← Κύπρος

Αναφορικά με την Αιτήτρια Εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD, Αρ. Αίτησης 424/14, 19/1/2015

Αναφορικά με την Αιτήτρια Εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD, Αρ. Αίτησης 424/14, 19/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 424/14 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 12.11.14, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Μονομερούς Αίτησης υπ' αρ. 424/14 που καταχωρήθηκε από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, με βάση την οποία Διατάχθηκε η Κατακράτηση των Τεκμηρίων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ με την Αίτηση της Εταιρείας CH & G EMPORIUM CARS LTD για Ακύρωση της Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 12.11.14 και Αναφορικά με την Αιτήτρια Εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD Ημερομηνία: 19.1.2015 Για την Αιτήτρια: κ. Α. Πελεκάνος. Για τoν Καθ' oυ η αίτηση: κα Γ. Ιωαννίδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.11.14, μετά από μονομερή αίτηση, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του Α/Αστ. 2854 Κλείτου Σωκράτους, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα κατακράτησης από την Αστυνομία των οχημάτων που αναφέρονται κατωτέρω, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτά. Το διάταγμα θα είχε ισχύ από την ίδια ημέρα νοουμένου ότι θα επιδιδόταν στον Καθ' ου η αίτηση εντός 7 ημερών. Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 18.11.14, η εταιρεία CH & G EMPORIUM CARS LTD (στο εξής η Αιτήτρια) αιτείται: Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού να επιστρέψει την κατοχή και/ή παραδώσει τα οχήματα με αριθμό πλαισίου SALWA2KF4EA389837 και/ή SALWA2KFEA321693 καθώς και SALWA2KF1EA400529 και/ή SALWA2KFXEA367065 μάρκας Range Rover, στην Αιτήτρια ως νόμιμη ιδιοκτήτρια και/ή αγοράστρια και/ή δικαιούχο και/ή κάτοχο τους και/ή ανεξάρτητα και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης. Β. Διάταγμα με βάση το οποίο να ακυρώνεται το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 12.11.14 που εκδόθηκε μονομερώς στην αίτηση με αριθμό 424/

  1. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις του Ανδρέα Αντωνίου, ιδιοκτήτη και διευθυντή της Αιτήτριας εταιρείας και του Ανδρέα Χαραλάμπους, δικηγόρου στην δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας ενόψει του ότι δικαιούται σε κατοχή των επίδικων οχημάτων, ως η αγοράστρια τους και το πρόσωπο που δικαιούται σε κατοχή. Η Αιτήτρια εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια ασχολείται µε το εµπόριο οχηµάτων, τα οποία εισάγει από διάφορες χώρες και πωλεί στην Κύπρο ή µεταπωλεί στο εξωτερικό. Είναι ιδιοκτήτρια χώρου πώλησης οχηµάτων που βρίσκεται στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και Οµονοίας στην Λεµεσό, ο οποίος αποτελεί γενική αποθήκη αποταµίευσης οχημάτων (στο εξής το bonded) και σύµφωνα µε την νοµοθεσία ελέγχεται εξ ολοκλήρου από το Τελωνείο. Εκεί φυλάσσονται διάφορα οχήµατα που ανήκουν όχι µόνο στην Αιτήτρια αλλά και σε άλλους εισαγωγείς οχημάτων. Μεταξύ των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο bonded είναι και η εταιρεία L.H. Emporium Cars Ltd, της οποίας διευθυντής είναι ο Χάρης Τσιάκκας. Δυνάµει συμφωνίας μεταξύ της Αιτήτριας και της προαναφερόμενης εταιρείας, παραχωρήθηκε στην τελευταία δικαίωµα χρήσης του bonded έτσι ώστε να εξασκεί και η ίδια εργασίες της ίδιας φύσης µε αυτές της Αιτήτριας. Ως αποτέλεσµα η εν λόγω εταιρεία εισήγαγε αριθµό οχηµάτων, τα οποία είτε πωλεί σε πελάτες της απ' ευθείας, είτε αγοράζονται από την Αιτήτρια και πωλούνται σε πελάτες αυτής. Κατά ή περί το τέλος Οκτωβρίου ο Τσιάκκας ανέφερε στον Αντωνίου ότι βρήκε, µέσω του διαδικτύου, δυο οχήματα τύπου Range Rover και σκεφτόταν να τα αγοράσει µέσω της εταιρείας του. Τότε ο Αντωνίου του ζήτησε τον αριθµό πλαισίου των οχημάτων για να τα ελέγξει µέσω των συνεργατών του στην Ελλάδα, ως συνηθίζει σε κάθε τέτοια περίπτωση. Έτσι επιβεβαίωσε, στην αρχή προφορικά και ακολούθως γραπτώς στις 12.11.14, μέσω έρευνας που έκαναν οι συνεργάτες του στο ηλεκτρονικό σύστημα των χωρών μελών της Σύμβασης Schengen, ότι τα οχήματα δεν ήταν καταγγελµένα ως κλοπιμαία (βλ. τεκμήριο 2: όπου δεν γίνεται άλλη αναφορά ο αριθμός των τεκμηρίων θα αφορά αυτά που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Αντωνίου). Μετά την επιβεβαίωση των συνεργατών του στις 3.11.14 η Αιτήτρια πλήρωσε την εταιρεία L.H. Emporium Cars Ltd το ποσό των €69.200 για το ένα και €73.000 για το άλλο όχημα (σχετικά τιμολόγια αγοράς επισυνάπτονται ως τεκμήρια 3 και 4). Τα οχήματα αγοράστηκαν αδασµολόγητα γιατί αυτή είναι η πρακτική που ακολουθείται από όλους τους εµπόρους οχηµάτων εφόσον δεν συμφέρει να καταβληθούν οι δασµοί και φόροι εκτελώνισης χωρίς να υπάρχει ενδιαφερόµενος πελάτης. Συνεπώς η τιµή αγοράς των οχημάτων δεν δηµιουργούσε καµία απολύτως υποψία ότι ενδέχετο να είναι κλοπιµαία. Τα οχήµατα κατά ή περί την 10.11.14 αφού κατέφθασαν στο λιµάνι Λεµεσού, αποδεσµεύθηκαν από το Τελωνείο προς την L.H. Emporium Cars Ltd και µεταφέρθηκαν στο bonded την ίδια µέρα (βλ. τεκμήρια 5 και 6). Να σημειωθεί ότι το Τελωνείο Λεµεσού προτού αποδεσµεύσει ένα όχηµα διερευνά μέσω ηλεκτρονικού συστήματος µέσω της Interpol κατά πόσο είναι καταγγελµένο ως κλοπιµαίο κάτι που δείχνει ότι στην προκειμένη τα οχήµατα δεν ήταν κλοπιμαία (βλ. τεκμήρια 7 και 8). Στις 10.11.14 αστυνοµικοί του ΤΑΕ Λεµεσού επισκέφθηκαν το bonded και ενημέρωσαν τον Αντωνίου ότι είxε εκδοθεί ένταλµα έρευνας γιατί έψαχναν για ένα συγκεκριµένο όχηµα το οποίο εντοπίσθηκε εντός του bonded, µε ισχυρισµό ότι ήταν κλοπιµαίο. Το όχηµα που έψαχνε η Αστυνομία είχε αριθµό πλαισίου SALWA2KFXEA
  2. Παρά το ότι στο bonded δεν υπήρχε τέτοιο όχηµα, λόγω του ότι το όχηµα που έψαχναν ήταν µάρκας Range Rover και αριστεροτίµονο, όπως τα επίδικα οχήµατα, ο Αντωνίου συγκατατέθηκε όπως αυτά παραληφθούν από την Αστυνοµία για εξετάσεις. Περαιτέρω ο Αντωνίου προσφέρθηκε να βοηθήσει στην διερεύνηση παραδίδοντας την ίδια στιγµή όλα τα σχετικά έγγραφα που είχε στην κατοχή του, συµπεριλαµβανοµένων των τιµολογίων αγοράς και υπολοίπων εγγράφων που αφορούν το κάθε όχηµα χωριστά. Ταυτόχρονα ενηµέρωσε τον δικηγόρο της Αιτήτριας, Ανδρέα Χαραλάμπους (στο εξής ο δικηγόρος), ο οποίος πήγε στο bonded και ενηµερώθηκε για τη έρευνα καθώς και για την πληροφορία που υπήρχε. Στην παρουσία του Αντωνίου και των αστυνομικών ο δικηγόρος επικοινώνησε µε τον υπεύθυνο του ΤΑΕ, Γιαννάκη Σωτηριάδη, τον ρώτησε για την υπόθεση και τον ενηµέρωσε ότι η Αιτήτρια είχε πρόθεση να φέρει ένσταση σε περίπτωση που η Αστυνοµία θα καταχωρούσε αίτηση για κατακράτηση των οχημάτων. Ο Σωτηριάδης κατέγραψε το νούµερο του τηλεφώνου του δικηγόρου και του υποσχέθηκε να του τηλεφωνήσει έγκαιρα την επόµενη µέρα έτσι ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιαστεί για λογαριασµό της Αιτήτριας αν και εφόσον καταχωρείτο αίτηση κατακράτησης. Μετά την τηλεφωνική επικοινωνία ο δικηγόρος εντόπισε ηλεκτρονική διεύθυνση του Σωτηριάδη και του απέστειλε και ηλεκτρονικό µήνυµα για την προαναφερόμενη πρόθεση του (βλ. τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου). Στις 11.11.14 ο Αντωνίου παρουσίαστηκε οικειοθελώς στο ΤΑΕ µαζί µε τον δικηγόρο και ζήτησε να δώσει κατάθεση. Πριν να δώσει κατάθεση συναντήθηκαν στο γραφείο του Σωτηριαδη όπου ο δικηγόρος επανέλαβε την πρόθεση να εµφανιστεί για λογαριασµό της Αιτήτριας σε περίπτωση που καταχωρείτο αίτηση κατακράτησης των οχηµάτων. Ταυτόχρονα ο δικηγόρος συζήτησε με τον Σωτηριάδη το ότι του έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα την προηγούμενη μέρα μέσω του κινητού του γιατί δεν είχε τον αριθμό του φαξ του. Στη συνέχεια αφού ο Αντωνίου έδωσε κατάθεση ενηµερώθηκε ότι εµπειρογνώμονας του Αρχηγείου Αστυνομίας, εξέταζε τα οχήµατα και συγκεκριµένα διερευνούσε αν υπήρχε σε αυτά παραποίηση του αριθµού πλαισίου. Ο Σωτηριάδης ζήτησε από τον Αντωνίου να παρευρίσκεται κατά την εξέταση των οχηµάτων, όπως και ο Τσιάκκας, ο οποίος είχε εντωµεταξύ επισκεφθεί και αυτός το ΤΑΕ οικειοθελώς. Στην παρουσία του Αντωνίου και του Τσιάκκα ο Αντωνίου αντιλήφθηκε τον εν λόγω εµπειρογνώµονα µε πλήρη εξοπλισµό να εξετάζει µε εξειδικευµένη διαδικασία τον αριθµό πλαισίου των οχημάτων και μετά από πάρα πολλή ώρα τους δήλωσε ότι δεν υπήρχε καµία απολύτως παραποίηση του αριθµού πλαισίου των οχηµάτων, κάτι που κατέγραψε και σε ηµερολόγιο του ΤΑΕ. Μετά το αποτέλεσµα της εν λόγω εξέτασης ο Αντωνίου ανέµενε ότι τα οχήµατα θα επιστρέφονταν στην Αιτήτρια αλλά ενηµερώθηκε από τον δικηγόρο του ότι η Αστυνοµία θα προέβαινε και σε περαιτέρω εξετάσεις στην αντιπροσωπεία των οχηµάτων Range Rover (στο εξής η αντιπροσωπεία) και του ζητήθηκε να είναι παρών. Ο Αντωνίου εκνευρίσθηκε από αυτή την εξέλιξη και αρνήθηκε να παρευρεθεί. Έδωσε δε οδηγίες στον δικηγόρο να αποστείλει νέο µήνυµα στον Σωτηριάδη κάτι που έπραξε αµέσως (βλ. τεκμήριο 9) και στο οποίο δεν πήραν καμία απάντηση. Όπως ενημερώθηκε ο Αντωνίου, η Αστυνομία στη συνέχεια µετέφερε τα οχήµατα στην προαναφερόμενη αντιπροσωπεία όπου έγιναν σε αυτά εξετάσεις. Ο Αντωνίου τηλεφώνησε στον διευθυντή της αντιπροσωπείας, με τον οποίο συνεργάζεται και ο οποίος του ανέφερε ότι η Αστυνοµία, στην οποία έδωσε και σχετική έκθεση, δεν τον ενηµέρωσε πως η Αιτήτρια ήταν η νόμιμη ιδιοκτήτρια των οχημάτων. Του παραδέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος έκανε λάθος και του επιβεβαίωσε ότι στην Αστυνοµία ανέφερε ότι δεν υπήρχε καµία αλλαγή στον αριθµό πλαισίου του οχήματος (ή στο ίδιο το όχηµα) αλλά ότι τα οχήµατα είχαν κάποια ηλεκτρονικά συστήµατα (control units) δηλαδή εξαρτήµατα που ήταν από άλλο όχηµα. Την επόµενη µέρα ο Αντωνίου ένιωσε αδιαθεσία γιατί τις τελευταίες µέρες αντιμετώπιζε πρόβληµα τροφικής δηλητηρίασης και µεταφέρθηκε στο Νοσοκοµείο Λεµεσού για εξετάσεις. Την στιγµή που τον επισκέφθηκε στο σπίτι νοσηλευτής για να τον µεταφέρει στο Νοσοκοµείο, διαπίστωσε ότι µέλη της Αστυνομίας πήγαν στο σπίτι του για να τον συλλάβουν προς εκτέλεση εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του για υπόθεση κλεπταποδοχής. Αφού µεταφέρθηκε στο Νοσοκοµείο Λεµεσού και υποβλήθηκε σε αριθµό εξετάσεων, ενηµέρωσε τον δικηγόρο του ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Ο δικηγόρος του αφού ήλθε σε επαφή µε τον Σωτηριαδη, ενηµερώθηκε ότι η Αστυνοµία θα ζητούσε διάταγμα προσωποκράτησης εναντίον του για να διερευνήσει την υπόθεση των οχημάτων. Ο Αντωνίου ζήτησε από τον δικηγόρο να είναι έτοιµος τόσο για την προσωποκράτηση όσο και για την αίτηση κατακράτησης τεκµηρίων, στις οποίες ήθελε να φέρει ένσταση. Όπως τον ενημέρωσε ο δικηγόρος, αφού µίλησε τηλεφωνικώς µε τον Σωτηριαδη, το αίτηµα προσωποκράτησης πιθανότατα να γινόταν στο Νοσοκοµείο. Λόγω του ότι ο δικηγόρος του δεν µπορούσε να βρίσκεται ταυτόχρονα και στο Δικαστήριο, ενηµέρωσε τον Σωτηριάδη ότι για την διαδικασία κατακράτησης τεκµηρίων θα ήταν διαθέσιµος στο Δικαστήριο άλλος δικηγόρος του γραφείου του, ο Κώστας Γεωργιάδης, του οποίου έδωσε τον αριθµό τηλεφώνου και ζήτησε όπως ο αστυνοµικός που θα καταχωρούσε την αίτηση κατακράτησης τον ενηµέρωνε έγκαιρα. Αφού η ώρα περνούσε ο δικηγόρος του τον ενηµέρωσε ότι θα πήγαινε στο Δικαστήριο να συναντήσει τον δικηγόρο του Τσιάκκα γιατί είχε συλληφθεί και αυτός. Όταν ο δικηγόρος του επισκέφθηκε το Δικαστήριο αντιλήφθηκε τον Υπαστυνόμο Μαρίνο Βασιλείου, ο οποίος ασχολείτο με την υπόθεση, να βρίσκεται εκεί και να εισέρχεται στην αίθουσα της Δικαστού κας Λιμνατίτου, χωρίς να του ζητήσει να πάνε µαζί. Ο δικηγόρος τον ακολούθησε και αφού εισήλθε στην αίθουσα αντιλήφθηκε ότι το Δικαστήριο δεν ενηµερώθηκε ότι ο Αντωνίου εκπροσωπείτο από δικηγόρο και είχε πρόθεση να ενστεί και ότι είχαν δοθεί ήδη οδηγίες όπως ο Αντωνίου τεθεί ενώπιον της Δικαστού την επόµενη µέρα στις 10:30, λόγω του ότι δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει την διαδικασία. Ο δικηγόρος ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι δεν αποδεχόταν να γίνει αυτή η διευθέτηση και ότι δεν είχε ένσταση η αίτηση προσωποκράτησης διεξαχθεί στην απουσία του Αντωνίου. Έτσι η διαδικασία έγινε στην απουσία του και η απόφαση, όσο αφορά το κατά πόσο ο δικηγόρος μπορούσε να προσκομίσει μαρτυρία στα πλαίσια της αίτησης προσωποκράτησης, επιφυλάχθηκε για την επόµενη µέρα (ως τεκμήριο 10 κατατέθηκε η αίτηση προσωποκράτησης). Γύρω στις 13:00 της ίδιας ημέρας ο δικηγόρος επικοινώνησε εκ νέου µε τον Σωτηριαδη και συζήτησε µαζί του το κατά πόσο θα έπρεπε ο Αντωνίου να µεταφερθεί σε ιδιωτική κλινική γιατί αρχικά η Αστυνοµία δεν δεχόταν. Περαιτέρω ο δικηγόρος ρώτησε τον Σωτηριάδη τι θα έπραττε µε το θέµα της αίτησης κατακράτησης και εκείνος τον ενηµέρωσε ότι δεν είχε ακόµη αποφασίσει. Την επόµενη µέρα, 12.11.14, ο δικηγόρος παρουσιάστηκε ξανά στο Δικαστήριο και αφού αγόρευσε αναφορικά µε την ένσταση του στο αίτηµα προσωποκράτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση απορρίπτοντας το αίτημα κυρίως γιατί δεν αποδείχθηκε ότι ο Αντωνίου γνώριζε πως τα οχήµατα ήταν κλοπιµαία. Εν τω µεταξύ την ίδια µέρα κάποιος αστυνοµικός επισκέφθηκε τον Αντωνίου στην ιδιωτική κλινική, όπου κρατήθηκε για περαιτέρω εξετάσεις και του άφησε κάποια έγγραφα, των οποίων ο Αντωνίου αρνήθηκε την επίδοση και τα οποία όπως αντιλήφθηκε αφορούσαν διάταγµα κατακράτησης των οχημάτων που εκδόθηκε από το Δικαστήριο την ίδια µέρα δηλαδή στις 12.11.14 (στο εξής το επίδικο διάταγμα) και στην απουσία του δικηγόρου του (βλέπε τεκμήριο 1). Ο Αντωνίου ενοχλήθηκε πάρα πολύ από την στάση της Αστυνοµίας και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της Αιτήτριας να καταχωρήσουν άµεσα αίτηση ακύρωσης του διατάγµατος, γιατί η συµπεριφορά της Αστυνοµίας ήταν τουλάχιστον ύπουλη και αγνόησαν προκλητικά τα δικαιώµατα της Αιτήτριας και το ότι ο δικηγόρος της επανειληµµένα ενηµέρωσε ότι θα εµφανιζόταν για να καταχωρήσει ένσταση. Σηµειώνεται δε ότι ούτε ο δικηγόρος του έλαβε γνώση για την καταχώρηση της αίτησης κατακράτησης αλλά ούτε και ο Γεωργιάδης και γι' αυτό το λόγο δεν εµφανίσθηκαν. Σε καµία από τις τηλεφωνικές συνοµιλίες που είχε ο δικηγόρος του είτε µε τον Σωτηριάδη ή έστω στις συναντήσεις που είχε µε τον Υπαστυνόµο Βασιλείου, που βρισκόταν στο Δικαστήριο στις 11 και 12.11.14, δεν ενηµερώθηκε ο δικηγόρος ότι η αίτηση κατακράτησης είχε καταχωρηθεί (ή θα καταχωρείτο) και βεβαίως ούτε ενηµερώθηκε ότι η αίτηση κατακράτηση τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με αποτέλεσµα να αφεθούν µε την εντύπωση ότι δεν θα καταχωρείτο τέτοια αίτηση. Η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε αμέσως καθότι ο δικηγόρος έκρινε ορθό όπως αναφέρει ενόρκως το τι είχε συμβεί για να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του και τη δική του μαρτυρία. Για αυτό η αίτηση καταχωρήθηκε από άλλο δικηγόρο. Καταληκτικά η Αιτήτρια ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων λόγω της απόκρυψης από πλευράς της Αστυνομίας στο Δικαστήριο γεγονότων και εγγράφων, κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι:
  3. Η Αιτήτρια δεν νοµιµοποιείται να προβεί στην παρούσα αίτηση.
  4. Το επίδικο διάταγµα κατακράτησης εκδόθηκε καθ' όλα νόµιµα και είναι ισχυρό.
  5. Η αίτηση είναι γενική, αόριστη, αβάσιµη και άσχετη µε τα επίδικα οχήµατα και ότι αυτά παραλήφθηκαν και κρατούνται παράνοµα από τη Αστυνοµία και/ή ασκείται καταχρηστικά.
  6. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή επαρκείς λόγους για την έκδοση του αιτούμενου διατάγµατος.
