καθ' ου η Αίτηση προέβη σε ενέργειες οι οποίες ήταν αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρείας και των άλλων μετόχων και με βάση το άρθρο 10 της συμφωνίας μετόχων, Τεκμήριο 2 στην αίτηση διάλυσης, θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία της Διαιτησίας και όχι η πορεία που ακολούθησε ο Καθ' ου η Αίτηση με την καταχώρηση αίτησης διάλυσης της εταιρείας. Μέχρι δε, εκδίκασης της άλλης αίτησης, που αφορά την αναστολή της διαδικασίας της κυρίως αίτησης και παραπομπής σε Διαιτησία, αφού πρόκειται για μια ζώσα εταιρεία, θα πρέπει να παραμείνει το εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ μέχρι τότε. Άλλως πως, αν δεν γίνει τούτο, η εταιρεία δεν θα μπορεί να λειτουργήσει και ουσιαστικά θα καταρρεύσει. Από την άλλη, ο κύριος ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση είναι ότι δεν θα πρέπει αυτός να βρεθεί σε δυσμενή θέση, ένεκα του ότι εξακολουθεί να είναι μέτοχος της εταιρείας, έστω και αν τον έχουν διαπομπεύσει από Διευθυντή και δεν λαμβάνει μέρος στα δρώμενα της εταιρείας, αφού με αυτόν τον τρόπο είναι πιθανόν να γίνουν τέτοιες ενέργειες που θα ζημιωθεί. Στην αγόρευσή του, ο δικηγόρος των Αιτητών, αφού προέβη στην ανάλυση της νομικής πτυχής της αίτησης, με αναφορά στις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, όπως και σε αναφορά σε γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα αίτηση και την παραπομπή του Δικαστηρίου σε σχετικές αποφάσεις, ζήτησε όπως καταστεί απόλυτο το διάταγμα. Από την άλλη, ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση, στην αγόρευσή του, αφού αναφέρεται στους λόγους ένστασης, ακολούθως αναφέρει ότι οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί λειτουργούν με την εγγύηση των εγγυητών, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος παρέλαβε, υπό την ιδιότητά του ως εγγυητής, επιστολές από την Τράπεζα Κύπρου ημερομηνίας 03/04/2015 και 03/09/2015, με τις οποίες τον ενημερώνουν ότι οι επίδικοι λογαριασμοί παρουσιάζουν καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά ότι δεν είναι ορθή η αναφορά του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση, στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, για υποδειγματική διαχείριση των λογαριασμών. Εισηγήθηκε ότι δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για συνέχιση ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει διαφορετικά, προέβη σε συγκεκριμένες εισηγήσεις πως θα πρέπει να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να δώσει λευκή επιταγή στους Αιτητές. Να σημειωθεί εξ αρχής όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερ. 5.6.2015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση Διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του Διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιονδήποτε Παρεμπίπτον Διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Για την επιτυχή κατάληξη της Αίτησης, δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σε οιονδήποτε Παρεμπίπτον Διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 CLR 557). Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 132). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ' αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ' αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 CLR 341, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ''Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 225, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, Αριστοτέλους κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, Ανδρέου v. Colossos Sings Ltd
(2009)1 AAΔ 1040, Κίτσιος κ.ά. v. A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1262, Κυριακίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2011)1(Β) 1 ΑΑΔ 816, Μελάνθιου v Μελάνθιου,
(2011)1(Γ) 1 ΑΑΔ 2342 και Αποστόλου v. Ιωάννου,
(2012)1(Α) 1 ΑΑΔ 604. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (B) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής (βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 CLR 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν' απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο Διάταγμα και ο Αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του Εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα Προσωρινό Διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτήν της Αγωγής έτσι ώστε ν' αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές (βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 CLR 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και την υπόθεση Re Χ''Κωνσταντή
(1988)1 ΑΑΔ 2187). Το βάρος είναι στον Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός Διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 ΑΑΔ 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του Προσωρινού Διατάγματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (No.2) v. Σαββίδης
(1979)1 AAΔ 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 WLR 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 σελ. 285-266). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο για το θέμα αυτό ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής και/ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 ΑΑΔ 225, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation,
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α.,
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Στην υπόθεση (T.A. Micrologic consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό Διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Design Ltd), ο έντιμος Δικαστής κ. Καλλής υιοθέτησε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653, όπου λέχθηκε ότι: «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το Διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.» Σε Αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858). Στην υπόθεση Recknex Trading Limited κ.ά. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Πολιτική Έφεση 71/11 ημερομηνίας 16/04/14 αναφέρεται ότι: «Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση Χατζήγαβριηλ κ.ά. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 606, εξετάζοντας το θέμα του κατεπείγοντος λέχθηκε ότι: «η καθυστέρηση των σχεδόν επτά μηνών έδειχνε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το επείγον, παρατηρούμε ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που συνόδευε την αίτηση, το χρέος ως λίγο πριν από την αγωγή δεν αμφισβητείτο και μάλιστα έγινε από τον 1ον εφεσείοντα προς την εφεσίβλητη πρόταση σταδιακής πληρωμής αλλά στο τέλος υπήρξε εκ μέρους του υπαναχώρηση με την αποποίηση ή άρνηση ευθύνης, οπότε κινήθηκε η αγωγή. Το ότι λοιπόν δεν κινήθηκε η αγωγή νωρίτερα δικαιολογείτο από το ότι οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιουργούσαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει βέβαια να ενθαρρύνεται. Όταν, κατόπιν μεταβολής στη στάση του 1ου εφεσείοντος εμφανίστηκε αδιέξοδο και κατέστη αναπόφευκτη η καταχώριση της αγωγής, πρόβαλλε τότε φυσιολογικά υπαρκτός και άμεσος ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων προς τα οποία στρεφόταν η μονομερής αίτηση για εξασφάλιση πληρωμής σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να επικριθεί ο χειρισμός στον οποίο προέβη το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, στην οποία αναφέρθησαν τα πιο κάτω: «.οι εφεσείοντες κατά τον υπολογισμό του διαρρεύσαντος χρόνου παραλείπουν να αναφερθούν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία που έγινε σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους, η οποία πήρε κάποιο χρόνο. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση.» Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, αναφέρθηκε ότι: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων".» Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης ότι «η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν δείχνει καλό λόγο γιατί να εκδοθούν μονομερώς ή να διατηρηθούν τα αιτούμενα διατάγματα», το Δικαστήριο, χωρίς ενδοιασμό, αναφέρει ότι, πρώτο, γίνεται αναφορά στο επείγον που επήλθε μετά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης και την επίδοση αυτής στην τράπεζα, η οποία ειδοποίησε τους Αιτητές ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει τη λειτουργία των λογαριασμών της εταιρείας και άρα η εταιρεία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει, αν δεν εκδίδετο το διάταγμα αποπαγοποίησης και θα κατέρρεε. Επίσης γίνεται αναφορά σε διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους, την ευθύνη των οποίων αποδίδουν στον Καθ' ου η Αίτηση, όπως και η κατά την άποψή τους παραπομπή των διαφορών σε Διαιτησία. Αυτά τα οποία αναφέρονται ανωτέρω αποτελούν μέρος του δικαιολογητικού απόρριψης του δεύτερου λόγου ένστασης, στον οποίο αναφέρεται ότι «δεν παρέχονται ή δεν αποκαλύπτονται επαρκείς λόγοι γιατί θα πρέπει η εταιρεία να τύχει διαφορετικού χειρισμού από ότι προνοείται στο άρθρο 216 του περί Εταιρειών Νόμου», στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγωγίμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών, ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Να σημειώσω εδώ ότι, δεν φαίνεται οι περιστάσεις της περίπτωσής μας, να είναι άμεσα σχετικές με αυτήν τη Διάταξη, υπό την έννοια ότι δεν φαίνεται να εμπίπτουν σε αυτήν και ο λόγος που ζητήθηκε η έκδοση του διατάγματος αποπαγοποίησης είναι η συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας όπως και προηγουμένως όταν λάμβανε μέρος και ο Καθ' ου η Αίτηση ως μέτοχος και τίποτε περισσότερο. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης, «η τυχόν απαλλαγή της HLB από τα αποτελέσματα του άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου δεν μπορεί να γίνεται a priori και υπό την μορφή λευκής επιταγής», θα συμφωνήσω ότι δεν θα πρέπει ένα τέτοιο διάταγμα να δίνεται υπό μορφή λευκής επιταγής αλλά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μετόχου εκείνου ο οποίος έχει βρεθεί εκτός του κέντρου λήψεων αποφάσεων. Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο ένστασης, «η HLB προφανώς χειρίζεται τους επίδικους λογαριασμούς κατά τρόπο που επιβαρύνει τόσο την οικονομική κατάστασης της ίδιας όσο και των εγγυητών της στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Θεοφυλάκτου», με την έκδοση του διατάγματος δεν φαίνεται ότι επιβαρύνεται η οικονομική κατάσταση της εταιρείας και των εγγυητών σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι ήταν, όταν ο Καθ' ου η Αίτηση λάμβανε μέρος στη λήψη αποφάσεων εκ μέρους της εταιρείας. Απεναντίας, εκείνο που ζητήθηκε ήταν να συνεχίσει να λειτουργεί η εταιρεία, με βάση αυτούς τους δύο λογαριασμούς, όπως και προηγουμένως. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε ότι δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσει το δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια του υπέρ της διατήρησης των διαταγμάτων, ως αναφέρεται στον πέμπτο λόγο ένστασης, καθότι σε αντίθετη περίπτωση αυτόματα θα κατέρρεε η εταιρεία και οι συνέπειες θα ήταν πολύ δυσμενέστερες, από ότι στην περίπτωση που συνεχίσει τη λειτουργία της η εταιρεία και επίσης θα ήταν επιζήμια και σε σχέση με τα ίδια τα συμφέροντα του Καθ' ου η Αίτηση. Επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο ο έκτος λόγος ένστασης, ο οποίος αναφέρει ότι «η αποπαγοποίηση λογαριασμών εταιρείας που είναι αντικείμενο αίτησης διάλυσης δεν μπορεί να αποφασιστεί ή δεν μπορεί τελεσίδικα να αποφασιστεί προτού ακουστούν και οι πιστωτές της Εταιρείας αφού το διάταγμα αποπαγοποίησης επηρεάζει άμεσα τα δικά τους συμφέροντα», αφού η Τράπεζα Κύπρου, στην οποία τηρούνται οι δύο λογαριασμοί, δεν φαίνεται να ενδιαφέρθηκε να λάβει μέρος στη διαδικασία. Επομένως, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τούτο έχει αποδειχθεί αφού, ακριβώς με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των δύο πλευρών, αναδύεται η μεταξύ τους διαφορά που φαίνεται να είναι σοβαρή. Επίσης φαίνεται να υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ένστασης, με βάση τους ισχυρισμούς των Αιτητών, αφού του αποδίδουν συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές, αντίθετες με τα συμφέροντα της εταιρείας. Επομένως πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση και εδώ δεν έχει κανένα ενδοιασμό το Δικαστήριο να αναφέρει ότι σίγουρα θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού, αν δεν συνεχιστεί η ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η εταιρεία θα οδηγηθεί σε κατάρρευση και σε παύση των λειτουργιών της. Το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο η συνέχιση ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, σχετικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, είναι και οι ακόλουθοι: (α) Η καθυστέρηση. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει καθυστέρηση, αφού η αίτηση διάλυσης καταχωρήθηκε στις 08/09/2015 και η αίτηση για έκδοση του σχετικού διατάγματος καταχωρήθηκε στις 18/09/
- (β) Οι αποζημιώσεις. Όσον αφορά αυτόν τον παράγοντα, αν και δεν φαίνεται να μπορούν να υπολογιστούν, αλλά και αν μπορούσαν να υπολογιστούν, σε αυτή την περίπτωση δεν είναι το δεσπόζον στοιχείο, αλλά δεσπόζον στοιχείο είναι ποια από τις δύο πλευρές θα υποστεί τη μεγαλύτερη ζημιά, όπως και ποια από τις δύο πλευρές θα μπορούσε να αποζημιώσει την άλλη πλευρά από τη συνέχιση ή μη συνέχιση της ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο, φαίνεται ότι η εταιρεία είναι σε θέση να αποζημιώσει την άλλη πλευρά. Όσον αφορά τη ζημιά που θα υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά, από τη συνέχιση της ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, φαίνεται ότι η μη συνέχιση ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος θα έχει άμεσα δυσμενείς συνέπειες στους Αιτητές, από τη μη συνέχιση της ισχύς του, ενώ αν συνεχιστεί η ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, οι όποιες ζημιές τυχόν επέλθουν στον Καθ' ου η Αίτηση δεν θα είναι στον ίδιο βαθμό με αυτές των Αιτητών. (γ) Το status quo Ένας άλλος παράγοντας, όπου φαίνεται να είναι ισοσταθμισμένοι οι άλλοι παράγοντες, που εδώ δεν είναι αλλά βαρύνουν υπέρ των Αιτητών, που συνήθως λαμβάνει το Δικαστήριο υπόψη, είναι η διατήρηση του status quo. Σε αυτή την περίπτωση, έχοντας υπόψη τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, θα ήταν ορθότερο όπως η εταιρεία παραμείνει σε λειτουργία, ως ζώσα εταιρεία που είναι και παραμείνει η κατάσταση ως είχε πριν την αποπομπή του Καθ' ου η Αίτηση. Έχοντας υπόψη και την Αίτηση Νίκου Χριστοφή, Πολιτική Αίτηση 153/13, ημερομηνίας 09/08/2013, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως φανερώνεται από το λεκτικό του άρθρου 216, εκείνο που απαγορεύεται είναι η διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, η αλλαγή της υπόστασης των μελών αυτής και η μεταβίβαση μετοχών ούτως ώστε να μην αλλοιώνεται το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της εταιρικής αίτησης για διάλυση, ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας. Δεν απαγορεύεται η λειτουργία της εταιρείας ως ζώσας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης για διάλυση.» Και άλλο απόσπασμα που καταγράφεται πιο κάτω: «Σχετική παραπομπή για την εμβέλεια και έννοια του άρθρου 216, γίνεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα στον Pennington: Company Law 3η έκδ. σελ. 701 και 704-707, όπου και μνημονεύεται η υπόθεση Re Wiltshire Iron Co
(1868)3 Ch. App. 443, απ΄ όπου και το εξής σχετικό απόσπασμα: «This is a wholesome and necessary provision, to prevent, during the period which must elapse before a petition can be heard, the improper alienation and dissipation of the property of a company in extremis. But where a company actually trading, which it is in the interests of everyone to preserve, and ultimately to sell, as a going concern, is made the object of a winding up petition which may fail or may succeed, if it were to be supposed that transactions in the ordinary course of its current trade, bona fide entered into and completed, would be avoided, and would not in the discretion given to the court, be maintained, the result would be that the presentation of a petition, groundless or well-founded, would, ipso facto, paralyze the trade of the company, and great injury, without any counter-balance of advantage, would be done to those interested in the assets of the company.» Κατά δεύτερο λόγο, είναι πλέον σαφές ότι προσωρινό διάταγμα μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε διάδικο, πάντοτε υποκείμενο βέβαια στην έγκριση του Δικαστηρίου, μετά την τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 17(Ι)/2004, με ισχύ από 20.2.2004, με τον οποίο η λέξη «ενάγων» αντικαταστάθηκε με τις λέξεις «ο αιτών διάδικος» στην επιφύλαξη του εδαφίου
(1)του άρθρου 32, και συναφή τροποποίηση στο εδάφιο
(3). Επομένως, η αντίληψη ότι η εταιρεία ως διάδικος στην κυρίως εταιρική αίτηση δεν μπορούσε να αιτηθεί διάταγμα δεν είναι δόκιμη και το κατώτερο Δικαστήριο δεν ενήργησε καθ΄ υπέρβαση ή με έλλειψη δικαιοδοσίας γι΄ αυτό και μόνο το λόγο. Είναι δε φανερό ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο που ανέλαβε την εξέταση του θέματος κατά τις θερινές διακοπές όσον αφορά την αίτηση ημερ. 3.7.2013 του αιτητή για συμπλήρωση ή διόρθωση της εταιρικής αίτησης, αλλά και της αίτησης της εταιρείας για αποπαγοποίηση, είχε τη δικαιοδοσία να επιληφθεί των ζητημάτων συμφώνως του άρθρου 209 του Κεφ. 113, αλλά και να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, συμφώνως της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(1)του άρθρου, «τηρουμένων του περί Δικαστηρίων Νόμου», ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η διαδικασία δεν θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου ή Επαρχιακού Δικαστή και η Ανώτερη Επαρχιακή Δικαστής που εξέτασε το ζήτημα έσφαλε στην κρίση της όταν σημείωσε στο πρακτικό ημερ. 19.7.2013 ότι δεν θα μπορούσε να εκδίκαζε την αίτηση ημερ. 3.7.2013, διότι η κυρίως εταιρική αίτηση αφορούσε επίδικο θέμα άνω των δύο εκατομμυρίων ευρώ «και εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου». Άλλωστε, η ίδια αμέσως μετά εξέδωσε το προσβαλλόμενο Διάταγμα παγοποίησης. Όσον αφορά το ζήτημα ότι εκδόθηκε το διάταγμα ημερ. 23.7.2013 για αποπαγοποίηση εναντίον μη διαδίκου, αυτό αποτελούσε θέμα που αναγόταν στη διακριτική κρίση και ευχέρεια του Δικαστηρίου και δεν ελέγχεται με προνομιακό ένταλμα. Διακριτική ευχέρεια σημαίνει στάθμιση δεδομένων και γεγονότων και απόφαση επ΄ αυτών προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Τέτοια διακριτικής ευχέρειας κρίση εκφεύγει του προνομιακού ελέγχου, (δέστε Ξάνθος Λυσιώτης
(1996)1 Α.Α.Δ. 1064 και Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Τ & Μ Οικονόμου και Υιός για Certiorari, Πολ. Αίτηση αρ. 13/2011, ημερ. 31.1.2011). Ακόμη και λανθασμένη bona fide ερμηνεία νομοθετήματος δεν αποτελεί λόγο για λήψη άδειας κατά προνόμιο. Η υπόθεση Travel Wise Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 996, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Κούτρας, πέραν του ότι αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση που επήλθε με το Νόμο αρ. 17(Ι)/2004, είχε αναγωγή σε διάφορα γεγονότα από την παρούσα υπόθεση. Εκεί είχε δοθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης για ενδεχόμενη έκδοση εντάλματος certiorari στην Travel Wise Ltd, της οποίας δεσμεύτηκαν λογαριασμοί μετά από αίτηση εναγόντων σε αγωγή εναντίον άλλου διάδικου ως εναγομένου για διαφορά που καμιά σχέση δεν είχε με την Travel Wise Ltd και ούτε αναφερόταν στην αγωγή ή στην αίτηση των εναγόντων για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκεί μάλιστα ήταν η ίδια η επηρεαζόμενη, η Travel Wise Ltd, που αιτήθηκε της προνομιακής άδειας παραπονούμενη για τον κάθετο επηρεασμό και δέσμευση του λογαριασμού της (λέχθηκε στο σκεπτικό της απόφασης ότι εκ λάθους φαίνεται οι ενάγοντες στράφηκαν εναντίον της), ενώ εδώ ο επηρεαζόμενος τρίτος, η Τράπεζα Κύπρου, δεν διατύπωσε παράπονο, αλλά αντίθετα δέχθηκε το διάταγμα αποπαγοποίησης ώστε να είναι καλυμμένη ότι οι πληρωμές από τους λογαριασμούς της εταιρείας θα γίνονταν κατόπιν σχετικού Δικαστικού Διατάγματος. Ως δε περαιτέρω αναφέρεται στη σχετική ένορκη δήλωση της εταιρείας, η οποία ως διάδικος στην κυρίως αίτηση προέβηκε στο διάβημα αποπαγοποίησης, η εταιρεία είναι φερέγγυα και η παγοποίηση των λογαριασμών μετά την ενημέρωση της Τράπεζας Κύπρου από τον αιτητή, θα συνεπαγόταν την άμεση καταστροφή της εταιρείας εφόσον θα την εμπόδιζε από του να πληρώνει τις συνεχείς υποχρεώσεις της συναρτώμενες προς τα λειτουργικά της έξοδα, ενώ δεν θα μπορούσε ούτε να τιμήσει δεσμεύσεις της εναντίον τρίτων για έργα που ανέλαβε και δεν θα μπορούσε ούτε να καλύψει επιταγές εκδομένες εκ των τραπεζικών της λογαριασμών. Λέγει ο κ. Κούτρας ότι υπήρξε συμπαιγνία κατ΄ ουσίαν μεταξύ της εταιρείας και της Τράπεζας Κύπρου, αλλά αυτό δεν μπορεί να πιστοποιηθεί από τα όσα έχει ενώπιον του το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Το ότι η Τράπεζα Κύπρου παγοποίησε τους λογαριασμούς της εταιρείας ήταν μια εσωτερική της απόφαση, η οποία δεν αναθεωρείται εδώ, ενώ σημειώνεται ότι και η εταιρεία καταλογίζει στον αιτητή, μέσω της αίτησης για αποπαγοποίηση, ότι επί σκοπώ ο αιτητής ενημέρωσε την Τράπεζα Κύπρου για την εταιρική αίτηση διάλυσης ώστε να παγοποιηθούν οι λογαριασμοί της εταιρείας ασφυκτιώντας τις εργασίες της ως μοχλό πίεσης. Ο αιτητής διά του συνηγόρου του εισηγείται προσυνεννόηση μεταξύ εταιρείας και Τράπεζας Κύπρου, επικαλείται δε δηλώσεις της συνηγόρου της Τράπεζας ενώπιον του Δικαστηρίου που δεν απαντώνται στα πρακτικά. Αναφέρθηκε όμως από το παρόν Δικαστήριο κατά την ακρόαση ότι τα πρακτικά θα έπρεπε εν προκειμένω να διορθωθούν με σχετική αίτηση στο κατώτερο Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, προτού οι θέσεις αυτές μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο ο αιτητής ενίσταται στην αποπαγοποίηση των λογαριασμών που μόνο προς όφελος της εταιρείας μπορεί να λειτουργήσει και κατ΄ επέκταση και του ιδίου, όπως ρητά αναφέρεται στο απόσπασμα που παρατέθηκε πιο πάνω από την υπόθεση Wiltshire Iron Co Ltd, ενώ και ο ίδιος ο αιτητής, όπως είχε δηλώσει ο κ. Κούτρας στο πρακτικό ημερ. 19.7.2013, δεν είχε ζητήσει την παγοποίηση των λογαριασμών.», κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και να συνεχίσει η ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, η οποία όμως θα είναι υπό τους ακόλουθους όρους:
(1)Θα επιτρέπονται οι πληρωμές για το ενοίκιο των υποστατικών της εταιρείας.
(2)Θα επιτρέπονται οι πληρωμές μισθών, κοινωνικών ασφαλίσεων, φόρου εισοδήματος ή άλλων υποχρεώσεων προς το κράτος ή ημικρατικούς οργανισμούς ή κοινοτικές αρχές.
(3)Θα πληρώνονται όλα τα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας και εν πάση περιπτώσει σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούν να υπερβούν, τα πιο πάνω, το ύψος παροχής διευκολύνσεων των δύο συγκεκριμένων λογαριασμών, δηλαδή ο ένας μέχρι 300.000 και ο άλλος μέχρι 500.000. Επιδικάζονται €1.200 έξοδα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο