← Κύπρος

ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2783/13, 18/9/2015

ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2783/13, 18/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A336 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2783/13 Μεταξύ: ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων Και

  1. ΛΕΣΧΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  2. ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΑΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  3. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Εναγομένων ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 02/12/2014 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΗΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/09/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Βαρωσιώτου Για Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1 και 2: κος Ν. Μακρίδης ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτητές-Ενάγοντες και οι προτιθέμενοι Ενάγοντες ζητούν διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της παρούσας αγωγής με την προσθήκη του αριθμού 1 πριν τις λέξεις «ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΚΥΠΡΟΥ». Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της παρούσας αγωγής με την προσθήκη του Στέλιου Κρητικού, ως Ενάγοντας
  4. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της παρούσας αγωγής με την προσθήκη της Χριστίνα Στέλιου Κρητικού, ως Ενάγουσα
  5. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της παρούσας αγωγής με την προσθήκη του Ανδρέα Στέλιου Κρητικού, ως Ενάγοντας 4.» Η αίτηση βασίζεται στη Δ.9 θ.1-4, 9, 10, 11, Δ.12 θ.4, Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-3 και 9, Δ.59, Δ.63 θ.1 και 2, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Νομολογία και στη Γενική Πρακτική και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση της Ειρήνης Πριλίγκου, που συνοδεύει την αίτηση και έχει ως ακολούθως: «Εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Ειρήνη Πριλίγκου, εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  1. Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ. κ. Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγόρων των Εναγόντων στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό υπόθεσης, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τόσο από πληροφορίες που έλαβα από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, όσο και από δική μου μελέτη του φακέλου της υπόθεσης καθώς επίσης και από πληροφορίες που έλαβα από τους ίδιους τους Ενάγοντες και τους προτιθέμενους Ενάγοντες και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από αυτούς όπως προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Ο λόγος που προβαίνω στην παρούσα ένορκο δήλωση, είναι επειδή η αίτηση αφορά κυρίως νομικά ζητήματα για τα οποία έχω γνώση.
  2. Ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, η Αγωγή υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 30/04/2013 και ο τίτλος της περιελάμβανε ως Ενάγοντες μόνο τον Σύνδεσμο Ιδιοκτητών Ευρωπαϊκών Αλόγων. Την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και καθόλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, έλαβε χώρα η εκδίκαση της εν λόγω αίτησης, με όλα τα συναφή θέματα που την συνόδευαν τα οποία έπρεπε να εκδικαστούν, ήτοι την αίτηση για τροποποίηση της νομικής βάσης, την αίτηση για αντεξέταση του Ενόρκως Δηλούντα που συνόδευε την Ένσταση της άλλης πλευράς επί της έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων και αυτή καθεαυτή την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
  3. Στο μεταξύ στις 28/02/2014, η πλευρά των Εναγομένων 2 και 3, καταχώρησε αίτηση απόρριψης της αγωγής, λόγω μη προώθησης της διαδικασίας η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά στις 08/04/2014, ημερομηνία κατά την οποία εμφανιστήκαμε ενώπιον του Δικαστηρίου και ζητήσαμε χρόνο για την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ενόψει του ότι έπρεπε να λάβουμε στοιχεία από τους πελάτες μας σε σχέση με τις ειδικές αποζημιώσεις. Η υπόθεση ορίστηκε 20/05/2014, ημερομηνία κατά την οποία ζητήσαμε περαιτέρω χρόνο λόγω του ότι υπήρχαν δυσκολίες στην ακριβή δικογράφηση των ειδικών αποζημιώσεων, επειδή οι Ενάγοντες δεν είχαν στην κατοχή τους τον κατάλογο με τα στοιχεία που τηρούνται στο Αρχείο Εγγραφής των Ίππων της Εναγόμενης 2 σε σχέση με τον αριθμό των ίππων, των συμμετοχών και των επιδομάτων καθώς και των ποσών που φαίνεται να καταβλήθηκαν.
  4. Εξ' όσων έχω ενημερωθεί από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, η ανάγκη για τροποποίηση διαπιστώθηκε κατά το στάδιο ετοιμασίας της Έκθεσης Απαίτησης, όπου κατόπιν συζητήσεων με το Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου για σκοπούς της σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης, προέκυψε πως ορισμένα μέλη, ήτοι ο Στέλιος Κρητικός, ο Ανδρέας Στέλιου Κρητικού, και η Χριστίνα Στέλιου Κρητικού, ήθελαν να εγείρουν ξεχωριστές αγωγές για ζημιές που υπόκεινται προσωπικά ως ιδιοκτήτες συγκεκριμένων ευρωπαϊκών αλόγων. Η προσθήκη των τριών Εναγόντων καθίσταται αναγκαία, αφού έχοντας έννομο συμφέρον, ως ιδιοκτήτες Ευρωπαϊκών Αλόγων, επιθυμούν να κινήσουν αγωγή προσωπικά για ζημιές που έχουν υποστεί και συνεχίζουν να υπόκεινται λόγω της δυσμενούς διάκρισης που τυγχάνουν τα ευρωπαϊκά άλογα σε σχέση με τα κυπριακά. Τα εν λόγω μέλη, όντας ιδιοκτήτες των ευρωπαϊκών αλόγων, έχουν προσωπικά και ατομικά δικαιώματα από την εκμετάλλευση των αλόγων τα οποία δεν έχει ο Σύνδεσμος Ιδιόκτητων Ευρωπαϊκών Αλόγων, υπό τη νομική μορφή και υπόσταση που διαθέτει, αφού δεν είναι ιδιοκτήτης ευρωπαϊκών αλόγων. Εξ' όσων κάλλιον με ενημέρωσαν οι δικηγόροι που χειρίζονται τη παρούσα υπόθεση, τους συμβούλευσαν πως θα ήταν προτιμότερο παρά να εγείρονται ξεχωριστές αγωγές αφορώσι το ίδιο θέμα, να συνενωθούν οι εν λόγω ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, παρά να εγερθούν άλλες τρεις αγωγές οι οποίες θα επιφέρουν καθυστέρηση, έξοδα, σπατάλη του δικαστικού χρόνου και αχρείαστη πολυπλοκότητα. Ειλικρινά πιστεύω η τροποποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ζητήματα που υπάρχουν στην υπόθεση, σχετικά με τις ζημιές που υπέστη έκαστος Ενάγοντας ξεχωριστά.
  5. Ειλικρινά πιστεύω πως για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω, η προαναφερθείσα αιτούμενη τροποποίηση, είναι ουσιώδης και αναγκαία σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για σκοπούς συνέχισης και διεκπεραίωσης της υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Το αίτημα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης διαδίκου υποβάλλεται καλόπιστα, λαμβανομένου υπόψη πως έγινε σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας και υποβλήθηκε αμέσως και χωρίς καθυστέρηση, στα πλαίσια ετοιμασίας της Έκθεσης Απαίτησης και κατόπιν επιθυμίας ορισμένων μελών να εγείρουν προσωπικά άλλες αγωγές. Σύμφωνα με τις πάγιες νομολογιακές αρχές, με δεδομένο ότι τα δικόγραφα δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί θεωρώ πως αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο για τροποποίηση του τίτλου, προς αποφυγή μελλοντικών περιπλοκών και υποβολής παρόμοιων αιτημάτων, σε μεταγενέστερο στάδιο με σκοπό την εξοικονόμιση χρόνου και εξόδων. Γενικότερα, ως προς το θέμα του χρόνου θεωρώ πως εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε ζημιά η οποία προκύπτει στην άλλη πλευρά, δεν είναι τέτοια που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Είναι πάγια νομολογημένο ότι τροποποιήσεις επιτρέπονται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, πόσο μάλλον σε αυτή την υπόθεση, όπου το αίτημα γίνεται σε πρόωρο στάδιο. Εν πάση όμως περιπτώσει, σύμφωνα με τη νομολογία, όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να προβεί σε τροποποίηση, η οποία θα βοηθήσει στην απόδειξη των θέσεων του.
  6. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, που στοχεύει στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Εξ' όσων κάλλιον πιστεύω, στην υπό εξέταση υπόθεση η αγωγή αφορά, μεταξύ, άλλων, διεκδίκηση αποζημιώσεων αναφορικά με χρηματικά έπαθλα και επιδόματα τα οποία αν και δικαιωματικά τους ανήκαν, οι Εναγόμενοι δεν τους παρείχαν, με αποτέλεσμα να προκαλούν δυσμενή διάκριση μεταξύ των ευρωπαϊκών και των κυπριακών καθαρόαιμων αλόγων. Η επίλυση των επίδικων ζητημάτων θα καταστεί ευχερέστερη και πιο αποτελεσματική με την προσθήκη των εν λόγω ιδιοκτητών των Ευρωπαϊκών αλόγων παρά με την έγερση ξεχωριστών αγωγών. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη, αφού επηρεάζονται άμεσα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των νόμιμων ιδιοκτητών των ευρωπαϊκών αλόγων.
  7. Ειλικρινά πιστεύω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε δυσμενή τρόπο τα δικαιώματα των Εναγομένων και πως δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην πλευρά των Εναγομένων, και ιδιαίτερα καμία ζημιά η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί με χρήμα.
  8. Υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ανωτέρω και υπό το πρίσμα των πλούσιων νομολογιακών αρχών, ειλικρινά πιστεύω πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, που αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
  9. Για τους πιο πάνω λόγους πιστεύω ότι είναι δίκαιο, εύλογο και αναγκαίο για σκοπούς πλήρους απονομής της δικαιοσύνης όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ως η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών.» Ακολούθησε η ένσταση των Εναγομένων, με την οποία προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης, η οποία έχει ως ακολούθως: «Λόγος Ένστασης Α: Η παρούσα Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομολογίας και των σχετικών περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και εν πάση περιπτώσει τυχόν έγκριση της Αίτησης δεν θα καταστήσει αποτελεσματική την εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων θεμάτων, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχουν μέχρι σήμερα αναδειχθεί εν τη απουσία Εκθέσεως Απαιτήσεως. Άνευ βλάβης της αμέσως πιο πάνω αναφοράς, σημειώνεται η αναφορά που γίνεται στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης της κ. Ειρήνης Πριλίγκου, ημερομηνίας 02.12.2014 (πιο κάτω η «ΕΔΕΠ»), ότι «...Τα εν λόγω μέλη, όντας ιδιοκτήτες των ευρωπαϊκών αλόγων, έχουν προσωπικά και ατομικά δικαιώματα από την εκμετάλλευση των αλόγων τα οποία δεν έχει ο Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Ευρωπαϊκών Αλόγων, υπό τη νομική μορφή και υπόσταση που διαθέτει, αφού δεν είναι ιδιοκτήτης ευρωπαϊκών αλόγων...» (ο τονισμός είναι δικός μας). Από την εν λόγω φράση συνάγεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω και εν όψει των όσων αναφέρονται στους Λόγους Ένστασης Γ και Δ, η παρούσα Αίτηση, στη βάση των ισχυρισμών που παρατίθενται στην ΕΔΕΠ, δεν σκοπεύει στην διόρθωση καλόπιστου λάθους περί το όνομα αλλά επιζητεί την υποκατάσταση και / ή προσθήκη διαδίκου. Λόγος Ένστασης Β: Άνευ επηρεασμού του Λόγου Ένστασης Α, η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και εν πάση περιπτώσει δεν δίδονται μέσω της ΕΔΕΠ επαρκείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί αυτή δεν καταχωρήθηκε σε προγενέστερο στάδιο. Η ενόρκως δηλωθείσα ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος, επί τη βάσει του ισχυρισμού ότι οι Ενάγοντες δεν διαθέτουν καν άλογα, ήταν κάτι το οποίο γνώριζαν και / ή όφειλαν να γνωρίζουν πριν καν καταχωρήσουν την παρούσα Αγωγή. Τούτου λεχθέντος, οι Ενάγοντες προκάλεσαν με δική τους πρωτοβουλία σειρά ενδιάμεσων διαδικασιών (βλ. Αιτήσεις, ημερομηνίας 30.04.2013, 23.09.2013, 05.11.2013), στις οποίες καταδικάστηκαν στα έξοδα, γνωρίζοντας ότι δεν είχαν καν την δυνατότητα προώθησης της παρούσας Αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν έγκριση της Αίτησης και απόδοση από το Δικαστήριο εξόδων προς όφελος των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, υπό την υφιστάμενη νομική / αντιπροσωπευτική υπόσταση τους (βλ. επίσης άρθρα 11
(5)(β) και 14 του Τεκμηρίου 1 που συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση του Ηλία Κρητικού, ημερομηνίας 05.11.2013, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της Αγωγής), πιθανόν να μην καταστεί εφικτή θεραπεία για τους Εναγόμενους. Στην ΕΔΕΠ δεν έχει δοθεί κανένα στοιχείο, το οποίο να περιγράφει την οικονομική ικανότητα των Εναγόντων να καταβάλουν προς τους Ενάγοντες, τα όποια τυχόν έξοδα ήθελε διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταβληθούν στους Εναγόμενους σε σχέση με την Αίτηση, αλλά και αυτά τα οποία έχουν ήδη επιδικασθεί (βλ. ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 24.02.2014 και 16.06.2014 και εγκριθέντες καταλόγους εξόδων 405/2014 και 406/2014, οι οποίοι βρίσκονται στο φάκελο της Αγωγής). Λόγος Ένστασης Γ: (i) Η ΕΔΕΠ είναι ελαττωματική και / ή αντικανονική και / ή παράτυπη. Εν όψει των προνοιών των άρθρων 11
(5)(β) και 14 του Τεκμηρίου 1 που συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση του Ηλία Κρητικού, ημερομηνίας 05.11.2013 (η οποία βρίσκεται στο φάκελο της Αγωγής), η απουσία ρητής αναφοράς ως προς τον λόγο για τον οποίο ο Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής των Εναγόντων δεν ορκίζεται την ένορκη δήλωση και η απουσία αναφοράς ότι η Ενόρκως Δηλούσα είναι εξουσιοδοτημένη από το αρμόδιο σώμα των Εναγόντων, ήτοι την Εκτελεστική Επιτροπή, καθιστά την ΕΔΕΠ νομικά αβάσιμη και εσφαλμένη. (ii) Άνευ επηρεασμού της αμέσως πιο πάνω παραγράφου, η υπό αναφορά Ένορκη Δήλωση (την οποία ορκίζεται δικηγόρος) δεν παρουσιάζει στοιχείο ή στοιχεία, που να υποστηρίζουν (τον εξ ακοής ισχυρισμό της Ενόρκως Δηλούσας) ότι «...ο Στέλιος Κρητικός, ο Ανδρέας Στέλιου Κρητικού και η Χριστίνα Στέλιου Κρητικού, ήθελαν να εγείρουν ξεχωριστές αγωγές για ζημιές που υπόκεινται προσωπικά ως ιδιοκτήτες συγκεκριμένων ευρωπαϊκών αλόγων...» ή έστω ότι τα εν λόγω πρόσωπα είναι πράγματι ιδιοκτήτες τέτοιων αλόγων, ούτως ώστε να καταδεικνύεται ύπαρξη αγώγιμου, έστω, δικαιώματος. (iii) Απουσιάζει αιτιολογία γιατί τα πρόσωπα που περιγράφονται στην παράγραφο 4 της ΕΔΕΠ ως «...ιδιοκτήτες συγκεκριμένων ευρωπαϊκών αλόγων...» δεν ορκίστηκαν στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Λόγος Ένστασης Δ: Επιπροσθέτως των όσων αναφέρονται στον Λόγο Ένστασης Γ, σημειώνεται ότι η ΕΔΕΠ δεν συνοδεύεται από σχετική συγκατάθεση των προσώπων που επιχειρείται να καταστούν διάδικοι στη διαδικασία, ούτε καν γίνεται λεκτική αναφορά στην δική τους επιθυμία / πρόθεση να καταστούν τέτοιοι. Η αναφορά που εντοπίζεται στην παράγραφο 5 της ΕΔΕΠ, ότι δηλαδή οι δικηγόροι των Εναγόντων - Αιτητών έδωσαν νομική συμβολή στα υπό αναφορά πρόσωπα, δεν συνιστά, ούτε δύναται να εκληφθεί ότι συνιστά συγκατάθεση ή έκφραση επιθυμίας από πλευράς των προσώπων αυτών.» Η ένσταση στηρίζεται στους ίδιους, σχεδόν, Θεσμούς, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους οποίους στηρίζεται και η Αίτηση, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω και στην ίδια Ευρωπαϊκή Σύμβαση, καθώς και στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, του Κοινοδικαίου, τη Νομολογία και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, προφανώς για το λόγο ότι τα γεγονότα εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Η συνήγορος των Αιτητών, στη γραπτή αγόρευσή της, αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, στη συνέχεια καταπιάνεται με τους λόγους ένστασης και εισηγείται ότι δεν ευσταθεί κανένας από αυτούς, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, ενώ γίνονται αναφορές και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Από την άλλη, ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, αφού αναφέρεται τι επιδιώκεται με την αίτηση, πού βασίζεται αυτή, καταπιάνεται ή και επεκτείνεται στους λόγους ένστασης, με αναφορά σε νομολογία, για να καταδείξει ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και θα πρέπει να απορριφθεί. Νομική Πτυχή Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: «Ουδεμία υπόθεση ή ζήτημα θα χάνεται δια λόγους κακής ένωσης προσώπων και το Δικαστήριο μπορεί σε οιανδήποτε υπόθεση ή ζήτημα να χειρισθεί το ζήτημα μόνον όσον αφορά τα δικαιώματα και συμφέρονται των μερών που είναι ενώπιόν του. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε με είτε χωρίς αίτηση οιουδήποτε διάδικου και με όρους που θα φανούν στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή δίκαιοι, να διατάξει όπως τα ονόματα οιονδήποτε προσώπων που έχουν κακώς ενωθεί είτε σαν Ενάγοντες είτε σαν Εναγόμενοι, να διαγραφούν και τα ονόματα οιονδήποτε μερών είτε Ενάγοντες είτε Εναγόμενοι που πρέπει να είχαν ενωθεί ή που η παρουσία τους στο Δικαστήριο θα ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει και να διακανονίσει όλα τα ερωτήματα που υπάρχουν στην υπόθεση ή ζήτημα να προστεθούν. Ουδέν πρόσωπο θα πρέπει να προστεθεί σαν Ενάγοντας που ενάγει χωρίς πλησιέστερο φίλο ή σαν πλησιέστερος φίλος Ενάγοντα υπό ανικανότητα χωρίς την γραπτή συγκατάθεσή του. Κάθε πρόσωπο που το όνομά του προστίθεται έτσι σαν Εναγόμενος, θα πρέπει να του γίνει επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης με τον τρόπο που προνοείται στον Κανονισμό 11 αυτής της Διάταξης ή με οποιονδήποτε τρόπο που θα περιγράφεται σε οιανδήποτε ειδική διάταξη, και η διαδικασία εναντίον τέτοιου μέρους θα θεωρείται ότι άρχισε μόνον όταν του γίνει επίδοση τέτοιου κλητηρίου ή ειδοποίησης». Επίσης, στη Δ.25 θ.1 η οποία προβλέπει: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association
(1883)32 WR 263, αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 ALL ER 754, αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου
(1985)1 AAΔ 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426 και Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 11. Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4)
(1983)1 ΑΑΔ 714). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση. Από τη νομολογία διαφαίνεται ότι παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να προβαίνει σε οιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με την προσθήκη, τη διαγραφή ή την αντικατάσταση των διαδίκων, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η εκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών και ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων (βλ. Μepa Underwriting Management Limited κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) ΑΑΔ 772). Στην υπόθεση Byrne and another v. Brown
(1889)22 QBD 657 και στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All ER 328, στη σελ. 332, φαίνεται ότι προσεγγίστηκε το θέμα της προσθήκης διαδίκου, με ευρεία ερμηνεία, έναντι της στενής ερμηνείας η οποία δόθηκε στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All ER 273. Στη δική μας νομολογία επικράτησε η αναγνώριση ευρείας διακριτικής εξουσίας στο Δικαστήριο (βλ.Μepa Underwriting Management Limited κ.ά. (ανωτέρω), Perihan Mustafa Korkut Ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (Αρ. 1)
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1213). Όπως φαίνεται από τη νομολογία, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το αν το πρόσωπο του οποίου ζητείται η προσθήκη κρίνεται αναγκαίος διάδικος. Η απόφαση, αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι συνηφασμένη με τις επίδικες διαφορές και ζητήματα, όπως τούτα καταγράφονται και διαφαίνονται στα δικόγραφα (βλ. Παπαχριστοφόρου κ.ά. v. Xαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906, Χ''Δαβίδ v. Χ''Δαβίδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1176, Μepa Underwriting Management Limited κ.ά. (ανωτέρω), Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1372). Στην υπόθεση Perihan Mustafa Korkut Ή Eyiam Perihan (ανωτέρω), ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται». Στην υπόθεση Μepa Underwriting Management Limited κ.ά. (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής: «η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιοδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος». Αρχίζοντας από το θέμα ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο και όχι από τον Πρόεδρο του Σωματείου, καθώς και το ότι ούτε η προτεινόμενοι Ενάγοντες προβαίνουν σε ένορκη δήλωση, θα πρέπει να παρατηρήσω ότι, από τη νομολογία, σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λιμιτεδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858. Στην υπόθεση THANOS HOTELS LTD v. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
(1991)1 ΑΑΔ 1036, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε το ανεπιθύμητο της πρακτικής την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επομένως και την ένσταση, να γίνεται από δικηγόρο αναμένοντας, ένεκα προηγούμενης νομολογίας, το φαινόμενο αυτό να είχε εκλείψει. Σημειώνεται, από το παρόν Δικαστήριο, ότι, αντί να εκλείψει το φαινόμενο αυτό, από τη Δικαστική γνώση που έχει επιλαμβανόμενο σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων, έχει επιταθεί σε τέτοιο βαθμό που οι δικηγόροι πλέον παίζουν και το ρόλο του μάρτυρα. Ανησυχητικό και ανεπιθύμητο είναι το φαινόμενο που παρουσιάζεται, τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν είτε την αίτηση είτε την ένσταση να γίνονται από ασκούμενους δικηγόρους. Στην Προσφυγή 1045/05, DULAL v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27/10/05, με μονομελή σύνθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 CLR 1, Ιn Re Efthymiou
(1987)1 CLR 28, Ιn Re An Advocate
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Ltd v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036), οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης.» Στην Προσφυγή 869/05, Svetlana Shalaeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 24/3/06, το ίδιο το Δικαστήριο με τη DULAL DULAL v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), αφού αναφέρεται στην πιο πάνω νομολογία αποδέχεται την ένορκη δήλωση που προέβει ο δικηγόρος γιατί το βάρος απόδειξης δεν το είχε η προσφεύγουσα αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία. Αν το είχε, δυνατό να κατέληγε ότι η ένορκη δήλωση να μην ήταν επαρκής. Στην υπόθεση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLENA κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 82, λέχθηκαν τα εξής υπό τριμελή σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείο: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι' απόρριψη της αίτησης, εντούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησης του. Υπ' εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 869/2005, ημερ. 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας - καθ' ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποια επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει.». Στην αίτηση LI XIN
(2010)1 ΑΑΔ 743, με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης με αυτή της DULAL (ανωτέρω), αφού επαναλαμβάνεται η ίδια νομολογία που αναφέρεται στην DULAL, επειδή δεν υπήρχε εμφάνιση από την άλλη πλευρά, αν και δεν είχε ικανοποιηθεί πλήρως ότι ήταν αδύνατο για τον αιτητή να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση, κατέληξε, έστω και με κάποιο δισταγμό, να δεχθεί την ένορκη δήλωση του δικηγόρου, επισημαίνοντας ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν υπήρχε εμφάνιση και άρνηση των ισχυρισμών, οπότε θα τίθετο θέμα ο δικηγόρος του αιτητή να είναι ταυτόχρονα και μάρτυρας, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Ακολούθησε η απόφαση στην Προσφυγή 925/2010, ημερομηνίας 20/08/10, HINFU HUANG v. Κυπριακής Δημοκρατίας, με μονομελή σύνθεση, στην οποία ειπώθηκαν τα παρακάτω: «Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, οι δικηγόροι των διαδίκων θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα και τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την υπόθεση του πελάτη τους. Είναι δε ανεπιθύμητο όπως προβαίνουν οι ίδιοι σε ενόρκους δηλώσεις και δεν πρέπει να ορκίζονται ως προς γεγονότα, εκτός αν τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, όπως για παράδειγμα επειδή ο πελάτης βρισκόταν στο εξωτερικό και δεν θα ήταν εύκολο να ακολουθηθούν άλλες προσφερόμενες διαδικασίες (Ahapittas v. Rock Chick Ltd
(1968)1 CLR, In Re Efthymiou
(1987)1 CLR 36). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αρ. 1045/2005, Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 27.10.2005, στην οποία παρέπεμψε η δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο προσφυγής εναντίον διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του αιτητή, είχε γίνει όχι από τον ίδιο τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο, κρίθηκε ότι ήταν από μόνο του επαρκής λόγος για την απόρριψη της αίτησης. Κατ' ανάλογο δε τρόπο και στην παρούσα διαδικασία, τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης μεταφέρονται όχι από τον αιτητή, αλλά από δικηγόρο και αυτό θα ήταν επαρκής λόγος για απόρριψη της αίτησης, αφού καμιά εξήγηση δεν έχει δοθεί γιατί ήταν δύσκολο ή αδύνατο να προβεί στην ένορκη δήλωση ο ίδιος ο αιτητής, ο οποίος συνεχίζει να βρίσκεται στην Κύπρο, έστω και υπό κράτηση.». Στην αίτηση Νεόφυτου Γεωργιάδη
(2010)1 ΑΑΔ 1413, με μονομελή σύνθεση και ο ίδιος Εφέτης της DULAL και της LI XIN, ανωτέρω, ακολουθεί την ίδια θέση όπως και στις αναφερθείσες προηγούμενες αποφάσεις του. Στην υπόθεση NIKITIN ALEXANDER v. GRIGOREY ALEXANDER, Πολιτική Έφεση 66/11, ημερομηνίας 28/05/13 αναφέρονται τα ακόλουθα: «. Ο ενόρκως δηλών την αίτηση γα προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ' έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 A.A.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου), .». Στην υπόθεση INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD v. ΤΖΟΖΕΦΙΝ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση 236/2010, ημερομηνίας 13/06/13, το Ανώτατο Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση ως Εφετείο λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. ΄Εφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013).» Με βάση την πιο πάνω νομολογία δεν θα ήταν δυνατό εκ μόνου του λόγου ότι την ένορκη δήλωση κάμνει δικηγόρος χωρίς να δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν γίνεται από τον Πρόεδρο του Σωματείου αυτή καθίσταται απορριπτέα. Να σημειωθεί ότι αν και αναφέρεται ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η Αίτηση την υπόθεση φαίνεται ότι την χειρίζεται άλλος δικηγόρος. Επομένως ο λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή, έγινε ρητή αναφορά σε σχετικό άρθρο, όμως, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, δεν διαφοροποιείται τούτο και δεν θα ήταν διατεθειμένο το Δικαστήριο για μόνο αυτό το λόγο να μην λάμβανε υπόψη την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης, υπέρμετρης όπως αναφέρεται, δεν θα έλεγα ότι αυτός θα ήταν καθοριστικός λόγος έτσι ώστε το Δικαστήριο να προχωρούσε να απορρίψει την αίτηση λαμβανομένου υπόψη ότι ήλθε στην επιφάνεια το θέμα της αναγκαιότητας, κατά την άποψή τους, προσθήκης των προτεινόμενων Εναγόντων, όταν συζητείτο το θέμα για την ετοιμασία της Έκθεσης Απαίτησης. Αν και δεν αναφέρεται ο χρόνος που έγινε τούτο, λαμβάνοντας υπόψη το πότε καταχωρήθηκε η αγωγή, τις διαδικασίες που μεσολάβησαν και το χρόνο που καταχωρήθηκε, έστω η προηγούμενη παρόμοια αίτηση, δεν θα έλεγα ότι είναι τέτοιος που θα προχωρούσα να απορρίψω για αυτό το λόγο την αίτηση. Άλλωστε, όπως επισημαίνεται και από την ένσταση, δεν έχει καταχωρηθεί καν Έκθεση Απαίτησης, έτσι ώστε να βρίσκεται σε τέτοιο στάδιο η υπόθεση που να επηρεάζονται άμεσα τα δικαιώματα των Εναγομένων, από αυτή τη σκοπιά. Έπεται ότι απορρίπτεται και αυτός ο λόγος της ένστασης. Όσον αφορά τον άλλο λόγο ένστασης ότι δεν θα καταστήσει αποτελεσματική την εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων θεμάτων, τα οποία, αν και πράγματι δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης, δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί, σε γενικές γραμμές τα εντοπίζει κάποιος στο περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε με βάσει τη Δ.2 θ.1. Εκείνο το οποίο διαφαίνεται είναι ότι οι Ενάγοντες στην αγωγή, ως Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Ευρωπαϊκών Αλόγων Κύπρου, επιδιώκουν τη γενικότερη προστασία των μελών τους και δεν μπορεί βεβαίως σε καμία περίπτωση να υπεισέλθει στα οποιαδήποτε δικαιώματα του κάθε ενός μέλους του σε ότι αφορά τη διεκδίκησή τους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αποζημιώσεων που θα επιδιώξουν με βάσει αυτά. Ενώ δηλαδή οι Ενάγοντες επιδιώκουν το γενικότερο συμφέρον των μελών τους, οι προτεινόμενοι Ενάγοντες επιδιώκουν το ειδικό συμφέρον του κάθε ενός ξεχωριστά. Βέβαια, τα επίδικα νομικά θέματα είναι τα ίδια. Τα πραγματικά γεγονότα ίσως να είναι διαφορετικά και δη για τον κάθε ένα από αυτούς έστω και αν βασίζονται και οι τρεις προτεινόμενοι Ενάγοντες στο γεγονός ότι είναι ιδιοκτήτες ευρωπαϊκών αλόγων. Όσον αφορά τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, όχι κατ' ανάγκη με τον αριθμό που αναφέρεται στην ένσταση, αλλά αυτόν που εξετάζει το Δικαστήριο, δηλαδή τη συγκατάθεση των προτεινόμενων Εναγόντων, νομίζω ότι η καταγραφή σχετικού αποσπάσματος από τη Δ.9 θ.10, που έχει καταγραφεί προηγουμένως, θα ήταν ενδιαφέρον και απαραίτητο. «Ουδέν πρόσωπο θα πρέπει να προστεθεί σαν Ενάγοντας που ενάγει χωρίς πλησιέστερο φίλο ή σαν πλησιέστερος φίλος Ενάγοντα υπό ανικανότητα χωρίς την γραπτή συγκατάθεσή του». Θα συμφωνήσω με την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων στην αγόρευσή του ότι μια τέτοια συγκατάθεση, από την έρευνα που έκαμα στο φάκελο του Δικαστηρίου, δεν επισυνάπτεται μαζί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Με βάση όλα τα πιο πάνω βρίσκω ότι δεν θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση και θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών όπως θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το τέλος της δίκης, ότε και θα είναι καταβλητέα. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.