← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ltd ν. Αρίνα Βαλέρι Ευτυχίου και/ή Αρίνα Ευτυχίου το γένος Βαλέρι Λαζαρέβ, Αρ. Αγωγής: 9401/10, 20/10/2015

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ltd ν. Αρίνα Βαλέρι Ευτυχίου και/ή Αρίνα Ευτυχίου το γένος Βαλέρι Λαζαρέβ, Αρ. Αγωγής: 9401/10, 20/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A402 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9401/10 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ltd Εναγόντων Και Αρίνα Βαλέρι Ευτυχίου και/ή Αρίνα Ευτυχίου το γένος Βαλέρι Λαζαρέβ Εναγομένης ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 09/03/2015 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20/10/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Στ. Σάββα Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Παρπαρίνου ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη-Αιτήτρια, στο εξής «Αιτήτρια», ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως ακολούθως: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Έκθεση Υπεράσπισης ως ακολούθως:

(1)Με την προσθήκη της πιο κάτω νέας παραγράφου
(3)και την αναρίθμηση των υπολοίπων παραγράφων:
(3)Η Ενάγουσα επέβαλε στην Εναγόμενη επαχθείς και/ ή ετεροβαρείς όρους. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ: (α) Η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατά την ουσιώδη για την παρούσα Αγωγή περίοδο, δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα στον απαιτούμενο βαθμό για να κατανοήσει τα Έγγραφα που της υπεδείκνυε η Ενάγουσα να υπογράψει και κατά συνέπεια δεν γνώριζε ούτε αντιλαμβανόταν πλήρως και/ ή στον απαιτούμενο βαθμό το περιεχόμενο των Εγγράφων τα οποία καθ' υπόδειξη της Ενάγουσας υπέγραψε. (β) Επειδή κατά την ουσιώδη περίοδο η Εναγόμενη δεν αντιλαμβανόταν, ούτε μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως και/ ή στον απαιτούμενο βαθμό το περιεχόμενο των Εγγράφων που της υπεδείκνυε η Ενάγουσα, τότε δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης, την οποία η Ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε και/ ή παραβίασε προς όφελος της ιδίας και σε βάρος της Εναγόμενης. (γ) Ενώ κατά την ουσιώδη περίοδο η Ενάγουσα γνώριζε και/ ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη δεν αντιλαμβανόταν πλήρως και/ ή στον απαιτούμενο βαθμό τα Έγγραφα που η Ενάγουσα της υπεδείκνυε να υπογράψει, αυτή παρέλειψε να συστήσει στην Εναγόμενη και/ή να θέσει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την υπογραφή των Εγγράφων της, τη λήψη από την Εναγόμενη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. (δ) Η Ενάγουσα ουδέποτε διασφάλισε τη λήψη από την Εναγόμενη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής για τη νομιμότητα των Εγγράφων που υπεδείκνυε στην Εναγόμενη να υπογράψει. (ε) Η Ενάγουσα πάντοτε της υπεδείκνυε Έγγραφα προ-τυπωμένα και προκαθορισμένα και/ ή τα οποία είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από την ίδια την Ενάγουσα, χωρίς η Εναγόμενη να έχει και δεν είχε δικαίωμα ή τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί τους όρους των Εγγράφων αυτών της Ενάγουσας. (στ) Σε περίπτωση κατά την οποία η Εναγόμενη γνώριζε και/ ή αντιλαμβανόταν τους επαχθείς και/ ή ετεροβαρείς όρους που της έθεσε η Ενάγουσα, αυτή δεν θα υπέγραφε τα προτεινόμενα από την Ενάγουσα Έγγραφα. (ζ) Η Ενάγουσα γνώριζε και/ ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Εναγόμενη δεν είχε ούτε μπορούσε να έχει τα απαιτούμενα εισοδήματα για την εξόφληση του επίδικου δανείου, αλλά το χορήγησε για να λάβουν bonus οι διευθυντές της. (η) Η Ενάγουσα προέβηκε σε υπερβολικές εκτιμήσεις των προς υποθήκευση ακινήτων προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της.
(2)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 3 σε 4(γ).
(3)Με την προσθήκη των πιο κάτω νέων υπό-παραγράφων 4(α) και (β): 4.(α) Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης Υποθήκες: (
  1. i)με αριθμό ΑΥ.222/2006, Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10.1.2006, δια £39.000 πλέον τόκους, Αρίνα Βαλέρι Ευτυχίου, σε οικόπεδο στη Κάτω Λακατάμια υπ' αρ' εγγρ. D1720 Φ/Σχ.ΧΧΧ.12.\Λ/.1, Τεμ. 1569, το όλο, υποθηκευμένο το όλο, (
  2. ii)με αριθμό BY. 17526/2007, Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 20.11.2007, δια €462.000,000 πλέον τόκους, Αρίνα Ευτυχίου το γένος Βαλέρι Λαζαρέβ, σε ακίνητο στη Λακατάμεια. Αρχάγγελο/ Ανθούπολη, υπ' αρ. εγγρ.4/1720, Φ/Σχ. 30.12W1, Τεμ. 1569, το όλο, υποθηκευμένο το όλο, είναι άκυρες και/ ή ακυρώσιμες κατ' επιλογή της Εναγόμενης. (β) Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης εκχώρηση της ασφάλειας ζωής είναι άκυρη και/ ή ακυρώσιμη κατ' επιλογή της Εναγόμενης.
(4)Με την προσθήκη των πιο κάτω νέων υπό-παραγράφων (Α) και (Β) στην Ανταπαίτηση και την αναρίθμηση των υπολοίπων παραγράφων: (Α) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνονται οι πιο κάτω υποθήκες: (
  1. i)με αριθμό ΑΥ.222/2006, Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10.1.2006, δια £39.000 πλέον τόκους, σε οικόπεδο στη Κάτω Λακατάμια υπ' αρ' εγγρ. D1720 Φ/Σχ.ΧΧΧ.12.\Λ/.1, Τεμ. 1569, το όλο, υποθηκευμένο το όλο, (
  2. ii)με αριθμό BY. 17526/2007, Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 20.11.2007, δια €462.000,000 πλέον τόκους σε ακίνητο στη Λακατάμεια. Αρχάγγελο/ Ανθούπολη, υπ' αρ. εγγρ.4/1720, Φ/Σχ. 30.12W1, Τεμ. 1569, το όλο, υποθηκευμένο το όλο. (Β) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 22.11.07 του συμβολαίου ζωής της Eurolife αρ. 179327. (Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει όπως τα τροποποιημένα δικόγραφα καταχωρηθούν εντός είκοσι
(20)ημερών από τη σύνταξη του αιτούμενου διατάγματος. (Δ) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. (Ε) Έξοδα της παρούσας αίτησης, έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ.». Η αίτηση εδράζεται στη Δ.12 θ.4, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.8(ι)(e) και
(2)και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία παρατίθεται αυτούσια. «Εγώ η Αρίνα Βαλερί Ευτυχίου, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Είμαι η Εναγόμενη στην υπό τον πιο πάνω τίτλο Αγωγή, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχω λάβει νομική συμβουλή για την καταχώρηση της παρούσας Ένορκης Δήλωσης και ειδικά για τα νομικά σημεία αυτής. 2. Στις 4.11.2014 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου με την οποία το Δικηγορικό Γραφείο ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΕΠΕ ανέλαβε να με εκπροσωπεί στην πιο πάνω Αγωγή, σε αντικατάσταση των προηγούμενων δικηγόρων μου. 3. Στη συνέχεια είχα συναντήσεις με το Δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση μου, για την καλύτερη δυνατή προετοιμασία της Υπεράσπισης μου. 4. Κατά την προετοιμασία της Υπεράσπισης, επειδή κατά την ουσιώδη για την παρούσα Αγωγή περίοδο δεν γνώριζα την Ελληνική γλώσσα, προέκυψαν σοβαρά νομικά ζητήματα, που απορρέουν κυρίως από την κατά τη σύναψη των ισχυριζόμενων από την Ενάγουσα συμβάσεων, αδυναμία μου να αντιληφθώ πλήρως και στο απαιτούμενο βαθμό τα Έγγραφα που μου υπεδείκνυε η Ενάγουσα να υπογράψω και τελικά υπέγραψα. Δυστυχώς τα θέματα αυτά δεν δικογραφήθηκαν. 5. (α) Περαιτέρω, προέκυψε και θέμα παράληψης εκ μέρους της Ενάγουσας να διασφαλίσει το δικαίωμα μου να λάβω ανεξάρτητη νομική συμβουλή για να αντιληφθώ το περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων και ιδιαίτερα των ισχυριζόμενων υποθηκών, αφού στους ουσιώδεις χρόνους δεν γνώριζα καλά την Ελληνική γλώσσα- είμαι Ρωσίδα- και δεν μου επεξηγήθηκαν πλήρως τι υπόγραψα και ποιες οι συνέπειες τους. (β) Όπως μου εξήγησε ο Δικηγόρος μου όλα αυτά πρέπει να δικογραφηθούν για να μπορέσω να τα προβάλω στην υπεράσπιση μου. Έχουν ιδιαίτερη σημασία για μένα αλλά και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σημαντικά γεγονότα, ώστε να αναφερθεί η αλήθεια. 6. Όπως έχω λάβει νομική συμβουλή: (α) με βάση τη σχετική Νομολογία, δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης του δικογράφου του διαδίκου. (β) η αίτηση για τροποποίηση δικογράφου είναι προτιμότερο να γίνει στο στάδιο αυτό, αφού δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, όπως ήδη γίνεται άμεσα και χωρίς καμία καθυστέρηση με την παρούσα αίτηση. 7. Περαιτέρω, όπως έχω λάβει νομική συμβουλή, αναφέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγει νέα βάση αγωγής και επιπλέον ούτε επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Ενάγουσας και δεν υπάρχει οτιδήποτε που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ενδεχόμενο ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι με την ζητούμενη τροποποίηση θα υποστεί ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, όπως θα δικογραφηθούν τα πραγματικά γεγονότα για να βοηθηθεί το Δικαστήριο στην αποκάλυψη της αλήθειας. 8. Εντίμως πιστεύω ότι η αιτούμενη θεραπεία είναι αναγκαία για την απρόσκοπτη και δίκαιη διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης και είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. 9. Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, η πιο πάνω αίτηση γίνεται με καλή πίστη με σκοπό τη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. 10. Υπό τις περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο επιτρέψει την πιο πάνω Αίτηση και εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα» Ακολούθησε ένσταση εκ μέρους της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση, στο εξής «Καθ' ης η Αίτηση», η οποία στηρίζεται στη Δ.19, Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και επί των Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης, οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης της εναγομένης, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην ίδια την αιτήτρια/εναγομένη από τον καιρό που ως ο ισχυρισμός των εναγόντων υπέγραψε τα διάφορα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης των όπως και από της επίδοσης αυτής στην εναγομένη την 30.03.2011 καθώς και κατά την ετοιμασία της υπεράσπισης της η οποία καταχωρήθηκε την 27.10.2011. (δ) Οι ισχυρισμοί που η εναγομένη αιτείται να εισαγάγει με την παρούσα αίτηση είναι παντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση αγωγής και την αξίωση των εναγόντων και καμία εξειδίκευση και/ή ρητή αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση που να δεικνύει με ποιον τρόπο η εναγόμενη αποφάσισε στο καθυστερημένο αυτό στάδιο να ισχυριστεί ότι στους ουσιώδεις χρόνους υπογραφής των συμφωνιών η ίδια δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα, δεν αντιλαμβανόταν πλήρως το περιεχόμενο των επίδικων συμβάσεων και δεν της επεξηγήθηκαν πλήρως τι υπέγραψε. (ε) Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης της εναγομένης με την προσθήκη νέων ισχυρισμών δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην συνέχιση εκδίκασης της παρούσας αγωγής και προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που θα έπρεπε αν ήταν γνήσιοι να ήταν εις γνώση της πλευράς της εναγομένης εδώ και καιρό. (στ) Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη/αιτήτρια εισαγάγει νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή αναληθείς και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα να γίνεται προσπάθεια μεταβολής της υφιστάμενης Υπεράσπισης, κάτι το οποίο αναπόφευκτα συνεπάγεται και τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρησθέντων δικογράφων σε μία αγωγή παλαιά. (η) Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης της εναγομένης είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως της εναγομένης (θ) Δεν υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης. (ι) Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. (κ) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. (λ) Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους ενάγοντες /καθ' ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα. (μ) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Μάριου Κουντούρη ο οποίος αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της Καθ' ης η Αίτηση και γνωρίζει τα γεγονότα από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και τη φύλαξή του και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Έχει δε ως ακολούθως, ως προς τα υπόλοιπα η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Μάριος Κουντούρης από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Είμαι υπάλληλος στην υπηρεσία των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση. Γνωρίζω τα γεγονότα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής από έγγραφα που έχω στην κατοχή μου και την φύλαξη μου και από πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Έχω δε λάβει νομική συμβουλή από τους εξωτερικούς μας δικηγόρους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε 2. Ανέγνωσα την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή ημερ. 09.03.2015 στην παρούσα αγωγή και απορρίπτω στην ολότητα τους το περιεχόμενο αμφοτέρων, και ισχυρίζομαι τα κάτωθι εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς νομικούς μας συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε 3. Η εναγόμενη/αιτήτρια επέδειξε πρωτοφανή και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή και προώθηση της παρούσας αίτησης, καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά στην ίδια πέραν των 7 χρόνων. Η ίδια η αιτήτρια στην υπεράσπιση της την οποία καταχώρησε την 27.10.2011 δηλαδή πριν από 4 περίπου χρόνια αναφέρει στην παράγραφο 2 αυτής ότι «αρνείται ότι υπόγραψε οποιαδήποτε έγγραφη συμφωνία δανείου ημερ. 16.11.2007». Επομένως, η θέση της η οποία παρουσιάζεται στην ένορκη της δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης της είναι σε πλήρη αντίφαση των ισχυρισμών της ιδίας όπως παρουσιάζονται στο δικόγραφο της ημερ. 27.10.2011. Η αλλαγή στις θέσεις της εναγομένης παρέχει το δικαίωμα στην πλευρά των εναγόντων να αμφισβητούν την καλή της πρόθεση και το καλόπιστο και το χωρίς πρόθεση από πλευράς της εναγομένης στην παρέλκυση της διαδικασίας και στην καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας αίτησης. Επιπλέον, τα γεγονότα σε σχέση με την δημιουργία της σχέσης μεταξύ εναγόντων και εναγομένης έπρεπε και/ή όφειλαν και φαίνεται ότι ήταν γνωστά σ' αυτήν πριν από την 27.10.2011, ήτοι πριν την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης της εναγομένης. Πλήρης αναφορά θα γίνει από τους δικηγόρους μας κατά την δικάσιμο. Ακόμα, δεν έχει δοθεί και/ή δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Ως εκ τούτου, ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι η υποβληθείσα αίτηση θα επηρεάσει δυσμενώς τους Ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση και θα καθυστερήσει αδικαιολόγητα την έναρξη εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης - η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου με απώτερο σκοπό την επιτήδευση του ανωτέρω σκοπού της εναγομένης που όπως διαφάνηκε είναι η προσπάθεια αποφυγής έναρξης της εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Η εναγομένη όταν της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στις 30.03.2011 και όταν στην συνέχεια έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της για να καταχωρηθεί εκ μέρους της υπεράσπιση στις 27.10.2011 γνώριζε: (
  1. i)ότι πράγματι υπέγραψε την 16.11.2007 το έγγραφο το οποίο οι ενάγοντες αναφέρουν στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης τους. Στην υπεράσπιση της ημερ. 27.10.2011, δεν παραδέχεται την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου ενώ στην Αίτηση για Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά και της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει αυτήν ημερ. 09.03.2015 παραδέχεται ότι υπέγραψε την Συμφωνία ημερ. 16.11.2007 και δεν αναφέρεται στην συμφωνία ημερ. 28.12.2009. (
  2. ii)η εναγομένη υπέγραψε συμφωνίες με τους ενάγοντες προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της προς αυτούς, το περιεχόμενο των οποίων περιγράφεται στις παραγράφους 4,5 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, οι οποίες συμφωνίες δεν εξασφαλίζουν το δάνειο που αναφέρεται στην παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης της ημερ. 27.10.2011. Σε αντίθεση, στην Αίτηση για Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερ. 09.03.2015 αναφέρεται ότι οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης Υποθήκες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες κατ' επιλογή της Εναγομένης. Το ίδιο ισχύει και για την αναφερόμενη στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης εκχώρηση της ασφάλειας ζωής 4. Ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς νομικούς μας συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε, και άνευ βλάβης των όσων έχουν ήδη αναφερθεί στην παράγραφο 3 ανωτέρω και ειδικότερα σε σχέση με τους ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται στις παραγράφους 4-7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι η θέση μας ότι αυτοί δεν ευσταθούν. Προς υποστήριξη των όσων ισχυριζόμεθα απλά αναφέρω ότι: (α) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι καταχρηστική και έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση αδικίας στους Ενάγοντες/καθ' ών η αίτηση. (β) Με την παρούσα αίτηση και συνεπώς την τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης σε σχέση με την εναγόμενη, επιζητείται ουσιαστικά η εισαγωγή νέων αβάσιμων και/ή λανθασμένων και/ή αναληθών και/ή ανυποστήρικτων ισχυρισμών που μεταβάλλουν και/ή τροποποιούν αδικαιολόγητα την υφιστάμενη Υπεράσπιση. (γ) Με την αίτηση της η εναγόμενη δεν εξειδικεύει κανένα νέο στοιχείο που να αφορά την υφιστάμενη Υπεράσπιση και που καθιστά αναγκαία την αιτούμενη τροποποίηση. Τουναντίον η εναγόμενη επιθυμεί να εισαγάγει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα της υπό εκδίκασης αγωγής. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο οι εν λόγω ισχυρισμοί προωθούνται και/ή αναφέρονται στις προτεινόμενες νέες παραγράφους είναι γενικοί, ατεκμηρίωτοι, αόριστοι και ανυπόστατοι. Σε περίπτωση που οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γίνουν αποδεκτοί θα δοθεί, αντικανονικά κατά την εισήγηση μας, η δυνατότητα στην εναγόμενη να εισαγάγει ενδεχομένως μαρτυρία την οποία η ίδια κατασκεύασε με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και την παρέλκυση της όλης διαδικασίας. (δ) Οι νέοι ισχυρισμοί που επιζητούνται να εισαχθούν με την παρούσα αίτηση, δεν δικαιολογούνται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας και τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα έχει αδικαιολόγητες και/ή χρονοβόρες συνέπειες και θα μεταβάλει χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο τα εγειρόμενα επίδικα θέματα, με μόνο αποτέλεσμα την καθυστέρηση της έναρξης εκδίκασης της παρούσας αγωγής. (ε) Με την αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης σε σχέση με την εναγόμενη και κατά συνέπεια την προσθήκη νέων ισχυρισμών, αναπόφευκτα συνεπάγεται ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και/ή την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων και κατά συνέπεια η παρεμπόδιση συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας σε μία αγωγή τόσο παλαιά. (στ) Η πρωτοφανής και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι αντίθετη με την διεξαγωγή δίκαιας δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται από το άρθρο 30-2 του Συντάγματος. (ζ) Η βλάβη που θα υποστούν οι Ενάγοντες/ καθ'ων η αίτηση συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης της εναγομένης δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της. 5. Περαιτέρω ισχυρίζομαι και λέγω, ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε, ότι η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης ειδικότερα από την στιγμή που οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να εισαγάγει η εναγόμενη αφορούν την συμβατική σχέση που διέπει τις καταρτισθείσες συμφωνίες μεταξύ εναγόντων και εναγομένης. Δια αυτόν το λόγο θεωρούμε ότι η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων της εναγομένης και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, αλλά αντιθέτως θα εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί που όχι μόνο ήταν καθ' όλα εις γνώση και/ή θα έπρεπε να ήταν εις γνώση της εναγομένης εδώ και πολύ καιρό, και τουλάχιστον πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, αλλά και αντικρούουν το περιεχόμενο της υφιστάμενης υπεράσπισης της, με μοναδικό αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην συνέχιση εκδίκασης της παρούσας αγωγής. 6. Ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε, είναι η εισήγηση μας ότι η καταχώρηση της παρούσης αίτησης αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και/ή εκτροπή και/ή επιβράδυνση και/ή εκτροχιασμό της διαδικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί αποκλειστικά προϊόν δεύτερης σκέψης της εναγομένης, η οποία θα επιφέρει δυσμενή αποτελέσματα κατά το χρόνο εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. 7. Επιπρόσθετα η αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και επαρκείς λόγους που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η εν λόγω τροποποίηση δεν είναι αναγκαία, ούτε ουσιώδης και/ή χρήσιμη στην υπό κρίση υπόθεση και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ούτε θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα που αφορούν τα επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων και την ουσία της παρούσας υπόθεσης, αφού όπως αναφέρω ανωτέρω οι ισχυρισμοί που η εναγομένη προσπαθεί να εισαγάγει στην υπεράσπιση της είναι προϊόν δεύτερης σκέψης και εν πάση περιπτώσει δεν αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά γεγονότα τα οποία έγιναν μεταξύ αυτής και των εναγόντων που αφορούν την υπογραφή των διαφόρων συμφωνιών τις οποίες οι ενάγοντες περιγράφουν στην Έκθεση Απαίτησης τους. 8. Περαιτέρω είναι η εισήγηση μας και ως λαμβάνω νομικής συμβουλής από τους εξωτερικούς μας νομικούς συμβούλους κ.κ. Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε, ότι η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης δεν θα έπρεπε να δοθεί και/ή θεωρηθεί αναγκαία για σκοπούς δίκαιας περατώσεως της παρούσας υπόθεσης και/ή ορθής απονομής της δικαιοσύνης και/ή για να προστατευθούν τα δικαιώματα των εναγόντων. 9. Όλα τα πιο πάνω καταθέτω εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι ως αληθή ως επίσης και από νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνω από τους Δικηγόρους μας οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. 10. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι όπως η αίτηση των εναγομένων /αιτητών απορριφθεί με έξοδα υπέρ της εναγομένης/αιτήτριας». Ο δικηγόρος της Αιτήτριας, στην αγόρευσή του, αφού αναφέρθηκε κατ' αρχάς τι ζητείται, στη συνέχεια παραθέτει τη νομολογία που σχετίζεται με την έκδοση ή μη διατάγματος τροποποίησης. Στη συνέχεια καταπιάνεται με τους λόγους ένστασης, τους οποίους βέβαια δεν αποδέχεται και απορρίπτει, καθώς και με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση που επίσης απορρίπτει, προβάλλοντας, τόσο για τους λόγους ένστασης όσο και για την ένορκη δήλωση, τις δικές του θέσεις, που πηγάζουν από τα όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Από την άλλη, η συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, στην αγόρευσή της, αφού και αυτή αναφέρεται τι επιζητείται με την αίτηση και πού στηρίζεται, στη συνέχεια κάνει μια σύντομη ανασκόπηση του ιστορικού της υπόθεσης, για να καταστεί δυνατή η αιτιολόγηση κυρίως (α) της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, γεγονός στο οποίο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, (β) της κακοπιστίας, (γ) της ολιγωρίας, (δ) ότι προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί που δεν έχουν καμία σχέση με τις προηγούμενες θέσεις της Αιτήτριας, (ε) τη ζημιά που θα επέλθει στην Καθ' ης η Αίτηση, που κατά την άποψή της είναι ανεπανόρθωτη, (στ) της κατάχρησης της διαδικασίας που επιχειρείται εκ μέρους της Αιτήτριας στην προσπάθειά της να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, η οποία θα οδηγήσει, με τη σειρά της, να εκφύγει η απονομή της δικαιοσύνης στα χρονικά πλαίσια που επιτάσσει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Επικαλούμενη σχετική νομολογία ζήτησε από το Δικαστήριο, με βάση τα πιο πάνω, όπως η αίτηση απορριφθεί. Νομική Πτυχή Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Όπως τονίστηκε στην υπόθεση LOUIS VUITTON ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, αυτός που προβαίνει σε ένορκη δήλωση πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις όμως ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση εφ' όσον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Ένορκη δήλωση που δεν συμβαδίζει με την πιο πάνω προϋπόθεση είναι αντικανονική και δεν λαμβάνεται υπόψη. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association
(1883)32 WR 263, αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 ALL ER 754, αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου
(1985)1 AAΔ 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.99). Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4)
(1983)1 ΑΑΔ 714). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση. Αρχίζοντας από τον πρώτο λόγο ένστασης, δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι η αίτηση είναι ανεπίτρεπτη και/η αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της Πρακτικής του Δικαστηρίου, αφού ο κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να προβεί και να υποβάλει αίτηση τροποποίησης σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Άλλο είναι το θέμα αν το Δικαστήριο θα εγκρίνει την αίτηση, κάτι το οποίο εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ούτε επίσης θα συμφωνήσω με το δεύτερο λόγο ένστασης, ότι η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας, αφού φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ότι στον τελευταίο δικηγόρο, δηλαδή αυτόν που χειρίζεται τώρα την υπόθεση, αφού έγινε σύσκεψη για προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση, αποκαλύφθηκαν και αναδύθηκαν τα ζητήματα που τώρα επιχειρείται με την αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης να τροποποιηθούν, αφού κρίθηκαν αναγκαία για σκοπούς προβολής ολοκληρωτικά των ισχυρισμών και θέσεών τους, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να αποδώσει δικαιοσύνη σε όλο το φάσμα των μεταξύ τους διαφορών και αντιπαραθέσεων των διαδίκων. Στο σημείο αυτό θα ήταν ορθό να παρατηρήσω ότι η Καθ' ης η Αίτηση στο παρελθόν, ως εξάγεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, συναίνεσε σε σωρεία αναβολών είτε για τον ένα είτε για τον άλλο λόγο, αλλά κυρίως για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης, κάτι όμως που δεν κατέστη δυνατό να γίνει. Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης, όντως φαίνεται να υπάρχει καθυστέρηση από την καταχώρηση της αρχικής Υπεράσπισης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της παρούσας αίτησης, πλην όμως, μετά την καταχώρηση, στις 04/11/14, ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου, στις συναντήσεις που είχε με το δικηγόρο της για προετοιμασία της Υπεράσπισης διαφάνηκε, ένεκα της κατ' ισχυρισμό θέσης της, ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο δεν γνώριζε την ελληνική γλώσσα, προέκυψαν σοβαρά θέματα, ένεκα, κυρίως, της αδυναμίας της να αντιληφθεί στον απαιτούμενο βαθμό τη σοβαρότητα των εγγράφων που κλήθηκε να υπογράψει. Διαφαίνεται λοιπόν ότι, εντός ολίγου χρονικού διαστήματος, μετά τις πιο πάνω συναντήσεις από το διορισμό, στις 04/11/14 και μετά, του δικηγόρου της που χειρίζεται τώρα την υπόθεση, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σάββα Σάββα Πολιτική Έφεση Αρ. Ε5/14, ημερομηνίας 24/03/14, αναφέρονται τα εξής: «Η υπέρμετρη καθυστέρηση εξηγήθηκε με αναφορά στην όλη πορεία της υπόθεσης, με παρατηρήσεις μάλιστα ότι η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε 2½ χρόνια μετά από την καταχώριση της αγωγής. Δεν μπορούσε λοιπόν αυτή η μεγάλη καθυστέρηση να βαρύνει μόνο την εφεσείουσα, αλλά σαφώς βαρύνει και τον ίδιο τον εφεσίβλητο, ο οποίος καθυστέρησε να καταχωρίσει την έκθεση απαίτησής του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως». Σε εκείνη την υπόθεση, μάλιστα, είχε αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης αλλά κρίθηκε, ένεκα του ότι ακόμη δεν είχε ακουστεί ιατρική μαρτυρία που ήταν και η ουσία επί της οποίας στηρίζετο η υπόθεση, ότι θα έπρεπε να είχε εγκριθεί το αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης. Έτσι και στην περίπτωση αυτή, αν και θα μπορούσε, ίσως με εύλογη επιμέλεια, από τότε που καταχωρήθηκε η πρώτη Υπεράσπιση να αναφέροντο και αυτά τα θέματα, που τώρα ζητούνται να προβληθούν ως ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, εν τούτοις δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσης αίτησης. Σε σχέση με τον τέταρτο λόγο ένστασης, δεν θα έλεγα ότι οι ισχυρισμοί που τώρα η Αιτήτρια επιθυμεί να προβάλει στην Υπεράσπισης και Ανταπαίτησή της είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα αφού ακριβώς βασίζονται επί των εγγράφων που η Ενάγουσα στηρίζει την Έκθεση Απαίτησής της. Ούτε βέβαια προκύπτει ότι αλλάζει η βάση της αγωγής αφού όλοι οι ισχυρισμοί, και αυτοί που αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και αυτοί που επιδιώκεται να προστεθούν, περιστρέφονται γύρω από τη συμφωνία, με βάσει την οποία αξιώνει τις απαιτήσεις της η Καθ' ης η Αίτηση, έστω ακόμη και αν αυτοί οι ισχυρισμοί μπορεί να φαίνεται ότι σε κάποιο βαθμό είναι διαφορετικοί ή/και αντίθετοι από αυτούς που αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης που έχει ήδη καταχωρηθεί. Ούτε βλέπω ότι με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Ούτε βέβαια ότι δεν είναι γνήσιοι αφού κατά αυτήν, την Αιτήτρια δηλαδή, τα γεγονότα είναι όπως αυτή ισχυρίζεται και προβάλλει. Επίσης, αναφορικά με τον έκτο λόγο ένστασης, δεν συμφωνώ ότι γίνεται προσπάθεια μεταβολής της υφιστάμενης Υπεράσπισης αλλά θα έλεγα επέκτασής της, που εν μέρει προβάλλονται θέματα τα οποία δεν είχαν αναδειχθεί από την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε. Ούτε βεβαίως θα μπορούσε σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση ή εύρημα ότι οι ισχυρισμοί είναι αναληθείς, ανυποστήρικτοι, αβάσιμοι ή λανθασμένοι, γιατί τότε το Δικαστήριο θα υπεισέρχετο στην ουσία της υπόθεσης, πράγμα ανεπίτρεπτο κατά αυτήν τη διαδικασία. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για το λόγο (η) της ένστασης. Σε ότι δε σχετίζεται με το λόγο (θ) της ένστασης δεν θα συμφωνήσω ότι δεν αποκαλύφθησαν λόγοι ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες ή τη χρησιμότητα ή την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης, αφού αποτελούν ισχυρισμό της Αιτήτριας, τα όσα αναφέρονται σε αυτήν, που βέβαια δεν θα μπορούσαν να κριθούν σε αυτή τη διαδικασία, τα οποία φαίνεται ότι είναι αναγκαία για την προβολή της Υπεράσπισής της σε όλη την έκτασή της, με σκοπό την κρίση και απόφανση σε όλο το φάσμα των μεταξύ τους διαφορών. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, εξετάζοντας το λόγο ένστασης (ι) δεν βρίσκω ότι επιχειρείται ο εκτροχιασμός ή η καθυστέρηση ή η προσπάθεια επιβράδυνσης της όλης διαδικασίας, με συνέπεια να παρεμποδίζεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αφού, όπως ανάφερα και προηγουμένως, τουλάχιστον μερικές φορές είχε ζητηθεί από κοινού αναβολή ή συναίνεσε και η Καθ' ης η Αίτηση στην αναβολή της υπόθεσης και η αγωγή δεν ορίζετο για ακρόαση αλλά για οδηγίες. Εξετάζοντας το λόγο ένστασης (κ) ότι η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν με βρίσκει σύμφωνο, με βάσει, όσα αναφέρονται ανωτέρω. Έχοντας κατά νου όλα όσα ανάφερα πιο πάνω, δεν θα ήταν ορθό να μην αφεθεί η Αιτήτρια, έστω και αν η υπόθεση είναι του 2010, αφού δεν έχει καν αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, να προβάλει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της όπως η ίδια επιθυμεί. Επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι θα επιφέρει τέτοια βλάβη στην Καθ' ης η Αίτηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα, αφού τίποτε δεν αναδείχθηκε μέσα από την ένορκη δήλωση και την ένσταση που να αποδεικνύει κάτι τέτοιο, αναφέροντας ότι, έστω και αν η υπόθεση είναι όντως παλαιά, δεν εκφεύγει από τα άκρα όρια που ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος για εκδίκαση της υπόθεσης, και έτσι, λίγες εβδομάδες ακόμη, για ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, δεν θα συνέτεινε σε υπέρμετρη καθυστέρηση ακρόασης της υπόθεσης έχοντας κατά νου τις περιστάσεις που περιστοιχίζουν την υπόθεση αυτή. Τέλος, δεν θα συμφωνήσω ούτε με το λόγο ένστασης (ν) ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, γιατί η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και κανένα δυσμενή επηρεασμό δεν θα έχει η Καθ' ης η Αίτηση αφού από τη μια η Αιτήτρια θα μπορούσε να προωθήσει την υπόθεσή της όπως αυτή επιθυμεί και από την άλλη η Καθ' ης η Αίτηση θα έχει τη δυνατότητα να απαντήσει σε όλα τα θέματα που εγείρονται. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια δίδεται άδεια και οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης εντός 10 ημερών από την επίδοση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Τα έξοδα της Αίτηση και τα έξοδα που χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης-Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, ότε και θα είναι καταβλητέα. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.