← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ ν. Χρυσόστομος Αλλαγιώτη Ανδρέα κ.α., Αρ. Αίτησης: 129/15, 30/11/2015

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ ν. Χρυσόστομος Αλλαγιώτη Ανδρέα κ.α., Αρ. Αίτησης: 129/15, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A532 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 129/15 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52.2(β) όπως τροποποιήθηκε και τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 21 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ Και

  1. Χρυσόστομος Αλλαγιώτη Ανδρέα
  2. Μαρία Χρυσοστόμου Αλλαγιώτη Αίτηση ημ. 17.4.15 για εγγραφή διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2015 Για αιτήτρια: κα Θωμά Για καθ' ων η αίτηση: κος Μαθηκολώνης ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 7.1.2013 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου και εναντίον των καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €125.712,91 πλέον τόκους και έξοδα. Διατάχθηκε επίσης η πληρωμή του πιο πάνω ποσού με την εκποίηση υποθήκης, η οποία δόθηκε από τους καθ' ων η αίτηση για εξασφάλιση του πιο πάνω χρέους προς την αιτήτρια. Με την παρούσα αίτησή της, η αιτήτρια ζητά την εγγραφή της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πιστό αντίγραφο της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, γνωστοποιήθηκε στους καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, οι οποίοι όμως παρέλειψαν να καταχωρίσουν έφεση εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι στις 18.1.2004, ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών με βάση τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος, διέταξε μεταξύ άλλων την ακύρωση της εγγραφής της Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου και όπως όλος ο κύκλος εργασιών της συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου, μεταβιβαστούν και αναληφθούν από την αιτήτρια. Οι καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η επίδικη διαφορά δεν έχει παραπεμφθεί νόμιμα σε διαιτησία και ότι η απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή, είναι ανυπόστατη αφού δεν ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι ο φερόμενος ως διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας, ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν ειδοποιήθηκαν νομότυπα για τον διορισμό του και για την έναρξη της διαδικασίας και ότι πρόκειται περί προσώπου ακατάλληλου για διαιτητή λόγω των σχέσεων που διατηρεί με την αιτήτρια και με τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Επιπλέον, ο φερόμενος ως διαιτητής δεν διεξήγαγε στην πραγματικότητα οποιαδήποτε διαδικασία ούτε και άκουσε μαρτυρία για οποιοδήποτε θέμα. Αναφέρεται ακόμα στους λόγους ένστασης ότι η διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή δεν είναι σε μορφή η οποία μπορεί να εγγραφεί ως απόφαση Δικαστηρίου γιατί δεν προσδιορίζει οποιανδήποτε οφειλή των καθ' ων η αίτηση. Τέλος, αναφέρεται ότι η αιτήτρια δεν είναι νομικά υπαρκτό πρόσωπο που να συνδέεται ή να έχει οποιανδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα και ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση της αίτησης δεν είναι πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευσή του, αναφέρθηκε στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, το οποίο καθορίζει τη διαιτητική διαδικασία στις περιπτώσεις που εγείρεται διαφορά αναφορικά με τις εργασίες Συνεργατικής Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι στην παρούσα περίπτωση, ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη υπό του Νόμου διαδικασία αφού μετά τη διαπίστωση της διαφοράς, έγινε νόμιμος διορισμός διαιτητή που εξέδωσε νομότυπα την υπό κρίση διαιτητική απόφαση. Επιπλέον, η απόφαση αυτή έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν έφεση εντός της προβλεπομένης προθεσμίας. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν εξετάζεται η νομιμότητα του διορισμού διαιτητή αλλά και της διαιτητικής διαδικασίας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης. Όμως, οι καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρησαν έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή παρά το γεγονός ότι η απόφαση τους γνωστοποιήθηκε προσωπικά. Η μη καταχώρηση έφεσης κατά τον συνήγορο, στερεί από τους καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα να αμφισβητούν την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης καθώς και της διαιτητικής διαδικασίας. Ειδικότερα όσον αφορά την νομιμότητα της διαδικασίας, προκύπτει από την ένορκο δήλωση της αίτησης ότι οι καθ' ων η αίτηση παρουσιάστηκαν στη διαιτητική διαδικασία χωρίς να προβάλουν κανένα ισχυρισμό για την εγκυρότητά της. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για τη μορφή της διαιτητικής απόφασης, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η διατύπωση της είναι ορθή και η οφειλή μπορεί να εξαχθεί από το ίδιο το κείμενο της απόφασης. Πρόθεση του διαιτητή, ήταν ξεκάθαρα η επιδίκαση του ποσού που αναφέρεται στην απόφαση και δεν επηρεάζεται καθόλου η δυνατότητα εκτέλεσής της σε περίπτωση που διαταχθεί η εγγραφή της. Καταληκτικά, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και επιπλέον δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στη δική του αγόρευση, έκαμε αρχικά αναφορά στο άρθρο 4 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), το οποίο προβλέπει την διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης. Ήταν η θέση του με παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα ότι σε αιτήσεις αυτής της φύσης, ενδείκνυται όπως ο αιτητής παρουσιάζει ενόρκως πιστά αντίγραφα του συνυποσχετικού με βάση το οποίο παραπέμφθηκε η διαφορά σε διαιτησία πέραν της ίδιας της διαιτητικής απόφασης. Ως συνυποσχετικό καθορίζεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 4, η γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει κατά το συνήγορο, καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η παραπομπή σε διαιτησία έγινε στη βάση γραπτού συνυποσχετικού. Γίνεται μεν παραδεκτό στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι όντως υπήρχαν κάποιες συμφωνίες δυνάμει των οποίων οι διαφορές των μερών θα μπορούσαν να παραπεμφθούν σε διαιτησία, όμως δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε συνυποσχετικό, δηλαδή σε γραπτή συμφωνία όπως αυτή ερμηνεύεται στο Κεφ.
  3. Σε σχέση με το λεκτικό της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η απόφαση ως έχει, παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και τα συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση. Ήταν η θέση του ότι η διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά μιας έγκαιρης διαιτητικής απόφασης όπως απαιτείται από τη νομολογία. Δεν προκύπτει ότι επιδικάζεται οποιοδήποτε ποσό και επιπλέον ο καλούμενος ως διαιτητής, δίδει δικαίωμα αυξομείωσης του ποσού που τους επιδικάζεται λόγω αυξομείωσης του τόκου. Συγκεκριμένα, η επίδικη απόφαση δίδει δικαίωμα στην αιτήτρια να αυξομειώνει κατά την κρίση της το επιτόκιο που θα επιβάλλει στον επίδικο λογαριασμό. Αυτό είναι εντελώς ανεπίτρεπτο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επιτραπεί η εγγραφή τέτοιας μορφής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι τα Δικαστήρια δεν πρέπει να εφαρμόζουν τη δική τους ερμηνεία σε αποφάσεις διαιτητών αφού αυτό θα ήταν αντίθετο με τις αρχές και τους σκοπούς της διαιτησίας. Στην παρούσα υπόθεση, η συνολική οφειλή των καθ' ων η αίτηση παραμένει αδιευκρίνιστη με αποτέλεσμα να καθιστά τη διαιτητική απόφαση αόριστη και ασαφή και να αφήνει το δικαίωμα στην αιτήτρια να αυξήσει το ποσό της απόφασης μέσω της δυνατότητας αύξησης του τόκου. Ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει την ορθότητα του διορισμού διαιτητή και να αποφασίσει περί ακυρότητας της διαδικασίας εφόσον κριθεί κάτι τέτοιο. Έγινε αναφορά στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας ΣΠΕ Αγλαντζιάς

(2012)1 Α.Α.Δ. 707, στην οποία αναφέρεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή. Ήταν η θέση του δικηγόρου ότι το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης είναι ότι δεν εξετάζεται το θέμα της νομιμότητας με πρωτοβουλία του ιδίου του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τον νόμιμο διορισμό, ο αιτητής οφείλει να αποδείξει ότι η διαιτητική απόφαση έχει εκδοθεί από διαιτητή που διορίστηκε νόμιμα δυνάμει του Νόμου. Τέλος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο που ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται. Όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, μόνη πηγή γνώσης των όσων αναφέρει, αποτελούν τα έγγραφα που επισυνάπτει και τα οποία έχει στην κατοχή της η αιτήτρια. Ο ίδιος ο ενόρκως δηλών καμιά εμπλοκή ή ανάμειξη δεν είχε με τα γεγονότα της υπόθεσης και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι αποδεκτή. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Οι καθ' ων η αίτηση προβάλουν μια σειρά από λόγους στην ένσταση τους αναφορικά με το υπό κρίση αίτημα εγγραφής της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Αυτοί άπτονται κυρίως της νομιμότητας και διατύπωσης της διαιτητικής διαδικασίας αλλά και της ακυρότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. 1. Η ένορκη δήλωση της αίτησης Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι ανυπόστατη και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αφού ο ενόρκως δηλών δεν είναι σε θέση να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και ως εκ τούτου, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα με την Δ.39 Κ.2, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης θα πρέπει να έχει ως πηγή, την προσωπική γνώση του ομνύοντος. Παρόλα αυτά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, μπορεί να γίνει αναφορά σε ένορκη δήλωση και σε γεγονότα που δεν είναι σε προσωπική του γνώση του ομνύοντος αν αυτός παραπέμπει στην πηγή της γνώσης του (βλ. μεταξύ άλλων Lord Jeans v Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 808). Σκοπός της Δ.39.Κ.2 που αντιστοιχεί στην Or. 41 R.5.2 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι να δώσει την ευκαιρία σε ενδιάμεσες αιτήσεις που είναι από την φύση τους επείγουσας φύσης να παρατίθεται στην ένορκη δήλωση και εξ' ακοής μαρτυρία. Το αποδεκτό της εξ ακοής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες διαδικασίες, βασίζεται στην ανάγκη παροχής σε ένα αιτητή, της ευχέρειας να στοιχειοθετήσει το αίτημα του εύκολα και γρήγορα χωρίς την αυστηρή προσκόλληση στους κανόνες που εφαρμόζονται στο δίκαιο της απόδειξης (Βλ. μεταξύ άλλων Fashion Box S.P.A. ν Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858 & C.T. Tobacco Ltd v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ 853). Στις περιπτώσεις που ο ομνύων έχει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, αυτή η γνώση του δεν διαπιστώνεται μόνο από την σχετική διαβεβαίωση που δίνει στην ένορκη δήλωση. Μπορεί επίσης χωρίς την ύπαρξη τέτοιας διαβεβαίωσης, η προσωπική του γνώση για τα γεγονότα να αποδεικνύεται από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα
(2010)1Β Α.Α.Δ
  1. Στην υπόθεση αυτή εξετάστηκε ζήτημα επάρκειας της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς τον σκοπό ερήμην απόδειξης της υπόθεσης λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου. Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, ο ομνύων παρέλειψε να διευκρινίσει αν τα γεγονότα στην έκθεση απαίτησης με τα οποία και συμφωνούσε, τα γνώριζε προσωπικά ή κατόπιν πληροφόρησης, εάν δε συνέβαινε το δεύτερο, δεν κατονόμασε τις πηγές πληροφόρησής του. Περαιτέρω, τα συνημμένα έγγραφα δεν φαίνονταν να συντάχθηκαν από τον ίδιο, εφόσον σ' αυτά δεν εντοπιζόταν η υπογραφή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στην προκείμενη περίπτωση τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχαν τεθεί με αποδεκτό τρόπο από τον ομνύοντα στην ένορκη του δήλωση και αποδείκνυαν την αξίωση της εφεσείουσας. Λέχθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Κ.2, ικανοποιούνται όπου η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων σχετικών εγγράφων. Περαιτέρω και εν πάση περιπτώσει, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια Νόμου (Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004), η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης που καθορίζει η Δ.39 Κ.2 έχει μειωθεί. Στην παρούσα περίπτωση, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της αιτήτριας στο τμήμα ανάκτησης χρεών και είναι γνώστης των γεγονότων από έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του. Επιπλέον επισυνάπτει μεταξύ άλλων στην ένορκη του δήλωση, την διαιτητική απόφαση και την βεβαίωση γνωστοποίησης της, υπογραμμένη από τους καθ' ων η αίτηση. Προκύπτει από προσεκτική μελέτη του συνόλου της πιο πάνω ένορκου δηλώσεως και των εγγράφων που την συνοδεύουν ότι ο ομνύων ως λειτουργός της αιτήτριας στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση ότι η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική για τον πιο πάνω λόγο. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι οι αναφορές στην ένορκη δήλωση αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η προϋπόθεση για αποκάλυψη της πηγής της γνώσης του ομνύοντος με βάση την πιο πάνω απόφαση Τράπεζα Κύπρου ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα, έχει ατονήσει σε τέτοιο βαθμό μετά την εισαγωγή του Νόμου 32(Ι)/2004 ώστε να μην αποτελεί λόγο για να κριθεί η ένορκη δήλωση ως αντικανονική.
  2. Η Διαιτητική διαδικασία Μεγάλο μέρος της αγόρευσης του συνηγόρου για τους καθ' ων η αίτηση, αναλώθηκε σε ισχυρισμούς για παράνομο διορισμό διαιτητή και αντικανότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 52.1(α) του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, τότε η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Επιπλέον στο εδάφιο 2 του άρθρου 52 αναφέρονται τα πιο κάτω:
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6). Το άρθρο 52.4, καθορίζει ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί η απόφαση. Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52, καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Για να δύναται όμως μια διαιτητική απόφαση να εκτελεστεί θα πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η διαδικασία εγγραφής καθορίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα τα άρθρα 21, 22 και 23 του Κεφ. 4, παρέχουν την δυνατότητα και καθορίζουν την διαδικασία εγγραφής μετά από άδεια του Δικαστηρίου διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Το άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) στο οποίο επίσης στηρίζεται η παρούσα αίτηση, έχει ως ακολούθως:
  2. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, είναι διαδικαστικής μορφής. Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/
  3. Από την άλλη, το Δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να εξετάσει προτού αποφασίσει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης ότι αυτή έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση και επιπλέον ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Σ.Π.Ε Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, στην οποία αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: « Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην αγγλική απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation
(1973)1 All ER 172, αποφασίστηκε ότι με την πάροδο της προθεσμίας αμφισβήτησης της απόφασης του διαιτητή, αυτή καθίσταται τελική και μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Δεν παρέχεται άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης. Ισχυρισμός για λανθασμένη απόφαση νομικού σημείου από τον διαιτητή δεν καθιστά από μόνος του, άκυρη την διαιτητική απόφαση. Από την στιγμή που δεν έγινε έφεση για να αποφασιστεί το θέμα, η απόφαση είναι έγκυρη και δεσμευτική. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: « once an award had been made and the time limit for challenging it had expired the award became final and binding; it should therefore be entered as a judgment and enforced accordingly; leave to enforce an award should only be refused where there was a real ground for doubting the validity of an award; even if it were the case that the arbitrator had wrongly decided a point of law, that did not make the award invalid; the point should have been brought up by way of case stated; as it had not been the award was final and binding.» Ήταν η θέση του συνηγόρου για τους καθ' ων η αίτηση ότι δυνάμει της νομολογίας, η εγκυρότητα της διαδικασίας διαιτησίας δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης εγγραφής όπως η παρούσα. Όμως από την στιγμή που τίθεται ζήτημα στην ένσταση για την εγκυρότητα και νομιμότητα της διαιτητικής διαδικασίας, το Δικαστήριο καθηκόντως οφείλει να εξετάσει αυτούς τους ισχυρισμούς. Δεν συμφωνώ με αυτή την θέση. Η απόφαση Νικολάου ν. Νέας ΣΠΕ Αγλαντζιάς (ανωτέρω) στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος αλλά και η υπόλοιπη προαναφερθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο. Η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) είναι τυπικής μορφής. Με αυτή την έννοια, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την νομιμότητα του διορισμού διαιτητή ούτε και με ορθότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο, στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/85. Από την στιγμή που όπως είναι παραδεκτό, οι καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρησαν έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, η αιτήτρια δικαιούται σε εγγραφή της διαιτητικής απόφασης με την προϋπόθεση βέβαια ότι ισχύουν όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που καθόρισε η νομολογία. Αυτές είναι η επίδοση της παρούσας στους καθ' ων η αίτηση και η γνωστοποίηση σε αυτούς της διαιτητικής διαδικασίας και της απόφασης του διαιτητή, η οποία θα πρέπει να φέρει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης. 3. Η διατύπωση της διαιτητικής απόφασης Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act,
  1. Σύμφωνα με τους Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι βασική διαδικαστική προϋπόθεση για παροχή άδειας εκτέλεσης απόφασης διαιτητού, είναι αυτή να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά την κρίση μου, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της απόφασης αν δηλαδή η διατύπωση της επιλύει με σαφήνεια τα επίδικα θέματα που τέθηκαν στην διαιτησία ούτως ώστε να είναι δεκτική εκτέλεσης όπως μια κανονική δικαστική απόφαση. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 16η έκδοση στην σελ. 269, στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «when award will not be enforced as a judgment" γίνεται ερμηνεία του άρθρου 26.1 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 που όπως προαναφέρθηκε, είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 21 του Κεφ.
  2. Αναφέρεται ότι δεν δίνεται άδεια για εκτέλεση μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου είναι αμφίβολη η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης ή το δικαίωμα να βασιστούν δικαστικές διαδικασίες σε αυτή. Παραπέμπει δε στην σελ. 270, στην υπόθεση Crech v. Board of Trade
(1923)130 L.T 15, όπου δεν δόθηκε άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης γιατί δεν ήταν ξεκάθαρο από ποιόν θα πληρωνόταν το ποσό που επιδικάστηκε. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 232, στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Award must be certain» αναφέρονται τα πιο κάτω: «An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time. » Ως προς τον τρόπο διατύπωσης της διαιτητικής απόφασης, σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced» Στην αγγλική υπόθεση Margulies Brothers Ltd v Dafnis Thomaides & Co (UK) Ltd
(1958)1 All ER 777, διαιτητική απόφαση διέτασσε την πληρωμή χρημάτων χωρίς να εξειδικεύει με ακρίβεια το ποσόν, παρά μόνο παρέπεμπε σε συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού. Παρότι η μέθοδος υπολογισμού δεν ήταν υπό αμφισβήτηση, κρίθηκε ότι η διαιτητική απόφαση δεν μπορούσε να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου αφού το επιδικασθέν ποσό δεν αναφερόταν με ακρίβεια. Στην περίπτωση αυτή, έγινε δεκτή αίτηση για παραπομπή της απόφασης στον Διαιτητή, προκειμένου να γίνει ακριβής υπολογισμός του ποσού του οποίου διατασσόταν η πληρωμή και να τροποποιηθεί ανάλογα η διαιτητική απόφαση ώστε αυτή να μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Παρά τα πιο πάνω, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία τα Δικαστήρια στην Αγγλία τείνουν να ερμηνεύουν τις διαιτητικές αποφάσεις με τέτοιο φιλελεύθερο τρόπο ώστε να κρίνονται ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι συνήθως δεν αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της απόφασης. Στην υπόθεση Middlemiss & Gould (a firm) v Hartlepool Corporation (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στην παλιά υπόθεση In Wood v Griffith (
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298), στην οποία ο Lord Eldon LC ανέφερε τα ακόλουθα: 'It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.' Επίσης στο σύγγραμμα Russell on Arbitration (ανωτέρω), αναφέρεται ότι υπάρχει κατά το Αγγλικό δίκαιο, τεκμήριο για την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο, Presumption in favor of the award στην σελ. 224, αναφέρονται τα πιο κάτω: « It has often been set that the courts are always inclined to support the validity of an award and will make every reasonable intendment and presumption in favor of its being final, certain and sufficient termination of the matters in dispute» Επί του προκειμένου, η θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι η διαιτητική απόφαση δεν είναι σαφής αφού αφήνει την δυνατότητα στην αιτήτρια να αυξήσει το ποσόν της απόφασης μέσω της αύξησης του επιτοκίου. Η θέση αυτή αιτιολογείται από το γεγονός ότι στο σώμα της απόφασης, γίνεται αναφορά για την δυνατότητα που παρέχει η επίδικη σύμβαση στην αιτήτρια να αυξομειώνει το συμφωνηθέν επιτόκιο σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Προσεκτική όμως μελέτη της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, καταδεικνύει ότι δεν ευσταθεί ο πιο πάνω ισχυρισμός. Η απόφαση του διαιτητή στην πρόταξη της, αναφέρεται αρχικά στην απαίτηση της αιτήτριας και στο συμφωνηθέν επιτόκιο του 9% ετησίως, κάμνοντας ταυτόχρονα αναφορά και στο συμβατικό δικαίωμα της αιτήτριας να αυξομειώνει το επιτόκιο σύμφωνα με τις πρόνοιες της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας. Δεν γίνεται όμως καμία αναφορά ότι όντως η αιτήτρια έχει χρησιμοποιήσει τον όρο αυτό αυξομειώνοντας το συμφωνηθέν επιτόκιο. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε αναφορά στην πρόταξη της διαιτητικής απόφασης, στο πιο πάνω δικαίωμα της αιτήτριας θεωρείται εκ του περισσού και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δίνει το δικαίωμα στην αιτήτρια να αυξομειώνει το επιτόκιο και μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Επιπλέον, στο διατακτικό μέρος της διαιτητικής απόφασης που φέρει τον τίτλο «απόφαση» δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυξομείωση του επιτοκίου ώστε να δικαιολογούνται οι καθ' ων η αίτηση να προβάλουν τον πιο πάνω ισχυρισμό για ασάφεια της απόφασης ως προς τον τόκο. Αντιθέτως είναι αρκετά σαφές κατά την άποψη μου ότι η πρόθεση του διαιτητή κατά την σύνταξη της απόφασης, ήταν η επιδίκαση στην αιτήτρια του ποσού των €125.712,91 πλέον τον συμφωνηθέν τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.13 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως και με δικαίωμα ανακεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ως επίσης δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι ήταν πρόθεση του διαιτητή όταν διέτασσε την εξόφληση του λογαριασμού από το προϊόν εκποίησης την πιο πάνω υποθήκης ότι εννοούσε ακριβώς την έκδοση διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου προς τον σκοπό αυτό. Σημειώνω ότι σύμφωνα με την νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, οι διαιτητικές αποφάσεις δεν πρέπει να ερμηνεύονται στενά αλλά να τους δίνεται τέτοια φιλελεύθερη ερμηνεία ώστε να διαπιστώνεται η πραγματική πρόθεση του διαιτητή. Ενόψει όλων των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί που τέθηκαν στην ένσταση και στην αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης για ασάφεια και αοριστία της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης, δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Τελική κατάληξη Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για εγγραφή της απόφασης. Έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις για την εγγραφή της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αφού αυτή: • Έχει τα όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. • Εκδόθηκε νόμιμα από διαιτητή που διορίστηκε δυνάμει του άρθρου 52.2 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και μετά που οι καθ' ων η αίτηση πληροφορήθηκαν για την ημερομηνία διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας, στην οποία και παρευρέθηκαν. • Έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν έφεση κατά της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που καθορίζει το άρθρο 52.4 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 προκειμένου να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της διαιτητικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα, η πιο πάνω διαιτητική απόφαση κατέστη τελική δυνάμει του άρθρου 52.5 του ιδίου νόμου και μπορεί να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο ως να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται. Δίδεται άδεια όπως η επίδικη διαιτητική απόφαση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης ως απόφαση του Δικαστηρίου, εναντίον και των δύο καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται στην κλίμακα €100.000,00 - €500.000,00 υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.