Επί τοις αφορώσι τον Κωνσταντίνο Σωτηρίου, Αρ. Υπόθεσης: 2340/00, 23/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2340/00 Επί τοις αφορώσι τον Κωνσταντίνο Σωτηρίου από την Λευκωσία, Διεύθυνση Γέρι Αιτητής ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 30/01/2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/3/2015 Εμφανίσεις: Για Aιτητή: κα Μικελλίδου Για Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Μιχαήλ Αιτητής: Παρών ---------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση, επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάττεται η αποκατάσταση της καταδίκης του ημερομηνίας 31/7/2000 και συγκεκριμένα η ποινή φυλάκισης 3 ετών που του επιβλήθη, την εν λόγω ημερομηνία, στην υπόθεση υπ΄ αριθμό 2340/00, από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο που συνεδρίασε στη Λευκωσία. Η αίτηση βασίζεται στους περί Ποινικής Δικονομίας Κανονισμούς καθώς επίσης και στο άρθρο 5 του Νόμου περί Αποκατάστασης καταδικασθέντων Ν.70/1981και τις σχετικές τροποποιήσεις του και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή, το περιεχόμενο της οποίας, κρίνω ορθότερο, να παραθέσω αυτούσιο ευθύς αμέσως: «
- Είμαι ο αιτητής στην παρούσα αίτηση και διαμένω στην Λευκωσία και συγκεκριμένα στο Γέρι.
- Στις 31/7/2000 καταδικάσθηκα από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην υπόθεση υπ΄ αριθμόν 2340/2000 σε ποινή φυλάκισης 3 χρονών.
- Την εν λόγω ποινή εξέτισα δεόντως και αποφυλακίστηκα στους 18 μήνες λόγω της καλής μου συμπεριφοράς στις φυλακές.
- Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, επειδή η ποινή υπερβαίνει μεν τα δύο έτη αλλά δεν υπερβαίνει τα τέσσερα και έχουν παρέλθει από την απαγγελία της καταδίκης 14 έτη και 6 μήνες θα πρέπει η αποκατάσταση μου να διαταχθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Διό και η παρούσα αίτηση». Στις 10/2/2015, ο Καθ΄ ου η αίτηση, καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση της Δημόσιας Κατηγόρου Έλενας Κληρίδου. Με την εν λόγω ένορκη δήλωση, ο Καθ΄ ου η Αίτηση, ζητεί την απόρριψη της αίτησης, επικαλούμενος ότι, ο Αιτητής προωθεί την υπό εξέταση αίτησή του ώστε, με την τυχόν έγκρισή της, να μην είναι δυνατή πλέον η αναφορά στην υπόθεση υπ΄ αριθμό 31292/12, η οποία εκκρεμεί ενώπιον της αδελφής Δικαστού κυρίας Καπετάνιου για σκοπούς αγορεύσεων για μετριασμό της ποινής, αναφορικά με δύο αδικήματα κλεπταποδοχής, περί του ότι βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη. Επιπρόσθετα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ακόμα ότι, ο Αιτητής, στο μεσοδιάστημα, από το 2000 που καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο που συνεδρίασε στη Λευκωσία στα πλαίσια της υπόθεσης υπ΄ αριθμό 2340/00, μέχρι και σήμερα που προωθεί την υπό εξέταση αίτησή του, έχει καταδικαστεί άλλες 8 φορές από Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, 7 εκ των οποίων, αφορούν σε αδικήματα κατά της περιουσίας, με το αδίκημα της κλεπταποδοχής να κατέχει δεσπόζουσα θέση στα σχετικά κατηγορητήρια που καταχωρήθηκαν εναντίον του. Τέλος, αναφέρεται ακόμα, ότι εναντίον του Κατηγορούμενου εκκρεμεί ακόμα μία υπόθεση, η οποία αναμένεται να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο, η οποία αφορά επίσης, μεταξύ άλλων, και στο αδίκημα της κλεπταποδοχής. Είναι ακριβώς η θέση της κυρίας Κληρίδου, ως τούτη προβάλλει μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της, ότι το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσας αίτησης, θα πρέπει να συνυπολογίσει την αξιόποινη συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του 2000 μέχρι και σήμερα. Να σημειωθεί ότι, όλες οι προηγούμενες καταδίκες του Αιτητή, με εξαίρεση την καταδίκη της οποίας η αποκατάσταση επιδιώκεται διά της υπό εξέταση αίτησης, έχουν αποκατασταθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.70/
- Αμφότεροι οι συνήγοροι που εμφανίστηκαν για τους διάδικους, ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Η συνήγορος του Αιτητή, με την αγόρευσή της, επικαλούμενη τις πρόνοιες του άρθρου 5
(3)του Ν.70/1981, ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Προωθεί τη θέση, ότι το γεγονός του εκκρεμούς της υπόθεσης 31292/12, ενώπιον της κυρίας Καπετάνιου, και το γεγονός ότι αναμένεται να καταχωρηθεί ακόμα μία ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή, δεν θα πρέπει να επενεργήσει αρνητικά ως προς την υπό εξέταση αίτηση, γιατί, κατά τη θέση της, το δικαίωμα του Αιτητή σε αποκατάσταση της καταδίκης του, ως τούτο προκύπτει από τις πρόνοιες του Ν.70/1981, είναι αναφαίρετο και άσχετο με το εκκρεμές ή μη, μιας ή περισσοτέρων, εναντίον του ποινικών υποθέσεων. Ως προς δε τις οποιεσδήποτε προηγούμενες εξαληφθείσες, με βάση το Ν.70/1981, καταδίκες του, είναι η θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(α) του ιδίου Νόμου[1], δεν είναι αποδεχτή, στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας, οποιαδήποτε αναφορά στις εν λόγω εξαληφθείσες καταδίκες του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να οφείλει να αγνοήσει οτιδήποτε σχετικό έχει τεθεί ενώπιόν του. Στην αγόρευσή της, η συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση, επαναλαμβάνει στην ουσία τους λόγους ένστασης, ως τούτοι προβάλλουν μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή, τόσο την αίτηση και ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, όσο και τις ένορκες δηλώσεις, αλλά και τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Με μεγάλη προσοχή μελέτησα και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των δύο πλευρών. Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, είμαι της γνώμης ότι η υπό εξέταση αίτηση, είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Αν ο Νομοθέτης ήθελε, άμα την πάροδο 8 ετών (βλ. άρθρο 5
(3)του Ν. 70/1981[2]) από την επιβολή ποινής φυλάκισης σε ένα αδικοπραγούντα για διάρκεια που υπερβαίνει τα 2 χρόνια αλλά όχι τα 4, άνευ άλλης προϋπόθεσης, αυτόματα, να αποκαθίσταται η καταδίκη του, αναμενόμενο θα ήταν ότι, απλά θα προνοούσε τούτο, με σαφή τρόπο στις πρόνοιες του σχετικού νόμου, όπως προνοεί και για την αποκατάσταση καταδικών που αφορούν σε ποινές φυλάκισης για χρόνο που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή ακόμα και για άλλου είδους ποινές (βλ. Πίνακας με βάση το άρθρο 5
(2)του Νόμου). Είναι έκδηλο, αφενός από το ειδικό του χαρακτήρα της σχετικής πρόνοιας (άρθρο 5
(3)) και αφετέρου από την επιλογή του Νομοθέτη να εντάξει στις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου τη φράση «δύναται να αποκατασταθεί», ότι ο Νομοθέτης σκοπό είχε, η οποιαδήποτε δικαστική κρίση για σκοπούς έκδοσης ή άρνησης έκδοσης ενός διατάγματος αποκατάστασης καταδίκης, να βασίζεται επί διακριτικής εξουσίας που θα ασκείται από το αρμόδιο Δικαστήριο. Η οποιαδήποτε δε διακριτική εξουσία ενός Δικαστηρίου, θα ασκείται προφανώς επί συγκεκριμένου υποβάθρου το οποίο πρέπει να τίθεται ενώπιόν του από τον Αιτητή. Προκύπτει αβίαστα από το σαφέστατο λεκτικό του άρθρου 5
(3)ότι, ο Νομοθέτης, αμά την πάροδο των 8 ετών από την ημερομηνία επιβολής μιας ποινής φυλάκισης που υπερβαίνει τα 2 έτη αλλά όχι τα 4, απλά επιτρέπει την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο αδικοπραγούντα, με σκοπό την επιδίωξη έκδοσης διατάγματος αποκατάστασης της καταδίκης. Η εν τέλει έκδοση ή μη, του αιτούμενου διατάγματος, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, θα είναι το αποτέλεσμα της άσκησης σχετικής διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο επί του υποβάθρου που τέθηκε ενώπιόν του από τον Αιτητή. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, που αποτελεί και τη μόνη μαρτυρία εκ μέρους του Αιτητή, παρατέθηκε ανωτέρω αυτούσιο. Εκείνο που προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης του Αιτητή, είναι ότι, κανένα υπόβαθρο δεν έχει θέσει ενώπιόν μου ώστε επ΄ αυτού να είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής εξουσίας που μου παρέχει ο Νόμος. Ούτε καν το αδίκημα ή τα αδικήματα για το/τα οποίο/οποία ο Αιτητής καταδικάστηκε από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο που συνεδρίασε στη Λευκωσία στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 2340/2000, δεν αναφέρθηκαν από τον Αιτητή, την οποία ακριβώς καταδίκη του επιχειρεί να αποκαταστήσει με την υπό εξέταση αίτηση. Ούτε αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωσή του, είτε ο λόγος που επιθυμεί την αποκατάσταση, είτε οποιοδήποτε άλλο γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για επιχειρηματολογία υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Επομένως, επί των όσων έχουν τεθεί ενώπιόν μου από τον Αιτητή, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της αίτησης. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, που δεν μπορεί να είναι άλλη, από την απόρριψή της. Την αίτηση όμως, απορρίπτω και επί του γεγονότος ότι, με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου από πλευράς Καθ΄ ου η Αίτηση, ο Αιτητής δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Σχετικές κατά τη γνώμη μου, για σκοπούς απόφανσης επί της ουσίας της αίτησης, είναι οι πρόνοιες των άρθρων 4
(1)(α) και (β), 7
(2)(α) και (ε) και 7
(3)του Ν.70/1981[3]. Σημειώνω, στο σημείο αυτό ότι, οι πρόνοιες των άρθρων 7
(2)(β), (γ) και (δ) και 8, του Νόμου, που υπό άλλες συνθήκες ενδεχομένως να επείχαν σημασίας, συνεπεία των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνονται άσχετες με τα υπό εξέταση εγειρόμενα ζητήματα. Δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι η σύνταξη του άρθρου 7
(2)δεν έγινε και με τον πιο σαφή τρόπο ώστε να προκύπτουν αβίαστα οι προθέσεις του Νομοθέτη αναφορικά με την εμβέλεια εφαρμογής του. Και τούτο γιατί, ελλείπει από τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου, ρητή και σαφής αναφορά του Νομοθέτη ως προς το κατά πόσο, πρόθεσή του είναι, η μη εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 4
(1)του Νόμου στις περιπτώσεις που αφορούν οι υποπαράγραφοι (α), (β), (γ), (δ) και (ε) του άρθρου 7
(2), να αφορά όχι μόνο στις προηγούμενες καταδίκες αλλά και στις προηγούμενες εξαληφθείσες καταδίκες. Παρά ταύτα, οι πρόνοιες του άρθρου 7
(3)του Νόμου, δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ότι, ακόμα και στην περίπτωση που οι πρόνοιες του άρθρου 7
(2)(α), (β), (γ), (δ) και (ε) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που επιζητείται η απόδειξη προηγούμενης εξαληφθείσας καταδίκης, το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, δύναται να αποδεχθεί ή ακόμα και να απαιτήσει να προσαχθεί σχετική με εξαληφθείσα καταδίκη μαρτυρία, ώστε να απαντήσει το ενώπιόν του εγειρόμενο ζήτημα. Επομένως, αυτό που μένει να εξεταστεί, πάντοτε σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος, είναι, αν στην υπό εξέταση υπόθεση, είναι δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης (βλ. πρόνοιες άρθρου 7
(3)του Νόμου), χωρίς να ληφθεί υπόψη μαρτυρία αναφορικά με τις οποιεσδήποτε εξαληφθείσες καταδίκες του Αιτητή. Είμαι της γνώμης ότι, η αξιόποινη ή μη συμπεριφορά που επέδειξε ένα πρόσωπο, από την ημέρα που του υπεβλήθη, συνεπεία καταδίκης του σε ποινική υπόθεση, ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει τα 2 έτη αλλά όχι τα 4, μέχρι και την ημέρα που, διά αιτήσεώς του βάσει του άρθρου 5
(3)του Νόμου, επιδιώκει την έκδοση διατάγματος αποκατάστασης της ρηθείσας καταδίκης του, είναι, όχι απλά σχετική με το εγειρόμενο διά της αίτησής του ζήτημα, αλλά ίσως, ο ουσιαστικότερος παράγοντας επί του οποίου θα ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Δεν νοείται κατά τη γνώμη μου, ένα Δικαστήριο, να αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 5
(3)του Νόμου, χωρίς να ανατρέξει και να συνυπολογίσει την μετέπειτα της υπό εξέταση καταδίκης, πορεία και βίο του Αιτητή, ώστε ακριβώς να εξεταστεί κατά πόσο ο Αιτητής, δικαιούται ή μη στην αιτούμενη θεραπεία. Δεν νομίζω να χωρεί αμφιβολίας ότι, ένα πρόσωπο το οποίο έχει ροπή προς το έγκλημα, έχει πολύ λιγότερες πιθανότητες να επιτύχει σε σχετικό με το άρθρο 5
(3)του Νόμου αίτημά του, από ότι θα έχει, ένα πρόσωπο, που μετά τη σχετική καταδίκη του, δεν έχει απασχολήσει, με αξιόποινη συμπεριφορά του, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις αρχές του κράτους. Με βάση τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάλληλη περίπτωση για να αποδεχθώ τη σχετική με τις εξαληφθείσες προηγούμενες καταδίκες του Αιτητή μαρτυρία, ως τούτη προβάλλει μέσα από τις μη αμφισβητούμενες (αναντίλεκτες) αναφορές της ομνύουσας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα μαρτυρία της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, είναι και η αναφορά περί του ότι, στο παρόν στάδιο, εναντίον του Αιτητή, εκκρεμεί και η επιβολή ποινής σε δύο κατηγορίες κλεπταποδοχής (πανομοιότυπα αδικήματα με μέρος των αδικημάτων επί των οποίων του επιβλήθηκε η ποινή φυλάκισης των 3 ετών, την αποκατάσταση της οποίας επιδιώκει με την υπό εξέταση αίτηση), στην υπόθεση 31292/12 ενώπιον της αδελφής Δικαστού κυρίας Καπετάνιου, καθώς επίσης και η αναφορά στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ότι επίκειται η καταχώρηση και έτερης υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου, που επίσης αφορά σε αδικήματα εναντίον της περιουσίας και δη κλεπταποδοχής και παράνομης κατοχής περιουσίας. Όπως δε προκύπτει από τη σχετική, με τις εξαληφθείσες προηγούμενες καταδίκες του Αιτητή, μαρτυρία, που τέθηκε ενώπιόν μου διά της ένορκης δήλωσης (και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν), που υποστηρίζει την ένσταση, ο Αιτητής, από τις 31/7/2000, που καταδικάστηκε σε 3 έτη φυλάκισης στην ποινική υπόθεση 2340/2000 (την οποία καταδίκη επιδιώκει να αποκαταστήσει με την υπό εξέταση αίτηση), μέχρι και σήμερα, έχει καταδικαστεί από Δικαστήρια της Δημοκρατίας, άλλες 8 φορές, 7 από τις οποίες αφορούν σε αδικήματα κατά της περιουσίας, μεταξύ των οποίων, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, δεσπόζουσα θέση κατέχει το αδίκημα της κλεπταποδοχής. Η αξιόποινη αυτή συμπεριφορά (κατά της περιουσίας) του Αιτητή, με εξαίρεση μίας περίπτωσης, λαμβάνει χώρα σε χρόνο μεταξύ του 2007 και του 2011, μη περιλαμβανομένης της 9ης καταδίκης του στην εκκρεμούσα για επιβολή ποινής υπόθεση 31292/12 ενώπιον της κυρίας Καπετάνιου. Για την εν λόγω υπόθεση, ο Αιτητής καταδικάστηκε από την κυρία Καπετάνιου σε 2 αδικήματα κλεπταποδοχής τα οποία διέπραξε κατά τον Οκτώβριο του
- Προκύπτει ακόμα, με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου μέσω της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από τον Καθ΄ ου η Αίτηση ότι, η ισχυριζόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του Αιτητή επί της οποίας θα βασιστεί η ποινική του δίωξη στην υπόθεση που αναμένεται να καταχωρηθεί, σύμφωνα πάντα με την αστυνομία, έλαβε χώρα κατά τον Οκτώβριο του
- Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την ενώπιόν μου αποδεχτή μαρτυρία και τούτο πάντα σε σχέση μόνο με το ενώπιόν μου εγειρόμενο ζήτημα, είναι ότι, ο Αιτητής είναι πρόσωπο με ροπή προς το έγκλημα, το οποίο, παρά τις διάφορες καταδίκες και σχετικές ποινές που του επιβλήθηκαν, συνεχίζει να διαπράττει εγκλήματα (η τελευταία αυτή αναφορά του Δικαστηρίου δεν αφορά στην υπόθεση η οποία εκκρεμεί προς καταχώρηση εναντίον του Αιτητή για ισχυριζόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του κατά τον Οκτώβριο του 2013). Με τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, είμαι της γνώμης ότι απουσιάζει οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Τουναντίον, είμαι της γνώμης ότι, με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου και ιδιαίτερα αναφορικά με τη συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος από το 2000 μέχρι και το 2012, η διακριτική μου εξουσία πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι, η αίτηση απορρίπτεται και γι΄ αυτό το λόγο. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 4.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 7 και 8, πας όστις αποκαθίσταται διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου εν σχέσει προς οιανδήποτε καταδίκην θεωρείται έναντι του Νόμου ως μηδέποτε διαπράξας, κατηγορηθείς διωχθείς ή καταδικασθείς διά το ποινικόν αδίκημα, το αντικείμενον της καταδίκης ανεξαρτήτως δε των διατάξεων οιουδήποτε Νόμου ή νομικού κανόνος, αλλά τηρουμένων των ανωτέρω- (α) Εν οιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιασδήποτε δικαστικής αρχής ασκούσης δικαιοδοσίαν εν τη Δημοκρατία, ουδέν αποδεικτικόν στοιχείον θα είναι αποδεκτόν επί σκοπώ αποδείξεως ότι ούτος διέπραξε, κατηγορήθη, εδιώχθη ή κατεδικάσθη δι΄ οιονδήποτε ποινικόν αδίκημα όπερ απετέλεσε το αντικείμενον εξαλειφθείσης καταδίκης̇ και (β) ........ [2] 5.-
(3)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(2)πας όστις κατεδικάσθη εις φυλάκισιν υπερβαίνουσαν τα δύο έτη αλλ΄ ουχί τα τέσσαρα έτη δύναται να αποκατασταθή διά διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Επαρχίας εν τη οποία διαμένει κατόπιν αιτήσεώς του υποβαλλομένης μετά παρέλευσιν οκτώ ετών από της ημερομηνίας της απαγγελίας της καταδίκης εν σχέσει προς την οποίαν επεβλήθη η ποινή. [3] 4.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 7 και 8, πας όστις αποκαθίσταται διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου εν σχέσει προς οιανδήποτε καταδίκην θεωρείται έναντι του Νόμου ως μηδέποτε διαπράξας, κατηγορηθείς διωχθείς ή καταδικασθείς διά το ποινικόν αδίκημα, το αντικείμενον της καταδίκης ανεξαρτήτως δε των διατάξεων οιουδήποτε Νόμου ή νομικού κανόνος, αλλά τηρουμένων των ανωτέρω- (α) Εν οιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιασδήποτε δικαστικής αρχής ασκούσης δικαιοδοσίαν εν τη Δημοκρατία, ουδέν αποδεικτικόν στοιχείον θα είναι αποδεκτόν επί σκοπώ αποδείξεως ότι ούτος διέπραξε, κατηγορήθη, εδιώχθη ή κατεδικάσθη δι΄ οιονδήποτε ποινικόν αδίκημα όπερ απετέλεσε το αντικείμενον εξαλειφθείσης καταδίκης̇ και (β) εν οιαδήποτε τοιαύτη διαδικασία ούτος δεν δύναται να ερωτηθή, και εάν ερωτηθή, δεν υποχρεούται να απαντήση, εις οιανδήποτε ερώτησιν, αφορώσαν εις το παρελθόν αυτού μη δυναμένην να απαντηθή άνευ της εκ μέρους αυτού παραδοχής ή αναφοράς εις τινα εξαλειφθείσαν καταδίκην ή εις οιοδήποτε σχετικά προς ταύτην περιστατικά. 7.-
(2)Ουδέν των εν τω εδαφίω
(1)του άρθρου 4 διαλαμβανομένων επηρεάζει τον καθορισμόν οιουδήποτε επιδίκου θέματος, ή κωλύει την αποδοχήν ή την αναγκαιότητα οιασδήπτοε αποδείξεως αφορώσης εις προηγουμένη καταδίκην προσώπου τινός ή εις σχετικά προς αυτήν περιστατικά- (α) Εν οιαδήποτε ποινική διαδικασία ενώπιον Δικαστρίου εν τη Δημοκρατία (περιλαμβανομένης οιασδήποτε εφέσεως ή παραπομπής ζητήματος εγειρομένου εν ποινική διαδικασία)̇ (β) .......... (γ) .......... (δ) .......... (ε) εν οιαδήποτε διαδικασία καθ΄ ην ούτος είναι διάδικος ή μάρτυς, νοουμένου ότι, κατά την στιγμήν καθ΄ ην πρόκειται να αποφασισθή το επίδικον θέμα ή η αποδοχή ή αναγκαιότης οιασδήποτε αποδείξεως, ούτος συναινεί εις την απόφασιν επιδίκου θέματος ή, αναλόγως της περιπτώσεως, της παραδοχής ή αναγκαιότητος της αποδείξεως ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου
(4).
(3)Εάν καθ΄ οιονδήποτε στάδιον οιασδήποτε διαδικασίας ενώπιον οιασδήποτε δικαστικής αρχής εν τη Δημοκρατία (μη ούσης διαδικασίας επί της οποίας δεν εφαρμόζεται το άρθρον 4
(1)δυνάμει οιασδήποτε των παραγράφων (α) έως (δ) του εδαφίου
(2)ή οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος διατάγματος δυνάμει του εδαφίου
(4)ή εφ΄ όσον πρόκειται περί διαδικασίας επί της οποίας εφαρμόζεται το άρθρον
(8)η αρχή ικανοποιηθή ότι υπό το φως οιωνδήποτε σχετικών στοιχείων (περιλαμβανομένης οιασδήποτε αποδείξεως προσαχθείσης ή δυναμένης μεταγενεστέρως να προσαχθή ενώπιον αυτής) δεν δύναται να αποδοθή δικαιοσύνη ειμή μόνον διά της αποδοχής ή απαιτήσεως προσαγωγής αποδείξεως σχετικής προς εξαλειφθείσας καταδίκας προσώπου τινός ή εις τα σχετικά προς αυτάς περιστατικά, η εν λόγω αρχή δύναται να αποδεχθή ή, αναλόγως της περιπτώσεως, να απαιτήση την εν λόγω απόδειξιν ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 4 και δύναται να αποφασίση παν επίδικον θέμα εις το οποίον αφορά η απόδειξις κατά παράβασιν εις οίον απαιτείται βαθμόν, των εν λόγω διατάξεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο