Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ ν. Παναγιώτη Χριστοδούλου Αχιλλέως κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 589/14, 1/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A535 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 589/14 Μεταξύ:- Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία «Λήδρα» Λτδ Αιτητών Και
- Παναγιώτη Χριστοδούλου Αχιλλέως
- Κυριακής Παναγιώτη Αχιλλέως
- Σωτήρη Αχιλλέως
- Χριστόδουλου Αχιλλέως Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 01/12/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Ελ. Θωμά Για Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4: κος Δ. Μιχαηλίδης ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η Αιτήτρια, με την παρούσα Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 26/08/2014, αιτείται άδεια ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 04/12/12, εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4, για το ποσό των €417.269,90 πλέον τόκο προς 9% από 04/12/12 μέχρι πλήρους εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων 2 φορές το χρόνο, ήτοι 30/6 και 31/12 εκάστου έτους πλέον €300 έξοδα Διαιτησίας ως Δικαστικής Απόφασης και εκτέλεσης κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι Δικαστικές Αποφάσεις. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, ως ετροποποιήθηκε, στα άρθρα 2 και 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στο θεσμό 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στη Δ.48 θ.1, 2 και 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στα άρθρα 86-91 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Πέτρου Τσοπανή, υπαλλήλου της Αιτήτριας, ο οποίος γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και έχει ιδίαν γνώση αυτών, όπως επίσης είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση, με την οποία επισυνάπτονται πέντε Τεκμήρια, ήτοι ως Τεκμήριο 1 η Διαιτητική Απόφαση, ως Τεκμήριο 2 η γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, ως Τεκμήριο 3 η μετατροπή της ονομασίας, ως Τεκμήριο 4 η επιστολή του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και ως Τεκμήριο 5 τη σχετική διαταγή. Ακολούθησε η Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 06/03/15, η οποία υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος προβαίνει σε αυτήν και για λογαριασμό των υπολοίπων. Προβάλλονται δε έξι
(6)λόγοι ένστασης. Στη συνέχεια, όμως, καταχωρήθηκε Αίτηση ημερομηνίας 17/04/15 με την οποία ζητείτο η τροποποίηση της νομικής βάσης της Αίτησης και την προσθήκη της Δ.47 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης και Διάταγμα για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Αφού έγινε αποδεκτή από την άλλη πλευρά η εν λόγω Αίτηση, δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες όπως καταχωρηθεί η Τροποποιημένη Αίτηση εντός 15 ημερών από την ημέρα που εκδόθηκε, 23/09/15, με οδηγίες όπως οποιαδήποτε ένσταση καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Αίτησης, καθώς και καταχώρησης της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, επίσης εντός 15 ημερών. Η Τροποποιημένη Αίτηση καταχωρήθηκε στις 08/10/15 η οποία συνοδεύεται από Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κυρίου Τσοπανή με την οποία επισυνάπτεται και Ένορκη Δήλωση του κυρίου Τσολιά με την οποία επισυνάπτονται δύο Τεκμήρια μαζί με το Διάταγμα. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε, στις 29/10/15, νέα ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης, η οποία βασίζεται επί του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφάλαιο 4, άρθρα 2 και 21, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.48 θ.1-3, 7, 8 και 9, Δ.49, επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος, επί του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 και 68/87 άρθρα 52 και 53, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, επί της Πρακτικής και των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου και της Νομολογίας, με την οποία προβάλλονται εννέα λόγοι Ένστασης οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: «Α. Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και/η αντικανονικά. Β. Η διαιτητική απόφαση δεν επεδόθηκε νομότυπα και/η καθόλου στους Καθ' ων η Αίτηση. Γ. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση. Δ. Η απόφαση του Διαιτητή εκδόθηκε κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Νόμου και ή των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Ε. Το επιδικασθέν υπέρ των Αιτητών ποσό αφορά απαίτηση και/η θεραπεία που δεν προβλέπετο στη συμφωνία παραπομπής σε Διαιτησία. ΣΤ. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/η αντικανονική. Ζ. Ο Διαιτητής δεν ήτο αμερόληπτος. Η. Οι καθ' ων η Αίτηση στερήθηκαν του δικαιώματος να εκπροσωπηθούν από Δικηγόρο της επιλογής των. Θ. Η απόφαση του Διαιτητή ήτο προκαθορισμένη.» Συνοδεύεται δε από Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, την οποία κάνει και εκ μέρους των υπολοίπων Καθ' ων η Αίτηση, η οποία έχει ως εξής: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Παναγιώτης Χριστοδούλου Αχιλλέως, ορκίζομαι και λέγω ως ακολούθως:-
- Είμαι ένας εκ των Καθ' ων η Αίτηση και ορκίζομαι τη παρούσα υπό την εν λόγω ιδιότητα μου, βάσει οδηγιών και συμβουλών τις οποίες έλαβα υπό του Δικηγόρου μας και εξ' όσον κάλλιο γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι.
- Είμαι εξουσιοδοτημένος υπό των υπολοίπων Καθ' ων η Αίτηση όπως ορκισθώ τη παρούσα και εκ μέρους αυτών καθ' ότι γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν τη παρούσα αίτηση λόγω της ανωτέρω ιδιότητας μου και της προσωπικής μου ανάμειξης στα θέματα που σχετίζονται με τη παρούσα αίτηση. Περαιτέρω αναφέρω ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι η σύζυγος μου και οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 είναι τα τέκνα μου.
- Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της αίτησης καθώς επίσης τόσο της αρχικής Ένορκης Δήλωσης όσο και της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύουν αυτή και διαφωνώ με το πλείστο μέρος αυτών και ειδικότερα αναφέρω τα εξής:- (α) Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της αρχικής Ενόρκου Δηλώσεως. (β) Αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5 και 6 της αρχικής Ένορκου Δηλώσεως και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι ουδέποτε η Διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με το νόμο και επομένως ουδέποτε έλαβαν γνώση αυτής. (γ) Αγνοώ και επομένως απορρίπτω τα όσα αναφέρονται στη παράγραφο 7 της αρχικής Ενόρκου Δηλώσεως και περαιτέρω δηλώνω ότι οι Αιτητές δε νομιμοποιούνται στη καταχώρηση της παρούσης αίτησης. (δ) Αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της αρχικής αρχικής Ενόρκου Δηλώσεως. (ε) Διαφωνώ με το περιεχόμενο των παραγράφων 2 και 3 της συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως και περαιτέρω αναφέρω ότι ουδέποτε έλαβε χώρα νομότυπη επίδοση τόσο της Ειδοποίησης του Διαιτητή όσο και της διαιτητικής απόφασης.
- Η αναφερόμενη στην αίτηση διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και παράνομα και κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης καθ' ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία και η δυνατότητα στους Καθ' ων η Αίτηση να εκπροσωπηθούν από Δικηγόρο της επιλογής των να εκφράσουν τις θέσεις των και γενικά να προβάλουν την υπεράσπιση των.
- Η Διαιτητική απόφαση ουδέποτε γνωστοποιήθηκε σε όλους τους Εναγομένους με την επίδοση προσωπικής επιστολής ως αναγράφεται στο τέλος αυτής.
- Στη Διαιτητική απόφαση δεν αναγράφεται το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση για υποβολή Έφεσης.
- Ο Ενόρκως Δηλών δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο για να ορκισθεί την Ένορκη Δήλωση και ούτε έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν τη παρούσα αίτηση.
- Το Τεκμήριο 2 δεν αποδεικνύει ότι η διαιτητική απόφαση επεδόθηκε προσωπικά στους Καθ'ων η Αίτηση και ούτε φαίνεται η υπογραφή του παραλήπτη. Τα αρχικά Κ.Α που υπάρχουν στη θέση «υπογραφή παραλήπτη» δεν συνιστούν υπογραφή και ούτε ανήκουν σε κάποιο από τους Καθ' ων η Αίτηση.
- Η απόφαση του Διαιτητή ήταν έτοιμη και τυπωμένη προτού δοθεί η δυνατότητα στους Καθ' ων η Αίτηση να ακουστούν και να εκφράσουν τις θέσεις τους και δεν δόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση ο χρόνος να εκπροσωπηθούν από Δικηγόρο της επιλογής των.
- Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα ευσεβάστως εισηγούμαι ότι η αίτηση ημερομηνίας 26/8/2014 θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.» Η συνήγορος της Αιτήτριας, στη γραπτή αγόρευσή της, την οποία είχα την ευκαιρία να αναγνώσω, αφού γίνεται αναφορά στην Αίτηση και στα Τεκμήρια, στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις σχετικές Διατάξεις του Ν.22/85 και στο θεσμό 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Με αναφορά σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το τι πρέπει να αποδείξει η Αιτήτρια, τις οποίες καταγράφει, με ανάλογο σχολιασμό της Ένστασης, εισηγείται στο Δικαστήριο όπως εκδοθεί Απόφαση ως η Αίτηση. Από την άλλη ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση στην προφορική του αγόρευση, αφού υιοθέτησε τους λόγους Ένστασης και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, προέβη σε μεγαλύτερη ανάλυση των λόγων Ένστασης, με ιδιαίτερη επιχειρηματολογία και έμφαση σε κάποιους από αυτούς, αναφέροντας σχετικές αυθεντίες προς επίρρωση των θέσεών του. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, ως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 52
(1)και
(2)προβλέπει για την κίνηση του μηχανισμού και την παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία και το διορισμό Διαιτητή προς τούτο ενώ το εδάφιο 3 του άρθρου τούτου την αμοιβή του Διαιτητή. Τα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 52 καθορίζουν την ακολουθητέα διαδικασία μετά την παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία και της έκδοσης Διαιτητικής Απόφασης. Σύμφωνα με την απόφαση Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς,
(2012)1 ΑΑΔ 707: «Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιείται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Με βάση τη νομολογία η διαδικασία εγγραφής Διαιτητικής Απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξουσία των διαδικαστικών προϋποθέσεων όπως αυτές προκύπτουν από το άρθρο 52 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας της υπόθεσης που σχετίζονται με την εγκυρότητα της Διαιτητικής Απόφασης, τα οποία θα μπορούσαν να προβληθούν και να εξεταστούν στα πλαίσια της Διαιτησίας ή στα πλαίσια Έφεσης κατά της Διαιτητικής Απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)του Νόμου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 716, λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι 'αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθηση δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου για να εγγραφεί Διαιτητική Απόφαση πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να γίνει ειδοποίηση για την ακρόαση και διεξαγωγή της διαιτησίας, έτσι ώστε να μπορεί να ακουσθεί ο Καθ' ου η Αίτηση. (β) Να εκδοθεί διαιτητική απόφαση. (γ) Να γίνει γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στον Καθ' ου η Αίτηση. (δ) Να παρέλθει ο χρόνος των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)
(5)από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης χωρίς να έχει υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης και, (ε) Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως έτσι ώστε να έχει δικαίωμα να ακουστεί ο Καθ' ου η Αίτηση. Σχετικές με τα θέματα που αφορούν την εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης είναι η Χριστοφή ν. ΣΠΕ Λατσιών, Πολιτική Έφεση 87/11, ημερομηνίας 20/07/14 και η Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ Λτδ), Πολιτική Έφεση 304/10, ημερομηνίας 10/07/15, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση ο διαιτητής διορίστηκε από τον Έφορο, κατ' ακολουθία των προνοιών του άρθρου 52
(2)(β) του Νόμου. Αντικείμενο της διαφοράς συνιστούσε υπόλοιπο δανείου το οποίο λήφθηκε δυνάμει γραμματίου. Η πλευρά του Εφεσείοντα, αφού ειδοποιήθηκε δεόντως, έλαβε μέρος στη διαδικασία διαιτησίας. Τόσο το επίδικο γραμμάτιο, όσο και κατάσταση λογαριασμού που περιλάμβανε τους τόκους τέθηκαν στη διάθεση του Εφεσείοντα, ο οποίος το μόνο στοιχείο που αμφισβήτησε ήταν το ύψος των τόκων, προβάλλοντας ισχυρισμό περί ανατοκισμού. Κάτω από αυτά τα δεδομένα οι Εφεσίβλητοι τον προμήθευσαν με αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία δεν περιλαμβανόταν ανατοκισμός. Όταν έγινε αυτό, στις 5.6.2009, ο Εφεσείων ζήτησε χρόνο προκειμένου να τοποθετηθεί επί της νέας αυτής κατάστασης. Αντί τούτου, παρέλειψε να παρουσιαστεί, αναιτιολόγητα, κατά την ημερομηνία, 19.6.2009, που ορίστηκε εκ νέου η διαιτησία. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ήταν καθόλα επιτρεπτό στο διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του. Η κατάληξή του, εν τέλει, ήταν ορθή, δεδομένου ότι αφενός η παροχή δανείου δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και αφετέρου το εγερθέν ζήτημα περί ανατοκισμού είχε ξεπερασθεί με βάση τη νέα κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 5.6.2009. Η φύση της διαφοράς ήταν απλή και δεν δικαιολογούσε περαιτέρω πολυπλοκότητα της όλης διαιτητικής διαδικασίας. Άλλωστε, ενώπιον του διαιτητή δεν υπήρχε οποιοδήποτε βάσιμο αίτημα για διεξαγωγή διαδικασίας διαφορετικής δικονομικής μορφής. Το τελικό δε γεγονός της μη εμφάνισης του Εφεσείοντα προκειμένου να προωθήσει τις όποιες θέσεις και επιχειρήματά του προς εξέταση από τον διαιτητή, δεν καθιστούσε επιτρεπτή την πρωτογενή εξέτασή τους είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Εφετείο. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση και ορθά αποφάσισε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του. Όπως ήδη λέχθηκε, τα ενώπιόν του, απλά, δεδομένα δικαιολογούσαν πλήρως τόσο την τελική του κατάληξη, όσο και την επιγραμματική απόφασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται παράτυπη διαιτητική διαδικασία ή οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.» Όσον αφορά το λόγο (Α) της Ένστασης, ότι η Διαιτητική Απόφαση εκδόθηκε παράτυπα και/ή αντικανονικά, αν και δεν έχει γίνει ιδιαίτερη μνεία σε αυτόν τον λόγο, αλλά θεωρώ ότι σχετίζεται με τα υπόλοιπα θέματα, που αναφέρονται στους υπόλοιπους λόγους Ένστασης, όπως τα έχει αναλύσει ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, αυτός ο λόγος Ένστασης θα σχολιαστεί όταν το Δικαστήριο θα καταπιάνεται με τους υπόλοιπους λόγους Ένστασης. Όσον αφορά το λόγο (Β) της Ένστασης, ότι η Διαιτητική απόφαση δεν επεδόθηκε νομότυπα και/ή καθόλου στους Καθ' ων η Αίτηση, έχοντας υπόψη τα όσα ανάφερε ο κύριος Μιχαηλίδης, περί τούτου, στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, με την οποία επισυνάπτεται και η Ένορκη Δήλωση του κυρίου Τσολιά, Επιδότη, αφού αναφέρει ότι αυτή επιδόθηκε, επισυνάπτει το Τεκμήριο 2 με το οποίο φαίνεται ότι έγινε η σχετική γνωστοποίηση στους Καθ' ων η Αίτηση διά μέσω της συζύγου του Καθ' ου η Αίτηση 1 και μητέρας των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, με την αναγραφή μόνο των γραμμάτων «Κ» και «Α». Η εισήγηση του κυρίου Μιχαηλίδη ότι αυτή δεν φαίνεται να είναι η υπογραφή της, αφού στο Τεκμήριο 1, το οποίο επισυνάπτεται με την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, φαίνεται να είχε υπογράψει και να είναι διαφορετική, αυτό δεν έχει καμιά σημασία αφού στη μια περίπτωση μπορεί να υπέγραψε με τον ένα τρόπο και στην άλλη με τον άλλο τρόπο. Η ουσία είναι ότι ο Επιδότης επέδωσε στην Καθ' ης η Αίτηση 2, σύζυγο του Καθ' ου η Αίτηση 1 και μητέρα των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 και υπέγραψε με τον τρόπο που υπέγραψε. Ως εκ τούτου αυτή η θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά το λόγο (Γ) της Ένστασης, ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα Αίτηση, δεν βρίσκω ότι έχει έρεισμα, αλλά και ούτε έχει αναφερθεί σχετική επιχειρηματολογία περί τούτου, αφού η Αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση της Αίτησης με βάση το σχετικό άρθρο του Ν.22/85 όπως τροποποιήθηκε και δεν βλέπω γιατί δεν νομιμοποιείται να την καταχωρήσει. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος Ένστασης. Όσον αφορά το λόγο (Δ) της Ένστασης, ότι η Απόφαση του Διαιτητή εκδόθηκε κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Νόμου και/ή των Κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1, που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου με τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, οι Καθ' ων η Αίτηση ειδοποιήθηκαν, αφού όσον αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 1 επιδόθηκε προσωπικά, όσον αφορά την Καθ' ης η Αίτηση 2 επιδόθηκε επίσης προσωπικά και όσον αφορά τους 3 και 4 στη μητέρα αυτών, Καθ' ης η Αίτηση 2, που βεβαίως, όπως είναι νομολογημένο, δεν είναι απαραίτητο να γίνει προσωπικά στον ίδιο τον Καθ' ου η Αίτηση η ειδοποίηση, αλλά σε πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στα πρόσωπα εκείνα που γίνεται αναφορά στη σχετική Διαταγή, για επίδοση, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αναγραφή του ονόματος αυτών κάτω από την υπογραφή του παραλήπτη ανεξάρτητα με το ποιος την έχει τοποθετήσει, δηλαδή εάν είναι η μητέρα αυτών, η ουσία είναι ότι επιδόθηκε σε αυτήν, για αυτούς. Εάν θεωρούν οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ότι τίθεται θέμα ότι η μητέρα τους πλαστογράφησε την υπογραφή τους, ας ακολουθήσουν τη διαδικασία της καταγγελίας στην αστυνομία. Συνεχίζοντας επί τούτου, ότι η Απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Νόμου και/ή των Κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι αφού ειδοποιήθηκαν, ως αναφέρεται ανωτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 παρευρέθηκε στη διαδικασία της Διαιτησίας όπως και οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, ως φαίνεται από τη Διαιτητική Απόφαση, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν παρουσιάστηκε. Εάν ήθελαν, είχαν όλο το χρόνο, από τη μέρα επίδοσης της ειδοποίησης, μέχρι την ημέρα της Διαιτησίας, να διορίσουν δικηγόρο για να παρευρίσκεται για αυτούς. Όπως δε καταδεικνύεται, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 παραδέχθηκε το χρέος του, ενώ οι εγγυητές αναγνώρισαν την υπογραφή τους, προφανώς στην εγγύησή τους. Δεν διαφάνηκε με οιονδήποτε τρόπο ότι ο Διαιτητής προχώρησε, χωρίς να ειδοποιηθούν, να εκδώσει την επίδικη απόφαση. Η μη παρουσία της Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν διαφοροποιεί τα πράγματα για αυτήν, αφού της επιδόθηκε και είχε την ευκαιρία, εάν ήθελε, να παρουσιαστεί. Έπεται ότι απορρίπτεται τούτος ο λόγος Ένστασης. Προβάλλεται, ως άλλος λόγος Ένστασης, για παράβαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, ότι ο Διαιτητής είχε έτοιμη την Απόφαση. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Απεναντίας, από την Διαιτητική Απόφαση, φαίνεται ότι μετά από αυτά που καταγράφονται και αναφέρονται στην αρχή, ως πρακτικό της διαδικασίας, προχώρησε και έκδωσε την Απόφασή του. Το γεγονός ότι συνέταξε την Απόφασή του και προσπάθησε να την γνωστοποιήσει κατά τον ίδιο χρόνο, μετά την έκδοση της Απόφασης, με επίδοση προσωπικής επιστολής στους παρευρισκόμενους Καθ' ων η Αίτηση και βεβαίως στην Καθ' ης η Αίτηση 2, μέσω του συζύγου της ή των παιδιών της, αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν έτοιμη από πριν η Απόφαση. Η εισήγηση του κυρίου Μιχαηλίδη, ότι αφού δεν επισυνάπτονται οι επιστολές, τις οποίες ο Διαιτητής προσπάθησε να τους γνωστοποιήσει προσωπικά μετά την έκδοση της Απόφασης, σημαίνει ότι αυτές δεν υπήρχαν, δεν με βρίσκει σύμφωνο, καθότι, με τη μη παραλαβή τους, θεωρήθηκε, και έτσι κρίνεται από το Δικαστήριο, ότι δεν είχε οποιοδήποτε νόημα η παρουσίασή τους, αφού άλλωστε, γι' αυτό το λόγο, στη συνέχεια επιδόθηκε διά μέσου Επιδότη. Όσον αφορά το λόγο (Ε) της Ένστασης, αν και τούτο υπεισέρχεται στην ουσία της Διαιτητικής Απόφασης, την οποία το Δικαστήριο, ως είναι η νομολογία, δεν θα πρέπει να υπεισέλθει σε αυτήν, όμως, εξετάζοντας τούτον το λόγο Ένστασης, από τη σκοπιά που το έθεσε ο κύριος Μιχαηλίδης, ότι, μετά που εκδίδεται Απόφαση για το ποσό των €417.269,90 πλέον τόκους και δικαίωμα κεφαλαιοποίησης τούτων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, γίνεται η αναφορά «καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα έξοδα», καθιστά την Απόφαση μη συγκεκριμένη και ασαφή, έτσι ώστε να μην μπορεί να εκτελεστεί, αν και κατά την άποψη του Δικαστηρίου είναι σαφής, για το ποσό και τους τόκους, εν τούτοις με την Αίτηση δεν ζητείται και τούτο, δηλαδή αυτό που επεσήμανε ο κύριος Μιχαηλίδης, αλλά ζητείται η εγγραφή της για το ποσό, τους τόκους επί αυτού, από την ημέρα που εκδόθηκε η Απόφαση, της κεφαλαιοποίησής τους δύο φορές το χρόνο και τα έξοδα του Διαιτητή. Άρα, όσον αφορά αυτό το μέρος, που καταγράφεται στην Απόφαση, φαίνεται ότι η Αιτήτρια το έχει αποποιηθεί. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος Ένστασης. Όσον αφορά το λόγο (ΣΤ) της Ένστασης, ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, δεν έχω αντιληφθεί τι εννοείται, αφού ο κύριος Τσοπανής αναφέρει στην Ένορκη Δήλωσή του ότι είναι υπάλληλος της Αιτήτριας, γνωρίζει τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτήν. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτός ο λόγος Ένστασης. Όσον αφορά το λόγο (Ζ) της Ένστασης, ότι ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος, δεν φαίνεται από κανένα στοιχείο ότι ισχύει τούτο, αλλά ούτε έγινε ανάλογος ισχυρισμός ή προωθήθηκε με την αγόρευση του κυρίου Μιχαηλίδη αυτός ο λόγος. Στο βαθμό βέβαια που ο ισχυρισμός ότι ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος, σχετίζεται με τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι είχε έτοιμη την Απόφαση, αφού απορρίφθηκε προηγουμένως αυτός ο ισχυρισμός δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτός ο λόγος Ένστασης. Όσον αφορά το λόγο (Η) της Ένστασης, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση στερήθηκαν του δικαιώματος να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο της επιλογής τους, ήδη το Δικαστήριο έχει καταπιαστεί με αυτόν και τον έχει απορρίψει. Όσον αφορά το λόγο (Θ) της Ένστασης, ότι η Απόφαση του Διαιτητή ήταν προκαθορισμένη, επίσης έχει καταπιαστεί το Δικαστήριο και έχει απορριφθεί. Τώρα, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, από τις προϋποθέσεις που χρειάζεται να πληρωθούν για να εγγραφεί και εκτελεστεί η Διαιτητική Απόφαση ως Απόφαση Δικαστηρίου, με βάση αυτά που έχω αναφέρει, διαπιστώνεται ότι η ειδοποίηση για την ακρόαση και διεξαγωγή της Διαιτησίας έχει γίνει καθόλα νομότυπα. Άλλωστε, γι' αυτό το λόγο οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 3 και 4 παρευρέθηκαν κατά την ημέρα της Διαιτησίας. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, διαπιστώνεται επίσης, από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερομηνίας 26/08/14, ότι πληρείται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, επίσης φαίνεται να πληρείται, αφού έγινε η γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, όπως διαπιστώνεται από την Ένορκη Δδήλωση του Τσολιά και το Τεκμήριο 2, που επισυνάπτεται με τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Επίσης πληρείται και η τέταρτη προϋπόθεση, αφού ως διαπιστώνεται παρήλθε ο χρόνος των 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης χωρίς να υποβληθεί Έφεση κατά της Διαιτητικής Απόφασης. Επίσης πληρείται και η πέμπτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι η Αίτηση έγινε διά κλήσεως, αφού έτσι τιτλοφορείται η Αίτηση και διαπιστώνεται από τις επιδόσεις που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, από τον οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να λάβει γνώση, έχει γίνει επίδοση της Αίτησης. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η Αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο