Αναφορικά με την αίτηση του κ. Χριστάκη Χριστοφόρου ν. Αναφορικά με την Εταιρεία Stavros Hotel Apartments Limited, Αρ. Αίτησης: 961/11, 19/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 961/11 Αναφορικά με την Εταιρεία Stavros Hotel Apartments Limited ΚΑΙ Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 ΚΑΙ Αναφορικά με την αίτηση του κ. Χριστάκη Χριστοφόρου ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας: 21/12/2011 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/2/2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κος Χρ. Κληρίδης Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κος Δ. Καλλής ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση αίτηση, ο αιτητής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάττεται όπως η Εταιρεία Stavros Hotel Apartments Limited (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση), «.διαλυθεί και εκκαθαριστεί . σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου του 1951, Κεφ. 113, Άρθρα 211 και 212». Η αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 203, 209, 210, 211 (β) (e), (f), 212 (
- a)και (c), 213, 214
(1)και
(2), 226, 286 και 292, στους Περί Εταιρειών Θεσμούς «Companies Rules», Θεσμοί 1, 2, 3, 4 και 5 στα Companies (Winding-up) Rules 1949 της Αγγλίας, Καν. 26 και 27 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του αιτητή, με την οποία στην ουσία, ο αιτητής υιοθετεί τα γεγονότα που αναφέρονται στο κυρίως σώμα της αίτησής του, και προωθεί εκ νέου τον ισχυρισμό του ότι, το απαιτούμενο από την καθ΄ ης η αίτηση, προς τον ίδιο, ποσό, παραμένει ακόμα οφειλόμενο. Στις 8/2/12, η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, στο κύριο σώμα της οποίας, αναφέρει έξι συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Τους παραθέτω αυτούσιους ευθύς αμέσως: «
- Ο αιτητής ενεργεί κακόβουλα και/ή αδικαιολόγητα με το να ζητά τη εκκαθάριση της Καθ΄ ης η αίτηση.
- Δεν θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η εταιρεία να εκκαθαριστεί.
- Ο αιτητής απέκρυψε και/ή δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη και ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν την παρούσα αίτηση.
- Ο Αιτητής δεν έχει συμπεριλάβει στην αίτηση του όλους τους αναγκαίους διάδικους.
- Ο Αιτητής δεν έχει εξουσιοδοτηθεί από όλους τους ενδιαφερόμενους και/ή δικαιούχους στην έγερση της αίτησης υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό.
- Ότι το ένδικο μέσο δεν είναι το ενδεδειγμένο». Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 203, 209, 211 (β) (ε) (στ), και 212(α) και (γ), 213 και 214
(1)
(2)και
(3), 226, 286 και 292 του Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς Κ.2, 3, 4
(1),
(2)και 5, στα Companies (winding-up) Rules 1949 της Αγγλίας Καν. 26 και 27 στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ 2
(1),
(2)-
(7), 4 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Άκη Γρηγορίου (εκτελεστικού διευθυντή της καθ΄ ης η αίτηση) ημερομηνίας 8/2/12 με το περιεχόμενο της οποίας, στην ουσία, υποστηρίζει ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι και ότι για κάθε έναν εξ αυτών δικαιολογείται η απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του, ο αιτητής κάλεσε 8 μάρτυρες και μέσω τους κατέθεσε μεγάλο αριθμό τεκμηρίων. Μάρτυρες παρουσίασε και η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία επίσης μέσω τους κατέθεσε διάφορα τεκμήρια. Μετά το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές, οι συνήγοροι των διαδίκων, παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τους συνηγόρους, εμπεριέχουν όλα όσα επιθυμούν να αποτελέσουν την επιχειρηματολογία τους, για υποστήριξη των θέσεων τους. Προτού εξετάσω τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης, ως τούτοι αποκρυσταλλώθηκαν με τη σχετική αγόρευση του συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση και με γνώμονα ότι το συγκεκριμένο θέμα μνημονεύεται στην αγόρευση του συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση, κρίνω ορθότερο να ασχοληθώ αρχικά με τον ισχυρισμό της καθ΄ ης ότι, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, γιατί με το αιτούμενο διάταγμα ζητείται τόσο η διάλυση όσο και η εκκαθάριση της καθ΄ ης, ενώ η νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται στα σχετικά με τη διάλυση άρθρα του περί Εταιρειών Νόμου. Είμαι της γνώμης ότι ο εν λόγω λόγος ένστασης είναι ανεδαφικός και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου, αλλά και στην ίδια την καθ΄ ης η αίτηση, και τούτο προκύπτει από την όλη στάση του συνηγόρου της καθ΄ όλη τη διάρκεια της μακράς αυτής διαδικασίας, ότι η παρούσα αίτηση προωθήθηκε με μοναδικό σκοπό την επιδίωξη της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της καθ΄ ης η αίτηση και όχι της διάλυσής της. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση. Η προφανώς εκ λάθους αναφορά στο αιτητικό της αίτησης, σε «Διάταγμα με το οποίο η Stavros Hotel Apartments Limited . διαλυθεί και εκκαθαριστεί .», δεν είναι δυνατό υπό τις περιστάσεις να αποτελέσει το λόγο για απόρριψή της. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 991, στην οποία να σημειωθεί ότι ο εκεί αιτητής προώθησε πανομοιότυπη, με την υπό εξέταση, αίτηση, πλην όμως στο αιτητικό της ζητούσε την «διάλυση» της εκεί καθ΄ ης η αίτηση, όρος που χρησιμοποιήθηκε και από το ίδιο το Δικαστήριο στην απόφασή του, αποφάσισε ότι, από τη στιγμή που καθίστατο έκδηλο, τόσο συνεπεία της νομικής βάσης της αιτήσεως, όσο και της μαρτυρίας που προώθησε ο εκεί αιτητής προς υποστήριξη της αίτησής του, ότι η βασική επιδίωξή του, με την εν λόγω αίτηση ήταν η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εκεί καθ΄ ης η αίτηση και όχι διάλυσή της, δεν καθίστατο ανάγκη να εξεταστεί περαιτέρω το θέμα. Σημειώθηκε, ωστόσο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, το εν λόγω σφάλμα παρατηρείται συχνά σε αιτήσεις τέτοιου τύπου και υποδείχθηκε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, το ορθό αιτητικό θα πρέπει να αναφέρεται σε επιδίωξη έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης και όχι διάλυσης. Επομένως, το γεγονός της συμπερίληψης στο αιτητικό της αίτησης και του όρου «διάλυση» πέραν του όρου «εκκαθάριση», που εν πάση περιπτώσει αναφέρεται, δεν αποτελεί κατά τη γνώμη μου λόγο για απόρριψη της αίτησης. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τους λοιπούς λόγους ένστασης. Όπως προκύπτει, από την αγόρευση της καθ΄ ης η αίτηση, δύο εκ των λόγων ένστασής της, αφορούν σε θέματα, που καλύτερα είναι, να εξετάζονται πριν το Δικαστήριο υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας μιας αίτησης, ως η παρούσα, με αποτέλεσμα να κρίνω ορθότερο, για σκοπούς ορθής δομής της παρούσας, να ασχοληθώ αρχικά με αυτούς. Για να καταστεί δυνατή η εξέταση των δύο αυτών λόγων ένστασης, είναι ανάγκη να τεθούν τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται τα σχετικά επιχειρήματα. Επομένως, παραθέτω ευθύς αμέσως τα συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία πηγάζουν από την ενώπιόν μου αναντίλεκτη μαρτυρία και/ή από τις κοινές θέσεις των δύο πλευρών. Κατά το έτος 1988, η καθ΄ ης η αίτηση σύνηψε συμφωνία δανείου με την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των ΛΚ660.
- Ένας εκ των εγγυητών, για το όλο ποσό του δανείου, ο οποίος υπέγραψε και σχετική συμφωνία εγγυήσεως με την Τράπεζα Κύπρου για σκοπούς εξασφάλισης της οφειλής της καθ΄ ης η αίτηση, ήταν και ο αιτητής της ενώπιόν μου διαδικασίας (βλέπε Τεκμήριο 29). Προφανώς, συνεπεία καθυστερήσεων στην αποπληρωμή του δανείου από πλευράς της καθ΄ ης η αίτηση, η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε, το 1991, την αγωγή υπ΄ αριθμό 7439/91 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Στις 18/2/1994, εκ συμφώνου, εκδόθηκε απόφαση, μεταξύ άλλων και εναντίον της ενώπιόν μου καθ΄ ης η αίτηση και του ενώπιόν μου αιτητή, για το ποσό των ΛΚ489.134,88 με τόκο 9% το χρόνο επί ποσού ΛΚ400.604,86 (βλέπε Τεκμήριο 13). Έναντι της εν λόγω οφειλής, σε χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης στην πιο πάνω αγωγή, καταβλήθηκαν, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, τα ακόλουθα ποσά: Στις 22/2/1994, ΛΚ50.000, και στις 27/4/2010, €649.
- Τα εν λόγω χρηματικά ποσά, καταβλήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου από τον αιτητή της ενώπιόν μου διαδικασίας. Με την καταβολή των εν λόγω ποσών, αποπληρώθηκε μόνο μέρος της όλης οφειλής της καθ΄ ης η αίτηση έναντι της Τράπεζας Κύπρου, με αποτέλεσμα να παραμένει ακόμα, πάντα σε σχέση με την αγωγή υπ΄ αριθμό 7439/91, οφειλόμενο ποσό προς την εν λόγω τράπεζα. Κατά τον αιτητή, τούτο ανέρχεται σε περίπου €2.000.000, ενώ κατά την καθ΄ ης η αίτηση, σε ένα ποσό περίπου €600.
- Κατά τον χρόνο καταβολής των εν λόγω ποσών από τον αιτητή, δεν εκκρεμούσαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης εναντίον του. Στις 9/2/2011, μέσω του επιδότη Χριστόδουλου Κοιλαρά, ο αιτητής παρέδωσε, στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση, σε κάποια Μαρία Γεωργίου, που σύμφωνα με τον επιδότη ήταν γραμματέας κάποιας εταιρείας, άλλης από την καθ΄ ης η αίτηση, και η οποία εν πάση περιπτώσει δεν ήταν υπάλληλος της καθ΄ ης η αίτηση, χωρίς η κα Γεωργίου να αποδεχθεί να υπογράψει για σκοπούς παραλαβής της, γραπτή απαίτηση, με την οποία, απαιτούσε την πληρωμή από την καθ΄ ης η αίτηση προς αυτόν, εντός 21 ημερών από τις 9/2/2011, του ποσού των €735.405,
- Σύμφωνα με την εν λόγω γραπτή απαίτηση του αιτητή, το εν λόγω ποσό, κατέβαλε ο τελευταίος προς την Τράπεζα Κύπρου εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία, στην εν λόγω γραπτή απαίτησή του, αναφέρεται ως πρωτοφειλέτιδα της Τράπεζας Κύπρου και ως το πρόσωπο που όφειλε να καταβάλει τα χρήματα που κατέβαλε ο αιτητής. Το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση και δη το γραφείο στην οδό Φλωρίνης 7, στη Λευκωσία, αποτελεί εγγεγραμμένο γραφείο και άλλων εταιρειών. Στο συγκεκριμένο χώρο, διεξάγει και τις εργασίες του και ένα ελεγκτικό γραφείο συμφερόντων του αδελφού του εκτελεστικού διευθυντή της καθ΄ ης η αίτηση, το οποίο εργοδοτεί μεγάλο αριθμό υπαλλήλων. Μετά την πάροδο των 21 ημερών από τις 9/2/2011 και συγκεκριμένα στις 21/12/2011, και αφού στο μεταξύ η καθ΄ ης η αίτηση δεν είχε καταβάλει προς αυτόν το απαιτούμενο ποσό, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, και με βάση τις πρόνοιες, μεταξύ άλλων και των άρθρων 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, ζητά στην ουσία την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εκκαθαρίζεται η καθ΄ ης η αίτηση λόγω αδυναμίας και/ή ανικανότητάς της να πληρώσει τα χρέη της. Παρά το γεγονός, ότι από την ενώπιόν μου αναντίλεκτη μαρτυρία προκύπτουν και άλλα ουσιαστικά γεγονότα, είμαι της γνώμης ότι, στο παρόν στάδιο, δεν καθίσταται ανάγκη να παραθέσω τούτα, μιας και με τα ήδη πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα, είναι δυνατή η εξέταση των δύο λόγων ένστασης που άπτονται του θέματος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα και προχωρώ ευθύς αμέσως στην εξέταση των δύο αυτών συγκεκριμένων λόγων ένστασης. Ο πρώτος σχετικός λόγος ένστασης, βασίζεται στη θέση της καθ΄ ης η αίτηση ότι, ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι είναι πιστωτής της πρώτης. Προς υποστήριξη της θέσεώς του, ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 212 (α) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113[1] και τις πρόνοιες του άρθρου 98 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149[2]. Όπως υποστήριξε ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 212 (α) του Κεφ. 113, αποτελεί προϋπόθεση, πρόσωπο το οποίο επιθυμεί διά αίτησής του να επιδιώξει την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας, να είναι πιστωτής αυτής. Εξάλλου, η επί του προκειμένου θέση του συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση, δεν αμφισβητείται ούτε από τον αιτητή, μιας και τούτο προκύπτει αβίαστα από τις πρόνοιες του άρθρου 212 του Κεφ.
- Ο κ. Καλλής υποστήριξε ότι, ο αιτητής δεν απέδειξε ότι είναι πιστωτής της καθ΄ ης η αίτηση, γιατί τα οποιαδήποτε χρήματα κατέβαλε προς την Τράπεζα Κύπρου, τα κατέβαλε υπό την ιδιότητά του ως εγγυητής της εν λόγω οφειλής της καθ΄ ης η αίτηση. Επομένως, εισηγήθηκε, ότι ο αιτητής για να δύναται να επικαλείται ότι είναι πιστωτής της καθ΄ ης η αίτηση, θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ.
- Είναι ακριβώς η θέση του κ. Καλλή ότι, για να ήταν δυνατή, η από πλευράς του αιτητή, επίκληση των προνοιών του άρθρου 98, για σκοπούς απόδειξης της θέσης του ότι με την καταβολή του εν λόγω ποσού κατέστη πιστωτής της καθ΄ ης η αίτηση, θα έπρεπε ο αιτητής να είχε εξοφλήσει όλες τις οφειλές της καθ΄ ης η αίτηση προς την Τράπεζα Κύπρου, για τις οποίες ο ίδιος είχε εγγυηθεί την πρώτη. Προς τούτο, υπέδειξε τη σχετική επιτακτική πρόνοια του άρθρου 98 («. the surety, upon payment or performance of all[3] that he is liable for ...»). Όπως υπέδειξε ο κ. Καλλής, και τούτο αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών, με τα χρήματα που κατέβαλε ο αιτητής προς την Τράπεζα Κύπρου, στην ουσία εξόφλησε μόνο μέρος της συνολικής οφειλής (για την οποία ευθυνόταν και ο ίδιος ως εγγυητής) της καθ΄ ης η αίτηση προς την εν λόγω τράπεζα. Επομένως, εισηγήθηκε ο κ. Καλλής, συνεπεία της μη εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 98 του Κεφ. 149, ο αιτητής δεν δύναται να ισχυρίζεται ότι κατά τις 9/2/2011 που παρέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση την γραπτή απαίτησή του, ήταν πιστωτής της τελευταίας. Ο κ. Κληρίδης, εκ μέρους του αιτητή, προφανώς αποδεχόμενος την ερμηνεία που αποδίδεται από την καθ΄ ης η αίτηση στις πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ. 149, εισηγήθηκε ότι, το άρθρο του οποίου οι πρόνοιες εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση και τις οποίες ο αιτητής επικαλείται για σκοπούς υποστήριξης της θέσης του ότι απέδειξε ότι ήταν πιστωτής της καθ΄ ης η αίτηση, είναι το άρθρο 103 του Κεφ. 149[4] και όχι το άρθρο
- Είναι ακριβώς η θέση του κ. Κληρίδη ότι, οι πρόνοιες του άρθρου 103 δεν καθιστούν προϋπόθεση, την εξόφληση από τον εγγυητή της όλης οφειλής του πρωτοφειλέτη για την οποία ευθύνεται ως εγγυητής, για να δυνηθεί να απαιτήσει από τον τελευταίο τα χρήματα που κατέβαλε για λογαριασμό του. Είναι ακριβώς η θέση του κ. Κληρίδη ότι, εν απουσία τέτοιας προϋπόθεσης, οι πρόνοιες του άρθρου 103 του Κεφ. 149, τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, και ως εκ τούτου ικανοποιείται η προϋπόθεση του να ήταν ο αιτητής, κατά το χρόνο της επίδοσης της γραπτής απαίτησής του, πιστωτής της καθ΄ ης η αίτηση. Διαζευκτικά, ο κ. Κληρίδης υποστήριξε ότι, ο αιτητής νομιμοποιείται να θεωρεί τον εαυτό του πιστωτή της καθ΄ ης η αίτηση, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 69 και 70 του Κεφ. 149[5], χωρίς ωστόσο, επί της τελευταίας διαζευκτικής εισήγησής του, να επιχειρηματολογήσει ουσιαστικά. Εκείνο που προκύπτει από τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών, είναι ότι για σκοπούς υποστήριξης, έκαστος της θέσης που προβάλλει, επικαλούνται τις πρόνοιες συγκεκριμένων άρθρων του περί Συμβάσεων Νόμου. Η οποιαδήποτε δε επιχειρηματολογία των συνηγόρων, περιορίζεται στην ερμηνεία που, έκαστος εξ αυτών, δίδει στις πρόνοιες του άρθρου και ή των άρθρων που επικαλείται. Καμία σχετική με το θέμα νομολογία παρατέθηκε, η οποία να διαφωτίζει ως προς το ποιού άρθρου οι πρόνοιες τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Είναι φυσικά γεγονός και τούτο αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών ότι, όταν ο αιτητής κατέβαλε τα χρήματα προς την Τράπεζα Κύπρου, ήταν ήδη εξ αποφάσεως χρεώστης της τελευταίας, η οποία απόφαση εκδόθηκε εναντίον του συνεπεία του γεγονότος ότι ο ίδιος είχε εγγυηθεί συγκεκριμένες οφειλές της καθ΄ ης η αίτηση προς την εν λόγω Τράπεζα. Είναι προφανώς, γι΄ αυτό το λόγο και δη την ιδιότητα του αιτητή ως εγγυητή των οφειλών της καθ΄ ης η αίτηση, που αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν πρωτίστως, στα άρθρα 98 και 103 του Κεφ. 149, μέσω των οποίων, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, δίδονται σε εγγυητές δικαιώματα απαίτησης από έναν πρωτοφειλέτη, για λογαριασμό του οποίου, ο πρώτος, κατέβαλε στον πιστωτή, οφειλές του δευτέρου. Η ρητή αναφορά των προνοιών του άρθρου 98 σε «., the surety, upon payment or performance of all[6] that he is liable for, ...», δεν αφήνει οποιαδήποτε ερωτήματα ως προς το κατά πόσο, οι πρόνοιές του, μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, και κατ΄ επίκλησή των, ο αιτητής να νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι κατά την 9/2/2011 που παρέδωσε την γραπτή απαίτησή του στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση, ήταν πιστωτής της τελευταίας. Χωρίς να αποφαίνομαι τελεσίδικα επί της υπό εξέταση διαφοράς των μερών, και τούτο για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, φαίνεται, ότι ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 103 του Κεφ. 149 μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για τη σχετική επί του θέματος επιχειρηματολογία του αιτητή. Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, είναι στην ουσία πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 145 του Indian Contract Law. Στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts των Pollock & Mullan, 9th edition, στη σελίδα 647, στα πλαίσια συζήτησης των συγγραφέων επί των προνοιών του άρθρου 145 του Indian Contract Law αναφέρονται τα ακόλουθα: «... The rights given to the surety by section 145 arise from the discharge[7] of his own liability to the creditor and not from the liability of the debtor». Παραπέμπει δε το εν λόγω σύγγραμμα και στην υπόθεση Anand Singh v. Collector of Bijnor 1932 A.A. 610;
(1932)All L.J. 868. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία, όχι απλά ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί απαλλαγής του αιτητή από την Τράπεζα Κύπρου από τις ευθύνες του έναντί της ως εγγυητής της καθ΄ ης η αίτηση, αλλά τουναντίον, προκύπτει ότι, τόσο η καθ΄ ης η αίτηση, όσο και ο αιτητής, ως αμφότεροι εξ αποφάσεως χρεώστες, συνεχίζουν να οφείλουν, πάντοτε σε σχέση με το συγκεκριμένο δάνειο που έλαβε η καθ΄ ης η αίτηση από την Τράπεζα Κύπρου, μεγάλο χρηματικό ποσό προς την τελευταία. Εξάλλου, ο ίδιος ο αιτητής αρνήθηκε κατηγορηματικά κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, σχετική θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση με την οποία του υποβαλλόταν ότι ο λόγος που κατέβαλε τα χρήματα, τα οποία απαιτεί από την καθ΄ ης η αίτηση, προς την Τράπεζα Κύπρου, ήταν γιατί η εν λόγω Τράπεζα, ως αντάλλαγμα για την εν λόγω πληρωμή, τον είχε απαλλάξει από τις ευθύνες του ως εγγυητής της καθ΄ ης η αίτηση. Ερχόμενος τώρα στις πρόνοιες των άρθρων 69 και 70 του Κεφ. 149, είμαι της γνώμης ότι, τούτες δεν μπορούν να τύχουν οποιασδήποτε ερμηνείας ασυνάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 98 και 103 του ιδίου νόμου. Και τούτο γιατί, η ιδιότητα του αιτητή ως εγγυητής της καθ΄ ης η αίτηση αναφορικά με τις οφειλές της προς την Τράπεζα Κύπρου, αποτελεί τόσο ουσιαστικό δεδομένο, που καθιστά τις πρόνοιες των άρθρων 98 και 103 του Κεφ. 149 αφενός, ειδικότερες για τα ενώπιόν μου εγειρόμενα ζητήματα και αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, ουσιαστικές για σκοπούς ερμηνείας των προνοιών των άρθρων 69 και 70 του ιδίου Νόμου, πάντα αναφορικά με οποιανδήποτε τυχόν σχετικότητά των εν λόγω άρθρων, με το ενώπιόν μου εγειρόμενο ζήτημα. Αν ο νομοθέτης, με τις, άνευ ειδικής αναφοράς σε εγγυητές, πρόνοιες των άρθρων 69 και 70 του Κεφ. 149, σκοπό είχε να νομιμοποιήσει ένα εγγυητή που αποπλήρωσε μόνο μέρος της οφειλής που εγγυήθηκε, χωρίς να απαλλαγεί της ευθύνης του ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη, να μπορεί, άνευ άλλης προϋπόθεσης, να απαιτήσει από τον τελευταίο την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε, τότε, προκύπτει εύλογα και αβίαστα το εξής ερώτημα: γιατί ο νομοθέτης να θεσπίσει, στον ίδιο Νόμο, και τα άρθρα 98 και 103 με ειδικές, για τέτοιο δικαίωμα εγγυητών, πρόνοιες και να επιβάλει στους ώμους του εγγυητή υποχρέωση να έχει, είτε αποπληρώσει όλη την οφειλή την οποία εγγυήθηκε (βλ. άρθρο 98), είτε να έχει απαλλαχτεί από τον πιστωτή του πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 103), για να μπορεί, κατ΄ επίκληση των προνοιών των εν λόγω άρθρων, να απαιτήσει, από τον τελευταίο, την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε; Όπως σημείωσα και ανωτέρω, με την παρούσα δεν σκοπεύω να αποφανθώ τελεσίδικα στο ερώτημα του κατά πόσο ο αιτητής έχει αποδείξει ή όχι ότι, κατά τις 9/2/2011 που παρέδωσε τη γραπτή απαίτησή του στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση, ήταν πιστωτής της τελευταίας. Ο λόγος είναι γιατί, είμαι της γνώμης ότι η ενώπιόν μου διαδικασία και δη η αίτηση που σκοπό έχει την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση, δεν αποτελεί καλό forum για την απόφανση ή την επίλυση της ουσιαστικής ενώπιόν μου διαφοράς των δύο πλευρών. Έρεισμα για την πιο πάνω θέση μου, αποτελεί ο λόγος του Κληρίδη, Δ. (ως ήταν τότε), στην Ανδρέας Χατζηγιάννης (ανωτέρω). Στην εν λόγω απόφαση, και συγκεκριμένα στη σελίδα 999, το Εφετείο επιβεβαίωσε την πάγια νομολογιακή αρχή ότι «. η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής». Ο λόγος της εν λόγω απόφασης, δεν περιορίζει την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής, μόνο στις περιπτώσεις που αμφισβητείται, είτε το ύψος της οφειλής, είτε το κατά πόσο τούτη υφίσταται ή έχει εξοφληθεί. Όπως προκύπτει από τα όσα λέχθηκαν και συγκεκριμένα στη σελίδα 998 της εν λόγω απόφασης, η πιο πάνω νομική αρχή, φαίνεται να εφαρμόζεται και στην περίπτωση που αυτό που βρίσκεται υπό αμφισβήτηση, πάντα επί ευλόγου βάσεως, είναι αυτή τούτη η ιδιότητα του αιτητή ως πιστωτής της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, παραπέμποντας στα όσα αναφέρθηκαν στην Σπανού ν. G. I. P. Constructions Ltd
(1999)1(Α) ΑΑΔ 315, σημείωσε τα ακόλουθα: «Ο όρος «πιστωτής» βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου δεν περιλαμβάνει «a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent» - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer΄s πιο πάνω, σε. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. .». Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι στην ενώπιόν μου διαδικασία, η οποία πρόκειται περί αιτήσεως εκκαθάρισης, η καθ΄ ης η αίτηση, με παραπομπή στις πρόνοιες του άρθρου 98 του περί Συμβάσεων Νόμου, αμφισβητεί αυτήν τούτην την ιδιότητα του αιτητή ως πιστωτή της καθ΄ ης η αίτηση. Από την άλλη, όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, οι πρόνοιες των άρθρων 69, 70 και 103, του ιδίου Νόμου, στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος του αιτητή, για τους λόγους που παρέθεσα ανωτέρω, δεν φαίνεται να επιλύουν αβίαστα το ενώπιόν μου εγειρόμενο ζήτημα. Τουναντίον, αυτό που με βεβαιότητα μπορώ να καταλήξω είναι ότι, η αμφισβήτηση από πλευράς της καθ΄ ης η αίτηση, της ιδιότητας του αιτητή ως πιστωτή, είναι ουσιαστική, και προωθείται επί ευλόγου βάσεως. Καθίσταται επομένως έκδηλο ότι, με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, η ενώπιόν μου διαδικασία δεν αποτελεί πρόσφορη διαδικασία, μέσω της οποίας να μπορεί να αποφασισθεί και ή να επιλυθεί το ουσιαστικό αυτό εγειρόμενο ζήτημα. Η μόλις εκφρασθείσα κρίση μου, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, που δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψή της και τούτο γιατί, η επίδοση από πιστωτή γραπτής απαίτησης προς την εταιρεία που του οφείλει συγκεκριμένο ποσό, αποτελεί προϋπόθεση για να είναι δυνατή η καταχώρηση μιας αίτησης εκκαθάρισης επί τη βάση των προνοιών του άρθρου 212 (α) του Κεφ. 113. Επομένως, η υπό εξέταση αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί, μιας και ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι, κατά την παράδοση της γραπτής απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση, ήταν πιστωτής της τελευταίας. Την αίτηση, θα απέρριπτα και για το δεύτερο σχετικό λόγο που προβάλλει η καθ΄ ης η αίτηση. Και δη το νομότυπο ή μη της επίδοσης της γραπτής απαίτησης του αιτητή. Η θέση του κ. Κληρίδη, επί του προκειμένου, είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, για σκοπούς εξέτασης του εν λόγω θέματος, να περιοριστεί στις πρόνοιες του άρθρου 212 (α) του Κεφ. 113 και να αποφασίσει ότι ο αιτητής, για σκοπούς επίδοσης της γραπτής απαίτησής του στην καθ΄ ης η αίτηση, μοναδική υποχρέωση είχε να παραδώσει τούτη στο εγγεγραμμένο γραφείο της τελευταίας. Διαζευκτικά, προέβαλε τη θέση, ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επίδοση της σχετικής γραπτής απαίτησης του αιτητή, είναι τέτοιες, που δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι η καθ΄ ης η αίτηση έλαβε γνώση του περιεχομένου της. Η επί του προκειμένου θέση της καθ΄ ης η αίτηση, είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύσει τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 212 του Κεφ. 113, σε συνάρτηση με τα όσα σχετικά με την επίδοση εγγράφων σε νομικά πρόσωπα, αναφέρθησαν στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η εισήγηση του συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση είναι ότι, σχετικά με το υπό εξέταση θέμα είναι τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. CHR. P. MICHAELIDES (ESTATES) LIMITED
(2002)1(Α) ΑΑΔ σελ. 43, και ότι με γνώμονα το λόγο της εν λόγω απόφασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιδόθηκε η γραπτή απαίτηση του αιτητή, είναι τέτοιες, που ισοδυναμούν με μη καλή επίδοση. Είμαι της γνώμης ότι, η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή, δεν ευσταθεί. Δεν παραγνωρίζω την επιλογή του νομοθέτη να εντάξει στις πρόνοιες του άρθρου 212 (α) του Κεφ. 113, τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατή η επίδοση μιας γραπτής απαίτησης η οποία προωθείται δυνάμει των προνοιών του εν λόγω άρθρου. Είμαι όμως της άποψης, ότι η οποιαδήποτε ερμηνεία ήθελε δοθεί στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, θα πρέπει να δοθεί σε συνάρτηση και με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του ιδίου νόμου, οι οποίες άπτονται γενικά του τρόπου που είναι δυνατή η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου προς ένα νομικό πρόσωπο. Η τελευταία αυτή εκφρασθείσα γνώμη και κρίση μου, καθιστά το λόγο της υπόθεσης Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού (ανωτέρω), σχετικό με το ενώπιόν μου εξεταζόμενο ζήτημα, μιας και τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην εν λόγω υπόθεση, αφορούσαν την ερμηνεία του άρθρου 372 του Κεφ.
- Σύμφωνα δε με τα όσα αναφέρθησαν στην εν λόγω υπόθεση, το καλό ή μη μίας επίδοσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κατά πόσο το πρόσωπο προς το οποίο επιδιώκεται η επίδοση του εγγράφου, συνεπεία του τρόπου που τούτο επιδόθηκε, έλαβε ή όχι γνώση του τι του καταμαρτυρεί το εν λόγω έγγραφο και στην περίπτωση που με αυτό εγκαλείται ενώπιον Δικαστηρίου, κατά πόσο του δόθηκε στην ουσία ή όχι, το δικαίωμα να ενεργήσει με σκοπό να υπερασπιστεί τον εαυτό του στα όσα του αποδίδονται. Δεν παραγνωρίζω, ότι η γραπτή απαίτηση που απέστειλε ο αιτητής, δεν αποτελεί δικόγραφο με το οποίο να εγκαλείται η καθ΄ ης η αίτηση στο Δικαστήριο. Είναι όμως έγγραφο, με το οποίο δίδεται συγκεκριμένη προειδοποίηση προς την καθ΄ ης η αίτηση, όπως εντός 21 ημερών από την ημέρα επίδοσής της, να εξοφλήσει την οφειλή της προς τον αιτητή, και για σκοπούς αποστολής της, ο αιτητής, επικαλείται (στο κείμενο της γραπτής απαίτησής του), τις πρόνοιες του άρθρου 212 (α) του Κεφ. 113, υποδεικνύοντας έτσι, με κάθε σαφήνεια, ότι άμα την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος και τη μη αποπληρωμή του απαιτούμενου ποσού, σκοπεύει να αποταθεί στο Δικαστήριο για σκοπούς εξασφάλισης διατάγματος εκκαθάρισης της καθ΄ ης η αίτηση με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου. Προκύπτει αβίαστα ότι, η γραπτή απαίτηση που επιδίδεται δυνάμει του άρθρου 212 του Κεφ. 113, αποτελεί την εναρκτήρια ενέργεια ενός πιστωτή που επιθυμεί, με επίκληση τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, να αρχίσει δικαστική διαδικασία για σκοπούς έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας, και δη την επιδίωξη ενός δραστικότατου μέτρου εναντίον ενός νομικού προσώπου. Επομένως είμαι της γνώμης ότι, το καλό ή μη της επίδοσης της γραπτής απαίτησης, έστω και αν αυτή τούτη η απαίτηση δεν αποτελεί εναρκτήρια κλήση σε Δικαστήριο, είναι επίσης άρρηκτα συνδεδεμένο με το κατά πόσο, υπό τις συνθήκες που έγινε η επίδοση μιας τέτοιας απαίτησης, η εταιρεία προς την οποία στρέφεται, έλαβε γνώση του περιεχομένου της και επομένως αντιλήφθηκε ότι ο επικαλούμενος πιστωτής της, έχει αρχίσει τη διαδικασία με την οποία θα επιδιώξει να λάβει, τη δραστική για την ύπαρξή της, θεραπεία. Με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και τούτα αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την παράθεση των ενώπιόν μου αδιαμφισβήτητων γεγονότων, η γραπτή απαίτηση του αιτητή, επιδόθηκε διά παραδόσεώς της σε κάποια Μαρία Γεωργίου στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία, σύμφωνα με τον επιδότη, ήταν υπάλληλος κάποιας εταιρείας, άλλης από την καθ΄ ης η αίτηση. Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο που παρέλαβε τη γραπτή απαίτηση του αιτητή δεν ήταν εργοδοτούμενη της καθ΄ ης η αίτηση, αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών. Κοινή θέση, αποτελεί και το γεγονός, ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση, αποτελεί, εγγεγραμμένο γραφείο και για άλλες εταιρείες. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του επιδότη, ο οποίος να σημειωθεί ότι κλήθηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο εκ μέρους του αιτητή, η κυρία Γεωργίου, αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή του εν λόγω εγγράφου, γνωρίζοντας ότι τούτο προορίζετο για να επιδοθεί στην καθ΄ ης η αίτηση. Αποτελεί, τελική κρίση μου ότι, με δεδομένα τα πιο πάνω, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διενεργήθηκε η επίδοση της γραπτής απαίτησης του αιτητή προς την καθ΄ ης η αίτηση, είναι τέτοιες, που δεν έχω πειστεί ότι η εν λόγω επίδοση ήταν έγκυρη. Με τα όσα σχετικά έχουν τεθεί ενώπιόν μου, δεν μπορώ να καταλήξω ότι η καθ΄ ης η αίτηση έλαβε γνώση του περιεχομένου της γραπτής απαίτησης του αιτητή και δη της προειδοποίησης των 21 ημερών που της δίδετο μέσω της εν λόγω απαίτησης και ότι η εν λόγω προειδοποίηση της δίδετο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 212 του Κεφ.
- Επομένως, θα απέρριπτα και γι΄ αυτό το λόγο την αίτηση. Οι πιο πάνω καταλήξεις του Δικαστηρίου καθιστούν την εξέταση της ουσίας της αίτησης και γενικά των λοιπών λόγων ένστασης αχρείαστη. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή , πλέον Φ.Π.Α., ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
- Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή·ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας». [2] «
- Where a guaranteed debt has become due, or default of the principal debtor to perform a guaranteed duty has taken place, the surety, upon payment or performance of all that he is liable for, is invested with all the rights which the creditor had against the principal debtor». [3] Υπογράμμιση δική μου [4] «
- In every contract of guarantee there is an implied promise by the principal debtor to indemnify the surety; and the surety is entitled to recover from the principal debtor whatever sum he has rightfully paid under the guarantee, but no sums which he has paid wrongfully». [5] «
- A person who is interested in the payment of money which another is bound by law to pay, and who therefore pays it, is entitled to be reimbursed by the other». «
- Where a person lawfully does anything for another person, or delivers anything to him, not intending to do so gratuitously, and such other person enjoys the benefit thereof, the latter is bound to make compensation to the former in respect of, or to restore, the thing so done or delivered». [6] Υπογράμμιση δική μου. [7] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο