Α. Β. ν. C. M. STARBETON LTD, Αρ. Αγωγής: 3524/2007, 5/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3524/2007 Μεταξύ: Α. Β. Εναγόντων -και- C. M. STARBETON LTD Εναγομένων Αίτηση για ακύρωσης διαιτητικής απόφασης 5 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις Για τον ενάγοντα: κα Κοζάκου. Για τους εναγόμενους: κα Ζαχαρία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣH Η επίδικη αγωγή καταχωρίστηκε την 23.05.
- Ζητούμενο ήταν η αξίωση του ενάγοντα παρά των εναγομένων για καταβολή αποζημιώσεων και επιστροφή καταβληθέντος ποσού. Όπως συνάγεται από την έκθεση απαιτήσεως. ο ενάγων συμφώνησε με τους εναγομένους να τον προμηθεύσουν σκυρόδεμα ποιότητας C
- Μετά την παράδοση και εφαρμογή του σκυροδέματος ο ενάγων προέβη σε έλεγχο ο οποίος φανέρωσε, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι η ποιότητα του σκυροδέματος που οι εναγόμενοι του παρέδωσαν ήταν χαμηλότερη της συμφωνηθείσας. Ως εκ τούτου ο ενάγων αντικατέστησε το μπετόν και ακολούθως καταχώρισε την επίδικη αγωγή με την οποία διεκδικούσε. επιστροφή του ποσού που κατέβαλε, πλέον τη ζημία που υπέστη για αντικατάσταση του σκυροδέματος. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ζητούμενο δεν είναι η διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων. Αυτό γιατί την 05.11.2012 οι διάδικοι έκαναν χρήση των διατάξεων της Δ.49 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και συμφώνησαν την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε την 27.05.
- Αντικείμενο της παρούσης είναι η αίτηση που ακολούθως υπέβαλε ο ενάγων, με την οποία αιτείται: «(α) Ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης την οποία εξέδωσε ο Διαιτητής Σφήκας, αντίγραφο της οποία επισυνάπτεται, διότι η διαιτητική απόφαση, εκδόθηκε παράτυπα και ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και η απόφαση είναι αποτέλεσμα κακοδικίας. (β) Αναποπμή των θέσεων που παραπέμφθησαν στην διαιτησία για επανεξέταση υπό το Διαιτητή, διότι αυτά δεν έχουν αποφασισθεί σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν έχουν αποφασισθεί τελεσίδικα». Η επίδικη αίτηση εδράζεται στα άρθρα 19
(1)
(2)και 20
(1)
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στη Δ.48 κκ1-3 και στη Δ.49 κκ10, 13 και 16 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 35 και 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση του ενάγοντα στην οποία αναπτύσσονται με σαφήνεια όλοι οι λόγοι στους οποίους εδράζεται το αίτημα. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως η απόφαση του διαιτητή αποτελεί προϊόν κακοδικίας (misconduct). Από τα συμφραζόμενα του ενάγοντα διαπιστώνεται ότι δεν βάλλεται η εντιμότητα και αμεροληψία του διαιτητή, αλλά η διαδικασία που ακολουθήθηκε και εν τέλει η απόφαση (award) που εκδόθηκε. Υποστηρίζεται συναφώς ότι ο διαιτητής σύγχυσε τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τους διαδίκους. δεν αξιολόγησε ορθά την προσαχθείσα μαρτυρία. κατέληξε σε συμπεράσματα που δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία. και τέλος, δεν αποφάσισε όλα τα θέματα που παραπέμφθηκαν. Οι εναγόμενοι δεν συμφωνούν με τις αιτιάσεις του ενάγοντα, εξ ου και καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Κρίνω ότι δεν εξυπηρετεί επανάληψη των λόγων ένστασης, αρκεί μόνο να ειπωθεί ότι οι εναγόμενοι αντικρούουν όλους τους λόγους που επικαλείται ο ενάγων και υποστηρίζουν ότι η απόφαση του διαιτητή είναι ορθή. Πρέπει να αναφερθεί ότι ένσταση καταχώρισε και ο διαιτητής. Ό,τι εκεί αναφέρεται, καθώς και η μαρτυρία που έδωσε στο πλαίσιο αντεξέτασης, εξετάζονται πιο κάτω. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν το λόγο ένστασης ότι η διαδικασία που ακολούθησε ο ενάγων είναι παράτυπη. Συνάγεται η εγκατάλειψη από το γεγονός ότι η γραπτή αγόρευση των εναγομένων ουδέν σχετικό αναφέρει. Εντούτοις, εφόσον το ζήτημα είναι θεμελιώδες κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι αριθμός υποθέσεων αφήνει να νοηθεί ότι όπου η διαιτησία προκύπτει ως αποτέλεσμα συμφωνίας που συνομολόγησαν οι διάδικοι εν τω μέσω δικαστικής διαδικασίας, η εφαρμογή της (enforcement) ή η αμφισβήτηση τούτης (challenge), διενεργείται στο πλαίσιο της αγωγής που αφορά και όχι σε άλλη ξεχωριστή διαδικασία (βλ. Γρηγόρης Κουτσουλλής & Υιος Λτδ ν. Α. Mavrokefalos (Air-Conditioning) Ltd
(2007)1A A.Α.Δ. 36, 42, Iacovou Bros (Constructions) Ltd v. Χατζηνικόλα
(1991)1 Α.Α.Δ. και Panicos Harakis Ltd v. The Official Receiver
(1978)1 C.L.R. 87). Δεν παραγνωρίζω ότι η Δ.49 των θεσμών δεν προβλέπει διαδικασία ακύρωσης διαιτητικής απόφασης που διατάχθηκε τοιουτοτρόπως από το δικαστήριο. Εντούτοις αυτό δεν αποτελεί κώλυμα εφόσον στον Russell On The Law Of Arbitration, 19η έκδοση, σελίδα 428 υποδεικνύεται ότι. «At common law, there was an inherent jurisdiction to set aside». Και πως άλλωστε να ήταν διαφορετικά όταν το δικαστήριο δεσμεύεται να εφαρμόσει τούτη τη διαιτητική απόφαση, εκτός αν ακυρωθεί. Συναφώς η διαδικασία για ακύρωση δεν μπορεί παρά να διεξάγεται στο πλαίσιο της διαδικασίας που ζητήθηκε η διαιτησία, εν προκειμένω την αγωγή, και όχι αλλού. Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο της αγωγής. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία ότι λάθος (mistake) στη διαιτητική απόφαση, όπως και κακός χειρισμός της διαδικασίας από το διαιτητή, δικαιολογούν. είτε ακύρωση της διαιτητικής απόφασης είτε ακόμη αναπομπή (remission) τούτης (βλ. Russell, πιο πάνω, σελίδα 429 κάτω από τον τίτλο Discretion of court as to grounds on which it will interfere). Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων διατείνεται ότι ο διαιτητής σύγχυσε τους μάρτυρες και συγκεκριμένα, ότι χρέωσε στον ενάγοντα τέσσερις μάρτυρες των εναγομένων. Υποδεικνύει συναφώς τις παραγράφους 5.5 έως 5.9.3 της διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 1 στην αίτηση), όπου, υποστηρίζει, αποκαλύπτεται το λάθος. Κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι η σχετική θέση του ενάγοντα δεν αφορά το σύνολο των μαρτύρων αλλά περιορίζεται στους τέσσερις μόνο μάρτυρες που αναφέρονται στις παραγράφους 5.5 έως 5.9.3 της διαιτητικής απόφασης. Οφείλεται η διευκρίνιση εφόσον πέραν των πιο πάνω μαρτύρων αμφότερες οι πλευρές κάλεσαν και από ένα εμπειρογνώμονα. Ο διαιτητής δέχεται ότι στην απόφασή του οι τέσσερις μάρτυρες των εναγομένων αναφέρονται ως μάρτυρες απαιτητή, δηλαδή αποδίδονται στον ενάγοντα, υποστηρίζει όμως ότι τούτο δεν είναι τίποτα άλλο από παραδρομή, καθ' ότι στο έγγραφο που χρησιμοποίησε ως δείγμα (πρότυπο έγγραφο), με αυτό τον τρόπο αναφέρονταν οι μάρτυρες. Διατείνεται επιπλέον ότι «η εκ παραδρομής αντιστροφή των μαρτύρων» δεν επηρέασε την κρίση του και ότι από το κείμενο της απόφασης προκύπτει πως το εν λόγω λάθος ήταν λεκτικό και όχι ουσιαστικό. Ανάλογα εν προκειμένω διατείνεται και η πλευρά των εναγομένων, η οποία υποδεικνύει μάλιστα αποσπάσματα από την απόφαση του διαιτητή που φανερώνουν ότι το εν λόγω σφάλμα δεν επηρέασε την κρίση του διαιτητή. Είναι με περισσή προσοχή που διεξήλθα το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης. Είναι γεγονός ότι στις παραγράφους 5.5 έως 5.9.3.1 της διαιτητικής απόφασης, οι τέσσερις μάρτυρες που εκεί αναφέρονται χαρακτηρίζονται ως μάρτυρες απαιτητή - απαιτητής ήταν ο ενάγων - ενώ στην πραγματικότητα ήταν μάρτυρες των καθ' ων η αίτηση, δηλαδή των εναγομένων. Αυτό είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Τι συνιστά λάθος για σκοπούς ακύρωσης ή αναπομπής διαιτητικής απόφασης, επεξηγείται στον Russell, πιο πάνω, στη σελίδα 452. Αναφέρεται εκεί ότι: «The kind of mistake here referred to is where the arbitrator intending to award in one way by mistake awards in another. In other words, the mistake must be that the arbitrator does not in the written document express his true intentions». Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι (βλ. Russell, πιο πάνω, σελίδα 452): «It must be remembered that if the mistake is a mere clerical mistake or error arising from any accidental slip or omission the arbitrator usually has power to correct it under section 17 of the Act, and to that limited extent can reopen his award without the direction of the court». Σχετικές εν προκειμένω είναι και οι διατάξεις του άρθρου 16(β) του Κεφ. 4 που στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρει ότι. «The arbitrators or umpire acting under an arbitration agreement shall, unless the arbitration agreement expresses a contrary intention, have power. (
- a)............... (
- b)To correct in an award any clerical mistake or error arising from any accidental slip or omission». Στην προκείμενη περίπτωση μόλις ο διαιτητής πληροφορήθηκε το λάθος, έσπευσε να διορθώσει την παραδρομή που πιο πάνω αναφέρεται. Είναι γι' αυτό το λόγο που μαζί με την καταχώριση ένστασης υπεβλήθη νέα διορθωμένη απόφαση, στην έκταση πάντα που αφορά την περιγραφή των τεσσάρων μαρτύρων. Πέραν τούτου όμως, έχοντας μελετήσει την απόφαση δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω τη θέση του διαιτητή ότι ο χαρακτηρισμός των μαρτύρων που κάλεσαν οι εναγόμενοι ως μάρτυρες του ενάγοντα, οφείλεται σε παραδρομή. Ο διαιτητής παραθέτει τη μαρτυρία τούτων των προσώπων. Η σχετική σύνοψη καθιστά σαφές ότι και οι τέσσερις μάρτυρες ήταν εργοδοτούμενοι των εναγομένων. Και οι τέσσερις διατείνονται ότι εκ της θέσεώς τους, οδηγός μπετονιέρας που μετέφερε σκυρόδεμα, διαπίστωσαν ότι μετά την παράδοση τούτου γινόταν πρόσμιξη. Είναι δηλαδή σαφές ότι η μαρτυρία τους δεν αφορούσε και δεν βοηθούσε τον ενάγοντα. Επιπλέον, πλην ενός, οι υπόλοιποι εξ αυτών κρίθηκαν αξιόπιστοι, εξ ου και ο διαιτητής αποφάνθηκε ότι ο ιδιοκτήτης, δηλαδή ο ενάγων, πρόσθεσε πρόσμικτα στο σκυρόδεμα (βλ. παρ. 7.1.4 της διαιτητικής απόφασης). Το σύνολο των πιο πάνω φανερώνει ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία λάθους. Δοθέντος ότι ο διαιτητής δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των τριών εκ των τεσσάρων αυτών προσώπων, συνάγεται ότι η βούλησή του ορθά αποδόθηκε στα συμπεράσματα της απόφασης. Αν είναι κάτι που αποκαλύπτεται στη δοσμένη περίπτωση, είναι λάθος εν τη ρύμη του γραπτού λόγου, εν προκειμένω της περιγραφής των μαρτύρων, και όχι λάθος ουσίας. Εφόσον λοιπόν διαπιστώνεται ότι το λάθος δεν επηρέασε τη βούληση του διαιτητή, έκδηλο είναι ότι η παραδρομή αυτή δεν είναι ικανή να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση. Η νομολογιακή αρχή σε σχέση με σφάλμα καθώς και η νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 16(β)), δεν σκοπούν σε παράλογο αποτέλεσμα αλλά σε απαλλαγή των διαιτητικών αποφάσεων από τον κίνδυνο ακύρωσης λόγω ανούσιου τυπογραφικού ή φαιδρού σφάλματος. Σκοπός εν ολίγοις είναι η διόρθωση του σφάλματος και η διαφύλαξη του κύρους της διαιτητικής απόφασης. Επιπλέον, στην προκείμενη περίπτωση εφόσον ο διαιτητής διόρθωσε εκ των υστέρων την απόφασή του κρίνω ότι δεν χρειάζεται να απασχολήσει ενδεχόμενο αναπομπής της απόφασης για διόρθωση. Άλλη πτυχή της επίδικης αίτησης αφορά στο ότι ο διαιτητής δεν αξιολόγησε και δεν έκανε οιανδήποτε αναφορά στη δεύτερη εκ των δυο εκθέσεων που παρουσίασε ο ενάγων. Τούτη είναι η έκθεση της Geo Mat Ltd και είναι επ' αυτού του σημείου που ζητήθηκε η αντεξέταση του διαιτητή. Υποβλήθηκε στο διαιτητή ότι στην απόφαση του παρέλειψε να αναφερθεί στην εν λόγω μελέτη. Επί τούτου απάντησε: «Δεν αναφέρθηκα επί λέξει στην έκθεση . Εξήγησα στα μέρη το εξής. απλά ότι όποιος προβαίνει σε ένα ισχυρισμό πρέπει να προβεί σε απόδειξη αυτού. Ο εμπειρογνώμονας των απαιτητών επέλεξε προς απόδειξη της υπόθεσής του να αναφέρει μια έκθεση, να αναφέρει αποτελέσματα από την έκθεση αυτή για να προσπαθήσει να αποδείξει ότι το σκυρόδεμα που παραδόθηκε δεν ήταν της ποιότητας που έπρεπε. Ήταν επιλογή των απαιτητών τι θα παρουσίαζαν ενώπιόν μου στην ακρόαση προκειμένου να αποδείξουν την υπόθεσή τους». Ακολούθως ανέφερε ότι: «Στην ακρόαση δεν έγινε καμία αναφορά από τους απαιτητές στα αποτελέσματα της δεύτερης έκθεσης, άρα θεώρησα ότι στηρίχτηκαν στην έκθεση που μου παρουσίασαν και αποφάσισα με βάση του ό,τι μου παρουσιάστηκε στην ακρόαση. Για να του υποβληθεί όμως ότι: Είναι γι' αυτό που σας διαψεύδω. Καταχωρίστηκε ως τεκμήριο Α στην τελική αγόρευση του εμπειρογνώμονα. Και απάντησε: Μου το ανέφερε στην τελική του αγόρευση μετά το κλείσιμο της ακρόασης». Από την αντεξέταση του διαιτητή, καθώς και από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα. ο ενάγων έθεσε δυο εκθέσεις υπ' όψιν του διαιτητή. η δεύτερη όμως τέθηκε στο στάδιο της αγόρευσης, όπως άλλωστε υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος στο διαιτητή. η απόφαση του διαιτητή δεν πραγματεύεται την έκθεση που τέθηκε στο στάδιο αγορεύσεων. και τέλος, ο λόγος που ο διαιτητής δεν σχολίασε τη δεύτερη έκθεση είναι γιατί ο ενάγων δεν την έθεσε ενώπιόν του, δηλαδή του διαιτητή, στην ακρόαση της διαιτησίας. Ο ενάγων επικαλείται τα λεχθέντα στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1A A.A.Δ. 687 και υποστηρίζει ότι η έννοια κακός χειρισμός της διαιτησίας (misconduct) επεκτείνεται και σε λανθασμένη λήψη ή αποκλεισμό μαρτυρίας. Γεγονός είναι ότι η υπόθεση Σολωμού, πιο πάνω, επιβεβαιώνει την αρχή που επικαλείται ο ενάγων. Έχω όμως την άποψη ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στην κατηγορία εσφαλμένου αποκλεισμού μαρτυρίας. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι ο Russell, πιο πάνω, διακρίνει την περίπτωση εσφαλμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας (improper rejection, reception of evidence), από την περίπτωση εσφαλμένης αντίληψης (misconception) (βλ. σελίδες 470 - 472). Παραθέτει αποσπάσματα από την απόφαση των Lord Denning M.R. και Bridge L.J. στην υπόθεση G.K.N v. Matbro
(1976)2 Lloyd's Rep. 555, οι οποίοι ανέφεραν ότι: «The weight of evidence and the inferences from it are essentially matters for the arbitrator. I do not think that the awards of arbitrators should be challenged or upset on the ground that there was not sufficient evidence or that it was too tenuous or the like. One of the very reasons for going to arbitration is to get rid of technical rules of evidence and so forth ". questions of evidence and discovery and so forth are essentially matters for the arbitrator: and not matters for the Court .." It is not right to remit awards for reconsideration of such matters. It has been said, "when it appears that an umpire allows to be given and acts upon evidence which is absolutely inadmissible and which goes to the very root of the question before him this court has ample jurisdiction to set aside the award on the ground of legal misconduct" but this has been disapproved in the Court of Appeal». Από τα πιο πάνω φανερώνεται ότι άλλο είναι η αποδοχή ή αποκλεισμός μαρτυρίας και άλλο η παρανόηση ή έστω εσφαλμένη αξιολόγησή της αφού ενταχθεί στο μαρτυρικό υλικό. Περαιτέρω, στο πλαίσιο αμφισβήτησης μιας διαιτητικής απόφασης δεν αποτελεί έργο του δικαστηρίου η μικροσκοπική εξέταση τούτης. Εσφαλμένη αξιολόγηση μαρτυρίας, που όμως δεν οφείλεται και ούτε αποκαλύπτει παραβίαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, δεν συνιστά κακό χειρισμό της διαιτησίας (misconduct), κατά τον ίδιο τρόπο που λανθασμένη ερμηνεία εγγράφου επίσης δεν συνιστά κακό χειρισμό (βλ. Σολωμού, πιο πάνω, σελίδα 697). Ηχηρός εν προκειμένω είναι ο λόγος του Lord Goddard C. J. στη Mediterranean and Eastern Export Co Ltd v. Fortress Fabrics (Manchester) Ltd
(1948)2 All E.R. 186, όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Galatis v. Savvides
(1966)1 C.L.R. 87 σελ. 99. Λέχθηκε εκεί ότι: «The day has long gone by when the Courts looked with jealousy on the jurisdiction of arbitrators. The modern tendency is, in my opinion, more especially in commercial arbitrations, to endeavour to uphold awards of the skilled persons that the parties themselves have selected to decide the questions at issue between them. If an arbitrator has acted within the terms of his submission and has not violated any rules of what is so often called natural justice, the Courts should be slow indeed to set aside his award». Στην υπό κρίση περίπτωση δεν διαπιστώνεται παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και ούτε έγινε εισήγηση για κάτι τέτοιο. Η δεύτερη έκθεση του ενάγοντα δεν αποκλείστηκε από το μαρτυρικό υλικό. Τουναντίον ενσωματώθηκε σε αυτό, απλώς ο διαιτητής, εν τη ασκήσει των καθηκόντων του, δεν απέδωσε βαρύτητα στο έγγραφο. Η απόφασή του αυτή, ορθή ή λάθος, δεν συνιστά κακοδικία (misconduct) και ούτε δικαιολογεί ακύρωση ή παραπομπή της απόφασης. Νιώθω όμως ότι πρέπει να αναφέρω και το εξής. η αντεξέταση του διαιτητή φανέρωσε ότι ο ενάγων συμφωνεί πως τούτη η δεύτερη έκθεση τέθηκε υπ' όψιν του διαιτητή στο στάδιο αγορεύσεων και όχι κατά την ακρόαση. Αυτή άλλωστε ήταν η υποβολή του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντα προς το διαιτητή. Υπό το φως τούτου δεν βλέπω τι άλλο μπορούσε να πράξει ο διαιτητής, παρά μόνο να αγνοήσει το στοιχείο που δεν τέθηκε στη βάσανο αντεξέτασης. Διαφορετική προσέγγιση δυνατό να κρινόταν εσφαλμένη αποδοχή μαρτυρίας, εφόσον ουδέποτε δόθηκε η ευχέρεια στους εναγομένους να αμφισβητήσουν τούτην την έκθεση, ιδιαίτερα εφόσον η συμφωνία των μερών ήταν ότι η κάθε πλευρά θα παρουσίαζε την έκθεσή της και ακολούθως σε κοινή συνάντηση η άλλη πλευρά μπορούσε να ζητήσει διευκρινήσεις. Ως προς τη συμφωνία αφ' εαυτή σχετική είναι η παράγραφος 5.10.1 της απόφασης του διαιτητή, όπου μνημονεύεται. Πέραν των πιο πάνω, διαπιστώσεις που ούτως ή άλλως καταρρίπτουν ουσιαστικά το λόγο που πρόβαλε ο ενάγων, υπεισέρχεται στη διερεύνηση άλλο ένα ζήτημα. Τούτο είναι πως το λάθος του διαιτητή, είτε νομικό είτε πραγματικό, πρέπει να εμφαίνεται στο πρόσωπο της διαιτητικής απόφασης. Στον Russell και πάλιν, στη σελίδα 447 και κάτω από τον τίτλο Error not appearing on the face of the award, αναφέρεται ότι: «There is no reason why an arbitrator who has not been asked to state on award in the form of a special case should on the face of this award give any reasons for any part thereof, whether the substantive part of or the costs part. An arbitrator categorically dismissed a counterclaim without giving reasons. Held that there was no error of law on the face of the award and that the award should not be remitted. Observed per McNair J., "If (an arbitrator) states on the face of the award a theory which shows that he has committed an error of law-and deciding the matter without any evidence is an error of law-then the award may be set aside or remitted on the ground of error of law on the face of the award. Alternatively, if it is suspected by either party that there is a danger that the arbitrator may be going to commit an error of law in his decision, he may be asked to state a case upon that matter . lack of evidence can . only properly be raised . either if the arbitrator in his award sets out the whole of the evidence and then states a conclusion which is not justified by the evidence, then it may be attacked on the ground of error of law on the face; or, alternatively, if it is thought that during the course of the hearing, the arbitrator may be acting without evidence, then you can ask him to state a case": Demolition & Construction Co Ltd. v. Kent River Board
(1963)2 Lloyd's Rep.
- Where an arbitrator makes a mistake either in law or in fact in determining the matters referred, but such mistake does not appear on the face or the award, the award is good notwithstanding the mistake, and will not be remitted or set aside». Στην προκείμενη περίπτωση όπως και αν ειδωθεί η διαιτητική απόφαση, είτε η προσοχή εστιαστεί στη δεύτερη έκθεση του ενάγοντα είτε σε οιονδήποτε άλλο ζήτημα, δεν φανερώνει σφάλμα στην όψη της. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ουδέν από τα ενώπιόν μου στοιχεία αποκαλύπτει πως ο διαιτητής χειρίστηκε την υπόθεση πλημμελώς, δηλαδή διέπραξε κακοδικία (misconduct). Ο ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα συμπεράσματα του διαιτητή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία. Και σε αυτή την περίπτωση εφαρμογή έχουν τα αναφερόμενα στον Russell, πιο πάνω, και δη το απόσπασμα που έχει ήδη παρατεθεί (σελίδα 447, Error not appearing on the face of the award). Παρατηρώ εδώ ότι ο ενάγων δεν συγκεκριμενοποίησε, είτε στην αίτηση είτε στην αγόρευση, τα σημεία εκείνα της διαιτητικής απόφασης που φανερώνουν σφάλμα (error). Παρ' όλα αυτά, έχω μελετήσει τη διαιτητική απόφαση. Δοθέντος ότι ο διαιτητής αξιολόγησε θετικά τη μαρτυρία των εναγομένων και ακόμη περισσότερο ότι αποδέχθηκε τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα που κάλεσαν οι εναγόμενοι, ενώ απέρριψε τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα που κάλεσε ο ενάγων, δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό στα συμπεράσματά του. Είναι κατανοητό ότι ο εμπειρογνώμονας των εναγομένων απάντησε, σύμφωνα με το διαιτητή, τις θέσεις του εμπειρογνώμονα του ενάγοντα. Ενδεικτικό είναι ότι ο διαιτητής δέχθηκε τα αποτελέσματα του δειγματοληπτικού ελέγχου που έκανε ο ενάγων (βλ. παρ. 7.1.2). Εντούτοις ήταν η θέση του εμπειρογνώμονα των εναγομένων ότι τα αποτελέσματα αυτού του ελέγχου αποδίδουν την αντοχή του σκυροδέματος στην οικοδομή, τη στιγμή αμέσως πριν τη λήψη του δείγματος, και αυτό γιατί υπεισέρχονται αστάθμητοι παράγοντες που δεν μπορούν να προσδιοριστούν, όπως συμπύκνωση και συντήρηση σκυροδέματος (βλ. παρ. 5.10.2.2.2 και 5.10.2.2.3). Επιπλέον, ο εμπειρογνώμονας των εναγομένων υποστήριξε ότι οι αντοχές του σκυροδέματος στο εργοτάξιο είναι χαμηλότερες από τη χαρακτηριστική αντοχή τούτου (βλ. παρ. 5.10.2.2.4). Ενόψει των πιο πάνω θέσεων του εμπειρογνώμονα των εναγομένων, μάρτυρα που ο διαιτητής δέχθηκε ως αξιόπιστο, δικαιολογημένα η διαιτητική απόφαση καταλήγει πως οι αντοχές του σκυροδέματος στην οικοδομή ικανοποιούσαν πλήρως τα πρότυπα που βρίσκονταν σε ισχύ (βλ. παρ. 7.2.2.4), δηλαδή τα βρετανικά πρότυπα που αναφέρθηκαν στο διαιτητή από τον εμπειρογνώμονα των εναγομένων (βλ. παρ. 5.10.2.2.10 έως 5.10.2.2.12). Επιπλέον, με δεδομένο ότι ο ενάγων στήριξε την υπόθεσή του στα αποτελέσματα του δειγματοληπτικού ελέγχου και τις σχετικές επεξηγήσεις που πρόσφερε ο εμπειρογνώμονας που κάλεσε, τις οποίες όμως επεξηγήσεις ο διαιτητής δεν αποδέχθηκε εφόσον υιοθέτησε τις θέσεις του εμπειρογνώμονα που κάλεσε η πλευρά των εναγομένων, δικαιολογημένα ο διαιτητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε πως το σκυρόδεμα που παραδόθηκε στο εργοτάξιο είχε αντοχές μικρότερες από εκείνες που έπρεπε να έχει (βλ. παρ. 7.2.1.4). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η θέση του ενάγοντα ότι τα συμπεράσματα του διαιτητή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία. Νιώθω όμως την ανάγκη να επαναλάβω ότι το έργο του δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε θέματα αξιολόγησης. Δεν εγείρεται εδώ ζήτημα κατά πόσο το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να αποδεχθεί ή μη τις θέσεις των μερών. Ζητούμενο είναι μόνο το κατά πόσο η απόφαση αποκαλύπτει σφάλμα, νομικό ή πραγματικό. Με δεδομένη λοιπόν την αξιολόγηση του διαιτητή και τις θέσεις που προβλήθηκαν, καταλήγω ότι τα συμπεράσματα του διαιτητή δικαιολογούνται και συνεπώς ουδέν σφάλμα (error) διαπιστώνεται στην όψη (on the face) της διαιτητικής απόφασης (award). Τέλος, ο ενάγων υποστηρίζει πως ο διαιτητής δεν αποφάσισε όλα τα θέματα. Συναρτά δε τούτη τη θέση με το δεύτερο αιτητικό της επίδικης αίτησης για αναπομπή της υπόθεσης στο διαιτητή. Από τα συμφραζόμενα και πάλιν του ενάγοντα προκύπτει ότι το παράπονο του συνίσταται στο ότι: «
- Ενώ η ποιότητα του παραγγελθέντος σκυροδέματος ήταν C30, λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών που επικρατούν τον χειμώνα στη περιοχή Κυπερούντας και τα αποτελέσματα των μελετών ήταν μέχρι και τα 24Ν/mm2, ο διαιτητής δεν επεδίκασε την διαφορά στην αξία του σκυροδέματος». Είμαι της γνώμης ότι η προηγηθείσα ανάλυση των συμπερασμάτων του διαιτητή φανερώνει πως οι σχετικές αιτιάσεις του ενάγοντα είναι αστήρικτες. Όπως προανέφερα ο διαιτητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν απέδειξε ότι το σκυρόδεμα που παραδόθηκε στο εργοτάξιο είχε αντοχές λιγότερες από εκείνες που θα έπρεπε να έχει (παρ. 7.2.1.4) και επιπλέον, ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος ικανοποιούσε τα πρότυπα που ευρίσκονταν σε ισχύ (παρ. 7.2.2.4), δηλαδή τα βρετανικά κατά το διαιτητή. Κατ' επέκταση, εφόσον αυτή ήταν η κρίση του διαιτητή τίποτα άλλο παρέμεινε για εξέταση. Τα πιο πάνω συμπεράσματα του διαιτητή δεν αφήνουν περιθώριο περαιτέρω εξέτασης και ούτε δικαιολογούν τη θέση του ενάγοντα πως ο διαιτητής δέχθηκε ότι παραδόθηκε σκυρόδεμα άλλου τύπου από αυτό που συμφωνήθηκε. Ως εκ τούτου ούτε αυτή η θέση του ενάγοντα επιτυγχάνει και απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση του ενάγοντα αποτυγχάνει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο