← Κύπρος

SKOUTARIS STEEL LTD ν. TOFARCO LTD, Αρ. Αγωγής: 206/15, 24/3/2015

SKOUTARIS STEEL LTD ν. TOFARCO LTD, Αρ. Αγωγής: 206/15, 24/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 206/15 Μεταξύ : - SKOUTARIS STEEL LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και TOFARCO LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.3.16 Αίτηση ημερομηνίας για Συνοπτική Απόφαση ημερ. 27.5.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα. Φ. Χ΄Ιωάννου Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση : κα Ιωάννου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, βασίζεται σε δυο λογαριασμούς προερχόμενους δυνάμει τιμολογίων επί τη βάση προμήθειας από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους υλικών και εργασιών. Η διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, ήταν ότι το 75% των τιμολογίων θα πληρώνετο σε μετρητά και το υπόλοιπο 25% θα διατηρείτο σε ξεχωριστό λογαριασμό. Θα εξοφλείτο δια της μεταβιβάσεως από τους εναγομένους προς τους ενάγοντες διαμερισμάτων, ή άλλων ακινήτων αντίστοιχης αξίας. Έτσι και για τους λόγους αυτούς διατηρούνταν δυο λογαριασμοί Α και Β. Την 31.12.13 ο ένας λογαριασμός (Β) παρουσίαζε οφειλόμενο ποσό €32.208,30 και ο άλλος (Α) €263.908,

  1. Τα ποσά σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως συμφωνούνταν μεταξύ των διαδίκων. Παρά τις οχλήσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι ουδέν κατέβαλαν είτε σε μετρητά είτε σε ακίνητα. Το συνολικό οφειλόμενο και αξιούμενο δια της αγωγής ποσό είναι €296.117,
  2. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση και ακολούθησε η κρινόμενη αίτηση, προς έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους. Οι πάνω θέσεις της εκθέσεως απαιτήσεως επαναλαμβάνονται ουσιαστικά υπό του διευθυντή των εναγόντων που γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και μπορεί να ορκιστεί θετικά επί τούτων και ως προς την οφειλή του ποσού. Προσθέτει επίσης ότι έγιναν συζητήσεις από το 2003 μέχρι τον Μάιο του 2014 για την εκτιμημένη αξία κάποιου ακινήτου για να πληρωθεί το υπόλοιπο των εναγομένων, αλλά δεν κατέληξαν τελικά σε συμφωνία. Είναι επίσης η θέση του ότι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση και καταχώρισαν εμφάνιση για να καθυστερήσουν την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Στην αντίπερα όχθη, οι εναγόμενοι δια του διευθυντού τους αναφέρουν ότι υπήρχε ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι το 75% θα καταβαλλόταν τοις μετρητοίς και το 25% σε είδος, ήτοι σε διαμερίσματα ή άλλη ακίνητη ιδιοκτησία των εναγομένων που θα ήταν διαθέσιμη κατά την ημερομηνία που θα γινόταν η πληρωμή και σε τιμές που οι εναγόμενοι θα εμπορεύονταν τα διαμερίσματα στα πλαίσια των συνήθων εργασιών τους. Προς τον σκοπό αυτό έγιναν διάφορες συζητήσεις με τους ενάγοντες για διευθέτηση του χρέους. Πρόσφεραν προς τους ενάγοντες διάφορα διαμερίσματα που ήταν διαθέσιμα για πλήρη τακτοποίηση οποιασδήποτε οφειλής των εναγομένων (τεκμ.1). Ήταν περαιτέρω η συμφωνία τους ότι και οι δυο λογαριασμοί θα ενοποιούνταν και θα εξοφλούνταν με την μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας των εναγομένων προς τους ενάγοντες. Αυτό κατά τους εναγόμενους επιβεβαιώνεται από σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα που τους απέστειλαν οι ενάγοντες (τεκμ.2). Είναι επίσης η θέση τους ότι οι ενάγοντες επέλεξαν προς μεταβίβαση συγκεκριμένο διαμέρισμα σε τιμή που τους υπέδειξαν οι εναγόμενοι, πλην όμως οι ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν την τιμή και αντιπρότειναν άλλη, την οποία δεν αποδέχτηκαν οι εναγόμενοι. Ενόψει της ρηθείσης διαφωνίας, οι εναγόμενοι πρότειναν επιπρόσθετα των διαμερισμάτων του τεκμ.1 και ένα οικόπεδο στην περιοχή Γ.Σ.Π στην τιμή που εισηγείτο το κτηματολόγιο αλλά και πάλι οι ενάγοντες αδικαιολόγητα δεν αποδέχτηκαν. Στην βάση αυτών, είναι η θέση τους ότι οι εναγόμενοι εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους και είναι οι ενάγοντες που απέτυχαν να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτητές δεν έχουν παραθέσει όλα τα στοιχεία και γεγονότα της υπόθεσης και παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα από την πραγματική. Οι ενάγοντες όχι μόνο δεν έχουν καλή βάση αγωγής, αλλά ούτε και δικαίωμα να απαιτούν την αξία των τιμολογίων σε μετρητά, αφού η αντιπαροχή για την συμφωνία έχει συμφωνηθεί και καθοριστεί με τον τρόπο που έχει εκτεθεί και είναι η πλευρά των εναγόντων που έχει υπαναχωρήσει. Χωρίς να αντεξεταστούν οι ομνύοντες, οι δικηγόροι των δυο πλευρών προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του. Στην συνέχεια και όπου χρειαστεί θα γίνει αναφορά σε αυτές. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 και στην Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης, οι αρχές παγίως έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία. Στην υπόθεση Sensus Gymansium Ltd κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 27/2010, ημερ.4.9.13 όπου ανάγλυφα συμπυκνώνονται οι αρχές της νομολογίας ως ακολούθως: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597 .........) Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
  3. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
  4. Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
  5. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd

(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω).» Κρίνεται περαιτέρω χρήσιμη η αναφορά σε Αγγλική νομολογία ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αιτήσεων για συνοπτική απόφαση. Στην υπόθεση Dinsdale Moorland Services Limited v. Gareth Mark Evans and others [2014] EWHC 2 (Ch) το θέμα τίθεται ως εξής: 29. 5 The test for summary judgment 30. "4. The courts have now given guidance on the principles to be applied in deciding whether or not to give summary judgment. For present purposes I summarise the relevant ones as follows:
  1. i)The court must consider whether the defendant has a "realistic" as opposed to a "fanciful" prospect of success: Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91;
  2. ii)A "realistic" defence is one that carries some degree of conviction. This means a defence that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8] iii) In reaching its conclusion the court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman
  3. iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a defendant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10]
  4. v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550;
  5. vi)Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63; vii) Although there is no longer an absolute bar on obtaining summary judgment when fraud is alleged, the fact that a claim is based on fraud is a relevant factor. The risk of a finding of dishonesty may itself provide a compelling reason for allowing a case to proceed to trial, even where the case looks strong on the papers: Wrexham Association Football Club Ltd v Crucialmove Ltd [2006] EWCA Civ 237 at [57]." Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του όσα ορκίζεται ο ομνύον εκ μέρους των εναγόντων και κρίνεται ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται πλήρως και ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Κατά συνέπεια το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι προβάλλουν υπεράσπιση στην αξίωση των εναγόντων. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905, υπεδείχθη ότι: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd)
(2003)1 Α.Α.Δ 1968.) Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι ακριβώς λόγω της φύσης της, ως κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας μιας δίκης, ο καθ' ου η αίτηση πρέπει με την ένορκη του δήλωση να προβάλει τα στοιχεία που εδράζει την υπεράσπιση του και δεν αναμένεται ότι θα προσκομίσει την διαθέσιμη μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Ζερβός ανωτέρω : « Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Στο πιό πάνω πλαίσιο θα αντικρυστεί η ένσταση των καθ' ων η αίτηση και κατ' επέκταση η προβαλλόμενη υπεράσπιση τους. Είναι βέβαια ορθή η εισήγηση της κας Χ' Ιωάννου ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ούτε την συνεργασία τους με τους ενάγοντες, όπως ούτε και τα ποσά των δυο λογαριασμών. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει ως προς το πως θα επιλυθεί η υπόθεση εξωδικαστηριακά, ή να πείσει τους ενάγοντες να αποδεχθούν αυτά που προτείνουν οι εναγόμενοι. Οι εναγόμενοι αποδέχονται την μεταξύ τους συμφωνία για καταβολή του 25% του λογαριασμού τους σε ακίνητα και το 75% σε μετρητά, είναι όμως η θέση τους και αυτή ουσιαστικά είναι και η προβαλλόμενη υπεράσπιση τους, ότι υπήρξε περαιτέρω συμφωνία μεταξύ τους και των εναγόντων, πρόταση που έγινε από τους ενάγοντες και την αποδέχτηκαν, επικαλούμενοι το τεκμ.2 στην ένσταση τους, σύμφωνα με την οποία και προς διευκόλυνση των εναγομένων, το οφειλόμενο ποσό εκ του 75%, αντί να καταβληθεί σε μετρητά, προστέθηκε στο 25%, ώστε ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο, που είναι το αξιούμενο με την αγωγή, να εξοφληθεί δια ανταλλαγής με ακίνητη περιουσία των εναγομένων στην τιμή που τα εμπορεύονται οι εναγόμενοι. Εξάγεται συνεπώς ότι οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν ως υπεράσπιση τους κάποια εξωδικαστηριακή διευθέτηση της οφειλής τους προς τους ενάγοντες, ως είναι η εισήγηση της κας Χ΄ Ιωάννου, αλλά προβάλλουν συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Και περαιτέρω, ότι είναι οι ενάγοντες που υπαναχώρησαν, αφού οι ίδιοι τους υπέδειξαν διάφορα διαμερίσματα και ακίνητα προς εξόφληση ολόκληρης της οφειλής τους και αυτοί αρνήθηκαν, ή και διαφώνησαν ως προς την αξία τους. Υποδεικνύεται ότι στην έκθεση απαιτήσεως αναφέρεται ότι οι ενάγοντες κάλεσαν τους εναγομένους να καταβάλουν το υπόλοιπο σε μετρητά ή ακίνητα αναλόγου αξίας και αυτοί αμέλησαν. Η θέση όμως των εναγομένων είναι ότι όχι μόνο δεν αμέλησαν, αλλά υπέδειξαν στους ενάγοντες, προς εξόφληση, διάφορα διαμερίσματα και είναι οι ενάγοντες που τα απέρριπταν, διαφωνώντας ως προς την αξία τους. Είναι περαιτέρω η υπεράσπιση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικούν το οφειλόμενο ποσό σε μετρητά - σχετική για παράδειγμα είναι η παράγραφος 11 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση - γιατί η μεταξύ τους συμφωνία ήταν όπως ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό εξοφληθεί με ακίνητα, την οποία οι ενάγοντες παρέβηκαν. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων στο στάδιο αυτό βεβαίως και δεν θα αξιολογηθούν, όμως από όποια σκοπιά και αν αντικριστούν, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι εγείρουν ζητήματα με την παροχή ικανοποιητικών λεπτομερειών ώστε να καθιστούν την υπεράσπιση τους ρεαλιστική. Ανεξάρτητα από την νομική εμβέλεια της ισχυριζόμενης μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτή αποτελεί ζήτημα προς εξέταση κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεδομένου ότι το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο να αξιολογηθεί, είτε η ισχυριζόμενη συμφωνία, είτε οι εκατέρωθεν επ' αυτής ισχυρισμοί. Ως υποδεικνύεται και στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Είναι συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου, και αυτή είναι η κατάληξη, ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων δεν είναι ούτε γενικοί, ούτε και αόριστοι. Αντίθετα, είναι τέτοιας υφής ώστε εύλογα δημιουργούν διαφορά ή θέμα προς εκδίκαση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους, ώστε δικαιολογούν την παροχή του δικαιώματος στους εναγόμενους να προβάλουν υπεράσπιση. Ως απότελεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης με την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής. Υπεράσπιση να καταχωρηθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.