R.T.GARAGE & SERVICES LTD ν. GR.V.NORTH FRUIT LTD (υπό διαχείριση) κ.α., Αγ. Αρ:. 2950/14, 23/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A592 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ. Αγ. Αρ:. 2950/14 ΜΕΤΑΞΥ:- R.T.GARAGE & SERVICES LTD Ενάγουσα - και -
- GR.V.NORTH FRUIT LTD (υπό διαχείριση)
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 16.12.2014 για έκδοση διατάγματος παραμερισμού απόφασης Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2015 Για τους Εναγόμενους 1 & 2 - Αιτητές: κα. Χαραλάμπους Για την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση: κ. Διομύδους ------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.5.2014 η Ενάγουσα (στο εξής η "Καθ΄ης η Αίτηση") καταχώρησε την πιο πάνω αγωγή εναντίον των Εναγομένων και απαιτούσε €8,265,82, ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και/ή πώλησης αγαθών και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού. Η Εναγόμενη 1, ενάχθηκε ως η χρεώστης, ενώ ο Εναγόμενος 2, ως, αφενός ο διαχειριστής της Εναγομένης 1, και αφετέρου, ως πρόσωπο που ανέλαβε προσωπικά ευθύνη καταβολής του οφειλομένου από την Εναγομένη 1 ποσού. Οι εναγομένοι 1 και 2, στο εξής θα αποκαλούνται «οι Αιτητές». Στις 9.7.2014 η Καθ΄ης η Αίτηση εξασφάλισε απόφαση εναντίον των Αιτητών, στα πλαίσια αίτησης της λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τους τελευταίους. Στις 16.12.2014, οι Αιτητές καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιδιώκουν ουσιαστικά την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 9.7.2014 εναντίον τους. Η αίτηση, βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.17 θ.θ. 3, 5, 7 και 10, Δ.26 θ.14, Δ.48 θ.θ.1- 9, Δ.64, καθώς επίσης και στην διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύουν δυο ένορκες δηλώσεις, αμφότερες ημερομηνίας 16/12/
- Η μια έχει ως ομνύοντα τον Σάββα Βασιλείου, δικηγόρο στο Δικηγορικό Γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές και άλλη τον εναγόμενο
- Με την πρώτη ένορκη δήλωση, οι Αιτητές επιχειρούν μέσα από τις αναφορές του κυρίου Βασιλείου να δικαιολογήσουν, αφενός τον λόγο μη καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή και αφετέρου, την παρέλευση έξι περίπου μηνών από την ημέρα επίδοσης της αγωγής, μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Με την δεύτερη και δη την ένορκη δήλωση του εναγομένου 2, οι Αιτητές επιχειρούν να αποδείξουν, ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και νομιμοποιούνται να ζητούν το αιτούμενο διάταγμα παραμερισμού. Ως προς την καθυστέρηση και γενικά την στάση που τήρησαν οι Αιτητές, από την ημέρα επίδοσης της αγωγής, μέχρι και την καταχώρηση υπό εξέτασης αίτησης, ο κύριος Βασιλείου, συνοπτικά, αναφέρει τα ακόλουθα. Περί τον Ιούνιο του 2014 το σύστημα πληροφορικής του Δικηγορικού Γραφείου που εκπροσωπεί τους Αιτητές, δέχθηκε επίθεση από χάκερς (hackers), οι οποίοι κατάφεραν να διεισδύσουν σε όλα τα ηλεκτρονικά προγράμματα του εν λόγω Δικηγορικού Γραφείου περιλαμβανομένων και των προγραμμάτων παρακολούθησης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (τύπου Microsoft Οutlook). Συνεπεία της εν λόγω παρέμβασης, δεν κατέστη δυνατή η λήψη συγκεκριμένης οδηγίας που στάλθηκε, μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, από τον εναγόμενο 2, για σκοπούς καταχώρησης εμφάνισης, εκ μέρους των Αιτητών, στην υπό εξέταση αγωγή. Αναφέρει ακόμα ότι, συνεπεία του γεγονότος ότι το Δικηγορικό Γραφείο στο οποίο εργάζεται εμφανίζεται για λογαριασμό των Αιτητών και σε πολλές άλλες υποθέσεις που αντιμετωπίζουν, ο εναγόμενος 2, έχει στο παρελθόν προϋπογράψει σχετικά διοριστήρια δικηγόρου, τα οποία χρησιμοποιούνται από το εν λόγω Δικηγορικό Γραφείο, αφού προηγουμένως συμπληρωθούν κατάλληλα, για σκοπούς καταχώρησης εμφάνισης σε διάφορες υποθέσεις για τις οποίες, ο εναγόμενος 2, θα δώσει συγκεκριμένες οδηγίες. Ως ισχυρίζεται ο κύριος Βασιλείου, θέση που εν πάση περιπτώσει προβάλει και ο Εναγόμενος 2 στην δική του ένορκη δήλωση, στις 17.6.14, επιδόθηκε η αγωγή, τόσο στον Εναγόμενο 2, όσο και στην Εναγομένη 1, στο γραφείο που διατηρεί ο πρώτος (ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διορισμένος, δυνάμει ομολόγου πιστωτή της Εναγομένης 1, διαχειριστής-παραλύπτης της τελευταίας) και την επομένη ημέρα, απέστειλε (ο Εναγόμενος 2) σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, προς το Δικηγορικό Γραφείο που τους εκπροσωπεί, για σκοπούς καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Η επικοινωνία των Αιτητών με τους δικηγόρους τους, μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αποτελούσε τον βασικό τρόπο επικοινωνίας τους και είναι με αυτό τον τρόπο που επιτεύχθηκε η καταχώρηση εμφάνισης σε όλες τις άλλες υποθέσεις στις οποίες τους εκπροσωπούν. Προς τούτο, ο κύριος Βασιλείου, παραθέτει λεπτομέρειες όλων των υποθέσεων που χειρίζεται το γραφείο στο οποίο εργάζεται εκ μέρους των Αιτητών. Για πρώτη φορά ενημερώθηκε ο εναγόμενος 2 περί της έκδοσης της επίδικης απόφασης, στις 24.10.14, και τούτο συνεπεία πληροφόρησης που έτυχε στις 23.10.14 περί του ότι, ο κύριος Διομύδης Καλλής (δικηγόρος), ζήτησε να του κοινοποιηθούν από το Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, πληροφορίες που αφορούσαν την ακίνητη ιδιοκτησία του και τούτο πάντα σε σχέση με την παρούσα αγωγή. Η εν λόγω πληροφόρηση τον οδήγησε στο να αναζητήσει μέσω του κυρίου Βασιλείου τους λόγους που ο κύριος Καλλής ζήτησε να λάβει τις εν λόγω πληροφορίες, με αποτέλεσμα στις 24.10.14, να ενημερωθεί από τον κύριο Βασιλείου και τούτο κατόπιν σχετικής έρευνας που έγινε στο Πρωτοκολλητείο, ότι εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Άμεσα, άρχισε η αναζήτηση των λόγων που δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση στην αγωγή και έπειτα των γεγονότων που στοιχειοθετούν την οποιαδήποτε υπεράσπιση στην υπό εξέταση υπόθεση, ώστε να μπορεί να ετοιμαστεί και να καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση. Τούτη (η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης), κατέστη δυνατή, στις 16.12.
- Ο εναγόμενος 2, με την ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι, τόσο ο ίδιος, όσο και η εναγόμενη 1, έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι η θέση του ότι, οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες υπηρεσίες που τυχόν παρείχε η Καθ΄ ης η Αίτηση προς την εναγόμενη 1 και βάσει των οποίων προέκυψε η ισχυριζόμενη οφειλή για την οποία εκδόθηκε και η επίδικη απόφαση, αποτελούν μη εξουσιοδοτημένες από τον ίδιο υπηρεσίες και ως εκ τούτου μη δυνάμενες να αποτελέσουν την βάση για την προώθηση της αξίωσης της καθ΄ης η Αίτηση. Προς υποστήριξη της θέσης του, σημειώνει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διορισμένος, δυνάμει ομολόγου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα Κύπρου), παραλήπτης-διαχειριστής της εναγομένης 1, και ότι παρά την εν λόγω ιδιότητα του, ουδέποτε η Καθ΄ης η Αίτηση τον ενημέρωσε για τις ισχυριζόμενες υπηρεσίες που παρείχε στην εναγομένη 1, αλλά ούτε και ο ίδιος, καθοιονδήποτε τρόπο, έδωσε οποιεσδήποτε σχετικές εντολές και/ή συγκατατέθηκε και/ή συμφώνησε στο να παρασχεθούν από αυτή, προς την εναγομένη 1, οι υπηρεσίες, για τις οποίες καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Προωθεί ακόμα τον ισχυρισμό ότι, εν πάση περιπτώσει, οι οποιεσδήποτε σχετικές υπηρεσίες της Καθ΄ης η Αίτηση, παρασχέθηκαν προς την εναγομένη 1 και όχι προς τον ίδιο προσωπικά, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν επωφελήθηκε, καθοιονδήποτε τρόπο. Ισχυρίζεται επίσης ότι, δεν είναι δυνατόν, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες (περιλαμβανομένων και των προνοιών του άρθρου 337
(2)του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), να υπέχει οποιασδήποτε προσωπικής ευθύνης για την οποιανδήποτε τυχόν οφειλή της εναγομένης 1 προς την Καθ΄ης η Αίτηση. Είναι ακριβώς η θέση του εναγομένου 2 ότι, συνεπεία του γεγονότος ότι η Καθ΄ης η Αίτηση αποφάσισε να παρέχει υπηρεσίες στην εναγόμενη 1 κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών και/ή συμφωνίας προσώπων που δεν εκπροσωπούσαν νόμιμα την τελευταία, τούτη, δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή και να απαιτεί την καταβολή χρημάτων, από οποιονδήποτε εκ των αιτητών, για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, πόσο μάλλον από τον ίδιο προσωπικά. Τόσο ο κύριος Βασιλείου, όσο και ο εναγόμενος 2, επισυνάπτουν στις ένορκες τους δηλώσεις, διάφορα τεκμήρια προς υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων που προβάλουν. Ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων, θα επανέλθω, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο, σε κατοπινό στάδιο. Η Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στις 19/3/2015, στο κυρίως σώμα της οποίας αναφέρονται ως λόγοι ένστασης οι ακόλουθοι:
- Οι Αιτητές δεν προβάλλουν κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.
- Οι Αιτητές δεν έδωσαν κανένα σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί τη μη έγκαιρη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, παρόλο που η αγωγή τους επεδόθη δεόντως.
- Οι Αιτητές απέτυχαν να επιδείξουν πως έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση.
- Οι ισχυρισμοί των Αιτητών που προσβάλλονται στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, ως υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση υπεράσπισης πέραν από αόριστους ισχυρισμούς.
- Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό.
- Οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.
- Η Καθ' ής η Αίτηση- Ενάγουσα ακολούθησε πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία.
- Η Ένορκη Δήλωση των Αιτητών ημερ. 16/12/2014 που υποστηρίζουν την αίτηση, είναι παράτυπες και/ή ευρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την Δ.39 0.2 και/ή την Νομολογία καθότι μεταξύ άλλων βρίθουν από αόριστους και/ή διαζευκτικούς ισχυρισμούς και/ή στηρίζονται σε εικασίες και/ή εμπεριέχουν εξ' ακοής και/ή ανεπίτρεπτη μαρτυρία, καθότι δεν αποκαλύπτουν την πηγή πληροφοριών τους και/ή άλλως πως.
- Oι Αιτητές στις ένορκες δηλώσεις τους ημερ. 16/12/2014 δεν αποκαλύπτουν και/ή αποκρύβουν και/ή παραποιούν ουσιώδη γεγονότα και δεν έχουν προβεί σε πλήρη και αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων.
- Η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 ημερ. 16/12/2014 συμπεριλαμβάνει διαζευκτικούς ισχυρισμούς γεγονότων πράγμα ανεπίτρεπτο σε Ένορκη Δήλωση. 11.Ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση του ημερ. 16/12/2014 προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς ως υποτιθέμενη υπεράσπιση του για τους οποίους εμποδίζεται από τις πράξεις και/ή συμπεριφορά του να προβάλλει.
- Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα - Καθ' ής η Αίτηση, παρεμποδίζοντας και/ή καθυστερώντας την από το να εισπράξει το λαβείν της από την προς όφελος της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης.
- Το αιτούμενο διάταγμα θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
- Η επίδικη αίτηση έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην Ενάγουσα να εκτελέσει την νομότυπο εκδοθήσα απόφαση αφού οι Αιτητές δεν έχουν καμία υπεράσπιση. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κυρίου Ροδοθέου Τρύφωνος (διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση), ο οποίος, στην ουσία επαναλαμβάνει, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και με σχετική επιχειρηματολογία τους πιο πάνω παρατιθέμενους λόγους ένστασης. Συνοπτικά απλά σημειώνω ότι, αποτελεί θέση του ομνύοντα της Καθ' ης η Αίτηση ότι, τα όσα ισχυρίζονται οι αιτητές για να δικαιολογήσουν, αφενός τη μη εμπρόθεσμη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και αφετέρου, την πάροδο 6 περίπου μηνών από τη ημέρα επίδοσης της αγωγής, μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αδράνεια των Αιτητών. Προωθεί δε τη θέση ότι, στην ουσία η όλη συμπεριφορά που επέδειξαν οι Αιτητές, κατά το διάστημα των 6 αυτών περίπου μηνών, θα πρέπει να κριθεί ως περιφρονητική και καταφρονητική έναντι του Δικαστηρίου. Ως προς δε τη θέση των αιτητών ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ο ομνύοντας της Καθ' ης η Αίτηση, ισχυρίζεται ότι τούτο δεν ισχύει και ότι η όλη συμπεριφορά της εναγόμενης 1, δια διαφόρων εκπροσώπων και/ή αντιπροσώπων της, καθώς επίσης και η συμπεριφορά του εναγόμενου 2, καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, είναι τέτοια, που θα πρέπει το Δικαστήριο να καταλήξει ότι, κανένας εκ των αιτητών δεν έχει αποκαλύψει καλή υπεράσπιση και θα πρέπει η υπό εξέταση αίτηση να απορριφθεί. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση, δεν αντεξετάστηκε. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, υποστήριξαν τις θέσεις των πελατών τους, όπως αυτές περιέχονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Διεξήλθα τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση όπως και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν (περιλαμβανομένου και του περιεχομένου των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές), έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση, έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία, είναι ότι κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών, για την απονομή της δικαιοσύνης, παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής που προωθεί διαδικασία, ως η υπό εξέταση, έχει αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα πρέπει, εκεί που οι 2 πλευρές προωθούν συγκρουόμενες θέσεις, να προχωρά και να επιλέγει κάποια εξ αυτών κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας. Ως έχει αναφερθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και τούτο πάντα περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι πρόνοιες της διαταγής Δ.48 θ. 2
(4)δεν εφαρμόζονται, σε βαθμό που να επωμίζεται στον αιτητή ευθύνη, δια διαβήματος του (π.χ δια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης), να αντικρούσει τον οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που υπέχει σημασίας για το Δικαστήριο, είναι να εξετάσει κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του, αποκαλύπτει καλή η συζητήσιμη υπεράσπιση ή θέμα για το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι ορθότερο η απόφαση επί αυτού, να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία θα δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία. Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και μπορεί, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια, ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική, ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα πάνω στο θέμα συζήτηση, παραπέμπω στις υποθέσεις Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R.
- Παρά το γεγονός ότι στο κυρίως σώμα της Ειδοποίησης περί Πρόθεσης Ένστασης, αναφέρονται δεκατέσσερις λόγοι ένστασης, εντούτοις προκύπτει και από την αγόρευση της, ότι στην ουσία η καθ΄ ης η αίτηση επιθυμεί την απόρριψη της αίτησης για τους δυο, νομολογιακά αναγνωρισμένους λόγουςˑ α) γιατί δεν αποκάλυψαν οι Αιτητές εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και β) γιατί η συμπεριφορά που επέδειξαν οι Αιτητές από την επίδοση της αγωγής, μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέτασης αίτησης, ήταν καταφρονητική και περιφρονητική προς το Δικαστήριο. Αναφορικά τώρα με τους λόγους ένστασης 5, 7, 9, 12, 13 και 14, τούτοι θα εξεταστούν καθηκόντως, από το Δικαστήριο, μιας και δεν προωθούν οποιονδήποτε αναγνωρισμένο νομολογιακά λόγο ένστασης, αλλά προωθούν στην ουσία την γενική θέση, αφενός ότι οι Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, (λόγοι ένστασης 5, 9, 13) και αφετέρου ότι η Καθ΄ης η Αίτηση, ενήργησε καθόλα νόμιμα και εξασφάλισε μια νόμιμη απόφαση, τους καρπούς της οποία δεν θα πρέπει να στερηθεί (λόγοι ένστασης 7, 12 και 14). Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Αποκαλύπτουν ή όχι στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση οι αιτητές καλή υπεράσπιση; Ως σημειώθηκε και ανωτέρω, η μαρτυρία ως προς το κατά πόσο οι αιτητές έχουν ή όχι καλή υπεράσπιση παρατέθηκε με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου
- Η βασική θέση του εναγόμενου 2 είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ο ίδιος ήταν διορισμένος, δυνάμει ομολόγου της Τράπεζας Κύπρου, παραλήπτης-διαχειριστής της εναγόμενης 1 και ότι συνέπεια της εν λόγω ιδιότητας του, ήταν το μόνο πρόσωπο που είχε την εξουσία να δεσμεύσει την εναγόμενη 1, έναντι οποιουδήποτε τρίτου προσώπου. Είναι ακριβώς η θέση του ότι, συνέπεια του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 τελούσε υπό διαχείριση, κανένα τρίτο πρόσωπο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εκπρόσωπος και/ή αντιπρόσωπος της, παρά μόνο ο ίδιος και επομένως η οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ της Καθ΄ης η Αίτηση και τρίτων φυσικών προσώπων που παρουσιάστηκαν ως αντιπρόσωποι και/ή εκπρόσωποι της εναγόμενης 1, δεν μπορεί να θεωρείται δεσμευτική για την τελευταία. Προώθησε δε τη θέση ότι, η Καθ΄ης η Αίτηση, ουδέποτε επικοινώνησε με τον ίδιο και ούτε αυτός συγκατατέθηκε και/ή έδωσε οποιαδήποτε εντολή και/ή επέτρεψε και/ή αναγνώρισε και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ανέλαβε, είτε προσωπική, είτε για λογαριασμό της εναγόμενης 1 ευθύνη, αναφορικά με τις υπηρεσίες που προσέφερε η Καθ΄ης η Αίτηση, και κατ' επέκταση για την αποπληρωμή του χρηματικού ποσού για το οποίο εκδόθηκε η εγκαλούμενη απόφαση. Περαιτέρω, και τούτο σε σχέση μόνο με την οποιαδήποτε προσωπική του ευθύνη, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι, ο ίδιος δεν επωφελήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από τις οποιεσδήποτε παρασχεθείσες από την Καθ΄ης η Αίτηση υπηρεσίες και ότι εν πάση περιπτώσει τούτες, δεν εδόθησαν προς τον ίδιο, αλλά προς την εναγόμενη
- Ισχυρίστηκε ακόμα ότι συνέπεια της μη ανάμειξης του ιδίου στη συνομολόγηση της οποιασδήποτε συμφωνίας για παροχή των υπηρεσιών από την Καθ' ης η Αίτηση, δεν είναι δυνατή η επώμιση προσωπικής ευθύνης σε αυτόν, είτε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 337
(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, είτε άλλως πως. Στα πλαίσια δε της προσπάθειας του να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος έχει καλή υπεράσπιση στα όσα του επωμίζει με την παρούσα αγωγή η Καθ΄ης η Αίτηση, προώθησε και τις θέσεις ότι εάν του διδόταν η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του, θα προωθούσε, τόσο διαδικασία συνεναγόμενου εναντίον της εναγόμενης 1, όσο και διαδικασία τριτοδιάδικου εναντίον της Τράπεζας Κύπρου, δυνάμει σχετικής πρόνοιας στον έγγραφο διορισμό του, με βάση την οποία, η Τράπεζα Κύπρου, ανάλαβε ευθύνη και υποχρέωση κάλυψης του, για οποιοδήποτε ποσό τυχόν κληθεί να καταβάλει προσωπικά, για ενέργειες στις οποίες προέβη υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης-διαχειριστής της εναγόμενης
- Είμαι της γνώμης ότι, στην υπό κρίση αίτηση, ο ένας εκ των δυο αιτητών, κατάφερε να αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση, ενώ ο άλλος, όχι. Πιο συγκεκριμένα, είμαι της γνώμης ότι, με την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, ο εναγόμενος 2 κατάφερε να αποσείσει το βάρος που του εναποθέτει η νομολογία και να αποδείξει ότι έχει τουλάχιστον συζητήσιμη υπόθεση στα όσα του αποδίδει η Καθ' ης η Αίτηση, ενώ η εναγόμενη 1, δεν κατάφερε να αποσείσει το εν λόγω βάρος. Και τούτο για τους εξής λόγους. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, η βασική θέση της εναγόμενης 1, ως τούτη προωθείται μέσω της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου 2 και των διαφόρων Τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτήν, είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της εναγόμενης 1, μιας και οι οποιεσδήποτε υπηρεσίες, τις οποίες παρείχε προς την τελευταία, δεν έγιναν σε συνεννόηση και/ή σε συμφωνία και/ή κατ' εντολή του εναγόμενου 2, που ήταν και το μόνο πρόσωπο που είχε την εξουσία να εκπροσωπήσει τούτη, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εν λόγω όμως θέση της εναγόμενης 1, καταρρίπτεται από την όλη συμπεριφορά της, είτε τούτη διενεργήθηκε μέσω του εναγόμενου 2, είτε άλλως πως. Σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία και συγκεκριμένα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση (6 επιστολές που απεστάλησαν από τον εναγόμενο 2, εκ μέρους της εναγόμενης 1, προς την Καθ' ης η Αίτηση), η εναγόμενη 1, καθ' όλο τον ουσιώδη, προς την παρούσα αγωγή, χρόνο, θεωρούσε την Καθ' ης η Αίτηση ως πιστωτή της. Εξ ου και απέστειλε τις 6 αυτές επιστολές προς την Καθ' ης η Αίτηση, χαρακτηρίζοντας την, είτε ως "προμηθευτές προϊόντων/υπηρεσιών", είτε ως πιστωτή. Αδυνατώ πραγματικά να κατανοήσω πως η εναγόμενη 1 απέστειλε τις 6 αυτές επιστολές προς την Καθ' ης η Αίτηση, αναγνωρίζοντας τούτην ως πιστωτή της και δια της υπό εξέταση αίτησης, προωθεί τη θέση ότι τούτη δεν νομιμοποιείται να χαρακτηρίζεται ως πιστωτής της εναγόμενης
- Επιπροσθέτως, η εν λόγω θέση της εναγόμενης 1, καταρρίπτεται και από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια του ουσιώδους για την παρούσα αγωγή χρόνου, η εναγόμενη 1, προφανώς μέσω του εναγόμενου 2, κατέβαλε, έναντι απαιτήσεων της Καθ' ης η Αίτηση για τις επίδικες παρασχεθείσες υπηρεσίες, σεβαστό χρηματικό ποσό και δη ένα ποσό της τάξης των €28.889,
- Πώς είναι δυνατό η εναγόμενη 1 να ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Καθ' ης η αίτηση καθότι δεν δεσμεύεται έναντι της για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες προς αυτήν και την ίδια στιγμή να καταβάλλει έναντι της απαίτησης της Καθ' ης η Αίτηση, για τις εν λόγω υπηρεσίες, ένα τέτοιο ποσό; Δεν παραγνωρίζω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιλέγει, όταν εξετάζει τέτοια φύσεως αιτήσεις, εκεί που προωθούνται συγκρουόμενες θέσεις, μια εκ των 2 εκδοχών. Και είναι με γνώμονα ακριβώς τη μόλις πιο πάνω νομική αρχή, που κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται επιλογή από πλευράς του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θέσης εκ των 2 διαδίκων. Το βάρος απόδειξης ότι αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση, βρίσκεται στους ώμους των Αιτητών, οι οποίοι ακριβώς θα πρέπει να παρουσιάσουν μαρτυρία, που να αποδεικνύει, στον απαραίτητο βαθμό, την ύπαρξη μιας τέτοιας υπεράσπισης και/ή συζητήσιμης υπόθεσης. Δεν προβάλλεται από πλευράς της εναγόμενης 1 αντίθετος ισχυρισμός αναφορικά, αφενός με την αποστολή ή μη των 6 επιστολών (Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση) και αφετέρου, περί της καταβολής του ποσού των €28.889,79, ώστε το Δικαστήριο να έπρεπε να αποφύγει την άσκηση οποιασδήποτε διακριτικής εξουσίας που σκοπό θα είχε την επιλογή οποιασδήποτε εκ των συγκρουόμενων αυτών θέσεων. Το γεγονός της αποστολής των εν λόγω επιστολών με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, καθώς επίσης και της καταβολής του εν λόγω ποσού από την εναγόμενη 1 έναντι της απαίτησης της Καθ' ης η Αίτηση, αποτελούν αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία και ως τέτοια συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο για σκοπούς του σχηματισμού της κρίσης του. Είμαι της γνώμης ότι, η όλη συμπεριφορά της εναγόμενης 1 και τούτη ως εκδηλώθηκε δια ενεργειών του εναγόμενου 2 (ο εναγόμενος 2 κατά τον χρόνο αποστολής του μεγαλύτερου μέρους των επιστολών Τεκμήριο 2, αλλά και κατά τον χρόνο που γίνοντο οι κατά καιρούς πληρωμές από την εναγόμενη 1 προς την Καθ'ης η αίτηση έναντι των απαιτήσεων της τελευταίας, τελούσε υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής-παραλήπτης της εναγόμενης 1), με οδηγούν στην κρίση ότι δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που τη βαραίνει και να αποδείξει, στον απαραίτητο βαθμό που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή έστω συζητήσιμη υπόθεση. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τον εναγόμενο
- Και τούτο γιατί κατά τη γνώμη μου ο εναγόμενος 2 κατάφερε με τη μαρτυρία που προσκόμισε να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση στα όσα η Καθ' ης η Αίτηση του επωμίζει με την υπό εξέταση αγωγή. Κυρίαρχη βάση της Καθ' ης η Αίτηση για την οποιαδήποτε ευθύνη του εναγόμενου 2 προς αυτή, αναφορικά με τις παρασχεθείσες προς την εναγόμενη 1 υπηρεσίες, αποτελεί το περιεχόμενο των επιστολών (Τεκμήριο 2, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση), καθώς επίσης και το γεγονός ότι, ενώ ο εναγόμενος 2 ενεργούσε υπό την ιδιότητα του διαχειριστή‑παραλήπτη της εναγόμενης 1, έγιναν διάφορες πληρωμές έναντι της οφειλής της τελευταίας προς την Καθ' ης η Αίτηση. Ακόμα και ότι, μια τέτοια προσωπική ευθύνη του εναγομένου 2, προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 337
(2)του κεφαλαίου
- Είναι όμως γεγονός ότι τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2 στην ένορκη του δήλωση και ειδικότερα περί του ότι ο ίδιος ουδέποτε αναμείχθηκε σε συνομολόγηση οποιασδήποτε συμφωνίας της εναγόμενης 1 με την Καθ' ης η Αίτηση και/ή ότι, εν πάση περιπτώσει ουδέποτε η τελευταία είχε οποιανδήποτε επικοινωνία με αυτόν για σκοπούς συνομολόγησης μιας τέτοιας συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, παρέμειναν χωρίς αντίλογο. Η δε θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι με το περιεχόμενο των επιστολών Τεκμήριο 2, ο εναγόμενος 2 στην ουσία ανέλαβε προσωπική ευθύνη για να καταβάλει προς αυτούς τις όφειλες της εναγόμενης 1, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, γιατί για σκοπούς υποστήριξης της, ζητά στην ουσία από το Δικαστήριο, να εξετάσει το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών μικροσκοπικά και αποσπασματικά. Και δη, με αναφορά σε κάποιες συγκεκριμένες φράσεις που αναγράφονται στις εν λόγω επιστολές (που υπενθυμίζω ότι συντάκτης τους είναι ο εναγόμενος 2) όπως π.χ "...σας διαβεβαιώνω ότι οι οποιεσδήποτε προμήθειες γίνονται προς τον παραλήπτη και διαχειριστή, αυτός έχει υποχρέωση και καθήκον να τις αποπληρώσει." (Επιστολή ημερομηνίας 3 Απριλίου 2012), "...ούτως ώστε να μπορέσω να αποπληρώσω, ένα σεβαστό ποσό των οφειλών μου προς εσάς." Και "...θα μου δώσουν τη δυνατότητα να καλύψω το 50% των οφειλών προς τους προμηθευτές μου." (Επιστολή ημερομηνίας 11 Δεκέμβρη 2012) και "ελπίζω να έχετε λάβει όλοι τις επιταγές έναντι του οφειλόμενου ποσού σε σχέση με το χρέος του Παραλήπτη‑Διαχειριστή ("ΠΔ")..." (Επιστολή ημερομηνίας 2 Ιανουαρίου 2013). Σε κάποιες όμως εκ των εν λόγω επιστολών, ο εναγόμενος 2 με σαφή τρόπο, υποδεικνύει ότι οι οποιεσδήποτε όφειλες στις οποίες αναφέρεται στις επιστολές του, αφορούν σε όφειλες της διαχείρισης της εταιρείας και όχι του ιδίου. Τούτο προκύπτει αβίαστα, τόσο από το περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 11 Δεκέμβρη 2012, στην οποία αναφέρεται σε τιμολόγια πελατών της εταιρείας (εννοώντας την εναγόμενη 1), όσο και από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 2 Ιανουαρίου του 2013, όπου αναφέρει τα εξής: "... Τα ποσά που σας οφείλονται από τη διαχείριση.". Παρόμοιας φύσης αναφορά του εναγόμενου 2, γίνεται και στην επιστολή ημερομηνίας 10 Απριλίου του 2013, στην οποία αναφέρει ρητά "... Θα ήμουν σε θέση να σας πληρώσω όλο το ποσό, το οποίο η διαχείριση σας όφειλε.". Δεν αποτελεί κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 δεν ευθύνεται προσωπικά έναντι της Καθ' ης η Αίτηση και/ή ότι με τις επιστολές (Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης), που απέστειλε προς την Καθ' ης η Αίτηση δεν ανέλαβε προσωπική ευθύνη έναντι της οφειλής της εναγομένης
- Αυτό που σημειώνεται, εν προκειμένω, είναι ότι το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών, ιδωμένο στην ολότητα του και όχι αποσπασματικά και/ή μικροσκοπικά, δεν είναι τέτοιο που να καταρρίπτει την προβαλλόμενη θέση του εναγόμενου 2 ότι, ο ίδιος, έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στα όσα η Καθ' ης η Αίτηση του επωμίζει με την παρούσα αγωγή. Είμαι δε της γνώμης ότι, η οποιαδήποτε τυχόν προσωπική ευθύνη του εναγόμενου 2 προς την Καθ΄ης η Αίτηση, για τις οφειλές της εναγόμενης 1 προς την πρώτη, και τούτο πάντα με γνώμονα τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου στα πλαίσια της υπό εξέτασης αίτησης, θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 337
(2)του κεφαλαίου του 113[1] και όχι ανεξάρτητα από αυτές. Και είναι ακριβώς με δεδομένο τούτο, που προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 έχει αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση, αφού καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, η οποία να αντικρούει και/ή να θέτει εν αμφιβόλω τη βασική θέση του εναγόμενου 2 ότι, ο ίδιος δεν συνομολόγησε, εκ μέρους της εναγομένης 1, οποιαδήποτε σύμβαση με την Καθ' ης η Αίτηση για σκοπούς παροχής των επίδικων υπηρεσιών, ώστε ακριβώς να υπέχει ο ίδιος οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της οφειλής της εναγόμενης
- Δεν αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 δεν συνομολόγησε μια τέτοια σύμβαση και/ή συμβάσεις. Αποτελεί όμως κρίση του Δικαστηρίου ότι, με τα όσα παρουσίασε υπό μορφή μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 2 κατάφερε να πείσει στο απαραίτητο βαθμό, ότι, ως προς το κατά πόσο υπέχει ή όχι προσωπικής ευθύνης για την οποιαδήποτε οφειλή της εναγόμενης 1 προς την Καθ' ης η Αίτηση, θα πρέπει να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και τούτο, νοουμένου ότι θα επιδείξει καλό λόγο αναφορικά με το γιατί, δεν καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα εμφάνιση εκ μέρους του στην παρούσα αγωγή, αλλά και αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Σημειώνω ακόμα, για σκοπούς πληρότητας, ότι το γεγονός ότι κατά καιρούς καταβλήθηκε, καθ' όν χρόνο ο εναγόμενος 2 ενεργούσε ως παραλήπτης-διαχειριστής της εναγόμενης 1, σεβαστό χρηματικό ποσό από την τελευταία προς την Καθ' ης η Αίτηση, έναντι των οφειλών της πρώτης, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός, το οποίο επενεργεί υπέρ της θέσης της Καθ' ης η Αίτηση ότι ο εναγόμενος 2 υπέχει προσωπικής ευθύνης για τις όφειλες της εναγόμενης
- Έχοντας πλέον θέσει την πιο πάνω κρίση μου ως προς το θέμα της απόδειξης υπεράσπισης από τους Αιτητές, συνάγεται αβίαστα ότι, ως προς την εναγόμενη 1, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή και είναι πλέον έκθετη σε απόρριψη. Καθίσταται επομένως ανάγκη να εξετάσω τώρα, κατά πόσο ο εναγόμενος 2 κατάφερε να δώσει επαρκείς και λογικές εξηγήσεις για τους λόγους που, αφενός δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή και αφετέρου παρήλθαν έξι περίπου μήνες, από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Εξ' αρχής σημειώνω, ως τούτο εξάλλου αναφέρθηκε και στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, ότι η μαρτυρία που σκοπούσε να διαφωτίσει εκ μέρους των Αιτητών επί του προκειμένου, παρατέθηκε με την ένορκη δήλωση και τα διάφορα επισυναπτόμενα σε αυτήν Τεκμήρια του δικηγόρου κυρίου Βασιλείου. Είμαι της γνώμης ότι, τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αποτελούν επαρκή δικαιολογία, τόσο για τη μη καταχώρηση εμπρόθεσμης εμφάνισης από πλευράς του εναγόμενου 2, όσο και για τον χρόνο που παρήλθε μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Όπως σημειώθηκε και πιο πάνω στη σχετική με την υπό εξέταση νομική πτυχή, για να μπορεί η καθυστέρηση που επιδεικνύεται από πλευράς ενός εναγόμενου στο να προωθήσει μια αίτηση, ως η υπό εξέταση, να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της, θα πρέπει τούτη να είναι τέτοιας μορφής και/ή να συνοδεύεται από τέτοιες ενέργειες και/ή παραλείψεις του εναγομένου και/ή γενικότερα περιστάσεις, που στην ουσία να απολήγει στο να αποτελεί περιφρόνηση και/ή καταφρόνηση του Δικαστηρίου και γενικότερα των δικαστικών διαδικασιών. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Οι βασικές θέσεις του εναγόμενου 2 και δη ότι, την επόμενη της επίδοσης απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη δικηγόρο των Αιτητών για σκοπούς καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, ότι η δικηγόρος τους κατείχε προϋπογραμμένα διοριστήρια, ώστε να μπορεί άμεσα να καταχωρήσει σημειώματα εμφάνισης για αυτούς, ότι με αυτόν τον τρόπο επικοινωνίας, επικοινώνησε πλειστάκις στο παρελθόν αναφορικά με άλλες αγωγές που αντιμετώπισαν και για τις οποίες καταχωρήθηκε εκ μέρους τους σημείωμα εμφάνισης, καθώς επίσης και ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα δεν παραλήφθηκε συνέπεια τεχνικού προβλήματος που προκλήθηκε στο πρόγραμμα παρακολούθησης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (microsoft outlook) και τούτο κατόπιν επέμβασης χακερ (hacker), παρέμειναν αναντίλεκτες, και η οποιαδήποτε προσπάθεια του ομνύοντα της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και του ευπαίδευτου συνηγόρου της, δια της αγόρευσης του, να προωθήσουν τη θέση ότι τούτες δεν ευσταθούν, παρέμειναν μετέωρες, συνέπεια απουσίας μαρτυρίας προς υποστήριξη τους. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, αναφορικά με τις οποιεσδήποτε θέσεις προβάλλονται προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης και γενικά της συμπεριφοράς που επιδεικνύει ένας αιτητής, από τη μέρα επίδοσης της αγωγής μέχρι και τη μέρα καταχώρησης μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση, τούτες, εάν δεν αντικρουστούν και παραμείνουν αναντίλεκτες, θεωρούνται για σκοπούς εξέτασης μιας τέτοιας αίτησης, αυταπόδεικτες. Πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση όπου ο κύριος Βασιλείου, στην ένορκη του δήλωση, παραθέτει με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους δεν έτυχε ενημέρωσης το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται, της πρόθεσης των Αιτητών να τους εκπροσωπήσουν και να καταχωρίσουν για αυτούς, εμφάνιση στην αγωγή. Η σχετική αντίθετη επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση, δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της επιστολή της ΑΤΗΚ (τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση), και τούτο γιατί πουθενά στην εν λόγω επιστολή δεν αναφέρεται ότι το τεχνικό πρόβλημα παρουσιάστηκε στις 23/6/2014, ως ήταν και η εισήγηση. Αυτό που εκεί αναφέρεται, είναι ότι το ρηθέν πρόβλημα εντοπίστηκε την εν λόγω ημερομηνία, χωρίς τούτο φυσικά να θέτει καθοιονδήποτε τρόπο εν αμφιβόλω τη βασική θέση των Αιτητών ότι το πρόβλημα υφίστατο από πριν και δη και κατά τις 18/6/2014 που στάλθηκε το ηλεκτρονικό μήνυμα από το γραφείο του Εναγόμενου
- Αποτελεί επομένως διαπίστωση μου ότι ο εναγόμενος 2, έδωσε επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις που δικαιολογούν την ενέργεια του να θεωρήσει ότι η δικηγόρος του θα καταχωρούσε εμφάνιση εκ μέρους του (βλέπε Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο ανωτέρω). Αναντίλεκτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του κυρίου Βασιλείου περί του ότι, για πρώτη φορά ο εναγόμενος 2 ενημερώθηκε περί της έκδοσης της εγκαλούμενης απόφασης, μόλις στις 23/10/2014, όταν και ενημερώθηκε από το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας ότι κοινοποιήθηκαν πληροφορίες του ιδίου, αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία του, προς τον κύριο Διομήδη Καλλή και δη δικηγόρο της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί την Καθ' ης η αίτηση. Η δε πάροδος ενάμιση περίπου μηνών από την εν λόγω ημερομηνία, μέχρι και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, δεν μπορεί άνευ άλλου, να θεωρηθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Προς τούτο ακριβώς σημειώνεται η βασική αναντίλεκτη και πάλι θέση του εναγόμενου 2, ως τούτη προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση του κυρίου Βασιλείου, ότι στο διαρρεύσαν αυτό χρονικό διάστημα, από 23/10/14 μέχρι και 16/12/14 (ημερομηνία καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης), έλαβαν χώρα οι διάφορες ενέργειες, τόσο του εναγόμενου 2, όσο και των συνηγόρων του, αφενός για να τύχουν ενημέρωσης ως προς την ύπαρξη της παρούσας αγωγής, το αποτέλεσμα της, τον λόγο μη καταχώρησης εμφάνισης, παρά τις οδηγίες που δόθηκαν από τους Αιτητές, καθώς επίσης και για την ανεύρεση όλων εκείνων των εγγράφων και/ή στοιχείων, τα οποία θα στοιχειοθετούσαν την υπεράσπιση που όφειλαν οι Αιτητές, να προβάλλουν στα πλαίσια της προώθησης της υπό εξέταση αίτησης. Επομένως, αποτελεί κρίση μου ότι ο εναγόμενος 2 δεν επέδειξε οποιανδήποτε καταφρονητική και/ή περιφρονητική προς το Δικαστήριο συμπεριφορά, ώστε η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης να μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της. Είμαι της γνώμης ότι, με τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, στην ουσία έθεσα τις απόψεις μου και κατ' επέκταση και την κρίση μου επί όλων των λόγων ένστασης, είτε τούτοι αφορούν σε αναγνωρισμένους νομολογιακά λόγους ένστασης, είτε θεμάτων που καθηκόντως το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει στα πλαίσια μιας αίτησης, ως η υπό εξέταση. Σαν αποτέλεσμα των πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του εναγομένου 2, αλλά υπό τους πιο κάτω όρους:
- Ο εναγόμενος 2 να καταχωρήσει υπεράσπιση μέχρι και τις 16/02/2016, εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο και
- ο Εναγόμενος 2, μέχρι τις 16/02/2016, να καταβάλει στην καθ' ης η Αίτηση ή τον δικηγόρο της, τα επιδικασθέντα με την επίδικη απόφαση υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση έξοδα, εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο. Νοείται ότι σε περίπτωση που το συνολικό ποσό των επιδικασθέντων με την επίδικη απόφαση υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση εξόδων, εξοφλήθηκαν και ή θα εξοφληθούν από τρίτους πριν τις 16/02/2016 και/ή πριν την ημερομηνία που τυχόν το Δικαστήριο ορίσει σε περίπτωση που εγκρίνει αίτηση για παράταση της πιο πάνω προκαθορισμένης ημερομηνίας, τότε ο Εναγόμενος 2 θα θεωρείται ότι εκπλήρωσε πλήρως τον παρόντα όρο και,
- ο Εναγόμενος 2, μέχρι τις 16/02/2016, να καταβάλει στην Καθ' ης η Αίτηση, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο. Νοείται ότι, αν ο Εναγόμενος 2 καταβάλει το ήμισυ των υπολογισθέντων από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθέντων από το Δικαστήριο εξόδων της υπό εξέτασης αίτησης (ο Εναγόμενος 2 καταδικάζεται στα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης αλληλέγγυα και χωριστά με την Εναγόμενη 1), πριν και/ή κατά την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία και/ή πριν και/ή κατά την οποιανδήποτε νέα ημερομηνία που τυχόν θα προκύψει κατόπιν παράτασης που θα δοθεί από το Δικαστήριο, τότε θα θεωρείται ότι τούτος έχει εκπληρώσει πλήρως τον παρόντα όρο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το όποιο η επίδικη απόφαση ημερ. 9/7/14 εναντίον του Εναγομένου 2, παραμερίζεται υπό τους πιο πάνω όρους. Σε περίπτωση που οι πιο πάνω όροι δεν ικανοποιηθούν, τότε η επίδικη απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2, παραμένει σε ισχύ. Επιπροσθέτως και τούτο αναφορικά μόνο με την εναγόμενη 1, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της εναγόμενης 1 (αλληλέγγυα και/ή χωριστά με τον Εναγόμενο 2), ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1]
(2)Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι, στην ίδια έκταση όπως αν είχε διοριστεί με διάταγμα Δικαστηρίου, προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε σύμβαση που έγινε από αυτόν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εκτός αν η σύμβαση προβλέπει διαφορετικά, και δικαιούται σχετικά με την ευθύνη εκείνη σε αποζημίωση από το ενεργητικό αλλά καμιά διάταξη στο εδάφιο αυτό δεν εκλαμβάνεται ότι περιορίζει οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης που θα είχε αυτός ανεξάρτητα από το εδάφιο αυτό, ή ότι περιορίζει οποιαδήποτε ευθύνη από συμβάσεις που έγιναν χωρίς εξουσιοδότηση ή ότι παρέχει οποιοδήποτε δικαίωμα σε αποζημίωση σχετικά με εκείνη την ευθύνη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο