PROMOESPORT BASTER BCN SL ν. ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΟΜΟΝΟΙΑ» ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 974/13, 4/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A543 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 974/13 Μεταξύ: PROMOESPORT BASTER BCN SL Εναγόντων Και ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΜΟΝΟΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένων Ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/03/13 Μεταξύ: PROMOESPORT BASTER BCN SL Εναγόντων Και ΑΘΛΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΟΜΟΝΟΙΑ» ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένων ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/07/2014 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ/Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 04/12/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κος Μ. Σπανός Για Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους: κος Χρ. Χριστοφή ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η Ενάγουσα με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο (Δ.2 θ.6), το οποίο καταχωρήθηκε στις 05/02/2013, αξιώνει εναντίον του Εναγομένου Σωματείου: «Α. €260.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή συμφωνιών και/ή ως συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή για υπηρεσίες προσφερθείσες και/ή παρασχεθείσες υπό των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους τη παρακλήσεις και/ή τη εντολή των Εναγομένων και/ή ως χρέος και/ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή άλλως πώς. Β. €8.895,37 δεδουλευμένους τόκους επί του ποσού των €270.000 για την περίοδο από 01/07/10 μέχρι και την 07/04/11. Γ. Τόκο προς 3.32% και/ή συμφωνηθέντες τόκους επί του ποσού των €260.000 από 08/04/11 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Δ. Διαζευκτικά νόμιμο τόκο. Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης.» Το Εναγόμενο Σωματείο καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 07/04/14. Με αυτήν, ουσιαστικά, από τη μια προβάλλει ισχυρισμούς με βάση τους οποίους εξηγεί γιατί δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η αξίωση της Ενάγουσας και από την άλλη με την Ανταπαίτηση επιζητεί την έκδοση απόφασης για γενικές ή ειδικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, στη βάση εκφοβισμού ή εξαναγκασμού και/ή οικονομικού εξαναγκασμού και/ή απωλειών και/ή αθέμιτης συμπεριφοράς της Ενάγουσας, τόκους και έξοδα. Με την παρούσα Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 10/07/14, η Ενάγουσα επιδιώκει τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή των ακόλουθων παραγράφων της Υπεράσπισης λόγω του ότι είναι καταχρηστικές και/ή επιπόλαιες και/η ενοχλητικές και/ή σκανδαλώδεις και/ή ασήμαντες και/ή εκδικητικές και/ή άσχετες με τα επίδικα θέματα και/ή τείνουν να περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής και/ή συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και/ή ως μη αναγκαίες και/ή αχρείαστες. (ί) Ολόκληρης της παραγράφου 3 πλην των υποπαραγράφων 3.7. και 3.8. (
- ii)Των υποπαραγράφων 5.2, 5.3, 5.4, 5.5, 5.6, 5.9, 5.10 και 5.11 της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης. (iii) Των υποπαραγράφων 7.2, 7.4, 7.5, 7.6, 7.8, 7.9, 7.10, 7.11 και 7.12 της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης. (ίν) Των υποπαραγράφων 9.2, 9.3, 9.4, 9.5, 9.6, 9.7, 9.8, 9.9, 9.10, 9.11 και 9.12 της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή και/ή απόρριψη της Ανταπαίτησης λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει οιανδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και/ή απαίτησης (reasonable cause of action) και/ή δεν συνδέεται με τα επίδικα θέματα και/ή δεν ενδείκνυται να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσης αγωγής και/ή είναι ασήμαντη και/ή εκδικητική (frivolous or vexatious). Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρήσει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.19 θ.3, 4 και 26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θ.1-3, Δ.29 θ.1 και 2, Δ.30 θ.2(g), Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις Συμφυείς Εξουσίες και στη Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις Γενικές Αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Την Αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Άντριας Κουκούνη, με την οποία επισυνάπτονται τρία Τεκμήρια και η οποία έχει ως ακολούθως: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Άντρια Κουκούνη, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Είμαι δικηγόρος και εργάζομαι στο δικηγορικό Γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, κ.κ. Μ. Π. Σπανός & Σία. Γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθ' ότι την χειρίζομαι προσωπικά μαζί με τον δικηγόρο κ. Πάρι Σπανό. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνω εξ όσων η ίδια γνωρίζω από τα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου και αφορούν την παρούσα υπόθεση και από πληροφορίες που έλαβα από τους ίδιους τους Ενάγοντες. Όπου δεν έχω προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρομαι, αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου. 2. Όπως είναι εμφανές από τον τίτλο της αγωγής, οι Ενάγοντες είναι εταιρεία με βάση την Ισπανία. Όλοι οι διευθυντές και εκπρόσωποι των Εναγόντων ευρίσκονται στο εξωτερικό και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προβαίνω εγώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση και όχι κάποιος άλλος εκπρόσωπος των Εναγόντων. 3. Όπως εύκολα εξάγεται από μια απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης, η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων στηρίζεται σε 3 συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με υπηρεσίες που προσέφεραν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους επί τη βάσει των οποίων οι Εναγόμενοι εξασφάλισαν τις υπηρεσίες 3 ποδοσφαιριστών. Δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών, οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες συγκεκριμένα ποσά για τις υπηρεσίες που τους πρόσφεραν οι Ενάγοντες αλλά οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση των συμφωνιών, αρνήθηκαν να το πράξουν. Οι εν λόγω συμφωνίες επισυνάπτονται επί της παρούσης ως Τεκμήρια 1, 2 και 3. 4. Την 7.4.2014 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγομένων Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Μελετώντας το περιεχόμενο της Υπεράσπισης διαπίστωσα ότι οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση των σχετικών δικονομικών κανόνων και της νομολογίας, περιέλαβαν ισχυρισμούς, γεγονότα και στοιχεία τα οποία είναι παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα και αχρείαστα π.χ. η υπόσταση και η φήμη των Εναγομένων στην Κύπρο και στο εξωτερικό, η συμμετοχή τους σε διάφορα πρωταθλήματα στην Κύπρο και στο εξωτερικό, οι διαδικασίες και οι επιπτώσεις από τα κριτήρια της UEFA, η ανάμειξη άλλων εταιρειών που δεν είναι συμβαλλόμενες στις 3 προαναφερθείσες συμφωνίες, οι συμφωνίες μεταξύ των Εναγομένων και των ποδοσφαιριστών για την παραχώρηση δικαιωμάτων εικόνας (image rights), οι αντίστοιχες συμφωνίες μεταξύ τρίτων εταιρειών και των Εναγομένων, οι προτάσεις των Εναγομένων προς τους ποδοσφαιριστές για διακανονισμό των δεδουλευμένων τους, οι πληρωμές των ποσών που όφειλαν οι Εναγόμενοι προς τους ποδοσφαιριστές, η προσφυγή ποδοσφαιριστή στην Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών της ΦΙΦΑ για αποζημιώσεις, η απόφαση της ΦΙΦΑ επί του θέματος, η λήψη ποινικών μέτρων από μια τρίτη εταιρεία εναντίον των Εναγομένων κ.τ.λ., είναι θέματα παντελώς άσχετα, αχρείαστα και ασήμαντα και το μόνο που θα επιτύχουν αν δεν διαγραφούν είναι να δημιουργήσουν μια ατέρμονη ακροαματική διαδικασία και να πολλαπλασιάσουν τα έξοδα της δίκης. 5. Ειλικρινά πιστεύω ότι οι ισχυρισμοί και οι θέσεις που περιέχονται στην παράγραφο 3 (πλην των υποπαραγράφων 3.7. και 3.8) της Υπεράσπισης, στις υποπαραγράφους 5.2, 5.3, 5.4, 5.5, 5.6, 5.9, 5.10 και 5.11 της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης, στις υποπαραγράφους 7.2, 7.4, 7.5, 7.6, 7.8, 7.9, 7.10, 7.11 και 7.12 της παραγράφου 7 της Υπεράσπισης και στις υποπαραγράφους 9.2, 9.3, 9.4, 9.5, 9.6, 9.7, 9.8, 9.9, 9.10, 9.11 και 9.12 της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης, δεν είναι αναγκαίες και είναι αχρείαστες, καταχρηστικές, επιπόλαιες, ενοχλητικές και σκανδαλώδεις. Περαιτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι ασήμαντοι και δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε στην υπεράσπιση των Εναγομένων ενώ είναι φανερό ότι είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα και εκδικητικοί. 6. Περαιτέρω, δεδομένης και της έκτασης των εν λόγω άσχετων και ασήμαντων ισχυρισμών, είναι φανερό ότι θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής εις βάρος των συμφερόντων των Εναγόντων αυξάνοντας αχρείαστα τα έξοδα της διαδικασίας. Αναμφίβολα οι εν λόγω ισχυρισμοί των Εναγομένων, και η περίληψη τους στην Υπεράσπιση, συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και αντίκεινται στους σχετικούς δικονομικούς κανόνες. 7. Περαιτέρω, ειλικρινά πιστεύω ότι η Ανταπαίτηση των Εναγομένων στερείται οιασδήποτε νομικής βάσης. Η Ανταπαίτηση δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαγραφεί και/ή να απορριφθεί. 8. Επίσης, η Ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και δια τον λόγο ότι ουδεμία σχέση έχει με την βάση της παρούσας αγωγής και δεν βασίζεται αλλά ούτε και σχετίζεται με τις συμφωνίες Τεκμήρια 1, 2 και 3, που αποτελούν την βάση της παρούσας αγωγής. Ειλικρινά πιστεύω ότι, δεδομένου ότι ούτε τα γεγονότα που επικαλούνται οι Εναγόμενοι για να στηρίξουν την Ανταπαίτηση τους είναι κοινά με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων, η Ανταπαίτηση των Εναγομένων δεν θα πρέπει να εκδικασθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αλλά, αν οι Εναγόμενοι επιθυμούν, έχουν το δικαίωμα να εγείρουν άλλη αγωγή. Περαιτέρω, ειλικρινά πιστεύω ότι η Ανταπαίτηση έγινε για καθαρά εκδικητικούς λόγους. 9. Ως εκ των ανωτέρω ειλικρινά πιστεύω ότι είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.» Ακολούθησε η ένσταση του Εναγόμενου Σωματείου στις 29/10/14 με την οποία προβάλλονται εννέα λόγοι ένστασης οι οποίοι καταγράφονται αυτούσιοι: «1. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαγραφής είναι άκυρη και/ή ελαττωματική και/ή δίδεται από αναρμόδιο πρόσωπο και δη δικηγόρο που εργάζεται στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την ενάγουσα χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε επεξήγηση και/ή δικαιολογία και/ή αιτιολογία για το ότι η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από διευθυντή της ενάγουσας. 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαγραφής περιέχει στη παράγραφο 3 ανεπίτρεπτη μαρτυρία και οι καθ' ων η αίτηση επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να καταχωρίσουν αίτηση διαγραφής της εν λόγω παραγράφου. 3. Το Αιτητικό Α και/ή Β της αίτησης είναι άκυρο και/ή ελαττωματικό και /ή κατά παράβαση της σχετικής νομολογίας αφού προβάλλονται διαζευκτικοί λόγοι διαγραφής χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο λόγος για τον οποίο επιζητείται η διαγραφή ισχυρισμών ή ολόκληρου δικογράφου. 4. Η επιζητούμενη θεραπεία των εναγόντων/αιτητών εάν επιτύχει θα στερήσει από τους εναγομένους/καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα τους να προβάλουν τους ισχυρισμούς των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση τους και την ανταπαίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση θα τους στερήσει το δικαίωμα να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. 5. Η αίτηση για διαγραφή δικογράφου συνιστά, σύμφωνα με την νομολογία, εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο, κάτι που δεν έχει στοιχειοθετηθεί η καταδειχθεί στη παρούσα υπόθεση. 6. Οι παράγραφοι των οποίων επιζητείται η διαγραφή είναι αλληλένδετες και παρουσιάζουν σειρά γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η υπεράσπιση των εναγόμενων/καθ' ων η αίτηση τα οποία είναι αναγκαίο να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως σύνολο και συνδέονται με την ανταπαίτηση η οποία προβάλλεται στη συνέχεια. 7. Καμία από τις προϋποθέσεις της Διαταγής 19, θ. 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποία βασίζεται η αίτηση των αιτητών δεν ικανοποιείται για να δύναται το Δικαστήριο να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες. 8. Οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση των εναγόντων-αιτητών ήτοι την Διαταγή 27 θ. 1, θ. 2 και θ. 3 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην επιζητούμενη θεραπεία των εναγόντων-αιτητών. Δεν επιζητείται η εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου, ούτε η διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπιση των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση ως οι πρόνοιες της Διαταγής. 9. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας διότι οι ενάγοντες/αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για αλλότριους σκοπούς στοχεύοντας στο να εμποδίσουν τους καθ' ων η αίτηση να παρουσιάσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου με τον τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ορθό και να επιδιώξουν τις ανάλογες θεραπείες.» Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση η οποία έχει ως κατωτέρω: «Εγώ ο υπογεγραμμένος Παύλος Νικολαΐδης από τη Λευκωσία ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Είμαι ο εκτελεστικός διευθυντής του Αθλητικού Σωματείου ΟΜΟΝΟΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, εναγομένων/ καθ' ων η αίτηση. 2. Γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική γνώση και μελέτη των σχετικών εγγράφων και δικογράφων, ανάλογα με τη περίπτωση και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους καθ' ων να προβώ στη παρούσα ένορκη δήλωση. Ό,τι αναφέρω στη παρούσα το γνωρίζω είτε από προσωπική γνώση είτε από συμβουλές των δικηγόρων μας. 3. Διάβασα με προσοχή την αίτηση των εναγόντων/αιτητών, ημερομηνίας 10/07/14 και προς απάντηση των ισχυρισμών των εναγόντων-αιτητών, καταχωρείται εκ μέρους των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση η παρούσα ένσταση. 4. Οι λόγοι υποβολής της παρούσας ένστασης στην παρούσα αίτηση των εναγόντων-αιτητών είναι οι ακόλουθοι: 5. Πρώτος λόγος ένστασης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελαττωματική και/ή άκυρη. 5.1 Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαγραφής είναι άκυρη και/ή ελαττωματική και/ή δίδεται από αναρμόδιο πρόσωπο και δη δικηγόρο που εργάζεται στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την ενάγουσα χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε επεξήγηση και/ή δικαιολογία και/ή αιτιολογία για το ότι η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από διευθυντή της ενάγουσας. 5.2 Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας στη περίπτωση που ένορκη δήλωση ορκίζεται δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση θα πρέπει να παρέχεται επαρκής δικαιολογία και αιτιολόγηση ως προς την αδυναμία του ίδιου του διαδίκου να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση. 5.3 Στη παρούσα περίπτωση, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, η αναφορά που γίνεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της κ. Άντριας Κουκουνή ημερομηνίας 11/07/2014 δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την παράλειψη των αιτητών και συνεπώς η ένορκη δήλωση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ελαττωματική και/ή ότι πάσχει στη ρίζα της και να αγνοηθεί. 5.4 Περισσότερα θα αναπτυχθούν από τους δικηγόρους μας στο στάδιο των αγορεύσεων. 6. Δεύτερος λόγος ένστασης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαγραφής περιέχει στη παράγραφο 3 ανεπίτρεπτη μαρτυρία. 6.1 Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διαγραφής περιέχει στη παράγραφο 3 ανεπίτρεπτη μαρτυρία. 6.2 Γίνεται συναφώς προσπάθεια να εισαχθεί μαρτυρία από αναρμόδιο πρόσωπο και ειδικότερα οι συμφωνίες που υπέγραψαν οι καθ' ων η αίτηση με τους αιτητές με προφανή σκοπό να επηρεαστεί η 6.3 Κατά συνέπεια οι καθ' ων η αίτηση επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να καταχωρίσουν αίτηση διαγραφής της εν λόγω παραγράφου. 7. Τρίτος λόγος ένστασης. Προβάλλονται διαζευκτικοί λόγοι διαγραφής χωρίς να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο λόγος για τον οποίο επιζητείται η διαγραφή ισχυρισμών ή ολόκληρου δικογράφου. 7.1 Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας , οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας αλλά και η νομολογία επιτάσσει αυστηρά σε τέτοιες περιπτώσεις να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο λόγος για τον οποίο επιζητείται η διαγραφή. 7.2 Στη παρούσα περίπτωση είναι εμφανές από το Αιτητικό Α και/ή Β της αίτησης ότι ελλείπει αυτό το στοιχείο αφού προβάλλονται διαζευκτικοί και πολλαπλοί ισχυρισμοί χωρίς να προσδιορίζεται ποιος ισχύει. 7.3 Για παράδειγμα στο Αιτητικό Α προβάλλονται 12 διαζευκτικές θέσεις χωρίς να προσδιορίζεται σε ποιαν βασίζεται η αιτήτρια. 7.4 Το ίδιο ισχύει και για το Αιτητικό Β. 7.5 Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει το Δικαστήριο ή οι καθ' ων οι αίτηση που ακριβώς εδράζεται το αίτημα των αιτητών. 8. Τέταρτος λόγος ένστασης. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν Συνταγματικό δικαίωμα να προβάλουν την υπόθεση τους. 8.1 Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, εάν επιτύχει η επιζητούμενη θεραπεία των εναγόντων/αιτητών θα στερήσει από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα τους να προβάλουν τους ισχυρισμούς των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση τους και την ανταπαίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση θα τους στερήσει το δικαίωμα να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. 9. Πέμπτος λόγος ένστασης. Δεν έχει καταδειχθεί κανένας λόγος για διαγραφή ισχυρισμών ή δικογράφου. 9.1 Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, η αίτηση για διαγραφή δικογράφου συνιστά, σύμφωνα με την νομολογία, εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο, κάτι που δεν έχει στοιχειοθετηθεί ή καταδειχθεί στη παρούσα υπόθεση. 9.2 Επιπλέον, οι παράγραφοι των οποίων επιζητείται η διαγραφή είναι αλληλένδετες και παρουσιάζουν σειρά γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η υπεράσπιση των εναγόμενων/καθ' ων η αίτηση τα οποία είναι αναγκαίο να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως σύνολο και συνδέονται με την ανταπαίτηση η οποία προβάλλεται στη συνέχεια. 9.3 Αντίθετα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προβάλλεται γενικά και αόριστα στη παράγραφο 4 η θέση ότι ισχυρισμοί των εναγόμενων στην υπεράσπιση είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα. 9.4 Εντούτοις εάν αναγνώσει κάποιος το περιεχόμενο των παραγράφων των οποίων ζητείται η διαγραφή θα διαπιστώσει ότι αποτελούν την υπεράσπιση των εναγόμενων επί των τριών συμφωνιών για τις οποίες εγέρθηκε η παρούσα αγωγή. 9.5 Στη παράγραφο 5 προβάλλεται η υπεράσπιση των εναγομένων σε ότι αφορά τον ποδοσφαιριστή Victor Espasandin επί της οποίας εδράζεται η απαίτηση της ενάγουσας δυνάμει της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης. Στις υποπαραγράφους τις παραγράφου 5 επεξηγείται το ιστορικό και η υπεράσπιση των εναγομένων. 9.6 Το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες παραγράφους της υπεράσπισης των οποίων ζητείται η διαγραφή που αφορούν τους ποδοσφαιριστές Iago Bouzon (παράγραφος 7 της υπεράσπισης και υποπαράγραφοι) και Jose Manuel Rueda (παράγραφος 9 της υπεράσπισης και υποπαράγραφοι). 9.7 Επιπλέον, η ανταπαίτηση των εναγομένων εδράζεται επί των όσων δικογραφούνται στις προηγούμενες παραγράφους της υπεράσπισης συνεπώς εάν διαγραφούν οι υποπαράγραφοι ως το Αιτητικό Α της αίτησης αναγκαστικά θα πρέπει να διαγραφεί και η ανταπαίτηση. 9.8 Με άλλα λόγια εάν γίνει δεκτή η αίτηση των εναγόντων, οι εναγόμενοι θα παραμείνουν χωρίς υπεράσπιση αφού όλοι οι ισχυρισμοί τους που αφορούν την ουσία της υπόθεσης θα διαγραφούν. 10. Έκτος λόγος ένστασης. Καμία από τις προϋποθέσεις της Διαταγής 19, θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποία βασίζεται η αίτηση των αιτητών δεν ικανοποιείται για να δύναται το Δικαστήριο να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες. 10.1 Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις της Διαταγής 19, θ. 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για διαγραφή. Σχετική αναφορά θα γίνει κατά την ακρόαση της αίτησης. 11. Έβδομος λόγος ένστασης. Η Διαταγή 27 θ.1, θ.2 και θ.3 δεν τυγχάνει εφαρμογής. 11.1 Εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση των εναγόντων-αιτητών ήτοι την Διαταγή 27 θ. 1, θ. 2 και θ. 3 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην επιζητούμενη θεραπεία των εναγόντων-αιτητών. Δεν επιζητείται η εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου, ούτε η διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπιση των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση ως οι πρόνοιες της Διαταγής 27. 12. Όγδοος λόγος ένστασης. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας. 12.1 Είναι η θέση της πλευράς μας με βάση τις συμβουλή των δικηγόρων μας ότι οι ενάγοντες/αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση για αλλότριους σκοπούς και καταχρηστικά στοχεύοντας στο να εμποδίσουν τους καθ' ων η αίτηση να παρουσιάσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου με τον τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ορθό και να επιδιώξουν τις ανάλογες θεραπείες. Είναι φανερό ότι οι ενάγοντες δεν επιθυμούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά επίδικα θέματα και ενεργώντας καταχρηστικά καταχώρισαν την παρούσα αίτηση. 13. Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι ως αληθή.» Ο δικηγόρος της Ενάγουσας στην εμπεριστατωμένη αγόρευσή του αφού εξηγεί ένα προς ένα τα θέματα επί των οποίων εδράζεται η αίτηση και παραθέτει σχετική νομολογία, ακολούθως, μετά από σχετικό ερώτημα από το Δικαστήριο, επιγραμματικά, ορθά, αναφέρθηκε ότι ο λόγος που ζητείται η διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων από την Έκθεση Υπεράσπισης και η διαγραφή της Ανταπαίτησης εκπηγάζει από τον ισχυρισμό ότι τα γεγονότα που περιστοιχίζουν την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση δεν έχουν καμία σχέση με τις τρεις συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου Σωματείου, επί των οποίων εδράζεται η αξίωση, αλλά αφορούν άλλα πρόσωπα, άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Από την άλλη, ο συνήγορος του Εναγόμενου Σωματείου, στην ενδιαφέρουσα αγόρευσή του, αφού και αυτός κάνει αναφορά στους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και από την άλλη στους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, με αναφορά σε νομολογία, διευκρίνισε περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, ότι η Έκθεση Απαίτησης, με τις παραγράφους της Υπεράσπισης των οποίων ζητείται η διαγραφή όπως και η Ανταπαίτηση δεν είναι άσχετες αλλά σχετίζονται απόλυτα, αφού το ποσό το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα, για παροχή υπηρεσιών προς το Εναγόμενο Σωματείο, είναι συνυφασμένη με τις συμφωνίες που το Εναγόμενο Σωματείο έκανε με κάθε έναν από τους τρεις ποδοσφαιριστές ξεχωριστά, δίνοντας ως παράδειγμα, ότι ο ένας από τους τρεις ποδοσφαιριστές, ενώ το μεταξύ τους συμβόλαιο προέβλεπε να αγωνιστεί για τέσσερα χρόνια στο Εναγόμενο Σωματείο, στον ένα χρόνο έφυγε, οπότε ανάλογη θα έπρεπε να ήταν και η μείωση της προμήθειας, όπως τη χαρακτήρισε, που θα κατέβαλλε το Εναγόμενο Σωματείο προς την Ενάγουσα. Η Αίτηση βασίζεται στις ακόλουθες Διαταγές, οι οποίες έχουν ως εξής: «Δ.19 θ.3 Τηρουμένων των προνοιών του κανονισμού 10 της Διάταξης 21 ένας Εναγόμενος σε αγωγή μπορεί να εγείρει υπό τύπον ανταπαίτησης εναντίον των απαιτήσεων του Ενάγοντος οιονδήποτε δικαίωμα απαίτησης είτε η τοιαύτη απαίτηση αναφέρεται σε αποζημιώσεις ή όχι και τέτοια ανταπαίτηση θα έχει την ιδία ισχύν όπως μιά ανταγωγή (cross-action) έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδώσει τελικήν απόφαση στην ίδια αγωγή και για την αρχική απαίτηση και για την ανταπαίτηση της.» «Δ.19 θ.4 Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνον, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει, όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους, αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα πρέπει να υπογράφονται από τον Δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή υπερασπίζεται προσωπικά.» «Δ.19 θ.26 Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» «Δ.21 θ.10 Όπου ένας εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση αν ο Ενάγοντας, ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που κατέστη διάδικος σ' αυτή, ισχυριστεί ότι η εγερθείσα σ' αυτήν απαίτηση έπρεπε να αποφασισθεί όχι σαν ανταπαίτηση αλλά σε ανεξάρτητη αγωγή το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο να διατάξει όπως τέτοια ανταπαίτηση εξαιρεθεί.» «Δ.27 θ.1 Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.» «Δ.27 θ.2 Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ' αυτή που θα είναι δίκαιο.» «Δ.27 θ.3 Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία.» «Δ.29 θ.1 Οι διάδικοι σε οιονδήποτε ζήτημα μπορούν να υποβάλλουν τα νομικά ερωτήματα που προκύπτουν σ' αυτό υπό τύπον ειδικής υπόθεσης για γνωμοδότηση από το Δικαστήριο. Κάθε τέτοια ειδική υπόθεση θα διαιρείται σε αριθμημένες παραγράφους και θα αναφέρει περιληπτικά τα τοιαύτα γεγονότα και έγγραφα που θα είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει τα ερωτήματα που εγείρονται. Κατά την συζήτηση της ειδικής αυτής υπόθεσης το Δικαστήριο και οι διάδικοι θα είναι ελεύθεροι να αναφερθούν σε όλο το περιεχόμενον των τέτοιων εγγράφων και το Δικαστήριο θα είναι ελεύθερο να εξαγάγει από τα γεγονότα και τα έγγραφα που αναφέρονται σε τέτοια ειδική υπόθεση οιονδήποτε συμπέρασμα είτε γεγονότος είτε νομικό που θα μπορούσε να εξαχθεί αν αποδεικνύετο στη δίκη.» «Δ.29 θ.2 Αν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή ότι υπάρχει σε οιονδήποτε ζήτημα νομικό ερώτημα το οποίον θα ήτο πιο καλά να αποφασισθεί προτού δοθεί οιαδήποτε μαρτυρία ή προτού δικασθεί οιονδήποτε σημείο γεγονότος ή προτού παραπεμπφθεί σε διαιτητή το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να εκδώσει συναφές διάταγμα και μπορεί να δώσει οδηγίες όπως το τέτοιο νομικό ερώτημα εγερθεί για γνωμοδότηση από το Δικαστήριο είτε υπό τύπο ειδικής υπόθεσης ή υπό άλλη μορφή που το Δικαστήριο ή Δικαστής θα κρίνει κατάλληλο και όλες οι ακολουθητέες διαδικασίες ανάλογα με την απόφαση στο τέτοιο νομικό ερώτημα που θα κριθούν μη αναγκαίες θα αναστέλλονται.» «Δ.30 θ.2(ζ) να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σχετικά με τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί στην αγωγή και επίσης ως προς τα έξοδα, που θα ήθελε φανεί αναγκαίο ή επιθυμητό με σκοπό το περιορισμό χρόνου και εξόδων». ΕΞΕΤΑΣΘΕΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ (Α) Η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Αρχίζοντας από την εισήγηση του δικηγόρου του Εναγόμενου Σωματείου ότι θα πρέπει να απορριφθεί η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και κατ' επέκταση η Αίτηση, γιατί δεν δίνεται εξήγηση για το λόγο που προέβη στην ένορκη δήλωση η δικηγόρος που υπογράφει την ένορκη δήλωση, με αναφορά σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θαρρώ πως πρέπει να παρατεθεί η σχετική νομολογία επί του θέματος. Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λιμιτεδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858) Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Δημήτριου Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επομένως και την ένσταση, να γίνεται από δικηγόρο αναμένοντας, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Σημειώνεται από το παρόν Δικαστήριο ότι αντί να εκλείψει το φαινόμενο αυτό, από τη Δικαστική γνώση που έχει επιλαμβανόμενο σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων, έχει επιταθεί σε τέτοιο βαθμό που οι δικηγόροι πλέον παίζουν και το ρόλο του μάρτυρα. Ανησυχητικό και ανεπιθύμητο είναι το φαινόμενο που παρουσιάζεται, τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν είτε την αίτηση είτε την ένσταση να γίνονται από ασκούμενους δικηγόρους. Στην Προσφυγή 1045/05 DULAL v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27/10/05, με μονομελή σύνθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 CLR 1, Ιn Re Efthymiou
(1987)1 CLR 28, Ιn Re An Advocate
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης.» Στην Προσφυγή 869/05 Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24/3/06, το ίδιο το Δικαστήριο με τη DULAL αφού αναφέρεται στην πιο πάνω νομολογία αποδέχεται την ένορκη δήλωση που προέβη ο δικηγόρος γιατί το βάρος απόδειξης δεν το είχε η προσφεύγουσα αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία. Αν το είχε, δυνατό να κατέληγε ότι η ένορκη δήλωση να μην ήταν επαρκής. Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovlena κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 82, λέχθηκαν τα εξής υπό τριμελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείο: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο Αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εντούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο Αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής Αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 869/2005, ημερομηνίας 24/03/2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της Προσφεύγουσας - Καθ' ης η Αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η Αιτήτρια-Εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει.» Στην αίτηση LI XIN
(2010)1 ΑΑΔ 743, με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης με αυτή της DULAL, ανωτέρω, αφού επαναλαμβάνεται η ίδια νομολογία που αναφέρεται στην DULAL επειδή δεν υπήρχε εμφάνιση από την άλλη πλευρά, αν και δεν είχε ικανοποιηθεί πλήρως ότι ήταν αδύνατο για τον Αιτητή να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, κατέληξε, έστω και με κάποιο δισταγμό, να δεχθεί την ένορκη δήλωση του δικηγόρου, επισημαίνοντας ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν υπήρχε εμφάνιση και άρνηση των ισχυρισμών, οπότε θα τίθετο θέμα ο δικηγόρος του Αιτητή να είναι ταυτόχρονα και μάρτυρας, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Ακολούθησε η απόφαση στην Προσφυγή 925/2010, ημερομηνίας 20/8/10, HINFU HUANG v. Κυπριακής Δημοκρατίας, με μονομελή σύνθεση, στην οποία ειπώθηκαν τα παρακάτω: «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, οι δικηγόροι των διαδίκων θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα και τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την υπόθεση του πελάτη τους. Είναι δε ανεπιθύμητο όπως προβαίνουν οι ίδιοι σε ενόρκους δηλώσεις και δεν πρέπει να ορκίζονται ως προς γεγονότα, εκτός αν τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, όπως για παράδειγμα επειδή ο πελάτης βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν θα ήταν εύκολο να ακολουθηθούν άλλες προσφερόμενες διαδικασίες (Ahapittas v. Rock Chick Ltd
(1968)1 CLR, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR 36). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1045/2005, Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27/10/2005, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο προσφυγής εναντίον διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, είχε γίνει όχι από τον ίδιο τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο, κρίθηκε ότι ήταν από μόνο του επαρκής λόγος για την απόρριψη της αίτησης. Κατ' ανάλογο δε τρόπο και στην παρούσα διαδικασία, τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης μεταφέρονται όχι από τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο και αυτό θα ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, αφού καμιά εξήγηση δεν έχει δοθεί γιατί ήταν δύσκολο ή αδύνατο να προβεί στην ένορκη δήλωση ο ίδιος ο αιτητής, ο οποίος συνεχίζει να βρίσκεται στην Κύπρο, έστω και υπό κράτηση.» Στην αίτηση Νεόφυτου Γεωργιάδη
(2010)1 ΑΑΔ 1413, με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης της DULAL και της LI XIN, ανωτέρω, ακολουθεί την ίδια θέση όπως και στις αναφερθείσες προηγούμενες αποφάσεις του. Στην υπόθεση Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολιτική Έφεση 66/11, ημερομηνίας 28/5/13, αναφέρονται τα ακόλουθα: «. Ο ενόρκως δηλών την αίτηση γα προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ' έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 A.A.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου), .». Στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερομηνίας 13/6/13, το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση κάμνει δικηγόρος, χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από το διάδικο, αυτή καθίσταται απορριπτέα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενόρκως δηλούσα, η οποία αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση, με δικαιολογητικό ότι είναι εμφανές από τον τίτλο της αγωγής ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία με βάση την Ισπανία και ότι όλοι οι διευθυντές και εκπρόσωποί της είναι στο εξωτερικό, εξηγεί, ορθά, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, το λόγο που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος εκπρόσωπος της Ενάγουσας. Όμως, στην πρώτη παράγραφο της ένορκης δήλωσής της, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθότι χειρίζεται προσωπικά μαζί με τον δικηγόρο κύριο Πάρι Σπανό την υπόθεση. Ενόψει της αναφοράς της ενόρκως δηλούσας ότι χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση, θα έπρεπε να αποφύγει να προβεί στην ένορκη δήλωση, αφού έτσι κατέστησε τον εαυτό της εκτός από δικηγόρο, μαζί με άλλο δικηγόρο, που χειρίζεται την υπόθεση και μάρτυρα στην υπόθεση. Ως εκ τούτου, γι' αυτό το λόγο, αυτή η συγκεκριμένη περίπτωση διαφοροποιείται από αυτές που έχουν αναφερθεί πιο πάνω και το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τη νομολογία, ως άνω έχει αναφερθεί, δεν μπορεί να κάμει αποδεκτή την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και αυτή θα πρέπει να αγνοηθεί και να απορριφθεί. Εκλιπούσης όμως της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, η αίτηση μένει μετέωρη, αφού δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και είναι έκθετη σε απόρριψη. Έπεται ότι, για το λόγο που έχει εξηγηθεί, η Αίτηση απορρίπτεται. Όμως το Δικαστήριο, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα προχωρήσει να εξετάσει την Αίτηση, με βάση τους άλλους, ουσιαστικούς, λόγους, ούτως ώστε σε περίπτωση που λανθάνεται, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε περίπτωση έφεσης, να είναι σε θέση να προβεί στη θεώρηση όλων των θεμάτων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε, η Αγωγή καταχωρήθηκε στις 05/02/13, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καταχωρήθηκε στις 07/04/14, δηλαδή δύο περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της Αγωγής. Ενώ θα έπρεπε η Ενάγουσα να προχωρήσει στην καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, δεν το έπραξε και αφού παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την υποχρέωση αυτή, καταχώρησε την παρούσα Αίτηση στις 10/07/14, δηλαδή τρεις μήνες μετά που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ως είναι νομολογημένο, η Αίτηση για διαγραφή πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό και αφού έχουν κλείσει τα δικόγραφα, βλ. Πελετιέ ν. Atayah
(1990)1 ΑΑΔ 535, στην οποία καθυστέρηση 6 μηνών στην καταχώρηση της Αίτησης για διαγραφή κρίθηκε ότι ήταν αδικαιολόγητη και μοιραία για την Αίτηση. Όμως στην υπόθεση εκείνη σημαντικό ήταν το γεγονός ότι είχαν κλείσει τα δικόγραφα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ναι μεν δεν έχουν κλείσει τα δικόγραφα, αφού δεν καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εκ μέρους της Ενάγουσας, πλην όμως αυτό ήταν ευθύνη της ίδιας της Ενάγουσας κατά πρώτο και κατά δεύτερο εάν ο λόγος, για τον οποίο δεν καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ήταν γιατί ακριβώς θεωρούσε ότι θα έπρεπε οι επίδικες παράγραφοι της Έκθεσης Υπεράσπισης και η Ανταπαίτηση να διαγραφούν, να το έπραττε χωρίς καθυστέρηση, αμέσως μετά που έλαβε την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, και πριν παρέλθει η προθεσμία που τάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, έτσι ώστε να διακοπεί ο χρόνος καταχώρησης του δικογράφου αυτού, ή τουλάχιστον σε πολύ σύντομο χρόνο, έστω και μετά την παρέλευση της προθεσμίας που προνοείται για την καταχώρηση του αναφερθέντος δικογράφου, να καταχωρούσε την υπό κρίση Αίτηση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπό τις περιστάσεις αυτές, η παρέλευση τριών μηνών, μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης, είναι υπερβολικός χρόνος, τέτοιος που να καθιστά την υπό κρίση Αίτηση, για διαγραφή παραγράφων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, απορριπτέα. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα απέρριπτε και γι' αυτό το λόγο την παρούσα Αίτηση για διαγραφή. Συνεχίζοντας την εξέταση των υπολοίπων θεμάτων, όσον αφορά τη Δ.19 θ.26, μπορεί να αναφερθεί ότι η εξουσία που δίδει η Δ.19 θ.26 στο Δικαστήριο, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για την αποφυγή προώθησης σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών ισχυρισμών οι οποίοι αντιβαίνουν την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All ER 1094). Για το τι εστί σκανδαλώδες, άχρηστος ή ενοχλητικός ισχυρισμός, σχετική είναι η υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 WLR 425, στην οποία λέχθηκαν τα εξής στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case». Σε ελεύθερη δε μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος ή ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Στην υπόθεση Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί ούτε τα συμφέροντα του ίδιου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα θα έπρεπε να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (βλ. Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρησή τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.» Συγκεκριμένα, πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι προκαλεί αμηχανία (embarrassing), σχετικά είναι τα εξής από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Για το ίδιο ζήτημα σχετικά είναι τα πιο κάτω από την υπόθεση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473 (η οποία ακολουθήθηκε στην Re - W. R. Willcocks & Co Ltd [1973] 2 All E.R. 93): «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Παρά το ότι το Εφετείο δεν είναι πρόθυμο να επέμβει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε ζήτημα διαδικασίας, είναι καθήκον του το οποίο πρέπει να εξασκήσει σύμφωνα με τη δική του διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο ένα δικόγραφο έχει με τέτοιο τρόπο διατυπωθεί έτσι ώστε να προκαλεί αμηχανία στην άλλη πλευρά. Συνακόλουθα σε περίπτωση που μία έκθεση απαίτησης είναι κατά την άποψη του Εφετείου τέτοια που προκαλεί αμηχανία στους Εναγόμενους, συνεπεία της καταγραφής σε αυτή ασχέτων γεγονότων και της παράθεσης σε μεγάλη έκταση περιεχόμενο εγγράφων τα οποία δεν μπορούν να είναι ουσιώδη, παρά μόνο ως μαρτυρία υπό μορφή παραδοχής, διατάχθηκε όπως αυτά διαγραφούν παρά το ότι αίτηση για τον σκοπό αυτό είχε απορριφθεί με έξοδα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο κανονισμός ότι μαρτυρία δεν θα πρέπει να δικογραφείται εφαρμόζεται και σε παραδοχές ως επίσης και σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.» Η εξουσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.19 θ.26, όπως τονίζεται από τη νομολογία πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (βλ. Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 692 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1860). Η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 θ.26, όπως και της Δ.27 θ.3, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο δε, κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψη τόσο η φύση της αγωγής, όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Ακόμη δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά με τον τρόπο άσκησής της σχετική είναι η υπόθεση Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 ΑΑΔ 504. Σύμφωνα με τη νομολογία ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, π.χ., όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς, δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στη διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499, το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό σαν μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, με αναφορά στο σύγγραμμα Annual Practice 1960, σελ. 478-479, οι λέξεις «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Λέχθηκαν δε τα εξής: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Όπως φαίνεται στη σελίδα 367 του Annual Practice του 1956, για να διαπιστωθεί αν ένα ζήτημα είναι σκανδαλώδες, πρέπει να εξετασθεί εάν τούτο θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια ενός δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης αναφορικά με τη θεραπεία που ζητείται. Σκανδαλώδη, άχρηστα και ενοχλητικά θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή γίνονται με σκοπό τον επηρεασμό του αντιδίκου. Όμως, αν είναι σχετικά, τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εξόφθαλμα άσχετος. Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 ΑΑΔ 1316, αναφέρθηκε: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα.» Και πιο κάτω, στην ίδια απόφαση, αναφέρθηκε ότι: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθησαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας.» Όσον αφορά τη Δ.21 θ.10, στην υπόθεση Νίκος Σ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 ΑΑΔ 710, αναφέρθηκε ότι: «Προκύπτει από το κείμενο της Δ.21 Θ.10 ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συ-νεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. Η υπό εξέταση δικονομική διάταξη δεν καθορίζει τα κριτήρια τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Εξυπακούεται από τη φύση του κανόνα και του σκοπού που αποβλέπει να εξυπηρετήσει ότι η εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης που στην προκείμενη περίπτωση συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης. Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 Θ.10 είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (incovenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. (Gray ν.Webb [1882] 21 Ch.D., 802). Ανάλογες θέσεις υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.21 Θ.10 στην Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R., 129. Στην υπόθεση εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης σε αγωγή για την οφειλή χρέους βάσει ομολόγου παρά την συγγενικότητα του θέματος της ανταπαίτησης με την απαίτηση, που επίσης συνίστατο στη διεκδίκηση οφειλής βάσει ομολόγου για ισάξιο ποσό, ενόψει της καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής που θα επροκαλείτο από τον χρόνο που θα απαιτείτο για την επίλυση νομικών θεμάτων που εγείρονταν από την ανταπαίτηση. (Συνταγματικότητα νόμου και ενδεχόμενο παραπομπής του θέματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για επίλυση βάσει του άρθρου 144). Διαφαίνεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνεκτιμούνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράφουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτιση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους. Καθοδηγητική επίσης είναι η απόφαση του Εφετείου στην Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Company Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97, ιδιαίτερα σε σχέση με την ευχέρεια αποκλεισμού ανταπαίτησης η οποία βασίζεται σε αστικό αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε στο εξωτερικό. ................................ Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο. Παρόλο που η συνάφεια των επίδικων θεμάτων της ανταπαίτησης μ' εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης, λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων και ιδίως το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, συνιστά λόγο για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.» Ίδια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 787. Στην Aristo Developers Ltd v. Ανδρέα Σπύρου
(2001)1 ΑΑΔ 1379, αποφασίστηκε ότι: «Η συνάφεια μεταξύ απαίτησης και ανταπαίτησης όχι μόνο μείωνε τη σημασία οποιασδήποτε επιπρόσθετης δυσχέρειας, καθυστέρησης και δαπάνης που θα συνεπάγετο η συνεκδίκαση απαίτησης και ανταπαίτησης, εφ' όσον μάλιστα η συνάφεια ή και εξάρτηση των δύο καθιστούσε πρόσφορη, αν όχι και αναγκαία τη συνεκδίκαση τους, αλλά και δεν μπορεί να λεχθεί ότι καταδεικνύεται τέτοια υπέρμετρη πολυπλοκότητα, δυσχέρεια και καθυστέρηση ως εκ της συνεκδίκασης της ανταπαίτησης που να υπερίσχυε του πρόσφορου της συνεκδίκασης. Το θέμα ανάγετο στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στα πλαίσια της ευρείας διακριτικής ευχέρειας του κάτω από τη Δ.21, Θ.10. Μόνο όπου διαπιστώνεται ότι αυτή ασκήθηκε με αναφορά σε εξωγενείς παράγοντες ή έτσι που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση παρέχεται δυνατότητα παρέμβασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd v. Αδάμου Φαρκονά κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 63, αποφασίστηκε ότι: «Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21, θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκασή της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης» Οι αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής σε Αίτηση Διαγραφής Ανταπαίτησης όπως εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία και καταγράφηκαν στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 787, έχουν επεξηγηθεί ως εξής: «
(1)Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον.
(2)Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης.
(3)Η Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 θ.10 είναι προσαρμοσμένη αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.
(4)Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.
(5)Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ΄ αυτό το ενδεχόμενο.» Ήταν εισήγηση του κυρίου Σπανού ότι, εφόσον δεν αναφέρεται η Δ.21 θ.10 στην ένσταση, θα πρέπει, εκ μόνου αυτού του λόγου, το Δικαστήριο να προχωρήσει να εκδώσει σχετική διαταγή διαγραφής της Ανταπαίτησης. Αν και όντως, δεν αναφέρεται στην ένσταση η Δ.21 θ.10, όμως καταγράφεται στη νομική βάση της ένστασης η Δ.48 θ.4, η οποία αποτελεί το δικαιοδοτικό άρθρο της νομικής βάσης της ένστασης, ενώ οι λόγοι ένστασης όπως και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, κύριο στόχο έχουν και τη Δ.21 θ.10 που αναφέρεται στην Αίτηση και ως εκ τούτου θα έλεγα ότι, εκ μόνου αυτού του λόγου, δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έγκριση του αιτήματος αυτού και στη διαγραφή της Ανταπαίτησης, αφού η μη αναφορά της θα είχε σημασία για τη νομική βάση της Αίτησης, ως δικαιοδοτικό άρθρο αυτής και όχι στην περίπτωση της ένστασης, της οποίας δικαιοδοτικό άρθρο είναι η Δ.48 θ.
- Έχοντας κατά νου τις παραγράφους για τις οποίες ζητείται η διαγραφή τους από την Υπεράσπιση καθώς και πού εδράζεται ο λόγος για διαγραφή της Ανταπαίτησης και από την άλλη τα όσα αναφέρονται στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και δη την εξήγηση που δόθηκε από το δικηγόρο του Εναγόμενου Σωματείου, κατόπιν ερώτησης που υποβλήθηκε σε αυτόν από το Δικαστήριο, βρίσκω κατ' αρχάς ότι αν και είναι κάπως συγκεχυμένο και γενικό το περιεχόμενο των ισχυρισμών της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και θα μπορούσε με πιο συνοπτικό και καθαρό τρόπο να καταγραφεί η Υπεράσπιση και πιο συγκεκριμένη η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου Σωματείου, εν τούτοις διαφαίνεται ότι υπάρχει ισχυρισμός ότι ο λόγος που αμφισβητείται η αξίωση βασίζεται στο γεγονός ότι δεν εκπληρώθηκαν όλα όσα αναφέρονται στις τρεις συμφωνίες που βασίζεται η απαίτηση, εκλαμβάνοντας, ως εξυπακουόμενο όρο για την εκπλήρωση των τριών συμφωνιών, την εκπλήρωση των δύο άλλων συμφωνιών που είχε ο κάθε ένας ποδοσφαιριστής με το Εναγόμενο Σωματείο, κάτι που δεν έγινε, φέροντας ως παράδειγμα την περίπτωση, τουλάχιστον, του ενός ποδοσφαιριστή, ότι ο χρόνος που προέβλεπε το μεταξύ τους συμβόλαιο για αγωνιστικότητα του ποδοσφαιριστή για τέσσερα χρόνια δεν εκπληρώθηκε, αφού στον χρόνο, διακόπηκε η συνεργασία του ποδοσφαιριστή αυτού με το Εναγόμενο Σωματείο, γεγονός που, κατ' ισχυρισμό του Εναγόμενου Σωματείου, αποτελεί λόγο για μη καταβολή ολόκληρου του ποσού της αξίωσης για τις προσφερθείσες υπηρεσίες ή για την προμήθεια, όπως την χαρακτήρισε ο συνήγορος του Εναγόμενου Σωματείου, που θα δικαιούτο η Ενάγουσα. Επίσης, το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, όπως π.χ. ο ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 3.1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή του, βλ. Annual Practice 1961, σελ.
- Ένας επιπρόσθετος λόγος, για μη διαγραφή των επίδικων παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης, κατά την κρίση μου, η παρούσα υπόθεση δεν είναι εκείνη η καθαρή περίπτωση όπου το Δικαστήριο θα μπορούσε, χωρίς ενδοιασμό, να προβεί στη διαγραφή των επίδικων συγκεκριμένων παραγράφων της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης. Άλλωστε, μπορεί να λεχθεί ότι σε αυτή την περίπτωση, το επίδικο δικόγραφο μπορεί να διασωθεί αφού υπάρχει η δυνατότητα καταχώρησης, ίσως, αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, για να τοποθετηθεί η, όπως, χαρακτηρίστηκε ανωτέρω, συγκεχυμένη και γενική Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, στα ορθά πλαίσιά της, βλ. Republic of Peru v. Peruvian Guano Co. 36 CL. D. 496, της οποίας γίνεται μνεία στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ (ανωτέρω). Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου, βλ. In Re Pelmako, (ανωτέρω). Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, με βάση τις αναφερθείσες αρχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Αίτηση. Κατά συνέπεια, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου Σωματείου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της δίκης, ότε και θα είναι καταβλητέα. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο