← Κύπρος

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ & LOIZOS IORDANOY CONSTRUCTIONS LIMITED J.V. κ.α., Αγ. Αρ. 173

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ & LOIZOS IORDANOY CONSTRUCTIONS LIMITED J.V. κ.α., Αγ. Αρ. 1730/12, 10/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A461 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου Ε.Δ Αγ. Αρ. 1730/12 ΜΕΤΑΞΥ:- ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ΕΝΑΓΟΥΣΑ - και - ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ & LOIZOS IORDANOY CONSTRUCTIONS LIMITED J.V. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ LOIZOS IORDANOY CONSTRUCTIONS LIMITED ΕΝΑΓΟΜΕΝΟI ---------------------------- Ημερομηνία: 10 Νοεμβρίου, 2015 Για την Ενάγουσα-Αιτητρια: κ. Ν. Γεωργίου Για την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση: κα. Μ. Κωνσταντίνου ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής «η Αιτήτρια»), ζητά διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος για καταχώρηση Ειδοποίησης Εφεσίβλητου δυνάμει των προνοιών της Δ.35 θ.10. Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα, στη Δ.21, Δ.26, Δ.35 θ.θ.10 και 19, Δ.48 θ.θ. 1, 8 και 9 και Δ.57 θ.2, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ρολάνδος Ευαγόρου ν Labertas Fisheries Ltd

(2005)1 Α.Α.Δ. 1505 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτική του δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Διομήδη Καλλή, ημερ. 27.4.15 ο οποίος, αφού αρχικά αναφέρει ότι είναι ένας εκ των δικηγόρων της Αιτήτριας και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται, καθώς επίσης και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί για σκοπούς υποστήριξης της αίτησης, αναφέρει ότι στις 25.4.2015 (από τυπογραφικό, προφανώς, λάθος, αναφέρεται η εν λόγω ημερομηνία), εκδόθηκε από το Επ. Δικαστήριο Λευκωσίας, απόφαση εναντίον της εναγομένης 1, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης λόγω παράληψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Την εν λόγω απόφαση, επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 στην ένορκή του δήλωση και από το περιεχόμενο της, προκύπτει ότι τούτη εκδόθηκε στις 26.4.2012 και όχι στις 25.4.2015, που αναφέρει ο ομνύοντας. Αναφέρει ακόμα ότι, της εν λόγω εκδοθείσας απόφασης, ακολούθησε η από πλευράς της Εναγομένης 1 καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της, η οποία, κατόπιν ακρόασης, απορρίφθηκε στις 25.4.
  1. Εναντίον της απορριπτικής απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 25.4.2013, η Εναγόμενη 1, καταχώρησε Ειδοποίηση Έφεσης, στις 9.5.2013, η οποία επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 24.5.
  2. Η ρηθείσα έφεση, δεν έχει ακόμα οριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Με γνώμονα, σύμφωνα πάντα με τα όσα ισχυρίζεται ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, τις πρόνοιες της Δ.35 θ. 10, και ειδικότερα τις εκεί αναφορές ως προς τα χρονοδιαγράμματα εντός των οποίων είναι δυνατή η καταχώρηση της Ειδοποίησης δυνάμει των προνοιών της Δ.35 θ.10 από πλευράς ενός εφεσίβλητου και έχοντας ήδη λάβει σχετική εντολή από την Αιτήτρια για καταχώρηση μιας τέτοιας Ειδοποίησης, επιχείρησαν στις 22.4.2015, να καταχωρήσουν την ρηθείσα Ειδοποίηση Εφεσίβλητου στο Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εκεί, ενημερώθηκαν, προφανώς από λειτουργό του Πρωτοκολλητείου, ότι η Ειδοποίηση θεωρείται εκπρόθεσμη, καθότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του κανονισμού 9 του Περι Εφέσεως (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απορριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996, μια τέτοια Ειδοποίηση, θα πρέπει να καταχωρείται εντός τεσσάρων εβδομάδων από την επίδοση της 'Εφεσης. Όπως αναφέρει ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση, λόγω της μη κατάργησης ή τροποποίησης από τον πιο πάνω Διαδικαστικό Κανονισμό, των προνοιών της Δ.35 θ.10, τελούσαν υπό την πλάνη ότι ήταν δυνατή η καταχώρηση της Ειδοποίησης, μέχρι και έξι μέρες πριν την ακρόαση της Έφεσης (ως οι πρόνοιες της Δ.35 θ.10, ερμηνεύθηκαν νομολογιακά ότι προβλέπουν) και με δεδομένο το γεγονός ότι η Έφεση δεν είχε ακόμα οριστεί, επιχείρησαν την καταχώρηση της εν λόγω Ειδοποίησης. Συνεπεία της μη αποδοχής της καταχώρησης της Ειδοποίησης, καταχώρησαν την υπό εξέταση Αίτηση, και ζητούν διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος για καταχώρηση της Ειδοποίησης της Αιτήτριας (ως Εφεσίβλητη) δυνάμει των προνοιών της Δ.35 θ.
  3. Είναι η θέση του κ. Καλλή ότι, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση Αίτηση, είναι τέτοια που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, ως τούτη του παρέχεται, σύμφωνα με τον κ. Καλλή, από τις πρόνοιες της Δ.57 θ.2, υπέρ της παράτασης του χρόνου καταχώρησης της Ειδοποίησης Εφεσίβλητου. Η Αίτηση αρχικά καταχωρήθηκε μονομερώς, πλην όμως, κατόπιν σχετικής οδηγίας του Δικαστηρίου, τούτη επιδόθηκε στους εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι αρ.1 & 2 (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση»), καταχώρησαν ένσταση, η οποία βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.4
(1), Δ.35 Θ.10 και Θ.19, Δ.57 Θ.2 και στον Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβασίμων Εφέσεων) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1996 Κ.3, και Κ.9 και επί των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:- (α) Το Δικαστήριο στερείται ευχέρειας παράτασης της δικονομικής προθεσμίας καταχώρησης Αντέφεσης. (β) Η μη εμπρόθεσμη καταχώρηση Αντέφεσης, δεν οφείλεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των θεσμικών διατάξεων που καθορίζουν την προθεσμία υποβολής της, αλλά σε αδικαιολόγητη παραβίαση τους. (γ) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογούν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ παράτασης του χρόνου καταχώρησης Αντέφεσης. (δ) Το σφάλμα του δικηγόρου της Ενάγουσας - Αιτήτριας, δεν δικαιολογεί τη ζητούμενη παράταση χρόνου καταχώρησης Αντέφεσης. (ε) Δεν αποκαλύπτεται σοβαρός λόγος για την παραχώρηση της ζητούμενης παράτασης. (ζ) Έχει παρέλθει αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα από της λήξης της προθεσμίας υποβολής Αντέφεσης μέχρι την απόφαση καταχώρησης της. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Μάριου Αλεξάνδρου, οικονομικού διευθυντής της Εναγομένης 2, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι η εναγομένη 2, είναι και διευθυντής του εναγομένου 1, συνεταιρισμού. Στην εν λόγω ένορκη του δήλωση, ο Μάριος Αλεξάνδρου αναφέρει ότι είναι δέοντος εξουσιοδοτημένος από τους Καθ΄ων οι αίτηση να ορκιστεί προς υποστήριξη της ένστασης, καθώς επίσης και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, ενώ αναφορικά με γεγονότα για τα οποία πληροφορήθηκε από τρίτους, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του. Ως προς δε τις διάφορες πεποιθήσεις και/ή συμπεράσματα του, ως τούτα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του, κατέληξε σε αυτά κατόπιν διαβούλευσης και/ή πληροφόρησης που έτυχε από τους συνηγόρους των Καθ΄ων οι αίτηση. Κατά τα λοιπά, στην ένορκη δήλωση του, επαναλαμβάνονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, και με σχετική επιχειρηματολογία και με αναφορά σε ισχυριζόμενα γεγονότα, οι λόγοι ένστασης, Κανένας εκ των ενόρκων δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο στις 2/10/
  1. Έχω αναγνώσει με προσοχή την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Με τον ίδιο τρόπο ενήργησα και αναφορικά με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Καθ΄ων η αίτηση. Έχω ακόμα διεξέλθει με μεγάλη προσοχή το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων αμφοτέρων των πλευρών. Νομική πτυχή Εξαρχής σημειώνω ότι, η παρούσα αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία για δυο λόγους, που κατά την γνώμη μου, οιοσδήποτε εξ αυτών, από μόνος του, θα επαρκούσε για την απόρριψη της. Για σκοπούς αιτιολογίας της πιο πάνω κρίσης μου, θα παραθέσω ευθύς αμέσως το σχετικό σκεπτικό μου. Προτού όμως ενεργήσω τοιουτοτρόπως, κρίνω ορθότερο να παραθέσω τα ακόλουθα γεγονότα και/ή δεδομένα, τα οποία αποτελούν κοινή συνισταμένη των δυο πλευρών και τα οποία, επαρκούν για να αποφασίσω την υπό εξέταση αίτηση. Και οι δύο πλευρές, αλλά πρωτίστως η αιτήτρια, αποδέχεται ότι τα χρονοδιαγράμματα και/ή καλύτερα οι χρονικοί περιορισμοί, εντός των οποίων θα πρέπει να καταχωρηθεί μια ειδοποίηση δυνάμει της Δ.35 θ.10, προβλέπονται από τις Πρόνοιες του Περί Εφέσεως (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 και συγκεκριμένα από τις πρόνοιες του Κ.9 αυτού και όχι από τις πρόνοιες της Δ.35 θ.10, ως ίσχυε πριν την θέσπιση του Κανονισμού του
  2. Τούτο εξάλλου προκύπτει αβίαστα, από το γεγονός ότι με την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια, ζητά την παράταση του χρόνου για σκοπούς καταχώρησης της ρηθείσας Ειδοποίησης, αποδεχόμενη, επομένως, με κάθε σαφήνεια ότι, ο χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί, έχει παρέλθει. Αν η θέση της Αιτήτριας ήταν ότι, οι σχετικές με τα χρονοδιαγράμματα καταχώρησης μιας τέτοιας Ειδοποίησης πρόνοιες, είναι αυτές της Δ.35 θ.10, τότε αδυνατώ να κατανοήσω τον σκοπό της υπό εξέτασης αίτησης, μιας και η Έφεση της Εναγομένης 1, δεν έχει ακόμα οριστεί. Εν πάση περιπτώσει, το γράμμα του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 και ειδικότερα ο συνδυασμός των κανονισμών 3 και 9 αυτού[1], δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας ως προς το ορθό της πιο πάνω θεώρησης και δη ότι, από την θέσπιση του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 και εντεύθεν, σχετικές με τον χρόνο εντός του οποίου είναι επιτρεπτό να καταχωρείται η Ειδοποίηση δυνάμει της Δ.35 Θ10, είναι οι πρόνοιες του κανονισμού 9 του Διαδικαστικού Κανονισμού του
  3. Ακόμα, η Αιτήτρια θεωρεί ότι, οι νομοθετικές πρόνοιες, που δίδουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα και δη να παρατείνει τον χρόνο καταχώρησης της σχετικής Ειδοποίησης, είναι οι πρόνοιες της Δ.57 θ.2, την οποία και ρητώς αναφέρει στην νομική βάση της αίτησης. Με δεδομένα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, καθότι η πρόνοιες της Δ.57 θ.2, δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κρίνω ορθότερο να παραθέσω τούτες αυτούσιες, προτού παραθέσω την σχετική επιχειρηματολογία. Διαταγή 57, θεσμός 2: « A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time[2], for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed : provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge[3], the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» Εκείνο που προκύπτει αβίαστα από τις πιο πάνω αυτουσίως παρατιθέμενες πρόνοιες του θεσμού 2 της Δ.57, είναι ότι, τούτες, μπορούν να αποτελέσουν την βάση για την παράταση και/ή επέκταση του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρηθούν κάποια έγγραφα ή δικόγραφα ή ένορκες δηλώσεις ή για να διενεργηθεί μια πράξη, νοουμένου ότι η εν λόγω καταχωρήσεις και/ή διενέργεια της πράξης, προβλέπονται από τους ίδιους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πρόνοιες του Θ.2 της Δ.57, δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση για την επέκταση χρονοδιαγράμματος και/ή των χρονικών περιορισμών που προνοούνται από άλλη πρωτογενή ή δευτερογενή νομοθεσία. Το λεκτικό του θεσμού, δεν αφήνει περιθώρια διαφορετικής ερμηνείας (βλέπε επίσης, Γεώργιου Γεωργίου ν Θεμιστοκλέους Θέμη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1498). Όπως όμως υποδείχθηκε ανωτέρω, με την υπό εξέταση αίτηση, επιδιώκεται στη βάση των προνοιών του θ.2 της Δ.57, να επεκταθεί ο χρόνος καταχώρησης της Ειδοποίησης δυνάμει της Δ.35 θ.10, ο οποίος (χρόνος), προβλέπεται από τον Κ.9 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 και δη νομοθετήματος, άλλου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ούτε είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω Διαδικαστικός Κανονισμός, είναι τροποποιητικός των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να ήταν δυνατή η επίκληση των Προνοιών της Δ.57 της θ.2 (ως προς το ότι ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 1996 δεν είναι τροποποιητικός του θ.10 της Δ.35, σχετική είναι και συμβαδίζουσα θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας ως τούτη εμφαίνεται στη 5η παράγραφο της σελίδας 6 της γραπτής του αγόρευσης). Τούτο εξάλλου προκύπτει αβίαστα από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω Διαδικαστικού Κανονισμού. Από αυτό, όχι απλά απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά περί τροποποίησης της Δ.35 θ.10, αλλά τουναντίον, ως τούτο εμφαίνεται ξεκάθαρα από το λεκτικό του Κ.3 (ανωτέρω), ο σκοπός του νομοθέτη κατά την θέσπιση του συγκεκριμένου Διαδικαστικού Κανονισμού, ήταν, στο βαθμό που οι πρόνοιες του συγκρούονται με τις πρόνοιες της Δ.35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι τελευταίες να «παύουν να ισχύουν», καθιστώντας έτσι τον Κ.9 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996, στο βαθμό που αφορά τα χρονοδιαγράμματα για καταχώρηση της ειδοποίησης δυνάμει της Δ.35 θ.10, ως την μόνη σε ισχύ σχετική νομοθετική πρόνοια και όχι τροποποιητική του θ.10 της Δ.
  1. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου και δη ότι τα χρονοδιαγράμματα που τίθενται από τον Κ.9 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 για σκοπούς καταχώρηση ειδοποίησης δυνάμει της Δ.35 θ.10, δεν είναι δυνατό να επεκταθούν με βάση τις πρόνοιες της Δ.57 θ.2, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψη της, μιας και η Δ.57 θ.2, αποτελεί και την μόνη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται, για σκοπούς χρονικής επέκτασης, η υπό εξέταση αίτηση. Την αίτηση όμως, απορρίπτω και για έτερο λόγο και δη την μη συμπερίληψη, στην νομική βάση της, των σχετικών κανονισμών του Διαδικαστικού Κανονισμού του
  2. Θεωρώ την εν λόγω παράλειψη ως ουσιαστικό σφάλμα, μιας και οι πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού, είναι οι μόνες που προβλέπουν τον χρόνο εντός του οποίου είναι δυνατή η καταχώρηση της ρηθείσας Ειδοποίησης, τον οποίο χρόνο, επιδιώκει η Αιτήτρια να επεκτείνει με την υπό εξέταση αίτηση. Είναι δε τόσο ουσιαστικής σημασίας η εν λόγω παράλειψη, που κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθή και επομένως δεν είναι ούτε και δυνατή, η αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο διόρθωση της με βάση τις πρόνοιες της Δ.
  3. Οι λόγοι για τους οποίους έκρινα ότι θα πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση, είναι δικαιοδοτικού χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να καθίσταται μη επιτρεπτή και επομένως αδύνατη η επί της ουσίας εξέταση της αίτησης και δη του κατά πόσο οι αιτητές έχουν δείξει καλό λόγο που να δικαιολογεί την επέκταση του χρόνου που προβλέπεται από τον Κ.9 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 για σκοπούς καταχώρησης της Ειδοποίησης Δυνάμεις της Δ.35 θ.
  4. Ως εκ των ανωτέρω, και για τους δυο λόγους που ανάφερα, η αίτηση απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων, δεν βλέπω κανένα λόγω γιατί να διαφοροποιηθώ από τον κανόνα και ως εκ τούτου, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΨ [1] «
  5. Οι πρόνοιες της Διάταξης 35 και κάθε άλλη πρόνοια των θεσμών, η οποία είναι ασυμβίβαστη με τις πρόνοιες του Διαδικαστικού Κανονισμού, παύουν να ισχύουν. .............................................» «
  6. Ειδοποίηση δυνάμει της Δ.35 Θ.10 των θεσμών καταχωρείται εντός τεσσάρων εβδομάδων από την επίδοση της έφεσης.» [2] Υπογράμμιση δική μου. [3] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.