← Κύπρος

ATLANTIC SECURITIES LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ, Αγωγή αρ. 3635/2013, 27/2/2015

ATLANTIC SECURITIES LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ, Αγωγή αρ. 3635/2013, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3635/2013 Μεταξύ: ATLANTIC SECURITIES LTD Ενάγουσας και ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ Εναγομένου --------------------------------------- Αίτηση ημερ. 4.12.2014 για αντεξέταση ιδιώτη επιδότη Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου, 2015 Για αιτητή - εναγόμενο : κ. Λ. Χαβιαράς Για καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα: κ. Μ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 10.6.2013, με την οποίαν αξίωνε απόφαση εναντίον του εναγομένου για €81.429,90 δυνάμει συμφωνιών και/ή δανείου και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων, πλέον τόκους και έξοδα. Στη συνέχεια καταχωρίστηκε στον φάκελο της υπόθεσης, ένορκη δήλωση ημερ. 30.8.2013 του ιδιώτη επιδότη Γιάννου Ιωάννου σύμφωνα με την οποία το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στον εναγόμενο προσωπικά στις 28.8.

  1. Στο αντίγραφο του κλητηρίου που επιδόθηκε, σημειώθηκε ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει για την παραλαβή του. Δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης και στις 3.10.2013 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε, στις 24.10.2013, απόφαση εναντίον του εναγομένου ως η απαίτηση. Στις 30.5.2014 ο εναγόμενος καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, στην οποία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ύπαρξη της αγωγής και της απόφασης του γνωστοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 7.3.2014, όταν του επιδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης, ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε και ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης ημερ. 30.8.2013 δεν αληθεύει εφόσον ο εναγόμενος ουδέποτε αρνήθηκε να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Η πλευρά της ενάγουσας καταχώρισε ένσταση στην αίτηση παραμερισμού, εμμένοντας στη θέση ότι η αγωγή είχε επιδοθεί κανονικά στον εναγόμενο, ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη αποτελεί αμάχητο τεκμήριο κανονικής επίδοσης, διαζευκτικά ότι αποτελεί μαχητό τεκμήριο επίδοσης, το οποίο υποστηρίζεται από σωρεία γραπτών αποδοχών του εναγομένου, ότι ο εναγόμενος δεν κατήγγειλε τον επιδότη στην αστυνομία για ψευδή ένορκη δήλωση, ότι ένα Δικαστήριο αστικής δικαιοδοσίας δεν είναι αρμόδιο να καταλήξει σε απόφαση για το ψευδές ή όχι του όρκου του επιδότη, ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης και ότι επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης παραμερισμού. Στις 4.12.2014 η πλευρά του εναγομένου καταχώρισε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτείται άδεια και/ή διάταγμα για αντεξέταση του κ. Γιάννου Ιωάννου, ιδιώτη επιδότη, επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του ημερ. 30.8.2013 κατά την ακρόαση της αίτησης παραμερισμού. Διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά για να δύναται να τοποθετηθεί επί του αιτήματος. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.39 θ. 1, Δ.38, Δ.48 θ. 1, 2, 8 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται επί της αιτήσεως ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 26.1.2015, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι, ως μπορώ να συνοψίσω:
  2. Η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στον εναγόμενο-αιτητή, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και αποτελεί αμάχητο τεκμήριο κανονικής επίδοσης, εφόσον οι ιδιώτες επιδότες διορίζονται από τον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επιλέγονται για να ασκούν το επάγγελμα αυτό ως άτομα ακέραιου και έντιμου χαρακτήρα και οι οποίοι ασκούν καθήκοντα δικαστικού λειτουργού ανεξάρτητα από το ότι αμείβονται από τους δικηγόρους.
  3. Διαζευκτικά, τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο επίδοσης της αγωγής το οποίο υποστηρίζεται και ενισχύεται από σωρεία γραπτών παραδοχών του εναγομένου-αιτητή.
  4. Ακόμη και να είχε δίκαιο ο αιτητής, όφειλε να καταγγείλει τον ιδιώτη επιδότη στην αστυνομία για την ψευδή ένορκη δήλωσή του για να του προσαφθούν κατηγορίες για ποινικά αδικήματα. Ένα Δικαστήριο αστικής δικαιοδοσίας δεν είναι το αρμόδιο ούτε και είναι ορθό από δικαιοδοτικής άποψης να καταλήξει σε απόφαση για το ψευδές ή όχι του όρκου του επιδότη, καθότι κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις για τον επιδότη που αφορούν τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, χωρίς ο ίδιος να είναι διάδικος στη διαδικασία και χωρίς να έχει την ευκαιρία να ακουστεί. Σε περίπτωση που η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι ψευδής (που δεν είναι) παραβιάζονται τα άρθρα 110, 116, 117 και 133 του Ποινικού Κώδικα.
  5. Στη Διαταγή 5Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται ότι επιδότης είναι άτομο δεόντως εξουσιοδοτημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο για διενέργεια επιδόσεων συμφώνως και βάσει των προνοιών του Διαδικαστικού Κανονισμού. Στο δε Παράρτημα Γ αναφέρεται ότι ο επιδότης επέχει θέση λειτουργού του Δικαστηρίου και προχωρεί στη διενέργεια της επίδοσης με σπουδή και επιμέλεια.
  6. Ο αιτητής είναι ένοχος υπέρμετρης καθυστέρησης καθότι η ένορκη δήλωση του επιδότη δεικνύει ότι ο αιτητής έλαβε γνώση της αγωγής από 28.8.2013 και δεν καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης και συνεπώς η αίτηση παραμερισμού πρέπει να απορριφθεί. Επιδόθηκε στον αιτητή και ειδοποίηση πτώχευσης στις 7.3.3014 και καταχώρισε ένορκη δήλωση παραμερισμού της ειδοποίησης, αναφέροντας ότι είχε πρόθεση να καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης, την οποία όμως καταχώρισε στις 30.5.2014 αφού απέσυρε την ένορκη δήλωση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης.
  7. Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο αιτητής ενεργεί καταχρηστικά για να καθυστερήσει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου, ενός εκ των διοικητικών συμβούλων της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος επαναλαμβάνει αυτολεξεί και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Δ.48 θ. 4

(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί μεταξύ άλλων ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Ο θεσμός 1 της εν λόγω Δ.39 των Κανονισμών, προβλέπει ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό και τη χρήση της λέξης «may», το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, όπως σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, ασκείται δικαστικά, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ευχέρεια αυτή μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ 280, Annual Practice 1958 σελ. 865 και Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1660). Τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι προκαθορισμένα και περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας. Συνεπώς, η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ή όχι θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας - στην προκειμένη περίπτωση, της αίτησης παραμερισμού. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επεκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή απλώς προς τον σκοπό της αποδυνάμωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου (βλ. πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου ημερ. 9.4.2009 του κ. Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, στην αγωγή 7123/08 Ε.Δ. Λευκωσίας). Η αντεξέταση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό κρίση αίτηση. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκτασή της σε επουσιώδη ζητήματα, ή ζητήματα αδιάφορα για την εξέταση της, που άπτονται της ουσίας της γενικότερης διαφοράς των διαδίκων, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Για να επιτύχει αίτηση για αντεξέταση, θα πρέπει στην ουσία να καταδειχθεί ότι, με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η κυρίως αίτηση δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί ή αποφασιστεί ορθά και δίκαια, εκτός εάν δοθεί άδεια για αντεξέταση. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν παραγνωρίζω ότι ο ιδιώτης επιδότης δεν έχει προβεί σε ένορκη δήλωση του τύπου που καθορίζεται στη Δ.39 θ. 4, αλλά σε ένορκη δήλωση επίδοσης του τύπου που καθορίζεται στη Δ.5 θ. 2
(2). Εν τούτοις, πρόκειται για ένορκη δήλωση που βρίσκεται δεόντως εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της μαρτυρίας που αφορά την αίτηση παραμερισμού και ειδικότερα αποτελεί μαρτυρία σε μορφή ένορκης δήλωσης στην οποία βασίζεται ουσιωδώς η πλευρά της καθ' ης η αίτηση ενάγουσας στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παραμερισμού. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας στην ένσταση στην αίτηση παραμερισμού βασίζει το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας του όσον αφορά τους λόγους ένστασης, στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη επιδότη κ. Γιάννου Ιωάννου που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, με σκοπό να αντικρούσει τη θέση του εναγομένου ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η αγωγή. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Ο εναγόμενος έχει καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, η οποία (αίτηση) βασίζεται κυρίως σε ισχυρισμό ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε και κατά συνέπεια η απόφαση δεν λήφθηκε νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17 και κατά συνέπεια η απόφαση δεν εκδόθηκε νομότυπα, τότε ο εναγόμενος θα δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος). » Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος-αιτητής δεν έχει άλλο τρόπο να αποσείσει το βάρος απόδειξης της κακής ή μη επίδοσης που τον βαρύνει στην αίτηση παραμερισμού, πλην της αντεξέτασης του ιδιώτη επιδότη που έχει καταχωρίσει στον φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση ότι επέδωσε την αγωγή στον εναγόμενο προσωπικά και ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει. Από τη στιγμή που ο εναγόμενος αμφισβητεί το περιεχόμενο αυτής της ένορκης δήλωσης και επιζητεί τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στη βάση αυτής, ενώ η πλευρά της ενάγουσας εμμένει στη θέση ότι η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στον εναγόμενο εφόσον αυτό επιμαρτυρείται από την εν λόγω ένορκη δήλωση του επιδότη και ότι κατά συνέπεια η απόφαση λήφθηκε νομότυπα, η αντεξέταση του κ. Γιάννου Ιωάννου είναι στην ουσία ο μόνος τρόπος που έχει ο εναγόμενος για να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους του όσον αφορά την αίτηση παραμερισμού. Κατά την κρίση μου η παρούσα είναι από τις (ομολογουμένως κάπως σπάνιες) περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρή αναγκαιότητα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης για αντεξέταση. Δεδομένης της φύσης της κυρίως αίτησης και του βασικού ισχυρισμού περί μη επίδοσης της αγωγής, ο οποίος εάν εν τέλει γίνει αποδεκτός θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την έκβαση της εν λόγω αίτησης παραμερισμού εφόσον σε τέτοια περίπτωση ο εναγόμενος θα δικαιούται τον παραμερισμό της απόφασης δικαιωματικά, ex debito justitae, κρίνω ότι η αντεξέταση του επιδότη είναι αναγκαία για την επίλυση ουσιώδους βασικού ζητήματος που αφορά η κυρίως αίτηση παραμερισμού. Με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, θεωρώ ότι η αντεξέταση του ιδιώτη επιδότη επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του είναι αναγκαία προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όσον αφορά την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού. Είναι δε σαφές ότι η πρόθεση της πλευράς του εναγομένου-αιτητή δεν είναι να μεταβάλει την ακρόαση της αίτησης σε μακρά και αχρείαστη ακρόαση επί όλων των αμφισβητούμενων θεμάτων της αγωγής, παρά μόνο να της δοθεί η δυνατότητα να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους της περί της μη επίδοσης της αγωγής. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης, σημειώνω ότι πρόκειται περί επανάληψης των πρώτων έξι λόγων ένστασης στην αίτηση παραμερισμού, όπου προβάλλονται συνολικά έντεκα λόγοι. Οι λόγοι ένστασης που αφορούν την κυρίως αίτηση θα εξεταστούν και θα κριθούν κατά την εκδίκαση εκείνης της αίτησης και όχι της παρούσας. Ιδιαίτερα, το κατά πόσο η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στον εναγόμενο ή όχι και κατά συνέπεια το κατά πόσο η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί λόγω του ότι δεν είχε προηγηθεί καλή επίδοση ή όχι είναι θέματα που θα αποφασιστούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης παραμερισμού. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του επιδόθηκε η αγωγή και ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ η ενάγουσα προβάλλει ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη αποδεικνύει ότι επιδόθηκε δεόντως η αγωγή, αποτελεί και τον βασικό λόγο για τον οποίο υπάρχει αναγκαιότητα αντεξέτασης του επιδότη επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του. Σημειώνω επιπλέον ότι η θέση που προβάλλεται διαζευκτικά στον δεύτερο λόγο ένστασης στην ουσία ενισχύει και επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο επιδότης θα πρέπει να αντεξεταστεί. Εάν η ένορκη δήλωση του επιδότη αποτελεί μαχητό τεκμήριο καλής επίδοσης, όπως προβάλλεται (έστω και διαζευκτικά) με τον δεύτερο λόγο ένστασης, τότε μόνο με την αντεξέταση του επιδότη επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του θα έχει ο εναγόμενος τη δυνατότητα να επιχειρήσει να το ανατρέψει. Θεωρώ ορθό να αναφερθώ στα όσα προβάλλονται στην ένσταση και στη γραπτή αγόρευση της πλευράς της ενάγουσας περί αναρμοδιότητας Δικαστηρίου αστικής δικαιοδοσίας να καταλήξει σε απόφαση για το ψευδές ή όχι του όρκου του ιδιώτη επιδότη εφόσον κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις για τον επιδότη που αφορούν τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων χωρίς ο ίδιος να είναι διάδικος και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, και τα οποία αποτελούν κατηγορίες οι οποίες πρέπει να αποδειχθούν ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κατ' αρχάς, δεν τίθεται θέμα απόδειξης, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αστικής δικαιοδοσίας, οποιωνδήποτε ποινικών αδικημάτων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το αντικείμενο της συγκεκριμένης αίτησης παραμερισμού που έχει υποβάλει ο εναγόμενος και εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου είναι κατά πόσο η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί επειδή δεν λήφθηκε νομότυπα λόγω του ότι δεν είχε προηγηθεί καλή επίδοση, ή όχι. Ο εναγόμενος, ως αιτητής, έχει το βάρος απόδειξης της εν λόγω αίτησής του στον βαθμό που απαιτείται σε αστικές διαδικασίες αυτής της φύσεως και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Περαιτέρω, επισημαίνω ότι όπου, κατά την αντεξέταση του επιδότη, υπάρχει ενδεχόμενο η απάντησή του σε ερώτηση να τον ενοχοποιήσει όσον αφορά τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, το Δικαστήριο θα έχει υποχρέωση να τον προειδοποιήσει δεόντως για το δικαίωμα της σιωπής, έτσι ώστε να προστατευθούν τα δικαιώματά του. Συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τα δικαιώματα του επιδότη θα επηρεαστούν και ότι δεν θα έχει την ευκαιρία να ακουστεί, ως η θέση της πλευράς της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο δίδεται στην πλευρά του εναγομένου-αιτητή άδεια για την αντεξέταση του κ. Γιάννου Ιωάννου, ιδιώτη επιδότη, επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του ημερ. 30.8.2013 κατά την ημερομηνία που θα οριστεί η αίτηση παραμερισμού ημερ. 30.5.2014 για ακρόαση ή σε οποιαδήποτε αναβολή της. Η σχετική μαρτυρική κλήση να εκδοθεί από την πλευρά του εναγομένου-αιτητή. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου-αιτητή και εναντίον της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.