  7. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας του Δικαστηρίου και η έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος θα ήταν υπό τις περιστάσεις µέτρο καταπιεστικό, το οποίο δεν θα υποβοηθούσε την ορθή απονοµή της Δικαιοσύνης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δηλωση του Α/Αστ.2854 Κλείτου Σωκράτους, ο οποίος αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ημερ. 12.11.14 προς έκδοση του επίδικου διατάγματος (τεκμήριο Α). Σε απάντηση δε στους ισχυρισµούς των ενόρκως δηλούντων στην παρούσα αίτηση αναφέρει τα εξής: Δεν αποδέχεται ότι η Αιτήτρια νοµιµοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα και δηλώνει ότι οι σχετικοί με αυτό ισχυρισμοί της δεν µπορούν να ληφθούν υπόψη σε αυτό το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης καθ' ότι οι ισχυρισµοί αυτοί περί της νοµιµότητας της κατοχής των οχημάτων είναι επίδικο θέµα για την ουσία της υπόθεσης και κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα υπό διερεύνηση αδικήµατα. Οι ισχυρισµοί του Αντωνίου αναφορικά µε τις δραστηριότητες και συνεργασίες της Αιτήτριας είναι άσχετοι µε τον σκοπό της παρούσας διαδικασίας και δη της έκδοσης του αιτούμενου διατάγµατος και εν πάσει περιπτώσει δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε έγγραφα. Άσχετοι και αβάσιμοι είναι και οι ισχυρισµοί αναφορικά µε τα επίδικα οχήµατα για τα οποία η Αστυνομία ενηµερώθηκε από την INTERPOL ότι είναι καταγγελµένα ως κλοπιµαία. Αναφορικά µε τους ισχυρισµούς για το πως εντοπίσθηκαν τα επίδικα οχήματα από τον Τσιάκκα, τις έρευνες που αναφέρει ο Αντωνίου ότι έκανε σε σχέση με αυτά και την αγορά τους από την Αιτήτρια, αυτοί είναι άσχετοι καθότι δεν είναι επί του παρόντος η εξέταση της διαδικασίας ελέγχου µε την οποία η Αιτήτρια αγοράζει οχήµατα από το εξωτερικό. Τα όσα αναφέρονται για την αγορά των επίδικων οχημάτων από την εταιρεία L.H. Emporium Cars Ltd, το πότε έφθασαν στο λιμάνι Λεμεσού, το ότι αποδεσμεύθηκαν από το Τελωνείο και μεταφέρθηκαν στο bonded καθώς και τα τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 διερευνώνται από την Αστυνοµία. Ειδικότερα για τα τεκµήρια 5 και 6 θα γίνουν επιστηµονικές εξετάσεις ως προς την αυθεντικότητα τους. Επιπλέον αντίγραφα των τεκμηρίων 5 και 6 αποστάληκαν στο εξωτερικό για να εξεταστούν κατά πόσο εκδόθηκαν σύµφωνα µε τις νόµιµες διαδικασίες. Το θέµα δε της τιµής αγοράς από την Αιτήτρια των επίδικων οχηµάτων θα εξεταστεί στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης, η οποία θα διεξαχθεί για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και έτσι οι σχετικοί με το θέμα αυτό ισχυρισμοί και το τεκμήριο 2 δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην παρούσα. Το ίδιο ισχύει και για όσα αναφέρει ο Αντωνίου για την αξία των επίδικων οχηµάτων. Ειδικότερα σε σχέση µε τα τεκμήρια 5 και 6 που αποτελούν Ισπανικά πιστοποιητικά εγγραφής, διεξάγονται εξετάσεις για την αυθεντικότητα τους. Περαιτέρω η αρχική τιµή πώλησης των οχηµάτων αυτών από την αντιπροσωπεία τέτοιων οχημάτων στην Κύπρο είναι από τις €90.000, καινούργια. Τα όσα επικαλείται ο Αντωνίου για το ένταλμα έρευνας είναι αβάσιµα και δεν ευσταθούν καθότι η έρευνα που έγινε ήταν κατόπιν δικαστικού εντάλµατος έρευνας το οποίο ανέφερε το µήνυµα της INTERPOL για κλοπιµαίο όχηµα τύπου RANGE ROVER αριστεροτίµονο και τα επίδικα οχήµατα που κατασχέθηκαν ανταποκρίνονταν στην πιο πάνω περιγραφή. Ο Αντωνίου συγκατατέθηκε σε αυτή την κατάσχεση. Αρχικά δε αυτός δεν παρέδωσε στην Αστυνοµία τα πρωτότυπα των εγγράφων, ως επικαλείται, αλλά τα αντίγραφα αργότερα όταν απολύθηκε της κράτησης του. Οι δε ισχυρισµοί του Αντωνίου σε σχέση µε την εξέταση των επίδικων οχηµάτων από εμπειρογνώμονα της Αστυνομίας και τα όσα του ανέφερε ο διευθυντής της αντιπροσωπείας των οχημάτων στην Κύπρο είναι αβάσιµοι και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια καθότι το RANGE ROVER, χρώµατος άσπρου µε αρ. πλαισίου SALWA2KF1EA400529 εξετάστηκε πρώτα από εµπειρογνώµονα της Αστυνοµίας και διαπίστωσε ότι υπάρχει µηχανική επέµβαση στον αριθµό πλαισίου. Περαιτέρω να αναφερθεί ότι ηµερολόγιο ενεργείας καταγράφηκε από αστυνοµικό, ο οποίος ήταν παρών κατά την εξέταση του οχήµατος και όχι από εµπειρογνώµονα ως αναφέρει ο Αντωνίου. Σε µεταγενέστερο στάδιο και όχι την ίδια ηµεροµηνία εξετάστηκε από εµπειρογνώµονα της Αστυνοµίας το δεύτερο RANGE ROVER, χρώµατος µαύρου µε αρ. πλαισίου SALWA2KF4EA389837 και διαπιστώθηκε ότι υπάρχει µηχανική επέµβαση στον αριθµό πλαισίου. Επιπλέον τα οχήµατα εξετάστηκαν και από ειδικό διαγνωστικό µηχάνηµα της αντιπροσωπείας και διαφάνηκε ποιοί είναι οι πραγµατικοί αριθµοί πλαισίου αυτών και ότι δεν είναι αυτοί που φέρουν. Σύµφωνα µε το εν λόγω ειδικό διαγνωστικό µηχάνηµα της αντιπροσωπείας, το οποίο χρησιµοποιείται παγκόσµια, διαπιστώθηκε ότι το πρώτο όχηµα χρώµατος µαύρου έχει πραγµατικό αριθµό πλαισίου SALWA2KF7EA321693 ενώ φέρει τον αριθµό πλαισίου SALWA2KF4EA389837 και το δεύτερο όχημα έχει πραγµατικό αριθµό πλαισίου SALWA2ΚFXEA367065 ενώ φέρει τον αριθµό πλαισίου SALWA2KF1EA
  8. Οι πιο πάνω πλαστοί αριθµοί πλαισίου που φέρουν τα επίδικα οχήµατα 389837 και 400529 είναι αριθµοί πλαισίου οχηµάτων, τα οποία είναι υπαρκτά (ίδιας µάρκας και ίδιου µοντέλου) βρίσκονται στο εξωτερικό και κατά τους ουσιώδεις χρόνους δεν ήταν καταγγελµένα ως κλοπιµαία. Συµφωνεί ο Α/Αστ. 2854 ότι γίνονται έλεγχοι µέσω της INTERPOL κατά πόσο ένα όχηµα είναι κλοπιµαίο. Τα αποτέλεσµα όμως της εξέτασης στα τεκµήρια 7 και 8 δείχνουν ότι τα οχήματα δεν είναι κλοπιμαία καθότι εκείνο που καταχωρήθηκε, κατά την έρευνα που αναφέρει ο Αντωνίου, ήταν ο πλαστός αριθµός πλαισίου των δύο οχημάτων, ο οποίος παρουσιάζεται στο πιστοποιητικό εγγραφής µε το οποίο εισήχθηκαν τα αυτοκίνητα και όχι ο πραγµατικός αριθµός πλαισίου τους. Σε σχέση µε την αναφορά του Αντωνίου ότι το µοναδικό πράγµα που προσδιορίζει ένα όχηµα είναι ο αριθµός πλαισίου του αυτό δεν είναι το μοναδικό. Υπάρχουν και άλλα τέτοια όπως ο αριθµός µηχανής του, ο αριθµός κιβωτίου ταχυτήτων, ο εξοπλισµός του και οι προδιαγραφές του. Το ειδικό διαγνωστικό µηχάνηµα εντοπίζει όχι µόνο τον πραγµατικό αριθµό πλαισίου ενός οχήµατος αλλά και όλα τα πιο πάνω. Περαιτέρω οι εξετάσεις µέσω του πιο πάνω µηχανήµατος δεν έχουν σχέση µε το θέµα ελέγχου πιθανής παραποίησης των αριθµών πλαισίου αλλά γίνεται διάγνωση των πραγµατικών αριθµών του οχήµατος, εξαρτηµάτων, των προδιαγραφών και του εξοπλισµού του οχήµατος. Η οποιαδήποτε παραποίηση στον αριθµό πλαισίου διαπιστώνεται από ειδικό τµήµα της Αστυνοµίας και όχι από την αντιπροσωπεία. Αναφορικά µε το αν ο Αντωνίου συνεργάζεται µε τον διευθυντή της αντιπροσωπείας αυτό είναι αναληθές και άσχετο µε την παρούσα διαδικασία. Επιπλέον δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε αυτό το στάδιο τα όσα επικαλείται για αυτό ο Αντωνίου καθότι είναι αναληθή και δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία περί της συνοµιλίας του µε ένα πρόσωπο δήθεν της εν λόγω εταιρείας. Η µαρτυρία που λήφθηκε από την αντιπροσωπεία σε σχέση µε τους αριθµούς πλαισίου των οχηµάτων έχει αναφερθεί και στην ένορκη δήλωση του Α/Αστ. 2854 για την έκδοση του επίδικου διατάγµατος. Η Αστυνοµία δεν είχε δε καµιά νοµική υποχρέωση να ενηµερώσει την αντιπροσωπεία ότι η Αιτήτρια είναι νόµιµος ιδιοκτήτης των επίδικων οχηµάτων. Από τις 10.11.14 που ανευρέθηκαν τα επίδικα οχήµατα η Αστυνομία συνεχίζει µέχρι και σήµερα να διεξάγει καθηµερινά εξετάσεις στο εξωτερικό και στο εσωτερικό σε σχέση µε τα υπό διερεύνηση αδικήµατα. Αναφορικά µε τον ισχυρισµό του Αντωνίου ότι στις 11.11.14 παρουσιάστηκε οικειοθελώς στο ΤΑΕ, αυτός δεν ευσταθεί. Ο Αντωνίου παρουσιάστηκε αφού του ζητήθηκε από την Αστυνοµία να παρουσιαστεί και του λήφθηκε κατάθεση. Περαιτέρω ο Α/Αστ. 2854 δεν αποδέχεται τους ισχυρισµούς περί ενημέρωσης του Σωτηριάδη για την δήλωση πρόθεσης της Αιτήτριας να εμφανισθεί με δικηγόρο και να ενστεί σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης κατακράτησης των επίδικων οχημάτων καθώς και τα όσα αναφέρονται για συζητήσεις που έγιναν με τον Σωτηριάδη αλλά και για τα όσα έγιναν κατά την διαδικασία της αίτησης προσωποκράτησης του Αντωνίου. Αναφέρει δε ουσιαστικά ότι εν πάση περιπτώσει ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε καµία νοµική υποχρέωση περί τούτου εφόσον πρόκειται για µονοµερή αίτηση (ΕΧ-PARTE). Περαιτέρω δεν προβλέπεται η επίδοση ούτε της αίτησης ούτε και του διαταγµατος κατακράτησης. Παρόλα αυτά έγιναν ενέργειες εκ µέρους του Α/Αστ. 2854 πριν την έκδοση του επίδικου διατάγµατος για την ενηµέρωση τόσο του Γεωργιάδη, ο οποίος ενηµερώθηκε τηλεφωνικώς και ως ανέφερε στον μάρτυρα αδυνατούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο και του είπε να επικοινωνήσει µε τον Χαραλάµπους, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση. Έγιναν προσπάθειες εκ µέρους του Α/Αστ. 2854 να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς µε τον Χαραλάµπους, ο οποίος όµως δεν ανταποκρινόταν (επισυνάπτει ως τεκμήριο Β σχετικό Ηµερολόγιο Ενεργείας). Επιπλέον αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε, µε βάση την ένορκη δήλωση του Α/Αστ. 2854 ηµερ. 12.11.14, εξέδωσε το επίδικο διάταγµα, για το οποίο στις 13.11.14 έγιναν ενέργειες και προσπάθειες επίδοσης του στον Αντωνίου και το οποίο αφέθηκε στο δωµάτιο της ιδιωτικής κλινικής, όπου αυτός νοσηλευόταν αφού ο ίδιος αρνιόταν να το παραλάβει (βλ. τεκμήριο Γ). Tα όσα αφορούν την διαδικασία προσωποκράτησης του Αντωνίου που έλαβαν χώρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού δεν επηρεάζουν την έκδοση του επίδικου διατάγµατος. Τέλος ο Α/Αστ. 2854 δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι οι ενέργειες της Αστυνομίας ήταν παράνοµες, απαράδεκτες και ύπουλες και υποστηρίζει ότι κανένα ουσιώδες στοιχείο δεν απεκρύβη από το Δικαστήριο, ούτε και είναι ουσιώδη αυτά που επικαλείται η Αιτήτρια και κανένας ψευδής ισχυρισµός τέθηκε ή έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ώστε να εκδώσει το επίδικο διάταγµα, το οποίο εκδόθηκε νοµότυπα. Τα επίδικα οχήµατα κατακρατήθηκαν νόµιµα και βρίσκονται νόµιµα στην κατοχή της Αστυνοµίας. Η επιστροφή των εν λόγω οχηµάτων, τα οποία είναι αντικείµενα υπό διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικηµάτων θα αποστερούσε από την Αστυνοµία ουσιώδους µαρτυρίας για απόδειξη της υπόθεσης και δεν θα τηρηθούν τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και της ορθής απονοµής δικαιοσύνης. Ενόψει των πιο πάνω ο Καθ' ου η αίτηση ζητά την απόρριψη της αίτησης µε έξοδα υπέρ του και εναντίον της Αιτήτριας. Τα όσα έχουν εκθέσει οι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεως τους στις αγορεύσεις τους είναι καταγραμμένα, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης. Νομική Πτυχή Η διαδικασία για την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης τεκμηρίων μετά την κατάσχεση τους, για τους σκοπούς των αστυνομικών ανακρίσεων και την προσαγωγή τους ως μαρτυρία σε ποινική δίκη, καλύπτεται από τα άρθρα 27 και 32-34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής ο Νόμος). Ως έχει νομολογηθεί πρόκειται για πολιτική και όχι ποινική διαδικασία, εφόσον δεν αποσκοπεί στην τιμωρία προσώπου για οποιοδήποτε αδίκημα (βλ. Ησαία κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 179/11, ημερ. 22.10.13 και Παντελίδης ν. Αστυνομίας

(2008)2 ΑΑΔ 84). Έτσι η απόφαση κατακράτησης δεν είναι ενδιάμεση αλλά ούτε και απόφαση στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας. Οι προαναφερόμενες διατάξεις είναι ταξινομημένες με χρονολογική σειρά η οποία αντανακλά τα τρία ξεχωριστά στάδια που οριοθετούνται και ρυθμίζονται από το Νόμο. Το πρώτο στάδιο προβλέπεται από το άρθρο 27, το οποίο διέπει και καθορίζει την εξουσία της Aστυνομίας για την κατάσχεση αντικειμένων στο προκαταρκτικό στάδιο της έρευνας, το δεύτερο στάδιο από το άρθρο 32
(1)το οποίο διέπει την κράτηση και φύλαξή τους από τις αστυνομικές αρχές μετά την κατάσχεση τους και το τρίτο στάδιο από το άρθρο 32
(3)το οποίο προβλέπει την αποδέσμευση τους μετά την πρόσαψη κατηγορίας στο Δικαστήριο εάν η περαιτέρω κράτηση τους δεν απαιτείται για τους σκοπούς εγερθείσας ποινικής δίωξης (βλ. Concrete Mix Limited ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 360). Στο δεύτερο στάδιο (που αφορά η παρούσα) κριτής της αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας είναι το Δικαστήριο. Το άρθρο 32
(1)παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την κράτηση και φύλαξη κατασχεθέντος αντικειμένου από τις αστυνομικές αρχές για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, η οποία ήθελε προκύψει από τις αστυνομικές έρευνες (βλ. Concrete Mix Limited ανωτέρω). Η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο Δικαστής δυνάμει των άρθρων 27-34 έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Ησαία ανωτέρω). Στον Νόμο δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καθορίζει συγκεκριμένη διαδικασία για την υποβολή αιτήσεων κατακράτησης (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Πάρη Γεωργιάδη
(2009)1Β Α.Α.Δ 1000). Το άρθρο 32 δεν προβλέπει επίδοση της αίτησης ή του διατάγματος κατακράτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν οφείλει στο στάδιο αυτό να διατάξει τέτοια επίδοση αίτησης ή να ορίσει το διάταγμα επιστρεπτέο. Όταν η αίτηση εξετάζεται στην απουσία της άλλης πλευράς ορθό είναι το Δικαστήριο να διατάξει επίδοση του διατάγματος εφόσον με την επίδοση δίδεται η ευκαιρία στους Καθ' ων η αίτηση είτε να αιτηθούν από το πρωτόδικο Δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος, είτε να εφεσιβάλουν την πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 32Α (βλ. Ησαία ανωτέρω). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι η εξέταση αυτή θα γίνει μόνο στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Εφόσον δεν γίνεται αμφισβήτηση γεγονότων και στοιχείων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις με τον ορθό δικονομικό τρόπο, δεν επιτρέπεται τέτοια αμφισβήτηση με άλλο τρόπο. Τέλος η εξέταση της αίτησης δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στη βάση των λόγων που εγείρονται στην ένσταση καθώς και στα θέματα που τελικά προωθούνται, ως αυτό προκύπτει από τις αγορεύσεις των διαδίκων. Αρχίζοντας από τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν νοµιµοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα καθότι οι ισχυρισµοί της περί της νοµιµότητας της κατοχής των οχημάτων είναι επίδικο θέµα που αφορά την ουσία της υπόθεσης θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν ευσταθεί. Σίγουρα το θέμα του κατά πόσο η κατοχή των οχημάτων ήταν νόμιμη ή του κατά πόσο η Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια αυτών δεν θα εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσας αιτήσεως αλλά ως έχει νομολογηθεί τόσο ο κατηγορούμενος αλλά και οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος έχουν το δικαίωμα ανά πάσα στιγμή να αποταθούν στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32
(3)του Νόμου και να αιτηθούν επιστροφή των κατακρατηθέντων τεκμηρίων (βλ. Ησαία ανωτέρω). Εξετάζοντας τώρα τις θέσεις της Αιτήτριας, ως προκύπτει από τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την παρούσα, αυτές συνίστανται στο ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι στην ένορκη δήλωση του Α/Αστ. 2854 που υποστήριζε την αίτηση για έκδοση του επίδικου διατάγματος, δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα:
  1. Ότι ο εμπειρογνώμονας της Αστυνομίας μετά από πολύωρη εξέταση δεν εντόπισε καµία παραποίηση στον αριθµό πλαισίου των οχηµάτων και όπως είναι καταγραμμένος ο ισχυρισμός ότι τα οχήµατα φέρουν πλαστούς αριθµούς πλαισίου, κάποιος µπορεί να υποθέσει ότι τα ίδια τα οχήµατα έχουν παραποιηµένους ή αλλαγµένους αριθµούς πλαισίου, κάτι που δεν ευσταθεί. Το µοναδικό πράγµα που προσδιορίζει ένα όχημα είναι ο αριθµός πλαισίου του, ο οποίος είναι ηλεκτροκοληµένος στο ίδιο το πλαίσιο του.
  2. Ότι σύμφωνα με τον διευθυντή της αντιπροσωπείας τα επίδικα οχήματα δεν είχαν παραποιηµένους αριθµούς πλαισίου.
  3. Ότι σύμφωνα με τον εξεταστή της υπόθεσης κατά την αίτηση προσωποκράτησης τα οχήµατα δεν έχουν παραποιηµένους αριθµούς πλαισίου.
  4. Την ύπαρξη των τεκμηρίων 2, 7 και 8, τα οποία καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι τα οχήματα δεν είναι κλοπιµαία. Αυτό που προέβαλε είναι ότι η Ιντερπόλ Λευκωσίας έλαβε επείγον µήνυµα, το οποίο ουδέποτε επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση σε χρόνο µάλιστα που οι δυο έρευνες (βλέπε τεκμήρια 7 και 8) υποστήριζαν το αντίθετο. Τα εν λόγω τεκµήρια ήταν στα χέρια της Αστυνομίας ή θα μπορούσε να τα εξασφαλίσει πολύ εύκολα.
  5. Όσον αφορά την αξία των οχημάτων, ότι η τιµή αγοράς των €90.000, αφορά ένα όχηµα καινούργιο και φορολογηµένο ενώ ως φαίνεται από τα τεκμήρια 5 και 6 τα επίδικα είναι κατασκευής Σεπτεµβρίου και Οκτωβρίου του 2013, δηλαδή µεταχειρισµένα και αφορολόγητα (βλ. τεκμήρια 2 και 3). Αν συνυπολογιστεί ο φόρος εκτελώνισης, το κόστος εγγραφής και άλλα έξοδα το ποσό αυτό ανέρχεται σε τουλάχιστον €15.000 και έτσι µαζί µε την τιμή αγοράς το ποσό αυτό ανέρχεται λίγο πιο κάτω από την αξία ενός καινούργιου οχήµατος. Συνεπώς από την τιµή αγοράς των οχηµάτων δεν υπήρχε καµία απολύτως ένδειξη ότι ήταν κλοπιµαία αλλά αντίθετα ότι η Αιτήτρια τα αγόρασε καλή τη πίστη σε κανονική τιµή.
  6. Ότι η Αιτήτρια επιθυμούσε να εμφανισθεί με δικηγόρο στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης, να ενστεί και να προβάλει τα πιο πάνω, κάτι για το οποίο η Αστυνομία ενημερώθηκε τόσο προφορικά όσο και γραπτά. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (βλ. Attorney-General a.o. v. Savvides (Νο. 2)
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 734). Το Δικαστήριο μπορεί λοιπόν να ακυρώσει ένα διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και μόνο για το λόγο ότι κατά την έκδοση του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων εφόσον τέτοια απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) ΑΑΔ 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος «επενεργεί καταλυτικά - διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου». Το κριτήριο είναι αντικειμενικό (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva, Πολ. Εφέσεις 130 και 131/09, ημερ. 29.1.10). Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, η απόφαση καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια-έρευνα θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ 280). Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο Αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Οι προεκτάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκαν στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd. v. Elcombe [1988] 3 All E.R. 188 (η οποία φαίνεται ότι έχει υιοθετηθεί και από τη δική μας νομολογία βλ. Γρηγορίου και Τσιερκέζου ανωτέρω) στην οποία τονίσθηκαν τα ακόλουθα: 1. Ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. 2. Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων. 3. Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον Αιτητή αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα. 4. Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον αντίδικο. 5. Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον Αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει. 6. Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης· και 7. Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Τελικά το εκδικάζον Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσον θα ακυρώσει ή όχι ένα παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση αιτήσεως στην οποία απεκρύβη κάποιο γεγονός. Παρά δε την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους (βλ. Γρηγορίου ανωτέρω και CTO Public Company Limited κ.α. v. BAT (Cyprus) Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 263/2009, ημερ. 16.2.12). Αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα, ως φαίνεται από την αγόρευση της Αιτήτριας, πλην του ότι δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο η επιθυμία της να εμφανισθεί και να ενστεί στην αίτηση κατακράτησης, τα υπόλοιπα δεν προωθούνται και συνεπώς θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντα. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι αυτά αποτελούν πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν έχουν αποκαλυφθεί. Συγκεκριμένα: Δεν γίνονται δεκτοί από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση οι ισχυρισμοί ότι ο εμπειρογνώμονας της Αστυνομίας δεν εντόπισε καµία παραποίηση στον αριθµό πλαισίου των οχηµάτων καθώς και ότι σύμφωνα με τον διευθυντή της αντιπροσωπείας τα επίδικα οχήματα δεν είχαν παραποιηµένους αριθµούς πλαισίου. Οι ισχυρισμοί δε αυτοί της Αιτήτριας όχι μόνο δεν γίνονται δεκτοί αλλά αντικρούονται από τον Α/Αστ. 2854, ο οποίος αναφέρει ότι ο εμπειρογνώμονας της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι υπάρχει µηχανική επέµβαση στον αριθµό πλαισίου και των δύο οχημάτων καθώς και ότι από την εξέταση που έγινε από ειδικό διαγνωστικό µηχάνηµα της αντιπροσωπείας διαφάνηκε ότι οι αριθμοί πλαισίου που έφεραν τα οχήματα είναι πλαστοί και ποιοί είναι οι πραγµατικοί αριθµοί πλαισίου. Εξήγησε δε ουσιαστικά, σε σχέση με τα τεκμήρια 7 και 8 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Αντωνίου, ότι το αποτέλεσμα που αυτά φέρουν ότι δηλ. τα επίδικα οχήματα δεν ήταν καταχωρημένα στο σύστημα ως κλοπιμαία, οφείλεται στο ότι καταχωρήθηκαν οι αριθμοί πλαισίου που φέρουν τα δύο οχήματα (δηλ. οι πλαστοί), οι οποίοι ανήκουν σε υπαρκτά οχήματα ίδιας µάρκας και ίδιου µοντέλου, τα οποία βρίσκονται και κυκλοφορούν στο εξωτερικό και τα οποία κατά τους ουσιώδεις χρόνους δεν ήταν καταγγελµένα ως κλοπιµαία. Από τη στιγμή που τα πιο πάνω όχι μόνο αμφισβητήθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση αλλά και αντικρούσθηκαν εναπόκειτο στην Αιτήτρια, η οποία φέρει και το βάρος απόδειξης της παρούσας, να τα αποδείξει με τον ορθό δικονομικό τρόπο (βλ. Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377) κάτι που δεν έπραξε. Σε σχέση δε με τη θέση της Αιτήτριας ότι το μήνυμα το οποίο λήφθηκε από την Ιντερπόλ Λευκωσίας ότι τα δύο οχήματα κλάπηκαν από την Ιταλία την 1.8.14 και την 28.10.14, δεν επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση του Α/Αστ. 2854, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν προβλέπεται από το άρθρο 32 του Κεφ. 155 αλλά ούτε και προκύπτει από τη σχετική νομολογία ότι θα πρέπει στα πλαίσια αίτησης κατακράτησης τεκμηρίων να επισυνάπτεται και έγγραφη μαρτυρία, η οποία να στοιχειοθετεί ή να ενισχύει την ένορκη μαρτυρία που δίδεται προς υποστήριξη της αίτησης. Ούτε η θέση της Αιτήτριας ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι σύμφωνα με τον εξεταστή της υπόθεσης, κατά την αίτηση προσωποκράτησης, τα οχήµατα δεν έχουν παραποιηµένους αριθµούς πλαισίου, ευσταθεί. Αυτό γιατί τα όσα αναφέρει το εν λόγω πρόσωπο στην ένορκη του δήλωση (τεκμήριο 10) συμπίπτουν με τα όσα ανέφερε σχετικά ο Α/Αστ. 2854 στην ένορκη του δήλωση ημερ. 12.11.14 ήτοι ότι από την εξέταση που έγινε με το διαγνωστικό μηχάνημα της αντιπροσωπείας διαπιστώθηκε ότι τα δύο οχήματα έφεραν πλαστούς αριθμούς πλαισίου ενώ ο πραγματικός αριθμός πλαισίου τους ήταν άλλος. Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας περί μη αποκάλυψης ότι η τιµή αγοράς των €90.000, αφορά ένα όχηµα καινούργιο και φορολογηµένο ενώ ως φαίνεται από τα τεκμήρια 5 και 6 τα επίδικα είναι µεταχειρισµένα και αφορολόγητα, θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι ο Α/Αστ. 2854 στην ένορκη δήλωση με βάση την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, αναφέρει ότι σύμφωνα με την αντιπροσωπεία η τιμή πώλησης τέτοιων οχημάτων χωρίς οποιαδήποτε έξτρα αρχίζει από τις €90.000 και ότι τα επίδικα οχήματα είναι εξοπλισμένα με πάρα πολλά έξτρα. Πέραν τούτου στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα αναφέρει, και δεν αμφισβητήθηκε, ότι για τα τεκμήρια 5 και 6, που αποτελούν Ισπανικά πιστοποιητικά εγγραφής, θα γίνουν επιστηµονικές εξετάσεις ως προς την αυθεντικότητα τους και ότι αντίγραφα αυτών αποστάληκαν στο εξωτερικό για να εξεταστούν κατά πόσο εκδόθηκαν σύµφωνα µε τις νόµιµες διαδικασίες. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι τα όσα επικαλείται η Αιτήτρια αποτελούν γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση του επίδικου διατάγματος. Σε σχέση δε με την θέση της Αιτήτριας περί μη αποκάλυψης στο Δικαστήριο της επιθυμίας της να εμφανισθεί και να ενστεί σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης κατακράτησης των επίδικων οχημάτων θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση από την μια αμφισβητεί ότι εκδηλώθηκε τέτοια πρόθεση είτε γραπτή είτε προφορική προς τον υπεύθυνο του ΤΑΕ και δηλώνει ότι δεν είχε καµία νοµική υποχρέωση στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης να ειδοποιήσει τους δικηγόρους της Αιτήτριας ή να επιδώσει την αίτηση ενώ από την άλλη αναφέρει ότι έγιναν ενέργειες εκ µέρους του Α/Αστ. 2854 πριν την έκδοση του επίδικου διατάγµατος για σχετική ενηµέρωση των δικηγόρων της Αιτήτριας. Από αυτό προκύπτει ότι είχε γνωστοποιηθεί στην Αστυνομία η εν λόγω επιθυμία της Αιτήτριας κάτι που δεν είχε αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο αυτό αποτελεί ουσιώδες γεγονός και εάν ναι ποιες οι συνέπειες αυτού. Έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω στη νομική πτυχή για το θέμα της παράλειψης αποκάλυψης γεγονότος. Ως έχει νομολογηθεί δεν είναι η παράλειψη κάθε γεγονότος που οδηγεί σε ακύρωση ενός διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το γεγονός θα πρέπει να είναι ουσιώδες για την απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην Demstar Limited ανωτέρω, ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για έκδοση του κάθε είδους διατάγματος. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται λοιπόν από τον εκδικάζοντα Δικαστή με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. CTO Public Company Limited κ.α. ανωτέρω). Στα πλαίσια αιτήσεων κατακράτησης επίδικο θέμα είναι κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αυτό που κρίνεται δε από το Δικαστήριο είναι η αναγκαιότητας της περαιτέρω κράτησης του κατασχεθέντος αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας. Η διακριτική δε ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 32
(1)στο Δικαστήριο να διατάξει τέτοια κράτηση για καθορισμένο χρονικό διάστημα ή μέχρι και την αποπεράτωση ποινικής διαδικασίας, είναι ευρεία. Οι σχετικές αιτήσεις μπορούν να γίνουν μονομερώς. Δεν αποτελεί προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος κράτησης η επίδοση της αίτησης και κατ' επέκταση η ενημέρωση ή η παρουσία του Καθ' ου η αίτηση. Ως αναφέρεται ουσιαστικά και στην Παντελίδης ανωτέρω, κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε περιπλοκές και αδιέξοδα στη λειτουργία του ίδιου του Νόμου και καθυστέρηση ενώ επιβάλλεται ταχεία ενέργεια. Η εκδήλωση λοιπόν της επιθυμίας του Καθ' ου η αίτηση να εμφανισθεί και να ενστεί στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης, όπως έγινε στην προκειμένη, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιώδες γεγονός σχετικό με τα επίδικα θέματα που εξετάζονται στα πλαίσια έκδοσης διάταγματος κατακράτησης. Συνεπώς η αποκάλυψη του δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, οι οποίες με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστήριου κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στην προκειμένη. Κατ' επέκταση αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Η απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Ειαγγγελέα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 181, στην οποία παραπέμπει σχετικά ο συνήγορος της Αιτήτριας δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κρίση μου για τους λόγους που θα εξηγήσω. Η εν λόγω απόφαση αφορούσε αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, προς ακύρωση απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε διάταγμα κράτησης τεκμηρίων και διατάχθηκε η επιστροφή τους. Ως γνωστό στα πλαίσια του υπό αναφορά προνομιακού εντάλματος εκείνο που εξετάζεται είναι εάν από το «πρακτικό» του κατώτερου Δικαστηρίου διαπιστώνεται πρόδηλη έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας ή νομική πλάνη, οπόταν η ελεγχόμενη απόφαση ακυρώνεται (βλ. Άνθιμου
(1991)1 Α.Α.Δ. 41). Αντικείμενο δε της διαδικασίας του Certiorari δεν είναι ο έλεγχος της ορθότητας μιας απόφασης αλλά της νομιμότητας της (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Marewave Shipping & Τrading Company Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 116). Στην εν λόγω απόφαση εκείνο που εξετάσθηκε είναι το κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία όχι μόνο έκδοσης διατάγματος επιστροφής τεκμηρίων (κάτι που είχε σύμφωνα με το άρθρο 32
(3)του Κεφ. 155) αλλά και ακύρωσης του διατάγματος κατακράτησης. Στα πλαίσια αυτά εκείνο που ουσιαστικά κρίθηκε ήταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία ακύρωσης τέτοιου διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς σε περίπτωση που έκρινε ότι υπήρχε παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Δεν κρίθηκε όμως ταυτόχρονα ως ορθή (εφόσον δεν ελέγχεται η ορθότητα της απόφασης) και συνεπώς δεν μπορεί κατά την κρίση μου να θεωρηθεί ως δεσμευτικό προηγούμενο, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τέτοιο ουσιώδες γεγονός αποτελεί η μη αποκάλυψη της επιθυμίας της Καθ' ης η αίτηση να ακουσθεί στα πλαίσια της αίτησης προς έκδοση του διατάγματος κατακράτησης. Ακόμη όμως και το πιο πάνω να εθεωρείτο ως ουσιώδες γεγονός, ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, αυτό δεν εξυπακούει άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, εξετάζοντας και συνεκτιμώντας προφανώς όλες τις σχετικές περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψην την φύση κάθε διατάγματος και τους σκοπούς έκαστης σχετικής διάταξης, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Κατ' αρχήν από τα όσα τέθηκαν στην παρούσα δεν προκύπτει ότι από τη μη αποκάλυψη του εν λόγω γεγονότος ο Καθ' ου η αίτηση αποκόμισε οποιοδήποτε πλεονέκτημα. Τα γεγονότα που ουσιαστικά παραπονείται η Αιτήτρια ότι ήθελε να παραθέσει στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης και αποκρύβηκαν από το Δικαστήριο, είναι αυτά που αναφέρει στην παρούσα. Όλα όμως αυτά (βλ. τα υπ' αρ. 1-5 ανωτέρω), τα οποία ως έχει προαναφερθεί αμφισβητήθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση, είναι ή σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της ποινικής υπόθεσης που ενδεχομένως θα καταχωρηθεί με το πέρας των ερευνών της Αστυνομίας σε σχέση με τα σχετικά αδικήματα που διερευνά δηλ. της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της κλεπταποδοχής και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Δεν ήταν λοιπόν θέματα τα οποία μπορούσαν να εξετασθούν στα πλαίσια της αίτησης κατακράτησης των επίδικων οχημάτων, όπου ασφαλώς το Δικαστήριο δεν δύναται ούτε και πρέπει να επιλύει αντικρουόμενη μαρτυρία σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι θέσεις των αντιδίκων όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης ούτε και να καταλήγει σε οποιαδήποτε σχετικά ευρήματα. Αυτό που εξετάζεται, ως έχει προαναφερθεί, σε τέτοιες αιτήσεις είναι ουσιαστικά η αναγκαιότητα της περαιτέρω κράτησης του αντικειμένου για τους σκοπούς των ανακρίσεων και μελλοντικής ποινικής διαδικασίας, κάτι που φαίνεται ότι υπάρχει στην παρούσα, εάν ληφθεί υπόψην ότι οι εξετάσεις της Αστυνομίας συνεχίζονται και ότι η έκδοση διαταγής επιστροφής των επίδικων οχημάτων στο παρόν στάδιο ενδεχομένως να οδηγήσει στην αποξένωση του ίδιου του αντικειμένου των υπό διερεύνηση αδικημάτων και να ματαιώσει ουσιαστικά την έγερση ενδεχόμενης ποινικής διαδικασίας ή να καταστήσει αυτήν σε περίπτωση έγερσης της, άνευ αντικειμένου. Ακόμη λοιπόν και εάν το γεγονός της επιθυμίας της Αιτήτριας να εμφανισθεί και να ενστεί στην αίτηση ήταν ουσιώδες γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε, ενόψει των ανωτέρω δεν θα ακύρωνα το επίδικο διάταγμα αλλά ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια θα έκδιδα διαταγή συνέχισης της ισχύος του. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Αίτηση ακύρωσης διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων και επιστροφής τους). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.