Χαράλαμπου Κνέκνα ν. Χάρη Κυμίση από την Λευκωσία υπό την ιδιότητα του ως Γραμματέα της The Cyprus Turf Club (Ιπποδρομιακής Αρχής Κύπρου), Αρ. Αγωγής: 1812/08, 25/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A347 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1812/08 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κνέκνα , από το Δάλι Ενάγοντος και Χάρη Κυμίση από την Λευκωσία υπό την ιδιότητα του ως Γραμματέα της The Cyprus Turf Club (Ιπποδρομιακής Αρχής Κύπρου). Εναγομένου Αίτηση ημερ. 27.5.15 υπό εναγομένου - αιτητή για προσθήκη συνεναγομένου Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου 2015 Για εναγόμενο - αιτητή: κος Μιχαηλίδης με κα Λουκαρή Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κος Παπαγεωργίου για κο Χατζηπιέρα Για προτεινόμενο συνεναγόμενο: κος Τσολακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή αφορά απαίτηση του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης Ιπποδρομιακής Αρχής για αποζημιώσεις λόγω ατυχήματος που επεσυνέβη ενώ αυτός ήταν στην υπηρεσία της εναγομένης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το ατύχημα επεσυνέβη λόγω αμέλειας και ελαττωματικού συστήματος εργασίας κατά την διάρκεια τοποθέτησης εμφυτεύματος (chip) σε πουλάρι των εναγομένων. Η ακρόαση της παρούσας αγωγής, ξεκίνησε στις 7.10.2014 και μετά από 5 δικάσιμες ημέρες διεκόπη καθότι η Δικαστής που εκδίκαζε την υπόθεση παραιτήθηκε. Στην συνέχεια η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για επανεκδίκαση. Λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, η αγωγή ορίστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα για ακρόαση. Πριν ξεκινήσει η ακρόαση ενώπιον μου, οι διάδικοι συμφώνησαν το ύψος των γενικών και μέρος των ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης. Και ενώ η υπόθεση ορίστηκε για να ξεκινήσει εκ νέου η ακρόαση, ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την προσθήκη ακόμη ενός εναγομένου και την ανάλογη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Η αίτηση που στηρίζεται στις Δ.9 Θ.10 και Δ.25 ΘΘ 1,2,3 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Κατσουρίδη εκ των δικηγόρων του εναγομένου. Αναφέρει ότι κατά την διαδικασία ενώπιον της κας Καουτζάνη και στα πλαίσια της μαρτυρίας του ενάγοντα, διαφάνηκε ότι ο ιδιοκτήτης της φάρμας Γεώργιος Παπαϊωάννου κρατούσε τα αυτιά του πουλαριού κατά την διαδικασία τοποθέτησης του εμφυτεύματος ώστε αυτό να μένει ακινητοποιημένο. Όταν το ζώο αντέδρασε, ξέφυγε από τον Γεώργιο Παπαϊωάννου και με τα πισινά του πόδια κτύπησε τον ενάγοντα στο δεξί μάτι. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι ο εν λόγω Γεώργιος Παπαϊωάννου που κρατούσε τα αυτιά του αλόγου για να μένει ακινητοποιημένο, ευθύνεται για το ατύχημα και ως εκ τούτου είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα αγωγή. Με την προσθήκη του ως εναγομένου, το Δικαστήριο θα ακούσει όλα τα σχετικά γεγονότα που οδήγησαν στο ατύχημα και θα είναι σε καλύτερη θέση να αποφασίσει αναφορικά με την ευθύνη. Στην έγκριση του αιτήματος, υπέβαλαν ένσταση τόσο ο ενάγοντας όσο και ο προτεινόμενος εναγόμενος 2 Γεώργιος Παπαϊωάννου. Στους λόγους ένστασης του ο ενάγων, αναφέρει ότι η αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας με την έννοια ότι επεμβαίνει στα δικαιώματα του ενάγοντα, ο οποίος δεν επιθυμεί να εγείρει αγωγή εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου 2. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του ενάγοντα αναφέρεται ότι στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος δεν θέτει ζητήματα ευθύνης άλλων προσώπων για την πρόκληση του ατυχήματος. Αντιθέτως ισχυρίζεται ότι η διαδικασία εφαρμογής του εμφυτεύματος ήταν η ενδεδειγμένη και επιρρίπτει αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια στον ενάγοντα που δεν ελευθέρωσε έγκαιρα την ουρά του πουλαριού με αποτέλεσμα αυτό να αντιδράσει και να τον κτυπήσει. Γίνεται επίσης αναφορά στην καθυστερημένη προώθηση της αίτησης με αποτέλεσμα να ανατραπεί η πορεία της αγωγής. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα πρέπει σύμφωνα με τον ομνύοντα να ανταλλαγούν μεταξύ των διαδίκων νέα δικόγραφα και η έναρξη της ακρόασης θα καθυστερήσει σημαντικά. Αντιθέτως, απόρριψη του αιτήματος δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα του εναγομένου ο οποίος μπορεί να καταχωρήσει ξεχωριστή αγωγή εναντίον του εν λόγω Γιώργου Παπαϊωάννου. Ο καθ' ου η αίτηση 2 Γιώργος Παπαϊωάννου, κατεχώρησε επίσης ένσταση. Ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του έχει παραγραφεί και ότι εν πάση περιπτώσει η προσθήκη του ως συνεναγομένου δεν είναι αναγκαία για την επίλυση των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη καθυστέρηση και τυχόν έκκριση του αιτήματος θα ανατρέψει την πορεία εκδίκασης της υπόθεσης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του εναγομένου-αιτητή αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης. Επεσήμανε ότι η εκδίκαση της αγωγής ξεκίνησε στις 7.10.2014 και μετά από 5 δικάσιμες ημέρες διεκόπη καθότι η Δικαστής που εκδίκαζε την υπόθεση παραιτήθηκε. Κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκεκριμένα από την μαρτυρία του ενάγοντα, διαφάνηκε για πρώτη φορά ο ρόλος που διαδραμάτισε στο ατύχημα ο ιδιοκτήτης της φάρμας Γεώργιος Παπαϊωάννου. Ο εν λόγω, κρατούσε το άλογο από τα αυτιά ώστε να παραμείνει ακινητοποιημένο. Σε κάποια στιγμή ξέφυγε από τον έλεγχό του και λάκτισε τον ενάγοντα στο δεξί μάτι. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στη νομική βάση της αίτησης και ιδιαίτερα στη Δ.9 Θ.10 στην οποία στηρίζεται το αίτημα. Υποστήριξε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Με αναφορά σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος 2, είναι αναγκαίος διάδικος προκειμένου να επιλυθούν όλα τα ζητήματα που αφορούν το επίδικο ατύχημα. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς για καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης, ο συνήγορος ανέφερε ότι η ανάγκη προσθήκης συνεναγομένου προέκυψε μετά που έδωσε μαρτυρία ο ενάγοντας. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα καθυστέρησης, αντιθέτως ο ίδιος ο ενάγοντας προκάλεσε καθυστέρηση στην διαδικασία όταν 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, προέβηκε σε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για παραγραφή του αγωγίμου δικαιώματος που προέβαλε ο προτεινόμενος εναγόμενος 2, ο συνήγορος παρέπεμψε στις διατάξεις του περί Παραγραφής Νόμου 66(Ι)/2012, ισχυριζόμενος ότι δεν τίθεται στην παρούσα υπόθεση ζήτημα παραγραφής. Ο συνήγορος του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση στην δική του αγόρευση, επανέλαβε όλους τους λόγους που παρατίθενται στο δικόγραφο της ένστασής του. Υποστήριξε περαιτέρω ότι στην υπεράσπισή του ο εναγόμενος - αιτητής, παραδέχεται την περιγραφή των γεγονότων όπως προβάλλονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, διευκρινίζοντας ότι η εφαρμοσθείσα από τον εναγόμενο διαδικασία ακινητοποίησης του ζώου, ήταν εργασία ρουτίνας και η μοναδική ενδεδειγμένη. Επιρρίπτεται μάλιστα ευθύνη στον ενάγοντα, ο οποίος δεν απελευθέρωσε έγκαιρα την ουρά του ζώου με αποτέλεσμα αυτό να αντιδράσει και να τον κλωτσήσει. Ήταν, επιπλέον, η θέση του συνηγόρου ότι η Δ.9 Θ.10 δεν δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να προσθέσει ως εναγόμενο και άλλο πρόσωπο πέραν αυτού, εναντίον του οποίου κινήθηκε η αγωγή. Ο συνήγορος αναφέρθηκε στη συνέχεια στο ιστορικό της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι έχουν ήδη παρέλθει 7 χρόνια από το κλείσιμο των δικογράφων. Ήταν η θέση του ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγήσει σε περαιτέρω καθυστέρηση αφού θα χρειαστεί να τροποποιηθούν τα δικόγραφα, τόσο η έκθεση απαίτησης όσο και υπεράσπιση, στην οποία υποστηρίζεται ότι η διαδικασία έγινε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Επιπλέον υπάρχει συμφωνία των υφιστάμενων διαδίκων για το ύψος των αποζημιώσεων και παρέμεινε προς εκδίκαση το θέμα της ευθύνης. Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί κατά τον συνήγορο να δεσμεύει, τον νέο διάδικο. Αν εγκριθεί το αίτημα, πέραν του ότι θα πρέπει να ανταλλαγούν δικόγραφα μεταξύ των δύο εναγομένων, αυτόματα ανατρέπεται και η συμφωνία για τις αποζημιώσεις, η οποία ουδόλως δεσμεύει τον νέο εναγόμενο. Αυτό θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση αφού θα χρειαστεί να προσκομιστεί επιπλέον μαρτυρία για τις ζημιές του ενάγοντα. Αντιθέτως, σε περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί, ο εναγόμενος δεν θα υποστεί καμία ζημιά. Αν πράγματι είναι η επιθυμία του να διεκδικήσει συνυπευθυνότητα από τον Γιώργο Παπαϊωάννου, έχει κατά τον συνήγορο την δυνατότητα να εγείρει σχετική αγωγή εναντίον του. Έτσι το κατά πόσον ο εναγόμενος έχει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του ενάγοντος λόγω μη εφαρμογής ασφαλούς συστήματος εργασίας, είναι ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί στο υφιστάμενο πλαίσιο της αγωγής χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσθήκης του Γιώργου Παπαϊωάννου ως διαδίκου. Ο συνήγορος του προτεινόμενου εναγομένου 2 επανέλαβε στην δική του αγόρευση, τους λόγους ένστασής του. Ειδικότερα και αναφορικά με τους ισχυρισμούς για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, παρέπεμψε στις διατάξεις του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, όπως αυτό τροποποιήθηκε. Ήταν η θέση του ότι το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου έχει ήδη παραγραφεί στις 29.4.2008 και εν πάση περιπτώσει πολύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν έγινε από τον εναγόμενο αλλά από δικηγόρο χωρίς να δίδεται καμιά επαρκής δικαιολογία. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία ανέφερε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι για τον πιο πάνω λόγο παράτυπη και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθεί. Τέλος, ο συνήγορος με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης επανέλαβε τη θέση του ότι παρατηρείται μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, η οποία δικαιολογεί από μόνη της, την απόρριψη της αίτησης. Νομική Πτυχή Η επιλογή των προσώπων εναντίον των οποίων θα κινηθεί η αγωγή, επαφίεται κατά βάση στον ενάγοντα. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Dolfus Mieg et Companie S.A.v. Bank of England [1951] Ch 33, «. Generally in Common Law and Chancery matters, a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against the defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other person whom he has no desire to sue». Η ίδια αρχή αναφέρεται και στο σύγγραμμα Annual Practice του 1970 όπου στην σελίδα 168 αναφέρονται τα εξής: «. Prima facie the plaintiff is entitled to choose the person against whom to proceed and to leave out any person against whom he does not desire to proceed». Παρά την πιο πάνω γενική αρχή, παρέχεται διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο δυνάμει των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας να προσθέσει κάποιο πρόσωπο ως εναγόμενο αν κρίνει ότι αυτός είναι αναγκαίος διάδικος με την έννοια ότι με τον τρόπο αυτό θα επιλυθούν όλα τα θέματα που εγείρονται με την αγωγή. Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9, Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επί της οποίας στηρίζεται μεταξύ άλλων η αίτηση. Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, το Δικαστήριο δύναται σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει την προσθήκη διαδίκου που έπρεπε να είχε ενωθεί στην αγωγή ή του οποίου η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αναγκαία για την οριστική επίλυση όλων των θεμάτων που σχετίζονται με την βάση της αγωγής. Η εν λόγω διάταξη που αντιστοιχεί στη O.16, R.11 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών (βλ. Παγκυπριακή Ασφαλιστική ν. Χρίστου Μηνά
(2003)1 Α.Α.Δ 1818), έχει ως εξής σε σχέση με την προσθήκη διαδίκου: « .............................. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. ................................. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Λαϊκής Τράπεζας
(2001)1 Α.Α.Δ 1372, λέχθηκαν τα πιο κάτω με αναφορά και στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906 σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου για πρόσθεση εναγομένου: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210). Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.» Στην υπόθεση Perihan Mustafa ν. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, λέχθηκε ότι για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 Θ.10 θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Η αναγκαιότητα της προσθήκης, εξετάζεται με βασικό κριτήριο του κατά πόσον θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του προτεινόμενου διαδίκου (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 348). Στο σύγγραμμα Digest 1983 αναφέρεται στην σελίδα 374 παρ. 237 ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγομένου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί εκτός εάν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός αν ο εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, στην πιο πάνω υπόθεση Perihan Mustafa ν. Απόστολου Γεωργίου λέχθηκαν τα εξής: «Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση τέτοιας άδειας όταν η προσθήκη θα προκαλέσει σοβαρή ταλαιπωρία ή θα εισαγάγει καθ' ολοκληρίαν νέα βάση αγωγής (βλ Artemis Company Ltd v. The Ship "Sonjia",
(1972)1 CLR 153). Άδεια δεν δίδεται και στην περίπτωση που δεν αποκαλύπτεται ουσιαστική απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου. Σχετική είναι η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 178) όπου λέχθηκε ότι η προσθήκη θα επιτραπεί αν ο προτεινόμενος εναγόμενος επηρεάζεται ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει και αν έτσι θα εξοικονομηθούν έξοδα. Αν όμως ο ενάγων δεν έχει ουσιαστική απαίτηση από τον προτεινόμενο εναγόμενο τον οποίο δεν θα επηρεάσει το αποτέλεσμα. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο, είναι ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης. Τέτοιου είδους αιτήσεις, είναι ορθό και επιθυμητό όπως καταχωρούνται στα αρχικά στάδια της υπόθεσης. Η νομολογία καταδεικνύει ότι σε περιπτώσεις όπου η προσθήκη διαδίκου θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται εναντίον της έγκρισης του αιτήματος (βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 C.L.R. 127, 133-134 και P. T. Kiani Kertas ν Interorient Navigation Company Limited κα (αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Ένας επιπλέον σοβαρός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν ζητείται η προσθήκη εναγομένου είναι το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να θέσει θέμα παραγραφής. Κατά κανόνα, δεν δίδεται άδεια για προσθήκη μετά την εκπνοή της προθεσμίας (βλ. Manchester Lines Ltd, και P. T. Kiani Kertas ανωτέρω). Η ίδια αρχή ισχύει και όταν τίθεται θέμα απώλειας δικαιώματος ή ουσιαστικού επηρεασμού, είτε των άμεσα εμπλεκομένων ως διαδίκων, είτε όσων έχουν νόμιμα συμφέροντα στην υπόθεση (βλ. Ρίτα Γεωργίου ν. Γιαννάκη Φιλιαστίδη κα Πολ. Έφεση 281/2009, ημ. 1.3.2013). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake Precedents of Pleadings 12η έκδοση στην σελ. 67: "On the other hand, leave will not be granted to add a defendant after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant nor where the addition will have the effect of adding a new cause of action." Έχει επίσης νομολογηθεί ότι όταν επιδιώκεται η προσθήκη εναγομένου, το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του δεν ανατρέχει στον χρόνο που καταχωρήθηκε το αρχικό κλητήριο αλλά στον χρόνο στον οποίο επιζητείται η προσθήκη (βλ. Liff v. Peasly and another
(1980)1 All E.R 623). Συμπεράσματα Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου στηρίζεται σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης σε κατ' ισχυρισμό παράβαση του καθήκοντος του εναγομένου να του παράσχει ασφαλές σύστημα εργασίας. Στην υπεράσπιση του, ο εναγόμενος αρνείται ότι το σύστημα εργασίας δεν ήταν ασφαλισμένο και ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για διαδικασία ρουτίνας που ήταν η ενδεδειγμένη. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι στην υπό κρίση υπόθεση, ο ενάγων καμία αξίωση δεν έχει εναντίον του προτεινόμενου εναγόμενου αφού η απαίτηση περιορίζεται σε αμέλεια των υφιστάμενων εναγομένων να του παράσχουν ασφαλές σύστημα εργασίας. Υπό τας περιστάσεις, η προσθήκη εναγομένου δεν είναι αναγκαία για την επίλυση των θεμάτων που εγείρει ο ενάγων στην αγωγή του για μη τήρηση ασφαλούς συστήματος εργασίας. Στην ουσία, ο εναγόμενος ζητά την προσθήκη του συγκεκριμένου προσώπου για να προωθήσει απαίτηση που ο ίδιος θα έχει εναντίον του και η οποία δεν σχετίζεται με την υποχρέωση του για τήρηση του ασφαλούς συστήματος εργασίας εκ μέρους του. Επιπλέον, ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης στο στάδιο της επανεκδίκασης της υπόθεσης, είναι στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για επανεκδίκαση μετά που ακούστηκαν ήδη 3 μάρτυρες. Πρόκειται για αγωγή που καταχωρήθηκε στις 7.4.2008 για ατύχημα που έγινε στις 28.4.06 και σίγουρα δεν αποτελεί παράδειγμα συμμόρφωσης με την Συνταγματική επιταγή για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Ούτε ευσταθεί η δικαιολογία ότι η απαίτηση εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου προέκυψε μόνον μετά από την μαρτυρία του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι γνώριζαν από την αρχή την διαδικασία και τις συνθήκες τραυματισμού του ενάγοντα. Δεν έθεσαν όμως με την υπεράσπιση τους θέμα συνυπευθυνότητας του προτεινόμενου εναγομένου αλλά απλά αρνούνται τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης ότι η διαδικασία αυτή δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Επιπλέον, είναι η θέση μου ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει εκτροχιασμό της υπόθεσης, η ακρόαση της οποίας είναι έτοιμη να ξεκινήσει ενώπιον μου. Πέραν του γεγονότος ότι θα χρειαστεί να καταχωρηθούν δικόγραφα από τον προτεινόμενο εναγόμενο και να τροποποιηθεί ο τίτλος της αγωγής, κατά πάσαν πιθανότητα θα ακολουθηθεί και η διαδικασία ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων. Η διαδικασία αυτή θα χρειαστεί χρόνο με αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης. Επιπλέον, η δήλωση των υφιστάμενων διαδίκων με την οποία συμφώνησαν τις αποζημιώσεις δεν δεσμεύει τον προτεινόμενο εναγόμενο. Ως αποτέλεσμα, θα υπάρξει περαιτέρω εκτροχιασμός της Δίκης αφού ο ενάγοντας θα αναγκαστεί να προσκομίσει επιπλέον μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των ειδικών και γενικών αποζημιώσεων που αιτείται με την αγωγή του. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω, ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης σε συνδυασμό με την ταλαιπωρία που θα προκληθεί με τον εκτροχιασμό της διαδικασίας, είναι στοιχεία που δεν δικαιολογούν την έγκριση του αιτήματος. Όμως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για ένα επιπρόσθετο λόγο. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία δεν δίδεται άδεια για προσθήκη εναγομένου μετά την εκπνοή της προθεσμίας κίνησης αγωγής εναντίον του. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το Άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου καθόριζε διετή παραγραφή σε αγωγές για αστικό αδίκημα, η οποία αυξήθηκε σε τρία χρόνια με τον νόμο 171(Ι) του 2006 που τέθηκε σε ισχύ στις 29.12.2006. Το άρθρο 68 όμως είχε ανασταλεί μαζί με άλλες διατάξεις για παραγραφή από τον Περί Αναστολής Παραγραφής Νόμο του 1964 (Ν. 57/64). Η περίοδος αναστολής της παραγραφής επεκτάθηκε έκτοτε μέχρι και τον Νόμο 110
(1)/
- Σύμφωνα με το άρθρο 4 του πιο πάνω Νόμου, καταργήθηκαν οι Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καθώς και ο Περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του
- Παρόλα αυτά, η ισχύς του Νόμου καθορίστηκε να αρχίζει σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά από διάφορες παρατάσεις, τελικώς το ζήτημα της παραγραφής του δικαιώματος άσκησης γενικά πολιτικών αγωγών, ρυθμίστηκε οριστικά από τον Περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/12). Δυνάμει του πιο πάνω Νόμου, καταργείται το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου που καθόριζε περίοδο παραγραφής για αστικά αδικήματα, η δε παραγραφή αγωγής για Αστικό Αδίκημα επανακαθορίζεται στο άρθρο 6 του νόμου 66(Ι)/
- Ειδικά για το αδίκημα της αμέλειας, καθορίζεται τριετής παραγραφή. Όμως σύμφωνα με το παράρτημα του άρθρου 29 του πιο πάνω νόμου, η κατάργηση του άρθρου 68 του Κεφ.148 αφορά αδικήματα που επεσυνέβησαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου που είναι η 1.7.
- Ως εκ τούτου για αδικήματα που επεσυνέβησαν πριν την 1.7.12, εξακολουθεί να ισχύει η παραγραφή του άρθρου 68 του Κεφ.
- Είναι παραδεκτό ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα επεσυνέβη στις 28.4.2006 κατά τον χρόνο δηλαδή που ίσχυε ακόμα η διετής παραγραφή του άρθρου 68 του Κεφ.
- Ως αποτέλεσμα δυνάμει της ισχύουσας σήμερα νομοθεσίας, το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου έχει εκπνεύσει στις 28.4.
- Υπό τα περιστάσεις, ο προτεινόμενος εναγόμενος σωστά εγείρει ζήτημα παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος εναντίον του. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα νομολογία, κατά κανόνα δεν δίδεται άδεια για προσθήκη εναγομένου μετά την εκπνοή της προθεσμίας έγερσης αγωγής εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ του η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο